Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοσελίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοσελίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Οι φωτογραφίες μου που... ταξιδεύουν

Μια και αυτές τις ημέρες αδυνατώ να γράψω κάτι είπα να διαφημίσω λίγο τις φωτογραφίες μου που ταξιδεύουν. Η πλάκα είναι ότι για κάποιες απ' αυτές το έμαθα εντελώς τυχαία.
Αρχή κάνουμε με το πιο κάτω βιβλίο, που φιλοξενεί μία λήψη μου από την Ταϊλάνδη.
Αν πάτε εδώ και μεγεθύνετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου θα δείτε το όνομά μου στους φωτογράφους.
Όπως ανακάλυψα χθες, με μεγάλη ομολογώ έκπληξη, μια φωτογραφία μου από την Καλκούτα φιλοξενείται στους ταξιδιωτικούς οδηγούς Fodors.
Μπορείτε να τη δείτε εδώ...
Κάποιος κύριος σε άρθρο του στο Suite101 ενημερώνει τους αναγνώστες του που να βρουν ντόπιες αγορές στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης και ανάμεσα στα φωτογραφικά ντοκουμέντα που χρησιμοποιεί είναι και μια φωτογραφία μου από... την Τσιανγκ Μάι.
Θα τη δείτε στο τέλος του άρθρου. Είναι η πρώτη από αριστερά...
Στην εν λόγω ιστοσελίδα πρέπει να γνωρίζουν ότι είμαι και... βουδιστής,
έτσι σε ένα ακόμη άρθρο τους περιλαμβάνουν αυτή τη φωτογραφία...
Φυσικά χιλιάδες άλλες λήψεις μου φιλοξενούνται στις ιστοσελίδες από όπου τις διαθετώ, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και τώρα βαριέμαι ν' ασχοληθώ και μ' αυτό.
Ωστόσο, λέω σύντομα ν' αρχίσω ν' ανεβάζω εδώ μερικά σλάιτ σώους, αφού στο κάτω κάτω της γραφής η φωτογραφία είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της ζωής μου.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Σώτη Τριανταφύλλου

Το ξέρω πως είναι τουλάχιστον κουφό, ένας "εκδιδόμενος" συγγραφέας να φτιάχνει μια ιστοσελίδα για κάποια "συνάδελφο", αλλά εντάξει, ποτέ δε φημιζόμουν κιόλας και για τη διαύγεια του μυαλού μου. Ακολουθεί η πρώτη σελίδα:

Κάποτε σε μια μεγάλη πόλη γεννήθηκε ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Όταν μεγάλωσε και πάλι Σώτη το έλεγαν. Μα, σαν έγινε λίγο γνωστό απέκτησε κι επίθετο. Αλλά, οι φίλοι της την ήξεραν σαν Σώτη.
Η Σώτη, λοιπόν, όταν ήταν μικρή έκανε πολύ μεγάλα όνειρα. Τεράστια όνειρα. Ήθελε κάποια μέρα να γίνει εκστατικά ευτυχισμένη. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, θα περνούσε πολύς καιρός. Έτσι, άκουε πολλή πολλή μουσική, διάβαζε πολλά πολλά βιβλία και παρέα με τον πιο καλό της φίλο έκανε πολλά πολλά και μακρινά ταξίδια με τη φαντασία της.
Όταν μεγάλωσε λίγο πήρε σβάρνα τις πόλεις του κόσμου για να μάθει γράμματα και να ρουφήξει τη ζωή. Αλλά, όσο κι αν τριγυρνούσε δω και κει, και πάλι δεν ένιωθε ικανοποιημένη. Πάντα κάτι της έλειπε ή μάλλον πάντα έψαχνε για να ’βρει κάτι άλλο. Τι ήθελε να βρει; Μα τη μαγική συνταγή. Εκείνη που θα της επέτρεπε να κάνει πάντα (ή, καλά, σχεδόν πάντα) αυτό που ήθελε. Πήγε, λοιπόν, στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη, πήρε το τρένο για το Στίλγουελ και έζησε ευτυχισμένες μέρες στο Άλφαμπετ Σίτυ. Γνώρισε τους «αγγέλους της κόλασης» και την κόλαση των αγγέλων, παρέα με φίλους που έπιναν πολύ, γελούσαν πολύ, αγαπούσαν πολύ, ε, και που κάθε τόσο έβαζαν πολύ νερό στο κρασί τους. Κι ακολούθησε τον ήλιο οδηγώντας ένα «χοτ ροντ» για το Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε τον Καίσαρα κι έπαιξε και κιθάρα. Ίσως τότε να ήταν εκστατικά ευτυχισμένη ίσως και όχι.
Συνέχισε να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει στο χώρο στ’ αλήθεια, και στο χρόνο μες στο μυαλό της. Στο μυαλό της που ήταν γεμάτο ιστορίες. Ιστορίες χαράς και λύπης, ζωής και θανάτου. Φανταστικές κι αληθινές ιστορίες. Ιστορίες που έπρεπε να γράψει και που μιλούσαν για το «Αύριο» που είναι «μια άλλη χώρα», για ένα «Υπόγειο ουρανό», για το πως περνά κανείς «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης». Μετά βούτηξε στην ιστορία κι έφτιαξε ένα «Εργοστάσιο μολυβιών», καβάλησε το κίτρινο υποβρύχιο των Μπιτλς και ταξίδεψε παρέα με την «Μαριόν στ’ ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση», λίγο προτού γνωρίσει τη Μόλλυ Γιάρροου, η ιστορία της οποίας της θύμιζε «Άλμπατρος».
Έγινε, τότε, εκστατικά ευτυχισμένη; Ίσως όχι, ίσως και να μην της πήγαινε τελικά. Ωστόσο, εξακολούθησε να φεύγει. Να φεύγει και να μαθαίνει και να λέει ιστορίες. Ιστορίες πολλές, μα που σχεδόν όλες μιλούσαν για ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Για ένα κορίτσι που το λένε Σώτη. Που είναι «ένα καλό παιδί που κλαίει και γελάει πολύ»...
Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Μυρτιώτισσα


"Σ’ αγαπώ. δεν μπορώ τίποτ’ άλλο να πω πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!"Μ υ ρ τ ι ώ τ ι σ σ α

Οι πιο πάνω στίχοι και μόνο ίσως να είναι αρκετοί για να δώσουν στην κυρία Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά, άλλως Μυρτιώτισσα, μια περίοπτη θέση στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.
Τι μας έκανε να ασχοληθούμε μαζί της; Ας πούμε ότι όλα ήταν θέμα τύχης. Τη γνωρίσαμε μέσα από τους πιο πάνω στίχους, αλλά κι από την αγάπη της και τη φροντίδα της για την άλλη ιέρεια της ελληνικής αισθαντικής ποίησης, τη Μαρία Πολυδούρη. Στα τελευταία της μεγάλης ποιήτριας, η Μυρτιώτισσα στάθηκε δίπλα της σα φίλη και αδελφή, κι η περιέργεια μάς ώθησε να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτή την κυρία. Αρχίσαμε να ψάχνουμε στο διαδίχτυο, σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, αλλά στάθηκε αδύνατο να εντοπίσουμε περισσότερα από κάποια σκόρπια ποιήματά της. Έτσι, όταν τελικά η τύχη αποφάσισε να μας χαμογελάσει φέρνοντας στο δρόμο μας μια συγκεντρωτική έκδοση των γραφτών της, έκδοση του 1965, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι για την καλή ποιήτρια, ώστε το όνομά της να μην περιέλθει στη λήθη. Η σελίδα αυτή είναι το αποτέλεσμα και σας το παραδίδουμε, στ’ αλήθεια, με ανακούφιση: Ανακούφιση, επειδή οι νύχτιες αγρύπνιας που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί παίρνουν τέλος, αλλά κυρίως γιατί δίνουμε την ευκαιρία στους νεώτερους αναγνώστες να γνωρίσουν το έργο της.
Οι προσπάθειές μας όμως δεν τελειώνουν εδώ. Σε λίγους μήνες θα σας παρουσιάσουμε ένα - όσο το δυνατό πιο - πλήρες δοκίμιο για το έργο της, καθώς και ό,τι άλλο την αφορά πέσει στα χέρια μας. Γιατί οι μεγάλες ποιητικές φωνές δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιούνται, να πεθαίνουν! Πάντα έχουν κάτι να μας χαρίσουν: πόνο, χαρά, συγκίνηση. Εμείς; Εμείς, δεν έχουμε παρά να αφουγκραστούμε το τραγούδι τους, την ξεχωριστή τους ανάσα, ό,τι το πιο καλό κι ανθρώπινο απομένει σ’ αυτή τη γη.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Λιλή Ζωγράφου

Η Λιλή Ζωγράφου με τον Τσιτσάνη


«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι θα κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...».
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς, από κάπου, αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει με τον Τσιτσάνη;...

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Γαλάτεια Καζαντζάκη

«...Οι εκάστοτε θεοί δε γκρεμίζονται
για νάρθουν άλλοι καλύτεροι,
αλλά γιατί πια αυτοί πάληωσαν, τρίφτηκαν,
απόμειναν στημένες λεμονόκουπες.
Μ’ ένα λόγο δε θαυματουργούν πια.»


Προκλητική, πεισματάρα, επαναστάτρια, ελεύθερη, γυναίκα, Γαλάτεια!

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Είναι μια συγγραφέας, μια γυναίκα, που τόλμησε να πει και να κάνει πολλά σε καιρούς δύσκολους, ανάμεσα σε ανθρώπους συντηρητικούς. Με δυο λέξεις θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε σαν την Απόλυτη Γυναίκα. Μια γυναίκα που κατάφερε να επιβάλει τους δικούς της κανόνες μέσα σ’ ένα αντροκρατούμενο κόσμο, μέσα σε μια τυφλή κοινωνία. Μια γυναίκα που πολεμήθηκε πολύ, και που παρεξηγήθηκε πολύ, ακόμη κι από τις γυναίκες. Κι αυτό, επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει το Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και να προκαλέσει τα ήθη της εποχής.

Ο απλός άνθρωπος, αυτός είναι ο ήρωας των έργων της Γαλάτειας, και όπως η ίδια υποστηρίζει: «Ο τεχνίτης, πρέπει να λέει με το έργο του κάθε στιγμή στο λαό του: Είμαι δικός σου. Σάρκα από τη σάρκα σου. Κι αν υπάρχει κάτι που με κάνει διαφορετικό είναι γιατί μπορώ να σου δώσω την αιωνιότητα. Να τραγουδήσω τις χαρές σου. Να φτερώσω τις ελπίδες σου. Να πω σ’ όλο τον κόσμο το μόχτο και τον αγώνα της ζωής σου». Η συγγραφέας μιλά στο λαό, γράφει για το λαό. Με τη γραφίδα της προσπαθεί να εξυψώσει τις γυναίκες, αλλά και να τιμήσει τους καλούς άντρες. Μπαίνει στο πετσί των ηρώων της, νιώθει τους πόνους και τις ανασφάλειές τους, τους δίνει κουράγιο, τους δικαιώνει, τους παρηγορεί. Τα λόγια της, απλά κι ανθρώπινα, αναβλύζουν μέσα από μια ζεστή ψυχή.

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...