Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 10

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν με διαφορά το ομορφότερο της ζωής μου – ούτε στα παιδικά μου χρόνια δε θυμάμαι να είχα περάσει ποτέ τόσο καλά και για τόσο πολύ. Δε θυμάμαι ποτέ άλλοτε να γέλασα τόσο και να δούλεψα μέχρι που δε με σήκωναν πια τα πόδια μου. Φτιάχναμε το νέο στέκι μας, το δημιουργούσαμε κομμάτι-κομμάτι, με τα ίδια μας τα χέρια, το νέο ανοικτό σε όλους σχολείο. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του Άντι, τις αιτήσεις, τις εκκλήσεις και τα ένδικα μέσα, μας έκαναν τελικά έξωση από το παλιό εκείνο κτήριο, που στέγαζε τα όνειρα τόσων ανθρώπων. Θα το γκρέμιζαν λέει και θα έκτιζαν στη θέση του ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, που θα χάριζε νέα ζωή στην υποβαθμισμένη περιοχή. Το κάνει πάντα αυτό το χρήμα: χαρίζει νέες ζωές και τις παίρνει. Η μάχη ανάμεσα στο χρήμα και την εκπαίδευση, αποδείχτηκε άνιση, κι ας μέχρι την τελευταία στιγμή τρέφαμε μέσα μας την κρυφή ελπίδα της ανατροπής. Κάποιοι κάτοικοι της περιοχής μας στήριξαν, αλλά όταν απευθυνθήκαμε στις αρχές το μόνο που συναντήσαμε ήταν την αδιαφορία. Κανείς δεν έδινε μία για τους μετανάστες και τη μόρφωσή τους, αυτοί μάλλον δεν άξιζαν μια ευκαιρία στη ζωή. Έπρεπε να κάνουμε κάτι. Δεν μπορούσαμε ν’ αφήσουμε τους μαθητές μας ξεκρέμαστους. Αλλά τι; Τελικά τη λύση την έδωσε ο ίδιος ο εχθρός: το χρήμα! Το χρήμα που πήρα πουλώντας το αυτοκίνητό μου, που κέρδισε η Μάριαν εκθέτοντας και πουλώντας μαζικά τα έργα της, που μάζεψε ο Άντι απ’ τους μαθητές και κάποιους σιωπηλούς συμπαθούντες. Βρήκαμε λοιπόν ένα άλλο παλιό κτήριο, σε κάποια άλλη υποβαθμισμένη περιοχή -το οποίο ωστόσο βρισκόταν κοντά σ’ ένα σταθμό του υπόγειου σιδηρόδρομου- νοικιάσαμε ένα όροφο, κι αρχίσαμε όλοι μαζί, στην ουσία να τον ανακατασκευάζουμε. Για μια εποχή ξυπνούσαμε ξυλουργοί, γινόμασταν αρχιτέκτονες, συνεχίζαμε σα διακοσμητές και φτάναμε στο τέλος της μέρας σαν μπογιατζήδες. Και ήταν όλα τόσο, μα τόσο υπέροχα! Δεν έβλεπα τον Άντι όσο θα ήθελα -όσο ονειρευόμουνα ότι θα τον έβλεπα όταν θα ερχότανε το καλοκαίρι- αφού έτρεχε, στην κυριολεξία, συνεχώς από το ένα μέρος στο άλλο, αναζητώντας λεφτά και υλικά, κάνοντας αιτήσεις και εξασφαλίζοντας την καθημερινή μας σίτιση, αλλά ένιωθα πολύ και βαθιά ευτυχισμένη. Επιτέλους, κάνω κάτι, σκεφτόμουνα. Κι εκείνο το κάτι δεν ήταν καθόλου λίγο.
Σιγά-σιγά ο χώρος άρχισε να παίρνει τη μορφή που στο μυαλό μας σχεδιάζαμε, που συζητούσαμε, κι απ’ την πρώτη στιγμή ονειρευόμασταν. Πέντε ολόκληρες αίθουσες είχαμε στη διάθεσή μας και ήμασταν σίγουροι ότι μέσα εκεί θα μπορούσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να φιλοξενηθούν πέντε διαφορετικοί κόσμοι. Αλλιώτικοι μεταξύ τους, ωστόσο κατά βάθος ίδιοι. Με την πολύτιμη βοήθεια και συμπαράσταση των κάθε ηλικίας παιδιών, αδελφών και γονιών μας, τις φτιάξαμε όλες με μεράκι, αλλά με την καθεμιά να έχει τη δική της ξεχωριστή προσωπικότητα. Οι τέσσερις ήταν μπογιατισμένες σε ισάριθμα χρώματα: πράσινο, γαλάζιο, τουρκουάζ, πορτοκαλί, ενώ η πέμπτη ήταν απ’ άκρη σ’ άκρη ζωγραφισμένη. Έμοιαζε μ’ ένα τεράστιο καμβά, γιγαντογραφία εκείνων που θ’ άρχιζαν σύντομα να μουντζουρώνουν και πάλι οι μαθητές της Μάριαν. Το μόνο που αυτός δεν περιείχε μουντζούρες αλλά στιγμές ζωής. Αναμνήσεις μεταναστών, γεννήσεις και κηδείες, απόμακρες θάλασσες και μοναχικά βουνά, που υπό τις οδηγίες της ακούραστης δασκάλας τους οι μαθητές κατόρθωσαν να δέσουν σε μια σύνθεση, των καταγωγών και των ζωών τους.
«Είμαι ευτυχισμένη», έλεγα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μάτια που έλαμπαν στον Άντι, στο τέλος κάθε μέρας, όπως χωνόμουνα γεμάτη μπογιές, βρωμιά και άλλες λογής-λογής μυρωδιές στην αγκαλιά του. «Είμαι ευτυχισμένη!»
«Τώρα καταλαβαίνεις», μου είπε την πρώτη φορά που μ’ άκουσε να το λέω αυτό. «Τώρα με καταλαβαίνεις». Δεν είπε τίποτ’ άλλο. Δε χρειαζόταν άλλωστε.
Λίγο προτού η εποχή ξεψυχήσει -και τα φύλλα αρχίσουν να πέφτουν στους δρόμους και στα πάρκα προμηνύοντας το φθινόπωρο- κι αφού όλα είχαν πια μπει στη θέση τους και το νερό ήταν έτοιμο να κυλήσει στ’ αυλάκι, ξεκλέψαμε λίγες μέρες και κινήσαμε με τη σαρακάκα του για το Σοβέτο. Ανυπομονούσα πολύ, αγωνιούσα σχεδόν, να βρεθώ και πάλι εκεί, να δω την κυρά Ρόντα, να γίνω ξανά ένα με τη φύση, να χαρώ πια μοναχή τις λίγες και μοναδικές στιγμές της συντροφιάς του. Τις λίγες, αφού όταν ήμασταν μαζί ποτέ δεν ήταν αρκετές.
Δε μιλήσαμε παρά ελάχιστα στη διάρκεια εκείνης της υπέροχης ατελείωτης διαδρομής. Δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουμε περισσότερο άλλωστε. Μαζί του είχα μάθει να σιωπώ υπέροχα και να του μεταδίδω δίχως λόγια περιττά τις σκέψεις μου. Πού και πού σήκωνε το ιδρωμένο χέρι του απ’ το λεβιέ των ταχυτήτων και χάιδευε το δικό μου, κάθε τόσο έπαιρνε απαλά τα μαλλιά μου, τα οποία παρέσερνε ο αέρας που έμπαινε απ’ τα ορθάνοικτα παράθυρα στ’ αμάξι, και τα στερέωνε πίσω απ’ τ’ αυτί, συχνά-πυκνά τον έβλεπα απλά να κοιτάει το δρόμο, να σκέφτεται κάτι και χαμογελάει. Το βλέμμα του έδειχνε την ίδια ώρα συγκεντρωμένο και φευγαλέο, έμοιαζε να καταπίνει τα τοπία, να τους κλέβει τις πιο μαγικές στιγμές, αλλά ταυτόχρονα να ταξιδεύει σε κάποιες άλλες γειτονιές, στις πόλεις του μυαλού του. Έμοιαζε τόσο ικανοποιημένος από τη ζωή, τόσο χαρούμενος απλά και μόνο επειδή ήταν ζωντανός. Εγώ όταν έμαθα ότι θα χάναμε το σχολείο μας οργίστηκα, άρχισα να βρίζω δικαίους και αδίκους, ν’ απειλώ όλους τους ορατούς κι αόρατους εχθρούς, να ορκίζομαι ότι θα πάρω εκδίκηση, ενώ εκείνος απλά χαμογελούσε. Όχι πλατιά, με μια δόση πίκρας ίσως, αλλά χαμογελούσε. Σα να προσπαθούσε να μου πει ότι όλα θα πάνε μια χαρά -κάθε εμπόδιο για καλό- πώς δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας. Μα, δεν τον πίστευα. Δεν τον πίστεψα. Θεωρούσα αδύνατον ότι θα μπορούσε να γίνει μια νέα αρχή. Να όμως που στο τέλος έγινε. Όλα πήγαν όντως καλά. Κι ας χρειάστηκε να πουλήσω τ’ αμάξι μου, το οποίο έτσι κι αλλιώς τώρα πια σχεδόν καθόλου δε χρησιμοποιούσα. Κι ας χρειάστηκε κι η Μάριαν να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, ή μάλλον να ξεπουλήσει σε κατώτερη αξία από την κανονική τους πίνακες της – θα ζωγραφίσω άλλους, μου είπε απλά, όταν τη ρώτησα γιατί το έκανε αυτό. Ήταν σα να μου μιλούσε με το βλέμμα εκείνες τις ώρες, σα να μου έλεγε ότι τώρα θα έβλεπα την πιο απλή αλήθεια, το φως των αληθινών ψυχών. Και το είδα: στα μάτια και στις πράξεις εκείνων που προσέφεραν από το υστέρημά τους χρόνο και χρήμα για να γίνει ο εφιάλτης όνειρο ξανά. που πήραν και ήταν πρόθυμοι να δώσουν, μ’ εκείνη τη μεγαλοψυχία που μόνο οι φτωχοί άνθρωποι διαθέτουν. Τον δικαίωσαν και δικαίωσαν την τυφλή μου εμπιστοσύνη σ’ αυτόν, που ίσως για μια στιγμή τρεμοέσβησε, αλλά δε χάθηκε.

Το δεύτερο εκείνο ταξίδι ήταν σχεδόν το ίδιο μαγικό με το πρώτο, ή ίσως κι ακόμη περισσότερο. Το δεύτερο εκείνο ταξίδι ήταν το τελευταίο, αφού δε θα επιστρέφαμε εκεί μαζί ποτέ ξανά. Ή μάλλον, θα το κάναμε, αλλά όχι όπως ονειρευόμασταν, κάτω από συνθήκες που κανείς από τους δυο μας δεν μπορούσε να προβλέψει. Τώρα τα θυμάμαι όλα θαμπά, μισοκρυμμένα, παραμορφωμένα λες απ’ την αιώνια και πολλές φορές αδιαπέραστη ομίχλη, που σκεπάζει τις αναμνήσεις του χθες. Εικόνες. Αποκόμματα. Το σπίτι, η φύση, η σιγαλιά της νύχτας, η Ρόντα, οι συζητήσεις και οι απόκοσμες σαν όνειρο στιγμές του έρωτά μας. Εκείνος πάντα να χαμογελά. Κι εγώ πάντα να απορώ και να γνωρίζω. Εκείνος πάντα να κοιτά το μέλλον μ’ αισιοδοξία. Κι εγώ πάντα να χαίρομαι δίπλα του και μόνη να ανησυχώ.

Συνεχίζεται
Δημοσίευση σχολίου