Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Το λιοντάρι και η γίδα
Κάποια καλή μέρα, ή μάλλον σούρουπο ήταν, καθώς επέστρεφαν στα λημέρια τους, ένα μέλος του κοπαδιού, μια πολύ γριά γίδα, κουράστηκε και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Ωστόσο έμεινε πίσω πολύ και σε λίγο άρχισε να νυχτώνει. Μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, αποφάσισε να ξοδέψει τη νύχτα σε μια σπηλιά που εντόπισε λίγο πιο κάτω. Φανταστείτε, όμως, την έκπληξή της όταν, μπαίνοντας μέσα, είδε να κάθεται πέρα στο βάθος της ένα λιοντάρι. Ένιωσε να τη ζώνει ο τρόμος, αν μπορούσε θα τα έκανε πάνω της, και στάθηκε για λίγο ακίνητη, παγωμένη. Αλλά ύστερα, επιστρατεύοντας όλο το θάρρος και τη λογική της, άρχισε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. Αν προσπαθήσω να τρέξω, σκέφτηκε, το λιοντάρι σίγουρα θα με πιάσει και θα με κατασπαράξει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως και να τη βγάλω καθαρή.
Έτσι, άρχισε να περπατά με άνεση, με αναίδεια σχεδόν, προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι βλέποντάς την δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Την κοιτούσε και την ξανακοιτούσε απορημένος, μέχρι που το πλησίασε πολύ. Δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε σε τίποτα στη συμπεριφορά με τα άλλα μέλη της φυλής της. Οι άλλες όταν τον έβλεπαν γίνονταν καπνός αλλά αυτή… Τελικά σκέφτηκε ότι δεν ήταν γίδα, δεν θα μπορούσε να είναι, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν είδε ποτέ ξανά.
«Ποια είσαι γριά μου;» τη ρώτησε ευγενικά.
«Είμαι η βασίλισσα των γιδιών», απάντησε. «Λατρεύω τον θεό Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, εικοσιπέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους εικοσιπέντε ελέφαντες και τώρα βγήκα στη γύρα για να βρω τα λιοντάρια».
Το λιοντάρι αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Ωστόσο, πιστεύοντας απόλυτα ότι αυτή όντως πήγε εκεί για να το καταβροχθίσει, γλίστρησε αμέσως έξω από τη σπηλιά λέγοντας ότι ήθελε να πάει να νιφτεί στο ποτάμι.
Καθώς έσπευδε να απομακρυνθεί συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας τον βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.
Το λιοντάρι του περιέγραψε με λίγα λόγια τα καθέκαστα, για τη συνάντησή του δηλαδή μ’ ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά δεν φέρει κανένα απολύτως ίχνος απ’ τη δειλία της τελευταίας, αλλά αντίθετα είναι πολύ γενναία και, σχεδόν, τρομακτική.
Το τσακάλι ήταν ατσίδας και κατάλαβε αμέσως ότι εκείνο που προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση ήταν μια δυστυχής γριά γίδα. Προσπάθησε λοιπόν να πείσει το λιοντάρι γι’ αυτό, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία δεν ήτανε παρά ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, για να σώσει το τομάρι του.
«Άντε αδελφέ», είπε στο λιοντάρι, «πάρε κουράγιο απ’ τα λόγια μου, σκέψου την τιμή σου και γιγάντωσε το θάρρος σου, κι έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά. Θα δεις ότι έχω δίκιο και μετά θα απολαύσεις ένα εξαίσιο γεύμα, καταβροχθίζοντας αυτή την υποκρίτρια».
Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή του κι έτσι επέστρεψαν μαζί στη σπηλιά.
Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι πίσω απ’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη κρυβόταν το τσακάλι που το συνόδευε. Ωστόσο δεν έχασε ούτε την πόζα, αλλά ούτε και το θάρρος της. Περπάτησε με ύφος σχεδόν βασιλικό προς το μέρος τους και υιοθετώντας μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, είπε στο τσακάλι:
«Μ’ αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σε έστειλα να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, κι εσύ μου έφερες μόνο ένα; Βρε τεμπέλη. Βρε αχαΐρευτε. Θα σε γδάρω ζωντανό γι’ αυτή σου την αμέλεια!»
Ακούγοντας αυτά τα λόγια το λιοντάρι οργίστηκε πολύ, αφού σκέφτηκε ότι το τσακάλι που του το έπαιζε ντε και καλά φίλος, τον πρόδωσε, έτσι ρίχτηκε πάνω του και άρχισε να το κατασπαράζει. Ήταν μάλιστα τόσο εκνευρισμένος, αλλά και τόσο αφοσιωμένος την ίδια ώρα στο γεύμα του, που δεν πρόσεξε ότι η γίδα κατάφερε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα έξω από τη σπηλιά και να εξαφανιστεί, γλιτώνοντας έτσι απ’ τα σαγόνια του.
Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008
Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος κι ο Ουρανός
Ένα ινδικό παραμύθι που μετέφρασα απ' τα αγγλικά πριν λίγα χρόνια:Μια φορά κι ένα καιρό, τότε που ο κόσμος ήταν νέος, ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Άνεμος θα πήγαιναν να δειπνήσουν με το θείο και τη θεία τους, τη Βροντή και την Αστραπή. Η μητέρα τους, ο Ουρανός, τους ευλόγησε και τους ευχήθηκε καλή διασκέδαση, κι απέμεινε να περιμένει την επιστροφή τους.
Ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν πολύ άπληστα αγόρια, αλλά και εγωιστές. Έφαγαν όλο το εξαιρετικό φαγητό που τους προσέφεραν ο θείος κι η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη μητέρα τους που καθόταν στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και να περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η ευγενική μικρούλα Σελήνη δεν την ξέχασε. Από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μητέρα της.
“Λοιπόν, παιδιά, τι μου φέρατε;” ρώτησε η μητέρα του Ήλιου, της Σελήνης και του Ανέμου, όταν επέστρεψαν στο σπίτι το βράδυ.
“Τι εννοείς, γυναίκα;” ρώτησε ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί, θρασύτατα. “Τι περίμενες από μένα να σου φέρω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό. Εξάλλου, δε θα μπορούσες να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας έδωσαν, εσύ με τους άξεστους τρόπους σου.”
“Ακριβώς,” πήρε το λόγο ο Άνεμος, “δεν ξέρεις πως να τρως, αλλά, κιόλας, πως να φάεις, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα σου! Εξάλλου, πως θα μπορούσες να περιμένεις από εμάς να καταστρέψουμε τα μοδάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες μας με φαγητό για σένα; Εκτός από αυτό, θα ήταν αναίδεια να γεμίσουμε τα μαντιλάκια μας με φαγητό. Αυτό δε γίνεται στους καλύτερους κύκλους. Αλλά, δε θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα να γνωρίζει την αξία των κοσμημάτων! Τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;”
“Μην είστε τόσο αγενείς, κτήνη,” μπήκε στη μέση η υπάκουη Σελήνη, “μου φαίνεται ότι εσείς δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος!” Μετά, παρηγορώντας την ηλικιωμένη γυναίκα της είπε: “Έλα μητέρα, δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα λίγο από το κάθε τι που μας έδωσαν.”
“Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου,” ευχήθηκε η γριά. Και στράφηκε αγανακτισμένη προς τους γιους της: “Οι κατάρες του Ουρανού θα πέσουν στα δυο σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις και δε σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, αν και βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα καίνε όποιον τις αγγίζει, και οι άνθρωποι θα σε μισούν όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη σου τη μεγαλοπρέπεια! Κι εσύ, μικρό μου κάθαρμα Άνεμε, εσύ που είσαι τόσο άπληστος και εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα ξηραίνεις ή θα μαραίνεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται όταν είσαι κοντά τους!… Κι όσο για σένα, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου θα ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι άνθρωποι θα γεμίζουν με αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν, και θα σε αποκαλούν ευλογημένη”.
Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους
