Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτοδίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτοδίνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα IV)

Ένα εκτενές απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο έχω για σας σήμερα. Και πάλι δεν αποκαλύπτει κάποιο απ' τα μεγάλα μυστικά της ιστορίας, αλλά όσοι έχουν διαβάσει τις "Γυναίκες της Συγνώμης" θ' αναγνωρίσουν σ' αυτό κάποια πρόσωπα:

...Μαρμάρωσε ο Δημήτρης, μαρμάρωσε κι η Χριστίνα. Στην αρχή έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί να κοιτούν τη Ράνια και μετά αντάλλαξαν μια ματιά που έσταζε απορίες και αναγνώριση. Εντάξει, τους είπε η Όλγα ότι η ίδια η μάνα της ήταν, αλλά αυτό πια! Λίγο έλειψε να δακρύσει ο Δημήτρης, αφού το κορίτσι που στεκόταν μπροστά του ήταν μια φωτοκόπια, μια πιο νεανική εκδοχή της Μίρας. Το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, τα ίδια μαλλιά, σχεδόν το ίδιο ύψος, κι ας ήτανε σχεδόν δέκα χρόνια μεγαλύτερη η μάνα της όταν τη γνώρισε. Η Χριστίνα, που λίγες μόνο φορές είδε τη γυναίκα, που την έμαθε καλά μέσα από τις αφηγήσεις του άντρα της και τις φωτογραφίες, κι αυτή το ίδιο σκεφτόταν. Και κάτι ακόμη: θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα με δαύτηνε. Αλλά, δεν το σκέφτηκε με φθόνο, με κακία, αλλά με τρυφερότητα, καθώς το κορίτσι ήταν πανέμορφο, αλλά είχε κι εκείνο το κάτι στο βλέμμα. εκείνο το κάτι το τρομακτικό, που θα προσέλκυε κάθε αρσενικό, και που θα τον λύγιζε. Ήταν δώδεκα και έμοιαζε είκοσι. Πολύ πιο ώριμη για την ηλικία της, πολύ πιο έμπειρη στη ζωή απ’ τα παιδιά πίσω στην Ελλάδα. Όταν θα την άκουγαν σιγά-σιγά ν’ αρχίζει να τους μιλά, να τους ανοίγεται, θα καταλάβαιναν με μια κάποια ανακούφιση, κι ένα μικρό φόβο, ότι δεν λάθεψαν στις εκτιμήσεις τους. Η Ράνια ήταν μια νέα αποφασισμένη γυναίκα, κι ας ήταν ακόμη παιδί.
Σήκωσε το χέρι η Όλγα κι ένεψε σιωπηλά στη Ράνια να πλησιάσει. Την ακολούθησε σιωπηλά η μεγαλύτερη ξαδέλφη της, η Ντάζια. Πήγε να κάνει τις συστάσεις η πρώτη, μα δεν πρόλαβε, καθώς εκείνη τον Δημήτρη τον αναγνώρισε αμέσως, κι ας μην τον είδε ποτέ. Στάθηκε μπροστά του σοβαρή-σοβαρή, ακίνητη, παρατηρώντας τον με μάτια διεισδυτικά, από εκείνα που θα έκαναν τον καθένα να λυγίσει. Χα, σκέφτηκε εκείνος, χα. πάντα του άρεσαν οι κονταρομαχίες με τα βλέμματα – έτσι, ήταν εξάλλου που γνώρισε τη μάνα της. Κράτησε, λοιπόν, τα μάτια του σταθερά, ακίνητα, καρφωμένα στα δικά της. Άργησε. άργησε πολύ η μικρή, αλλά στο τέλος υποχώρησε, παραδέχτηκε την ήττα της δίχως να την ομολογήσει. Λες κι ήταν ένα παιχνίδι. Λες και τον μετρούσε για δει ποιος είναι.
Αναστέναξε με ανακούφιση η Όλγα, που ίσως να περίμενε μια μπόρα, που ποτέ δεν έφτασε κι έκανε, τελικά, τις συστάσεις. Παρά την παράσταση που έδωσε έμοιαζε να τα έχει λίγο χαμένα η Ράνια, καθώς αυτοί οι άγνωστοι σύντομα θα γίνονταν η οικογένειά της. Έδειχναν πολύ συμπαθητικοί άνθρωποι, γεμάτοι καλοσύνη, αλλά την ίδια ώρα τρομακτικοί, αφού της ήταν απόλυτα, ή σχεδόν απόλυτα ξένοι. Τον ένα τον ήξερε πολύ καλά, κι ας μην είχε ο ίδιος ιδέα. Πήγε να της πει κάτι η Νάζια στη γλώσσα τους, αλλά τη διέκοψε, σχεδόν απότομα, επιτακτικά.
«Αφού αυτή θα είναι η γλώσσα μου από δω κι εμπρός, ας μιλάμε ελληνικά.» Δεν κόμπιασε καθόλου προφέροντας αυτές τις λέξεις, λες και τα ελληνικά ήταν η πρώτη της γλώσσα. Μετέφρασε στη θεία της τι είπε κι εκείνη σήκωσε αδιάφορα, μα και με κάποια δόση περηφάνιας τους ώμους. Ας μιλούσαν σε ό,τι γλώσσα θέλανε, φτάνει να πήγαιναν όλα καλά.
Με πολλές επισκέψεις στο σπίτι της Όλγας, αμήχανες συζητήσεις, λίγες εξόδους και πολλές σιωπές κύλησαν οι επόμενες μέρες. Η Ράνια έμοιαζε μέρα με τη μέρα να τους συμπαθεί πιο πολύ, αλλά και πάλι ήταν διστακτική απέναντί τους. Σαν να ήθελε να πει κάτι, σε κάτι ν’ αντιδράσει, αλλά απλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν της έβγαιναν τα λόγια. Ίσως και να μην έφτασε η κατάλληλη ώρα για να ειπωθούνε. Όταν τον γνωρίσω πιο καλά, τότε θα του μιλήσω, σκεφτότανε για τον Δημήτρη και ολιγωρούσε.
Τελικά, το γρηγορόσημο δεν θα αποδεικνυόταν τόσο... γρήγορο όσο το ελληνικό αντίστοιχό του, κι έτσι οι τέσσερις επισκέπτες, κι η αυριανή αδελφούλα της, η Μίρα, θα παρέμεναν στο Βελιγράδι για δυο σχεδόν μήνες, που φάνηκαν σαν ευλογία σ’ εκείνη. Καλύτερα έτσι, σκεφτότανε. Καλύτερα, επειδή θα είχε το χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα, κι έτσι η μετάβαση από μια χώρα κι ένα πολιτισμό, σε μιαν άλλη κι ένα διαφορετικό, θα γίνονταν πιο ομαλά.
Ήταν στις δεκατέσσερις του Αυγούστου, παραμονή της Παναγίας, όταν πήρε την απόφασή της, εκείνη που κατ’ επανάληψη ανέβαλλε. Καθώς περπατούσαν όλοι μαζί, μια συντροφιά, οι ξένοι -μα, τώρα γνωστοί- επισκέπτες κι η οικογένειά της, απολαμβάνοντας μια ασυνήθιστα δροσερή νύχτα, ξάφνου η Ράνια κοντοστάθηκε και τους είπε:
«Θέλω να μιλήσω με τον Δημήτρη. Μόνη.» Απ’ την πρώτη στιγμή με το μικρό του όνομα τον αποκαλούσε. Και τον έλεγε Δημήτρη, όχι Ντμίτρι, όπως η θεία κι οι εξαδέλφες της. Δεν έφεραν αντίρρηση. Εξάλλου ποτέ δεν μίλησαν μόνοι οι δυο τους και ήξεραν ότι κάποτε έπρεπε να γίνει κι αυτό. Μονάχα ο Νικόλας κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί. Έσκυψε στ’ αυτί της Νάζιας και της ψιθύρισε.
«Τα ξέρει όλα. Κάπως τα έμαθε. Είμαι σίγουρος. Τώρα θα θέλει ν’ αναμετρηθεί μαζί του, αλλά δεν θα τον κατηγορήσει. Ξέρει τα τι και τα γιατί, αλλά θέλει ν’ ακούσει κι απ’ τον ίδιο πώς έγινε.»
«Μα, πώς στην ευχή...» έκανε να ρωτήσει εκείνη, αλλά μόλις την άγγιξε απαλά στον ώμο σιώπησε κι εκείνος συνέχισε.
«Μόλις τον αντίκρισε εκείνη την πρώτη μέρα είδα τα μάτια της για μια στιγμή να φωτίζει η οργή, αλλά την έκρυψε γρήγορα, τη μεταμόρφωσε σε περιέργεια. Δεν ήταν σίγουρη πώς ένιωθε εκείνη την ώρα. Κι αποφάσισε να τον γνωρίσει καλά πριν να τον κατηγορήσει για κάτι. Μοιάζει να είναι πιο ώριμη απ’ τις περισσότερες γυναίκες που γνώρισα – και γνώρισα πολλές,» κατέληξε.
Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε εκείνη και πήραν και πάλι να περπατάνε, ακολουθώντας την υπόλοιπη συντροφιά.
Ο Δημήτρης κι η Ράνια έμειναν πίσω. Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι κι έμειναν για καμπόση ώρα σιωπηλοί παρατηρώντας τους περαστικούς. Όταν τελικά άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, ο Δημήτρης ένιωσε σαν Γαλάτης, που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι.
«Ξέρω τι έκανες!» του είπε με φωνή σταθερή, που δεν σήκωνε αντίρρηση. Κι εκείνος δεν έφερε καμία. Απλά έσκυψε, έκρυψε το κεφάλι μέσα στα χέρια του και άρχισε να κλαίει. Δεν τον ένοιαζε καθόλου το ότι υπήρχε κόσμος τριγύρω, δεν έδινε μία για τα περίεργα βλέμματα, για τις ματιές των άλλων. Το μόνο που ήξερε ότι έπρεπε να κλάψει, για μια στερνή φορά ν’ αδειάσει και να ζητήσει τη συγχώρεση από το μόνο πλάσμα, που θα μπορούσε να του τη δώσει. Όταν καταλάγιασαν οι λυγμοί, όταν τα μάτια στράγγιξαν κι οι ανάσες πήραν και πάλι τους κανονικούς της ρυθμούς, σήκωσε το βλέμμα για να διαβάσει το κατηγορώ που περίμενε στο βλέμμα της Ράνιας. Αλλά, το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν η θλίψη κι η συμπόνια. Δεν τον κατηγορεί, λοιπόν; Δεν τον κατηγορεί για... Ή μήπως;
«Δεν σε μισώ, Δημήτρη. Σε συγχώρεσα από τη στιγμή που έμαθα την αλήθεια. Απλά θέλω να ξέρω το γιατί;»
«Επειδή μού το ζήτησε!» Τόσο πολύ την αγαπούσε, λοιπόν; απόρησε εκείνη. Αλλά ναι, αφού το έλεγε καθαρά στα ημερολόγιά της. σ’ εκείνα που φρόντισε να καταχωνιάσει στα βάθη μιας παλιάς ντουλάπας η θεία της και που δεν δυσκολεύτηκε ν’ ανακαλύψει εκείνη.
«Σε πιστεύω. Τα ξέρω όλα. Ξέρω όλα όσα ζήσατε. Το ότι ήρθατε εδώ για να με βρείτε τότε που όλοι με πίστευαν νεκρή. Το πώς πέθανε η μάνα μου. Το μόνο που ήθελα να μάθω ήταν γιατί τη σκότωσες.»
«Δεν ήταν ακριβώς έτσι...» άφησε ένα δάκρυ καυτό να χαράξει και πάλι το μάγουλό του εκείνος, αλλά εκείνη βιάστηκε να το σβήσει με το χέρι της.
«Ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι ήταν τρελή η μάνα μου, ότι ο πόλεμος κι ο θάνατος της πήραν τα μυαλά. Αλλά, ύστερα, όταν θυμάμαι όσα γράφει στα τετράδιά της...»
«Μα, ποια τετράδια;» βιάστηκε να την διακόψει εκείνος. «Αφού όλα τα γραπτά της τα έχω εγώ – ή μάλλον τώρα, αυτός. τα έδωσα στον Νικόλα, που θα γράψει, λέει την ιστορία μας...»
«Έχεις εκείνα που μετέφρασε για σένα, όχι τα πρωτότυπα. Εκείνα έχω εγώ. Η θεία μου δεν το ξέρει. Δεν είναι αρκετά δυνατή για ν’ αντέξει να τα διαβάσει, γι’ αυτό τα έκρυψε.»
«Ενώ εσύ...»
«Εγώ γεννήθηκα ορφανή. Κι όσο κι αν μεγάλωσα με τη θεία, πάντα σαν τέτοια, σαν θεία την έβλεπα. δεν γνώρισα ποτέ πατέρα και μητέρα. Κι ευτυχώς που μ’ έστειλαν σε σχολείο που δεν πήγαιναν άλλα παιδιά από τη γειτονιά μου, γιατί τότε θα ήμουν για όλους το ορφανό. θα στιγματιζόμουνα, κι ας είναι γεμάτη μ’ ορφανά αυτή η χώρα.»
«Αν...»
«Ναι, το ξέρω, αν δεν σου το ζητούσε δεν θα το έκανες ποτέ. Αλλά, το είχε ήδη πάρει απόφαση. Θα του ζητήσω να με σκοτώσει, έγραφε, κι αν δεν το κάνει θα σκοτωθώ από μόνη μου. Με κοιτάς με έκπληξη. Μάλλον δεν το ήξερες αυτό. Ξεροκέφαλη, μάλλον, θα ήταν η μάνα μου, σαν και μένα. Το λέει συχνά η θεία αυτό.»
«Τι άλλο γράφει;»
«Ότι είσαι ο μοναδικός άντρας που αγάπησε, ότι μόνο εσένα εμπιστευόταν τυφλά, ότι την έκανες να νιώθει ζωντανή. Σε παρακαλώ μόνο, πες μου πώς, και τίποτ’ άλλο δεν θα σε ρωτήσω. Πρέπει να μάθω.»
«Θυμάσαι το κάστρο...»
«...στην ακροθαλασσιά; Ναι. Το αγαπημένο της μέρος, έγραφε.»
«Εκεί. Πήγαμε ένα χάραμα, μόλις επιστρέψαμε στην Κρήτη,» προσπάθησε πάλι χωρίς επιτυχία να πνίξει ένα λυγμό, κι εκείνη έπιασε τ’ αριστερό του χέρι με ζέση στο δικό της, του έδωσε κουράγιο. Συνέχισε. «Πήγαμε εκεί. Με αγκάλιασε. Μου γύρισε την πλάτη, όπως στεκόμασταν πάνω στα τείχη, άνοιξε τα χέρια σαν φτερούγες και μου είπε: Σπρώξε με. Κι εγώ το έκανα. Δεν μπορούσα να της αρνηθώ τη στερνή εκείνη χάρη που μου ζητούσε. Έτσι κι αλλιώς...»
«...αργά ή γρήγορα θ’ αυτοκτονούσε. Σ’ ευχαριστώ πολύ,» ψιθύρισε εκείνη πικρά και τον αγκάλιασε. Επιφυλακτικά, μα τον αγκάλιασε. Την έσφιξε κι εκείνος στη δική του αγκαλιά και για λίγο έσβησαν οι ήχοι της πόλης, χάθηκαν στη χοάνη του χρόνου οι φωνές των άλλων ανθρώπων. Σιγά-σιγά ένιωσε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο. Έτσι ήταν γραφτό να γίνουν όλα, λοιπόν; Το κορίτσι λες κι ένιωσε την αλλαγή μέσα του, σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε έντονα, όπως πάντα.
«Θα προσπαθήσω να είμαι καλή, Δημήτρη. Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να σε δω σαν πατέρα, αλλά...»
«Μα, δεν σου το ζητώ αυτό. Τίποτα δεν σου ζητώ. Μπορώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου;»
«Ναι,» απάντησε μονολεκτικά εκείνη.
«Το μόνο που θέλω για σένα είναι να είσαι ευτυχισμένη. Τα πράγματα εκεί που θα πάμε είναι αλλιώς, αλλά και ίδια. Η ζωή σου θα είναι λίγο πιο εύκολη, αλλά μέχρι να προσαρμοστείς...»
«Μην ανησυχείς. Θα τα καταφέρω.»
«Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Όπως λέει κι η Όλγα, ίδια η μάνα σου είσαι, θα μπορούσες να τα καταφέρεις παντού, αλλά... άσε. Άσε, δεν θα σου πω τίποτ’ άλλο. Όταν φτάσουμε εκεί βλέπουμε και κάνουμε.»
«Είναι που είμαι λυπημένη;» Ένευσε καταφατικά.
«Είναι και αυτό. Καλά. Θα σου πω τι σκέφτομαι. Δεν ξέρω αν θα με καταλάβεις...»
«Τα ελληνικά μου είναι πολύ καλά, ευχαριστώ,» απάντησε εκείνη πεισμωμένη.
«Είναι που κρύβεις πολλή οργή μέσα σου. Πρέπει να ηρεμήσεις λίγο, να χαρείς τη ζωή τώρα που είσαι μικρή.»
«Ποτέ δεν ήμουνα μικρή. Μεγάλη γεννήθηκα. Κάνω δουλειές από τότε που... από τότε που... περπατώ!»
«Ε, έλα τώρα, δεν μπορεί, κάπως θα υπερβάλλεις,» γέλασ’ ο Δημήτρης.
«Καθόλου. Ποιος νομίζεις ότι έκανε τις δουλειές στο σπίτι τόσα χρόνια; Εγώ κι η Ντάζια. Πρώτα μάθαμε να τις κάνουμε αυτές και μετά αρχίσαμε να μαθαίνουμε γράμματα. Ο μισθός της θείας και του Ντούσαν μόλις που έφταναν για να ζήσουμε. Όταν πέθανε κι αυτός...»
«Μα, είπα στη θεία σου να τη βοηθήσω, αλλά εκείνη...»
«Όχι. Ποτέ. Θα τα καταφέρει. Κι αν με αφήσετε να κάνω κι εγώ καμιά δουλειά εκεί που θα πάμε...»
«Είσαι δώδεκα χρονών, Ράνια;»
Και τι μ’ αυτό; Ήθελε να ρωτήσει, μα συγκρατήθηκε, δεν το έκανε. Μάλλον στη χώρα του τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Αλλά, σκέφτεται, αλλά κι εδώ είναι αλλιώς. Δεν ζούνε όλοι μες στη φτώχεια. Δεν δουλεύουνε όλοι απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουν βόλτα. Πάντως... Πάντως, πρέπει να κάνει κάτι για να βοηθήσει τη θεία της.

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη - Τέλος

Επιτέλους, τέλειωσα με τη συγγραφή του βιβλίου. Δυστυχώς, τέλειωσα... Χαρά και λύπη μαζί. Είναι σαν ν' αφήνω πίσω κάποιους φίλους μου παλιούς κι αγαπημένους και τώρα ζω στο κενό, προτού βγω και πάλι στο φως για ν' αναζητήσω κάποιους άφθαρτους και νέους. Ακολουθεί η τελευταία παράγραφος του κειμένου, από ένα κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο "Αρχή Εποχής"

Ο χρόνος θα περάσει γρήγορα κι αργά, όπως πάντα, και θ’ αφήσει πίσω του αχνάρια. Κάποια θα είναι της ζωής και κάποια άλλα της απώλειας. Τελικά, ίσως να μην είναι τα διαφορετικά μονοπάτια που ακολουθούμε στη ζωή εκείνα που μας σημαδεύουν, αλλά οι διαφορετικές οπτικές μας γωνίες. Μάθε να βλέπεις, θα έπρεπε να ήταν τα πρώτα λόγια που θ’ ακούγαμε πηγαίνοντας στο σχολείο. Μάθε να ακούς, τα δεύτερα. Εκείνος που μαθαίνει από παιδί να βλέπει και ν’ ακούει αληθινά αποκλείεται να χάσει ποτέ το δρόμο του. Αφού θα τον έχει καλά σημαδεμένο, χαραγμένο μέσα του, με δυο αισθήσεις. Άλλοι λένε πώς ένα ταξίδι είναι η ζωή και άλλοι πώς είναι κύκλος. Έχουν όλοι δίκιο, μα και άδικο. Μια αλήθεια είναι απλά η ζωή, και σαν τέτοια πρέπει να την παίρνουμε, για να μη βουλιάζουμε στις εναλλακτικές της ψευδαισθήσεις. Αλλά, είναι και βεγγαλικό, και σαν τέτοιο πρέπει να φτάνουμε να το χαρούμε σε όλα τα χρώματά του, προτού σβήσει στον ουρανό. να το αφήσουμε να χαράξει την ομορφιά του μέσα μας και να τη μεταμορφώσει σ’ αγάπη. Κι αυτή την αγάπη να τη μοιραστούμε, σαν νέκταρ που ποτέ δεν τελειώνει, με τους γύρω μας. Η κάθε εποχή έχει το τέλος της, κι η κάθε εποχή την αρχή της. Στο χέρι μας είναι, τελικά, να βάψουμε την καθεμιά, με όποια χρώματα της ταιριάζουν. Να τη ζωγραφίσουμε σαν τον κόσμο των ονείρων μας, ή να τη χαράξουμε σαν τους εφιάλτες, που μας κατατρέχουν.

Η εικόνα είναι κλεμμένη από δω


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙΙ)

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα. Φοβάμαι ότι ούτε κι αυτό είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικό, αφού η ιστορία κρύβει πολλές εκπλήξεις, αλλά σκέφτηκα να σας δώσω μία ακόμη "γεύση".

from: nikolasfevgatos@fatnail.com
to: ariadniclueless@fatnail.com

Καλημέρα, Αριάδνη.
Τι κάνεις, καλή μου; Όλα καλά; Το νησί; Είναι ακόμη εκεί και παραδέρνει στη μέση του πελάγου; Οι πολιτικοί μας, εξακολουθούν να έχουν τα ίδια χάλια; Εσύ, χαμογελάς πλατιά, όπως τότε πού πίναμε μαζί κρασί; Εξακολουθείς να είσαι Ρομαντική Πουτάνα, όπως αποκαλούσες τον εαυτό σου;
Εγώ, καλά είμαι. Πιο καλά και πιο χάλια από ποτέ. Πιο καλά γι’ αυτά που καθημερινά ζω, γι’ αυτά που μαθαίνω. πιο χάλια επειδή για πρώτη φορά στη ζωή μου έχω αμφιβολίες για τις δυνάμεις μου, δεν έχω την αυτοπεποίθηση που απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά ούτε και το καθαρό μυαλό για ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτές.
Ναι, είναι που είμαι ερωτευμένος, τόσο πολύ, τόσο απόλυτα. αλλά, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το ότι η ιστορία που ανέλαβα να πω είναι τόσο μεγάλη, τόσο πολύπλοκη και αληθινή, που μοιάζει ψεύτικη, κι έτσι κάπου νιώθω ανίκανος να την καταγράψω, χωρίς να της κλέψω κάτι, δίχως να την κάνω λίγο πιο φτωχή. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο σου γράφω. Για να γίνεις η αναγνώστριά μου, όπως παλιά, για να μου πεις τι πιστεύεις για όλ’ αυτά που περιγράφω, για να μου επισημάνεις τα σωστά και τα λάθη μου. Είσαι έξω από ετούτο το χορό, γι’ αυτό και εμπιστεύομαι την κρίση σου. Θυμάσαι που κάποτε σου είχα πει ότι στέρεψα, ότι δεν θα ξανάγραφα ποτέ. Να πού τώρα έχω τόσες πολλές ιστορίες να πω, που με αρκούν για δυο ζωές.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Βελιγράδι. Δίπλα μου, στο κρεβάτι, κοιμάται ατάραχη η Νάζια, της ψυχής μου η γυναίκα. Νιώθω τόσο τυχερός, που τη γνώρισα. Νιώθω κι άτυχος, επειδή έπρεπε να χάσω τη Μάγια για να γνωρίσω αυτή. Έτσι είν’ η ζωή. γι’ αλλού κινούμε, αλλού μας πάει. Αλλά, δεν πειράζει, ξέρει καλύτερα αυτή.
Αλήθεια, η Μάγια τι κάνει; Ελπίζω να είναι καλά, ελπίζω να συνεχίζει να χαμογελά αμόλυντα, όπως άλλοτε. Είναι τυχερή που σε έχει δίπλα της, όπως κι εσύ που έχεις κοντά σου εκείνη. Οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος είσαστε, ξέρεις. Μαζί, ενωμένες, δημιουργείτε την τέλεια γυναίκα – αν υπάρχει, τελικά, αυτό που αποκαλούμε τέλειο. Ωστόσο, δεν αντέχω θα το πω, νομίζω ότι κάτι μού κρύβετε. Πολλές σιωπές πλανιόνται κάποτε στον αέρα όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, ενώ άλλοτε ακούγονται παράταιρα γέλια. Ποιο είναι το μυστικό; Θέλω να μάθω. Βρήκε κάποιον άλλο η Μάγια; Αν είναι αυτό, να της πεις ότι χαίρομαι, στ’ αλήθεια, για κείνη. Χαίρομαι για τη χαρά της.
Όσο για μένα, τι να σου πω; Νιώθω κλέφτης. κλέφτης ξένων ζωών. Κι ας μου τις χαρίζουν αμάσητες, στο πιάτο. Όσο κλέφτης νιώθω, όμως, είμαι και άλλο τόσο τυχερός, καθώς οι άνθρωποι που γνώρισα, οι τωρινοί μου φίλοι, αγαπιούνται αληθινά, κι όχι μέσα απ’ τις οθόνες των κινητών τους. Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα και πικρά χαμογελώ; Ότι μια σειρά από Αν είν’ η ζωή μου. Αν δεν γνώριζα τη Μάγια... Αν δεν την ερωτευόμουν τόσο... Αν δεν απογοητεύουν τόσο... Αν δεν έφευγα απ’ την Κύπρο... Αν... Αν... Αν...
Όλα αυτά τα Αν μου χάραξαν πορεία. Δίχως τον πόνο δεν υπάρχει η λύτρωση, αν δεν πέσεις δεν θα σηκωθείς, μέσα από την απελπισία γεννιέται η ελπίδα, και άλλες ατάκες. Ναι, ξέρω, χαμογελάς ειρωνικά τώρα. Μπορώ να δω το πρόσωπό σου μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή. Αλήθεια, πώς ένιωσες όταν πήρες από μένα, τον μονόχνοτο, μήνυμα στο κινητό; Πόσο θα ήθελα να σε έβλεπα εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Σίγουρα δεν θα πίστευες στα μάτια σου. Ο Νικόλας πήρε κινητό; Αποκλείεται! Η αλήθεια είναι πώς δεν είναι δικό μου, είναι της Νάζια, αλλά -ποιος ξέρει;- ίσως και να πάρω καθώς. αλλάζω, ψυχή μου, σιγά-σιγά, όπως μπορώ, αλλά αλλάζω. Είναι που θέλω να πάψω να είμαι τόσο αντικοινωνικός, ή μάλλον μοναχικός πια, είναι που μέρα με τη μέρα μαθαίνω τη ζωή ξανά, είναι και που ανησυχώ για τη Νάζια, καθώς δουλεύει νύχτα και δεν μπορώ να κάθομαι κάθε βράδυ στο μπαράκι και να την περιμένω να σχολάσει.
Πάει αυτός, τον χάσαμε, θα σκέφτεσαι, ε; Όχι, δεν με χάσατε. Απλά είναι που πήρα ν’ ανακαλύπτω τον εαυτό μου ξανά και δεν θέλω πια να κρατώ τίποτα μέσα μου. Όσο κι αν εξακολουθώ να είμαι γαλήνια ανήσυχος, όπως άλλοτε, τώρα θέλω να λέω αυτό που νιώθω, όταν το νιώθω, όπως μου έρχεται, ακόμη κι αν κάνω λάθος, επειδή η ζωή πολλές φορές αποδεικνύεται πολύ μικρή και δεν θέλω ν’ αφήσω πίσω μου αξόφλητους λογαριασμούς. Θέλω να σταματήσω πλέον -κι η αλήθεια είναι ότι σταμάτησα ήδη- να γράφω ανεπίδοτες επιστολές. Ένα σωρό έχω μαζεμένες, σε φακέλους σφραγισμένους, στο γραφείο μου στο χωριό. Γράμματα που έγραψα σε σένα, στη Μάγια, στη Μαρία που τόσο νωρίς μας έφυγε, στην Ελένη, στη... στην... στη... Της ζωής μου οι μεγάλες οι στιγμές και τα μαγικά ονόματα.
Το μόνο πράγμα που θέλω να κάνω τώρα, Αριάδνη, είναι ν’ αρπάξω τη ζωή απ’ τα κέρατα, όπως λέει κι ο Γιώργος. Θέλω να ζήσω έντονα, δίχως να παραμελώ τους γύρω μου, όπως έκανα πάντα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.
Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που καθόμασταν και μιλούσαμε σε μιαν αυλή φθινοπωρινή; Θυμάσαι τι μου είπες; Το μόνο που ζητώ είναι κάποιον που να με ανέχεται. Αυτά ήταν τα λόγια σου. Κι εγώ, αυτό ακριβώς ζητούσα, και το βρήκα απροσδόκητα στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας, αυτής της μικρής, που είναι δέκα χρόνια πιο νέα από μένα, και είκοσι χρόνια πιο έμπειρη. Τι κι αν ήταν πόρνη; Δεν το θέλησε, οι συνθήκες της το επέβαλαν. Αλλά και δική της να ήταν η επιλογή, δεν θα την αγαπούσα λιγότερο. Όχι, μόνο επειδή με ανέχεται, αλλά κι επειδή με δέχεται. για την έμπυρη νιότη της και την καθαρότητα των ματιών της. για τον τρόπο που ζει την καθημέρα. Σαν ρυάκι είναι που κυλάει ατάραχο ανάμεσα σε παραμυθένιες κοιλάδες και σαν λάβα που πυρπολεί το μέσα μου.
Ό,τι έχω να πω γι’ αυτή και για τους νέους μου φίλους θα το βρεις στο χειρόγραφο που εσωκλείω. Είναι ημιτελές και θαρρώ πολύ θα με βασανίσει ακόμη. Τώρα κοιμάμαι όποτε μπορώ, όσο μπορώ, και γράφω όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος. Εξάλλου ετούτη η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ήρθαμε εδώ για να ζήσουμε μαζί και να γράψουμε τα τελευταία κεφάλαια. Ίσως και για να συμπληρώσουμε κάποιες μικρές λεπτομέρειες, που χάθηκαν στ’ αχνάρια του χρόνου.
Θα περιμένω με αγωνία την απάντησή σου. Ανυπομονώ ν’ ακούσω τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σου -κι ας περιέχουν και μια δόση ειρωνείας- αλλά και να μάθω τα νέα σας. Όσο για τ’ άλλα που σε ρωτώ στην αρχή, άστα να πάνε. τα νέα για το νησί εννοώ. Θέλοντας και μη όλα τα μαθαίνω, τα πιο σημαντικά δηλαδή, απ’ τις εφημερίδες. Ειδήσεις στην τηλεόραση δεν παρακολουθώ πια καθόλου. Προτιμώ να πεθάνω σ’ ένα δυστύχημα ή απ’ το πολλή πιοτό, παρά από οργή και αηδία.
Σε λίγο ξημερώνει, κι εγώ όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, καθώς πάσχιζα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις και τις πράξεις άλλων ανθρώπων, να συνθέσω της ζωής τους το παζλ, δίχως να αδικήσω όλ’ αυτά που πέρασαν και που περνούν ακόμη.
Θα πάω τώρα να ξαπλώσω για λίγο δίπλα στη Νάντια, να κλέψω λίγο απ’ το φως που πήρε να λούζει το πρόσωπό της καθώς ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Δεν θα κοιμηθώ. Είμαι σε υπερένταση, μα δεν προλαβαίνω κιόλας. Σήμερα θα γίνουν πολλά. Σήμερα θα δω και θα μάθω πολλά. Ελπίζω ν’ αντέξω το βάρος. Όχι, ψέματα λέω, δεν ανησυχώ καθόλου. θα το αντέξω. Σίγουρα θα το αντέξω, αφού έχω στο πλάι μου αυτή τη γυναίκα.
Να μου προσέχετε.

Σας φιλώ,

Ο Νικόλας σας

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ


Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙ)


Ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα.

Έκαναν επιτέλους έρωτα. Και την εξέπληξε ευχάριστα. παρά τα χρονάκια του, όπως εκείνος επιμένει να λέει. Εντάξει, δεν ήταν και Αντρέας κιόλας, αλλά ήταν φλογερός, διέθετε μια τρυφεράδα κάπου στα βάθη του χρόνου ξεχασμένη. Ναι, με τον ένα πηδιότανε, με τον άλλο έκανε έρωτα. Διαφορά μεγάλη. Τώρα κάθεται μόνη, μα χαρούμενη πολύ, στο λουσμένο με τα αδύναμα φώτα του δρόμου σαλόνι της και αναλογίζεται αυτά που πέρασαν, αυτά που πρόκειται να ’ρθουν. Το νερό μπήκε αβίαστα στ’ αυλάκι που του χάραξε και πήρε αρμονικά να κυλά. Όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Χαμογελά στον εαυτό της και, θα τα έχεις όλα, μοιάζει να του λέει. Θα τα έχει όλα. Έναν άντρα που θα την αγαπά και θα τη φροντίζει, όπως της πρέπει, αλλά θα πάρει και την εκδίκησή της απ’ τον άλλο. Φτάνει να είναι προσεκτική πολύ. Φτάνει μη διακρίνει κανείς τι κρύβεται πίσω απ’ το τοίχος των ματιών της. Είναι ξύπνιος ο Αντώνης, προσέχει πολλά, λίγα λέει. Φοβάται μήπως διαβάσει ανάμεσα απ’ τις λέξεις της, μήπως και αφουγκραστεί τις οδυνηρές αλήθειες, που κρύβουν οι σιωπές της. Αλλά, όχι. Όλα θα πάνε καλά. Με τη βοήθεια της Δανάης, φυσικά, που θέλοντας και μη -μάλλον θέλοντας, αφού δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι- έγινε και πάλι η κολλητή, η αυτοκόλλητή της. Ξέρει αυτή τα κουμπιά των ανθρώπων, περηφανεύεται η Βασιλική. τα ξέρει και τα πατά και τα γυρίζει, όπως και όποτε πρέπει. Θυμάται κι αυτή απόψε τα παλιά, τα θυμάται δίχως τύψεις, χωρίς ενοχές. Θυμάται τον πρώτο της άντρα, εκείνον που παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να θάψει δυο χρόνια μετά. εκείνον που τύλιξε στα δίχτυά της σαν επιδέξια αράχνη, εκείνον που ξεζούμισε σαν φρούτο, για να τον πετάξει στα σκουπίδια μετά. Όλα της τα έδωσε. Όλα. Ακόμη κι εκείνο που έλεγε ότι δεν θα μπορούσε να της χαρίσει ποτέ. ασφάλεια. Δούλευε μέρα και νύχτα για να την κάνει ευτυχισμένη, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Αλλά κάποτε στέρεψε, κάποτε τη βαρέθηκε, κι αντί να τη φτύσει αυτός, τον έφτυσε εκείνη, λέγοντάς του ότι δεν είναι άντρας, ότι είναι παλικαράκι της οκάς. Τον έβριζε άσκημα, τον υποτιμούσε μπροστά στους άλλους, σε κάθε ευκαιρία. Τον έφερε στα άκρα και την κτύπησε. Τον έφερε στα άκρα και τον σκότωσε, δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Και μετά μεταμορφώθηκε σε μια οχιά πενθούσα, σε μια γυναίκα-θρήνο. Σαν πέρασε λίγο ο καιρός μετακόμισε, και με τα λεφτά που της άφησε εκείνος, απέκτησε και πάλι ζωή. μια ζωή δίχως έγνοιες, για πάντα εξασφαλισμένη. Για τα επόμενα λίγα χρόνια απλά έπαιζε με τους άντρες. Έφτιαχνε σχέσεις εφήμερες κι αποκτούσε εραστές της μιας χρήσης, που σαν προφυλακτικά μετά, πετούσε επιδεικτικά στα σκουπίδια. Μέχρι που γνώρισε τον Αντρέα. Αυτός είναι ο άντρας μου, αποφάσισε. Και τον έκανε δικό της. Αλλά, όχι απόλυτα. Κι αυτό ποτέ δεν του το συγχώρεσε. Κι αυτό είναι που σήμερα την εξαγριώνει πιο πολύ. Πώς μπόρεσε; Πώς μπόρεσε αυτό το ανθρωπάκι να της αντισταθεί; Πώς τόλμησε να την εγκαταλείψει; Αυτήν δεν την παράτησε ποτέ, κανένας. της είναι αδιανόητο ν’ αφήσει την προδοσία του ατιμώρητη. Λυπάμαι, Αντρέα, ψιθυρίζει στις σκιές και στο ημίφως. λυπάμαι, αλλά γι’ αυτό που μου έκανες πρέπει να πληρώσεις. Όχι, η ετυμηγορία της είναι απόλυτη. Κανένα ελαφρυντικό δεν του βρίσκει. Τι κι αν το παιδί του πεθαίνει. τι την νοιάζει αυτή; Μια σκύλα είν’ η ζωή, σαν και μένα, σκέφτεται φωναχτά κι αρχίζει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Πολύ μεγάλο θ’ αποδειχτεί το νέο κόλπο της, το πιο μεγάλο. Με λίγες κινήσεις προσεκτικές θα τ’ ανατρέψει όλα. Κι αν τα πράγματα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο -που δεν μπορεί, θα πάνε- απ’ τα συντρίμμια της νέας ζωής που θα προκύψει μόνο αυτή θα βγει αλώβητη. αλώβητη κι ευτυχισμένη. Πολύ κοντά είναι το αύριο και για πρώτη φορά το ατενίζει με τόση αισιοδοξία. Είσαι παντοδύναμη, είσαι θεά, συγχαίρει τον εαυτό της και το δωμάτιο ζωγραφίζει η ευδαιμονία.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα)

Αποφάσισα ότι ο πιο πάνω θα είναι τελικά ο τίτλος του βιβλίου που γράφω τώρα, αφού μιλά καλύτερα για το περιεχόμενό του από το "Δυο φωνές και μια σιωπή." Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα από από τα νέα κεφάλαια.

«Τον συνάντησες, λοιπόν, ξανά!» Δεν ρωτάει, το λέει με θαυμασμό η Δανάη. «Και;»
«Και, τι; Όλα πήγαν μια χαρά. Εντάξει, δεν πηδηχτήκαμε κιόλας, αλλά όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται αυτό στις μέρες, κι αυτό το πρώτο φιλί αξίζει κάτι.»
«Σε ζηλεύω.»
«Έλα, τώρα. Θα βρεις σίγουρα κι εσύ κάποιον. Πάντα βρίσκεις.»
«Α, δεν είναι γι’ αυτό που σε ζηλεύω. Πώς θα βρω κάποιον θα τον βρω. το θέμα είναι να μη πάω απ’ το κακό στο χειρότερο. Εσένα σε ζηλεύω, επειδή πήγες στο καλύτερο.»
Δεν απάντησε η Βασιλική. Τι να της πει, άλλωστε; Είναι διάχυτη ακόμη η αμηχανία ανάμεσά τους. Δεν πάνε παρά λίγες μέρες από τότε που εκείνη άρχισε ν’ απαντά σιγά-σιγά στα τηλεφωνήματά της, πέρασε μόλις μια βδομάδα απ’ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ξανά. Τώρα την θέλει εκεί. να της μιλά, να την ακούει, να γίνει η καλύτερή της φίλη, όπως ήταν παλιά – κι η μοναδική. Την θέλει, όχι επειδή την θέλει, αλλά γιατί τη χρειάζεται. για να φέρει σε πέρας το σχέδιό της. Την κοιτά και χαμογελά με ζεστασιά. όχι προσποιητή, αλλά αληθινή. Όπως χαμογελά η μάνα στο άτακτο παιδί της, ο αξιωματικός στο άβουλο πιόνι του. Ω, ναι, πήρε τα πάνω της πια. Σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, με στρατηγική αξεπέραστη, την πορεία που θ’ ακολουθήσει από δω και πέρα η ζωή της. Όλα θα γίνουν, όπως τα θέλει. ο Αντρέας πολύ θα πονέσει και πάλι, ο Αντώνης θα παραδοθεί. Κι όλ’ αυτά με τη βοήθεια της ανίδεης φίλης της.
«Μου έλειψες, ξέρεις,» της λέει. Της χαρίζει ψίχουλα αγάπης, ώστε όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα, να πάρει ό,τι χρειάζεται απ’ αυτήν.
«Κι εμένα μου έλειψες, βλαμμένο,» απάντησε χαμογελώντας μ’ ένα μικρό παράπονο εκείνη.
Δεν μίλησαν ακόμη για το καυγά τους, για εκείνη την κωμωδία που στάθηκε η αφορμή ν’ απομακρυνθούν τόσο η μια από την άλλη. Είπαν ν’ αφήσουν το χθες στο σεντούκι του και να δουν τι μπορούν στ’ αλήθεια να κάνουν για το σήμερα και το αύριό τους, αλλά...
«Συγνώμη, που ήμουν τόσο σκύλα,» απολογήθηκε ξάφνου η Δανάη.
«Μα, τι λες; Αφού εγώ έφταιγα για όλα,» απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη. «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω, αλλά τελικά το κατάλαβα. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να σε παίρνω από πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου ν’ απολογηθώ για κάτι και να το εννοώ.»
Χάρηκε γι’ αυτό που άκουσε η γυναίκα. χάρηκε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Αλλαγμένη πολύ, αλλά και ίδια όπως παλιά, της φαίνεται η φίλη της. Μοιάζει και λειτουργεί γαλήνια, αλλά τα μάτια της δεν ξαποστάζουν στιγμή. σαν να έχει δύο εαυτούς: ένα ήρεμο, κατασταλαγμένο, κι ένα δεύτερο, ανήσυχο και σε υπερδιέγερση. Αλλά, ας είναι. Φτάνει που τώρα είναι εκεί. Φτάνει που είναι μαζί. Επιτέλους, έχει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μιλά ξανά. Δύσκολες πολύ, αφόρητες, ήταν οι μέρες που πέρασε μέσα στην πλήρη απομόνωσή της. Όχι πώς κλεινόταν πεισματικά στο μέσα της, όχι αυτή. αλλά να, όσο κι αν προσπαθούσε να πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα τόσο της ξέφευγε εκείνη. Της έβγαζε λες τη γλώσσα και κινούσε γι’ αλλού. Ενώ τώρα...
«Έλα απόψε. Να βγούμε μαζί. Να σε πάω να τον γνωρίσεις. Να μου πεις την άποψή σου. Ποιος ξέρει; Ίσως γνωρίσεις κι εσύ κάποιον εκεί...»
«Ω, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, καλή μου, αλλά θαρρώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να είμαι μες στα πόδια σου.»
«Δεν θα είσαι. Εξάλλου, δεν μου το ζήτησες, εγώ σου είπα να ’ρθεις. Καιρός είναι ν’ αρχίσεις κι εσύ να βγαίνεις έξω, να βλέπεις κόσμο, να χαίρεσαι λίγο, να χαμογελάς.»
«Μα, βγαίνω έξω, αλλά...»
«Απόψε όλα θα είναι διαφορετικά. Έλα και θα το δεις. Στο υπόσχομαι.»
Την κοιτά απορημένη εκείνη. Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι να απαντήσει. Εντάξει, ίσως κάπου ν’ άλλαξε η Βασιλική, αλλά αυτό πια είν’ απ’ τ’ ανήκουστα. Τόσο καιρό πού ήταν με τον Αντρέα, ποτέ δεν την κάλεσε να πάνε κάπου όλοι μαζί, τώρα τι...
«Μην το σκέφτεσαι, καλέ, απλά πες μου ότι θα έρθεις. Απλά πες μου, Ναι.»
«Ναι!» ψιθύρισε η καημένη η κοπέλα, που δίχως να το καταλάβει, με μια και μόνο λέξη, πήρε τη θέση που της ανήκε στη σκακιέρα του μέλλοντος της φίλης της.
«Τι να φορέσω; Δεν έχω ιδέα πώς ντύνονται εκεί.»
«Μην ανησυχείς καθόλου. Θα σου δανείσω κάποια δικά μου ρούχα. Θα τα φροντίσω όλα εγώ. Μια κούκλα θα σε κάνω. Όχι πώς δεν είσαι τώρα, αλλά απόψε θέλω να λάμπεις.»
Εγώ, να λάμπω; Απόρησε εκείνη από μέσα της. Αλλά, γιατί όχι; Γιατί να μην ζήσει κι αυτή για μια βραδιά, αυτό που αποκαλούνε Μεγάλη Ζωή; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλα ο αγαπητικός της φιλενάδας θα τα πληρώσει, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
«Σ’ ευχαριστώ,» είπε με μάτια που έσταζαν ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Αυτό, να πω το κρίμα μου, ποτέ δεν το περίμενα από σένα.»
«Μην είσαι κουτό. Ας θες πες ότι είναι μια αποζημίωση για όλα τα δεινά που τράβηξες για μένα. Δέξου ετούτη την πρόσκληση σαν δώρο, αλλά και σαν απολογία. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Δανάη,» κατέληξε, κι ένας λυγμός φάνηκε για μια στιγμή να της κόβει την ανάσα, να χαράζει στα μάτια της πληγές και να δακρύζει.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα βιαστικά η φίλη της, τρέχει κοντά της, την αγκαλιάζει, της ψιθυρίζει ευχαριστίες και συμπόνια. Είμαι πολύ καλή θεατρίνα τελικά, σκέφτεται εκείνη. αποδίδει τα εύσημα στον εαυτό της. Απόψε θα δώσει την πιο μεγάλη της παράσταση, την πιο σημαντική, μπροστά σε δυο θεατές μονάχα. Απόψε θ’ αντικρίσουν μια Βασιλική βγαλμένη από άλλη ιστορία: γιομάτη ζεστασιά, αγάπη, κέφι και ζωή, μια γυναίκα-καλοσύνη.
Καταπίνει δίχως δυσκολία τα τελευταία της δάκρυα, τιθασεύει τους λυγμούς. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτά με μια αγάπη δίχως όρια εκείνα της φίλης της.
«Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» της λέει. «Η νύχτα απόψε μας ανήκει.» Της αρέσει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. μεταμορφώνει τους άλλους μεμιάς σε συνένοχούς της.

Η εικόνα κλέμμενη από εδώ