Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνίδες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνίδες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Συνέντευξη με τη Σώτη Τριανταφύλλου

Τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζω εδώ και χρόνια και μπορώ να μου πω ότι μου αρέσει για διάφορους λόγους: τα βιβλία της αποπνέουν ελευθερία, οι ήρωές της είναι ανθρώπινοι με όλα τα λάθη και τα πάθη τους και ταξιδεύουν πολύ, και η ίδια δε διστάζει ποτέ να πει τη γνώμη της, προκαλώντας πολλές φορές αναταραχές στα λιμνάζοντα νερά των λογοτεχνικών κύκλων, στους οποίους άλλωστε δεν ανήκει.
Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία με τίτλο «Ο χρόνος πάλι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σ’ αυτή μας μιλά για κάποια πράγματα που γνωρίζαμε ήδη από τα προηγούμενα γραπτά της, σχολιάζει ανθρώπους και καταστάσεις, μιλά για τους ήρωες και το Παρισάκι της, για την πολιτική, και για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, το ανόσιο τρίπτυχό της. Θέλοντας να δώσουμε στη συζήτηση που ακολουθεί ένα αλλιώτικο χρώμα αποφασίσαμε να στηρίξουμε τις ερωτήσεις μας, κατά κύριο λόγο, σε κάποιες από τις ατάκες αυτού του βιβλίου, που κάπου μοιάζει σαν το δικό της προσωπικό μανιφέστο.

Η συνέχεια εδώ...

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Μάρω Βαμβουνάκη – Η κραταιά αγάπη

Είναι κάποια βιβλία-μπαλάντες -ξέρετε, απ’ αυτά που μπορεί να διαβάσει κανείς με μια πνοή- στα οποία ξανά και ξανά επιστρέφω. Και είναι και κάποιοι συγγραφείς που μοιάζουνε να γράφουν κατ’ επανάληψη την ίδια ιστορία, οι οποίοι όμως καταφέρνουν πάντοτε να της δίνουν πνοή και νέο ενδιαφέρον. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι «Η κραταιά αγάπη». Μια τέτοια συγγραφέας είναι η Μάρω Βαμβουνάκη.
Ανοίγω την πρώτη σελίδα: Η ημερομηνία που το πρωτοδιάβασα και μια αφιέρωση, Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Θυμήθηκα. Και το γιατί θυμήθηκα και τους λόγους που μου άρεσε αυτό το βιβλίο. Σα μια κιβωτό από αναμνήσεις μοιάζει. Σα μια εξ’ αποστάσεως αυτοβιογραφία. Αγορασμένο από κάποια φίλη στο Ηράκλειο, η ιστορία μιλά για ένα έρωτα που γεννιέται και πεθαίνει στα Χανιά. Στα Χανιά, την πόλη μου, την πηγή κάθε έμπνευσης και τη γεννήτορα πλήθους αναμνήσεων.
Όχι, δε θα παρουσιάσω ετούτο το βιβλίο, δεν μπορώ. Απλά θα κλέψω στιγμές απ’ αυτό και θα σας τις μεταφέρω αυτούσιες, όπως ακριβώς πήραν ζωή απ’ τη γραφίδα της συγγραφέως. Πολλές φορές τα σχόλια είναι περιττά.

«...ορκίστηκε πως, ζωή αληθινή από δω και μπρος θα είναι ζωή χωρίς θεατρικές παραστάσεις μέσα της. Με όσο γίνεται λιγότερες έστω.»

«Στον έρωτα όπως και στην τέχνη, η φιλανθρωπία σημαίνει καταστροφή. Φοβάται όσους την κάνουν να τους λυπάται.»

«Δεν καταλάβαινε τίποτα, όμως αλλοίμονο κι αν η ζωή παιζότανε μόνο μ’ αυτά που συνειδητοποιούμε.»

«Κανένα όργανο αντρικό δεν είναι πιο ερωτικό από τη σκέψη του, απ’ την ειλικρίνεια που τη φλογίζει.»

«Οι απελπισμένοι άντρες είναι οι δυνατότεροι εραστές. Προσφέρονται χωρίς να διεκδικούν.»

«Για να αγαπήσεις αληθινά χρειάζεσαι είτε πίστη, είτε απόγνωση. Και τα δύο σπάνια, δυσκολότερο το πρώτο.»

«Το κάτεργο της ελευθερίας είναι το πιο δύσκολο να μάθω.»

«Ο ανικανοποίητος εγωισμός λιμοκτονεί για κάθε τι που του αρνούνται, ακόμα και για την καταστροφή.»

«Σπουδαίος, λέει, δεν είναι εκείνος που φαίνεται στα μάτια των άλλων σπουδαίος, αλλά αυτός που κάνει τους άλλους να νιώθουν κοντά του σπουδαίοι. Το γαλανό του βλέμμα τη βάφτιζε: μοναδική.»

Κάποιοι θα διαφωνήσουν με τα πιο πάνω, άλλοι θα έχουν αντιρρήσεις και μερικοί θα διαφωνήσουν. Τέτοιες σκέψεις, ωστόσο, είναι όμορφο να διατυπώνονται ανοικτά.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

Σώτη Τριανταφύλλου - Λίγο από το αίμα σου

Αύριο μια άλλη χώρα... η Κένυα. Ναι, το ξέρω ότι αυτός είναι ένας κάπως παράδοξος τρόπος για να αρχίσει κανείς την παρουσίαση ενός βιβλίου, αλλά να, το «Λίγο από το αίμα σου» μου θυμίζει σε αρκετά σημεία το «Αύριο μια άλλη χώρα», τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με μια απ’ τις βασικές ηρωίδες του, τη μικρή Μπέθανυ. Κι αυτό επειδή η Μπεθ μοιάζει πολύ με τη Λιλή, εκείνο το φοβερό κορίτσι στο «Αύριο...».
Όπως και νάχει, στο ανά χείρας μυθιστόρημα διαβάζουμε την ιστορία δύο οικογενειών, των Σταμπς και των ντε Μπιουτ, που αφήνουν την Αγγλία του μεσοπολέμου για την Κένυα, ψάχνοντας για κάποιες νέες μεγάλες ευκαιρίες, ή απλά ξοδεύοντας τα πλούτη που έχουν συσσωρεύσει. Η χώρα στα αμάθητα μάτια τους φαντάζει στην αρχή σαν ένας παράδεισος, ένας κόσμος που ποτέ δε θ’ αλλάξει, ένα μέρος υποταγμένο απόλυτα στη θέλησή τους.
Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται και όλοι οι ήρωές μας θα το ανακαλύψουν αυτό ο ένας μετά τον άλλο, με τη σειρά, με τρόπο σκληρό, τόσο στη διάρκειά της ιστορίας, όσο και λίγο πριν το τέλος της.
Το «Λίγο από το αίμα σου» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται στη μυθοπλασία, όσο στους χαρακτήρες του. Ο εκκεντρικός Ιερώνυμος, που ξαφνικά τη βλέπει ιεραπόστολος και περιθάλπει αρρώστους στα νοσοκομεία. ο άβουλος Ευγένιος -που είναι κι ο αφηγητής της ιστορίας- που φαινομενικά δεν έχει κανένα σκοπό στη ζωή. ο Ρόναλντ Σταμπς, πατέρας του τελευταίου, ένας ερασιτέχνης εφευρέτης, που κατασκευάζει τα πιο «κουφά» αντικείμενα κι είναι καλλιεργητής χρυσανθέμων. η Λύντια, αδελφή του Ιερώνυμου, μια κοπέλα με σκόρπια μυαλά. ο Φίλιπς, ο κομμουνιστής μπάτλερ των ντε Μπιουτ. κι η υπέροχη Μπέθανυ – αυτοί είναι οι ήρωες μας, οι χαρακτήρες, που χαίρονται, λυπούνται, πέφτουν, δυστυχούν και πού και πού γίνονται ευτυχισμένοι, καθώς παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Χαρακτήρες ανθρώπινοι, με πολλά πάθη και περίσσια λάθη, με πίστη στη ζωή και παραιτημένοι απ’ αυτή.
Η Σώτη Τριανταφύλλου μ’ αυτό το βιβλίο μοιάζει να επιστρέφει με χιούμορ πολλή και τρυφερότητα στ’ αχνάρια που χάραξε με το «Εργοστάσιο των μολυβιών», αφού μας δίνει ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν είναι ακριβώς τέτοιο, ταξιδεύοντάς μας με τον ιδιαίτερο δικό της τρόπο στο χώρο και στο χρόνο. Το κείμενο κυλάει γρήγορα και απολαυστικά, με κινηματογραφικούς ρυθμούς, και οι ατάκες περισσεύουν. Αντιγράφουμε:

«...αν ο Ευγένιος προσευχόταν για κάτι, θα ζητούσε να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά...»

«Φανταστείτε να μην είχαν σταυρώσει τον Ιησού. Φανταστείτε να τον είχαν παλουκώσει! Οι εκκλησίες θα ήταν τίγκα στα παλούκια! Αντί να σταυροκοπιούνται οι χριστιανοί, η λαίδη ντε Μπιουτ, η μις Λύντια και τα λοιπά – θα έκαναν το σημάδι του παλουκιού! Και θα φορούσαν αλυσιδίτσες από τις οποίες θα κρέμονταν μικροσκοπικά χρυσά παλούκια...»

«Βάρβαροι, μις, είναι όσοι θεωρούν βάρβαρους όσους δεν τους μοιάζουν.»

«... η νεανική ηλικία είναι η εποχή των μεγάλων ναυαγίων...»

«...έρωτας είναι ό,τι μπορεί να προδοθεί...»

«Στήνοντας πολέμους, Σταμπς, η μετριότητα αποκτά κύρος...»

«...φαίνεται πως ό,τι μου αρέσει είναι είτε ανήθικο, ή παράνομο, είτε παχαίνει κι αρρωσταίνει... όταν δεν σκοτώνει.» (Αυτό κάπου μου θυμίζει Όσκαρ Ουάιλντ)

«Η χριστιανική κόλαση είναι φωτιά, η ειδωλολατρική είναι φωτιά, η μουσουλμανική φωτιά, η ινδουιστική επίσης! Αν πιστέψουμε στις θρησκείες, Γιουτζήν, ο Μεγαλοδύναμος είναι ψήστης!»

«...ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος.»

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμη αραδιάζοντας μικρά αποσπάσματα, αλλά δε θα το κάνω. Θα πω μονάχα ότι το «Λίγο από το αίμα σου» είναι κάτι σαν ένα ταξίδι, το οποίο πολύ απόλαυσα.

Κλείνω αυτή την παρουσίαση με μια μικρή, αναγκαία κατ’ εμένα, διόρθωση: Ο έλληνας του βιβλίου, ο Παπαδούλης, δε θα μπορούσε να πει στα 1970 ότι «η περήφανη Ροδεσία έγινε Ζιμπάμπουε», αφού η χώρα άλλαξε το όνομά της δέκα χρόνια μετά.