Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 25

Πέρασαν σαν τίποτα οι μέρες. Ήταν ίσως η μοναδική φορά που το μόνο που είχαμε να κάνουμε οι δυο μας ήταν να απολαύσουμε τις στιγμές γαλήνης, που μας χάριζε η φύση που απλωνόταν γύρω μας. Η Μάριαν ζωγράφιζε συνήθως σε χαλαρούς ρυθμούς ενώ εγώ έκανα βόλτες, έβγαζα φωτογραφίες, πήγαινα στη Ρόντα και την άκουα να μου αφηγείται ξανά και ξανά ιστορίες από το μακρινό της παρελθόν. Όλα τα έκανε να φαντάζουν σαν ένα παραμύθι αυτή η γυναίκα: τη ζωή, τα προβλήματά της, το θάνατο. Μού μίλησε για πρώτη φορά για τον άντρα της. Για τα όνειρά του να πιάσουν την καλή όταν κατέφθασαν εδώ εξήντα χρόνια πριν. Για τον καρκίνο που τον σκότωσε. Για το σήμερα. Είναι όλα νέα περασμένα έμοιαζε να θέλει να μου πει. Κι η ζωή είναι απλά αυτή που είναι. Μάλλον είχε περισσότερα κοινά με τη Μάριαν παρά με μένα, ίσως γι’ αυτό δε μιλούσαν μεταξύ τους τόσο πολύ κιόλας. Έζησαν διαφορετικά, έμαθαν διαφορετικά, αλλά σιωπηλά συμφωνούσαν σε όλα.
«Είναι η καλύτερή σας, ξέρεις», μού είπε μια φορά, ξαφνιάζοντάς με.
«Ποια;»
«Η Μάριαν. Γι’ αυτό και δε θα ευτυχήσει ποτέ. Είναι μια απ’ αυτές τις ευλογημένες, ή μάλλον καταραμένες ψυχές, που δεν αντέχουν να βλέπουν την αδικία αυτού του κόσμου. Συμπάσχει με όλους, υποφέρει την κάθε στιγμή, και σας σκέφτεται τόσο πολύ, που δε θέλει να σας φορτώνεται με τα δικά της. Ο Άντι, σαν πετύχαινε τους στόχους του, κάποια μέρα λίγο ή πολύ θα τα παρατούσε, αυτή ποτέ. Αυτή όλο θα ψάχνεται. Και όλο θα φεύγει. Όσο κι αν σας αγαπά δε νομίζω να μείνει μαζί σας για πολύ ακόμη».
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Πολλές φορές, όταν είμαστε στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, μας λέει: Δεν ανήκω εδώ! Και την πιστεύω. Και έπαψα να προσπαθώ να την καταλάβω. Είναι η μόνη από μας που βγάζει ένα σωρό λεφτά, που θα μπορούσε να στ’ αλήθεια κάποια, κι όμως το μόνο πράγμα που τη νοιάζει είναι η δουλειά της και να προσφέρει στους άλλους. Μόνο για φαγητό και για το σχολείο δέχεται να βγαίνει απ’ το σπίτι. Ακόμη και στα εγκαίνια της έκθεσής της με το ζόρι την πήγαμε. Όλοι ήταν καλοντυμένοι, κι εκείνη μ’ ένα τζιν, πουκαμίσα και σακάκι, και μια μπύρα στο χέρι. Έμοιαζε να πνίγεται. Στο τέλος τη λυπηθήκαμε και την πήραμε και φύγαμε».
«Μη στεναχωριέστε γι’ αυτή, κάποια πλάσματα απλά γεννιούνται λυπημένα. Κάποια πιο νωρίς από την ώρα τους και κάποια πιο αργά. Τουλάχιστον είναι δυνατή, κι αυτό θαρρώ μετράει πιο πολύ απ’ όλα».
«Ναι, αλλά για πόσο ακόμη θα μπορεί να ζει μ’ αυτό τον τρόπο;»
«Ποιος ξέρει; Και στο τέλος της ημέρας δε μας αφορά. Απλά να είσαι εκεί αν σε χρειαστεί, όπως θα είμαι κι εγώ, η γερόντισσα, όπως μπορώ. και για τις τρεις σας. Αλλά αρκετά μ’ αυτήν. Εσύ, τι σκέφτεσαι να κάνεις μετά;»
«Δεν έχω ιδέα. Όσο κρατάει η υπόθεση θα είμαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απασχολημένη εκεί στην πόλη. Όταν τελειώσει, θα έχω -αν δεν τραβήξει σε μάκρος- ακόμη το σχολείο και τις σπουδές μου. Αλλά, όταν τελειώσω και με τις τελευταίες… Δεν ξέρω. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Το σχολείο και τα κορίτσια είναι αυτά που με δένουν μ’ εκείνον, αλλά σκέφτομαι ότι, αν θέλω να προχωρήσω με τη ζωή μου, κάποια στιγμή θα πρέπει να αποχωρήσω. Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω στη σκιά του».
«Ε, θα βρεις κι εσύ το δρόμο σου, κόρη μου, όλοι τον βρίσκουν. Φτάνει να κάνεις κάτι που αγαπάς. Ρώτα και τις φίλες σου: αν δεν έκαναν αυτά που κάνουν, τι θα ήταν; Τίποτα!»
«Τίποτα». Πήρα το φλιτζάνι και ήπια μια γουλιά από το κρύο τσάι μου. Και μετά της μίλησα για ένα προαίσθημα.
«Κάτι κακό θα συμβεί, Ρόντα, το νιώθω έντονα, μέσα στα κόκαλά μου. Κάτι πολύ κακό. Ίσως όχι εδώ, αφού οι περισσότεροι πια μας φέρονται ευγενικά και με αγάπη, αλλά πολύ πιθανόν όταν γυρίσουμε πίσω στην πόλη. Εδώ και μέρες φοβάμαι, το μέσα μου τρέμει, και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί».
«Ίσως εκείνος ο εφιάλτης να σ’ έχει επηρεάσει πιο πολύ απ’ ό,τι θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς».
Ίσως! Της είχα μιλήσει για τον εφιάλτη μου, για τη συνάντησή μου με το θάνατο. Δεισιδαιμονίες, μου είπε τότε, αλλά δεν ακουγόταν και τόσο σίγουρη. Είχα βλέπετε αγγίξει το νεκρό αγαπημένο, κι αυτό, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις αποτελεί κακό οιωνό. Άλλαξα κουβέντα.
«Τέλος πάντων, ας το αφήσουμε εκεί. Λυπάμαι πολύ που θα φύγω και πάλι, καλή μου Ρόντα. Εδώ νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου, παρά στην πόλη. Εδώ απλά είμαι… Απλά είμαι! Αυτό ήθελα να πω».
«Σε καταλαβαίνω, κόρη μου. Αλλά, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχεις άλλη επιλογή. Ας πας λοιπόν με την ευχή μου, και ίσως κάποια μέρα με το καλό γυρίσεις. Το σπίτι σου θα είναι πάντα εδώ και θα σε περιμένει».
Σηκώθηκα και πήγα και χώθηκα στην πλατιά αγκαλιά της. Άνοιξη μύριζε και πάλι ο κόρφος της. Κι ύστερα, αμίλητα, άνοιξα την πόρτα και έφυγα. Ήτανε νωρίς το απόγευμα. Θα βοηθούσα τη Μάριαν να πακετάρουμε τα υπάρχοντά μας, αφού θα φεύγαμε το επόμενο πρωί.
Το βράδυ παρέθεσαν για μας δείπνο στην ταβέρνα, όλοι οι άνθρωποι, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε. Ο καθένας έβαλε το κατιτί του, ώστε να οργανώσουν για μας μια βραδιά ευχάριστη, σα μουσική θεία κοινωνία. Όλα τα τραπέζια ενώθηκαν σ’ ένα, φαφούτηδες γέρο-μουσικοί, και άλλοι πιο νέοι στήθηκαν σε μια αυτοσχέδια εξέδρα, και το πανηγύρι άρχισε. Το γλέντι ήθελα να πω. Τα πιάτα πήγαιναν κι έρχονταν, η μπύρα και το κρασί έρεαν άφθονα, όλοι χαίρονταν τις ξεχωριστές εκείνες στιγμές. Ακόμη και η Μάριαν. Αν και στη αρχή έδειχνε εμφανώς σοκαρισμένη από την πολυκοσμία και το σχετικό πανικό που επικρατούσε, σιγά-σιγά άρχισε να μπαίνει στο πνεύμα της βραδιάς. Χαμογελούσε, πού και πού σιγοτραγουδούσε κάποιους στίχους, γέμιζε τα ποτήρια με ποτό, μας αγκάλιαζε, έμοιαζε επιτέλους να έχει ξεχάσει τη θλίψη της έξω απ’ την πόρτα. Τη μεγάλη έκπληξη ωστόσο την κράτησε για το τέλος της βραδιάς. Όταν φάγαμε και ήπιαμε μέχρι σκασμού, τότε που πια τα κορμιά μας τσάκισαν απ’ το χορό κι οι φωνές βράχνιασαν απ’ το τραγούδι, καθώς ετοιμαζόμασταν να πούμε τις καληνύχτες μας, τότε σηκώθηκε και ανακοίνωσε ότι θα έλεγε ένα τραγούδι. Νόμιζα ότι ήταν μεθυσμένη, αφού δεν την είχα ακούσει να τραγουδάει ποτέ ξανά. Έτσι, όταν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και άρχισε να μας τραγουδάει, δίχως τη συνοδεία μουσικής, ένα άγνωστο σκοπό σε μια παράξενη γλώσσα, τα έχασα πια για τα καλά. Η φωνή της δεν ήταν απλά καλή, ήταν εξαιρετική. Κι έτσι όπως στεκόταν αγέρωχη, με κλειστά τα ματιά, και μας τραγουδούσε, για μια στιγμή τη φαντάστηκα σε μια νεραϊδοπριγκίπισσα. Μια πριγκίπισσα πανέμορφη, με βραχνή, βαθιά υπνωτική φωνή, που θα μπορούσε να μας ταξιδέψει παντού με το τραγούδι της. Σαν τέλειωσε, παρέμειναν όλοι να κοιτούν προς το μέρος της για λίγο σαστισμένοι, προτού της χαρίσουν ένα εκκωφαντικό χειροκρότημα. Είδα κάποιες μαύρες γριές να δακρύζουν και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Ήταν φανερό ότι η ερμηνεία της τους άγγιξε όλους, αλλά εκείνες περισσότερο. Στο τέλος υποκλίθηκε ελαφρά και χαμογελώντας παιχνιδιάρικα, ήρθε προς το μέρος μας. Παρέα με τη Ρόντα αρχίσαμε ν’ αποχαιρετούμε τον ένα μετά τον άλλο τους παρευρισκομένους. Οι μαύρες γριές που ανέφερα πιο πάνω έκλεισαν για ώρα στην αγκαλιά τους τη Μάριαν, λες και δεν ήθελαν να την αφήσουν να φύγει ποτέ – αλλά κάποτε την άφησαν. Μπήκαμε στη σεβρολέτ και κινήσαμε επιτέλους για τα σπίτια μας, κάτω από ένα απερίγραπτα αστρολουσμένο ουρανό. Κάπου στο μέσο της διαδρομής, κι αφού είχα αντιληφθεί ότι η μανούλα μας από πίσω είχε αποκοιμηθεί, τη ρώτησα σε τι γλώσσα ήταν το τραγούδι της. Στα σουαχίλι, μου είπε, και ήταν νανούρισμα. ό,τι έπρεπε δηλαδή για καληνύχτα. Κοιτώντας με το ένα μάτι το δρόμο, και με το άλλο εκείνη που έμοιαζε να λαμποκοπά στο σκοτάδι, παρέμεινα σιωπηλή ν’ αναρωτιέμαι: Στα σουαχίλι; Απ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, γιατί διάλεξε να πει ένα τραγούδι σ’ αυτή; Ύστερα θυμήθηκα τις μαύρες γριές και κατάλαβα. Χαμογέλασα. Μάλλον παραδοσιακό θα ήτανε το τραγούδι, απ’ αυτά που περνάνε από γενιά σε γενιά, ρίχνουν γροθιές με το χρόνο και τον νικάνε. Κι εμείς γροθιές με το χρόνο ρίχναμε, εδώ και καιρό, αλλά ποιος θα ήταν ο νικητής, κανείς δε θα μπορούσε να το προβλέψει.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου