Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουφά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουφά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Διαγωνισμός χωρίς... κριτές!

Πρώτα η ανακοίνωση:

Η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών προκηρύσσουν το Β΄ Δικοινοτικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό (ποίησης και διηγήματος) για νέους λογοτέχνες.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν νέοι έως 35 ετών και γλώσσες συμμετοχής είναι η ελληνική και η τουρκική.
Η έκταση του διηγήματος δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 5 δακτυλογραφημένες σελίδες (1250 λέξεις), ενώ τα ποιήματα να μην υπερβαίνουν συνολικά τους 120 στίχους.
Τα έργα θα κριθούν από κριτικές επιτροπές που θα καθοριστούν αργότερα.
Τελευταία ημέρα υποβολής είναι η 30η Μαρτίου 2008.
Θα δοθούν:
Α΄ Βραβείο Ποίησης και Διηγήματος σε κάθε γλώσσα αξίας 300 ευρώ.
Β΄ Βραβείο Ποίησης και Διηγήματος σε κάθε γλώσσα αξίας 200 ευρώ.
Θα απονεμηθούν επίσης έπαινοι σε τρία έργα.
Τα βραβεία θα επιδοθούν σε ειδική τελετή σε χρόνο που θα καθοριστεί αργότερα και τα βραβευμένα έργα θα μεταφραστούν και θα δημοσιευτούν σε λογοτεχνικά έντυπα στις δύο κοινότητες.
Τα έργα να αποσταλούν, για την Ελληνική στη διεύθυνση: 62 Κερύνειας, 2114 Λευκωσία. Στο φάκελο να αναγράφεται η ένδειξη «Λογοτεχνικός Διαγωνισμός». Σε ξεχωριστό κλειστό φάκελο να αναγράφονται το πραγματικό όνομα, η ηλικία, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του διαγωνιζομένου.
Πληροφορίες στην ιστοσελίδα της ΕΛΚ: www.writersunion.org.cy και στα τηλ. (+357)99523932 και (+357)99624696.

Τώρα, για να δικαιολογήσουμε τον τίτλο του κειμένου, πρέπει να σημειώσουμε ότι η προκήρυξη ενός διαγωνισμού χωρίς την ταυτόχρονη δημοσίευση των ονομάτων της επιτροπής αποτελεί... κυπριακή πρωτοτυπία. Όσο για το άγνωστο του χρόνου και του τόπου της απονομής, θα το αφήσουμε ασχολίαστο. Δεν είναι άλλωστε τους ύφους και του ήθους μας να μιλάμε για δουλειές του... ποδαριού!
Πάντως μέχρι τώρα τρέφαμε μια κάποια ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοια «απερίγραπτα» τα κάνει μόνο το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου. Ναι, εκείνο το ίδιο που χρίζει υποψήφιους για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας όσους... αυτοπροταθούν (σοβαρά μιλάω), με αποτέλεσμα επιτυχημένοι συγγραφείς σαν το φίλο Όμηρο Αβραμίδη, που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, να μην κινδυνεύουν ποτέ να βραβευτούν...

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007

Οι Σελίδες μου: Σώτη Τριανταφύλλου

Το ξέρω πως είναι τουλάχιστον κουφό, ένας "εκδιδόμενος" συγγραφέας να φτιάχνει μια ιστοσελίδα για κάποια "συνάδελφο", αλλά εντάξει, ποτέ δε φημιζόμουν κιόλας και για τη διαύγεια του μυαλού μου. Ακολουθεί η πρώτη σελίδα:

Κάποτε σε μια μεγάλη πόλη γεννήθηκε ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Όταν μεγάλωσε και πάλι Σώτη το έλεγαν. Μα, σαν έγινε λίγο γνωστό απέκτησε κι επίθετο. Αλλά, οι φίλοι της την ήξεραν σαν Σώτη.
Η Σώτη, λοιπόν, όταν ήταν μικρή έκανε πολύ μεγάλα όνειρα. Τεράστια όνειρα. Ήθελε κάποια μέρα να γίνει εκστατικά ευτυχισμένη. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως, θα περνούσε πολύς καιρός. Έτσι, άκουε πολλή πολλή μουσική, διάβαζε πολλά πολλά βιβλία και παρέα με τον πιο καλό της φίλο έκανε πολλά πολλά και μακρινά ταξίδια με τη φαντασία της.
Όταν μεγάλωσε λίγο πήρε σβάρνα τις πόλεις του κόσμου για να μάθει γράμματα και να ρουφήξει τη ζωή. Αλλά, όσο κι αν τριγυρνούσε δω και κει, και πάλι δεν ένιωθε ικανοποιημένη. Πάντα κάτι της έλειπε ή μάλλον πάντα έψαχνε για να ’βρει κάτι άλλο. Τι ήθελε να βρει; Μα τη μαγική συνταγή. Εκείνη που θα της επέτρεπε να κάνει πάντα (ή, καλά, σχεδόν πάντα) αυτό που ήθελε. Πήγε, λοιπόν, στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη, πήρε το τρένο για το Στίλγουελ και έζησε ευτυχισμένες μέρες στο Άλφαμπετ Σίτυ. Γνώρισε τους «αγγέλους της κόλασης» και την κόλαση των αγγέλων, παρέα με φίλους που έπιναν πολύ, γελούσαν πολύ, αγαπούσαν πολύ, ε, και που κάθε τόσο έβαζαν πολύ νερό στο κρασί τους. Κι ακολούθησε τον ήλιο οδηγώντας ένα «χοτ ροντ» για το Λος Άντζελες. Εκεί γνώρισε τον Καίσαρα κι έπαιξε και κιθάρα. Ίσως τότε να ήταν εκστατικά ευτυχισμένη ίσως και όχι.
Συνέχισε να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει στο χώρο στ’ αλήθεια, και στο χρόνο μες στο μυαλό της. Στο μυαλό της που ήταν γεμάτο ιστορίες. Ιστορίες χαράς και λύπης, ζωής και θανάτου. Φανταστικές κι αληθινές ιστορίες. Ιστορίες που έπρεπε να γράψει και που μιλούσαν για το «Αύριο» που είναι «μια άλλη χώρα», για ένα «Υπόγειο ουρανό», για το πως περνά κανείς «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης». Μετά βούτηξε στην ιστορία κι έφτιαξε ένα «Εργοστάσιο μολυβιών», καβάλησε το κίτρινο υποβρύχιο των Μπιτλς και ταξίδεψε παρέα με την «Μαριόν στ’ ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση», λίγο προτού γνωρίσει τη Μόλλυ Γιάρροου, η ιστορία της οποίας της θύμιζε «Άλμπατρος».
Έγινε, τότε, εκστατικά ευτυχισμένη; Ίσως όχι, ίσως και να μην της πήγαινε τελικά. Ωστόσο, εξακολούθησε να φεύγει. Να φεύγει και να μαθαίνει και να λέει ιστορίες. Ιστορίες πολλές, μα που σχεδόν όλες μιλούσαν για ένα κορίτσι που το έλεγαν Σώτη. Για ένα κορίτσι που το λένε Σώτη. Που είναι «ένα καλό παιδί που κλαίει και γελάει πολύ»...
Περισσότερα στην ιστοσελίδα...