Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιλή ζωγράφου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιλή ζωγράφου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Της οργισμένης Λιλής το ανάγνωσμα

Κάθε μέρα γίνεται ο άνθρωπος, κάθε καινούρια μέρα μας γκρεμίζει, μας ανοικοδομεί, μας ισοπεδώνει... Μόνο η βλακεία μένει αμετακίνητη -αν δεν πρόκειται για σταθερότητα σκοπιμότητας-, μόνο η βλακεία κρατά τους ανθρώπους αμετάλλαγους σαν αμεταχείριστα τσουκάλια, που δε χρησιμοποιήθηκαν ούτε γι’ αυτό που φτιάχτηκαν, που δεν κάθισαν τον πήλινο πισινό τους στη φωτιά να εκτελέσουν τον προορισμό τους, γιατί τρέμουνε μην καούν και καμαρώνουν πώς διαφύλαξαν την ακεραιότητά τους και δε βλέπουν πως ξεφλουδάνε και μαδούν όσο γερνάνε και πως φυτρώνουν τσουκνίδες στην αμεταχείριστη τρύπα τους...

Από της Λιλής Ζωγράφου τη «Συβαρίτισσα»

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Λιλή Ζωγράφου - Που έδυ μου το κάλλος

«Αχάριστη καρδιά δε σου ’φτασαν τόσα χρόνια που σε περίμενα; Χωρίς μέτρο σ’ αγάπησα. Και χωρίς έλεος φέρθηκα στους δικούς μου. Ούτε τη μάνα μου δεν έκλαψα όταν πέθανε. Απ’ όλους με χώριζε η βαριά σκιά σου. Τεράστια σαν τις αποστάσεις που μας χώριζαν, σαν την σιωπή σου που πολλαπλασιαζόταν με τους χρόνους σε θάνατο διαρκείας. Ποτέ δε σ’ αγάπησα τόσο όσο πόνεσα για το χαμό σου. Πόσους; Τριάντα; Κι οι μέρες τριακόσιες εξήντα πέντε κι οι νύχτες διπλάσιες. Μια αιωνιότητα γίνηκες απουσιάζοντας από τη λαμπερή νιότη μου που μάζευε με τις αγρύπνιες, που θάμπωνε αφού δεν καταύγαζε πια τη λατρεία του βλέμματός σου που κλόνιζε το ένοχο βάδισμά μου καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στο μισοσκόταδο, με ταμπούρλα στην καρδιά μου, τρελή, τρελή, μονολογούσα, λες και προσευχόμουν, καθώς είχα μόλις ξεφύγει από τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα του σπιτιού μου που όλο και κάποιο σαμποτάζ σκάρωναν με κείνον τον κρυμμένο αντάρτη στο κελάρι, τον κοντό ήρωα που θα σας τίναζε στον αέρα. Η τελευταία μαχαιριά της προδοσίας μου σταματούσε την καρδιά μόλις διέκρινα να γυαλίζουν στο σκοτάδι τα μπρούντζινα μετάλλια στη στολή σου κι αμέσως άνοιγαν οι φτερούγες των χεριών σου κι ένιωθα μόνο τον παφλασμό των ωκεανών που μ’ έπαιρναν, μ’ έπαιρναν στην υγρασία των χειλιών σου κι όλα γίνονταν χαμός. Και αλήθεια είχε γεννηθεί ο Κύριος και γω χανόμουν διά την αγάπην Αυτού και τραγουδούσα με το κορμί μου ύμνους στην άρπα της γης. Κύριε, Κύριε, καλώς εγεννήθεις...»

Απόσπασμα

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Παραλήρημα

Πώς γίνεται να πέθανες
Έτσι χωρίς να ρωτήσεις κανέναν
πήγες και πέθανες
και τίποτα πια
δεν μπορεί ν’ αλλάξει αυτό τον αποτρόπαιο
θάνατο
ούτε και να μου μιλήσεις πια
δε θα σ’ ακούσω ποτέ
ούτε θα δω τα τεράστια γαλανά σου
μάτια να με πυροβολούν
ολόισια
στο βάθος της καρδιάς μου
να με ξετινάζουν σα σκονισμένο ρούχο
Σε ξέρω
το ’κανες ξεπίτηδες
για να μην αντηχήσει πια η φωνή σου
να με βγάλει από την ταπείνωση
της αμείλικτης σιωπής σου
Είσαι
ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε
να με κουρελιάσει
ενώ όλους
τους ταπείνωνα εγώ και με καμάρωνες
θυμάσαι;
Τι να θυμάσαι συ που αγνοείς τώρα πια
και την ύπαρξή μου
και πήρες
μες στη βουβαμάρα σου
αγιάτρευτη κι ανήμερη την αποσβολωμένη
καρδιά μου...

Παραλήρημα σε Ντο Μείζονα. Απόσπασμα από το μονόλογο της Λιλής Ζωγράφου. Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Η πρώτη ανάρτηση απ’ το χωριό. Όχι, δε μετακόμισα τελείως ακόμη, αλλά είμαι ένα βήμα πριν από την τελευταία πράξη, αφού από χθες έχω και ίντερνετ. Η νέα (φιλ)ήσυχη ζωή πήρε να ξεπροβάλλει απ’ τη γωνία...

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Λιλή Ζωγράφου

Η Λιλή Ζωγράφου με τον Τσιτσάνη


«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι θα κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...».
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς, από κάπου, αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει με τον Τσιτσάνη;...

Περισσότερα στην ιστοσελίδα...