Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει, και που, όλα ή μάλλον όλοι τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
«Παράξενο», έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε-δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. «Επιτέλους, είμαι ελεύθερος», σκέφτηκε.
Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. «Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου», θα τον παρακαλούσε, «βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι».
Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. «Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν», σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. «Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα».
Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο, αφού τα είχε «χαμένα ο καημένος», όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. «Πρέπει να κάνω κάτι», σκεφτόταν πού και πού, «πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς;» Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. «Σε αποκαλούν τρελό», του είπε, «εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό…» Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. «Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος», αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, «θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή». Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, «θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών», τους απαντούσε.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. «Φτάνω στο τέλος,» σκεφτόταν, «απόψε θα πεθάνω κι εγώ». Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Δημοσιεύθηκε στην πασχαλινή έκδοση της Καθημερινής Κύπρου

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Η Όμορφη και το Κοράλλι

Γεια σας! Με λένε Μαρκ και ζω στην Μπαμπάνε της Σουαζιλάνδης. Α, όχι, δεν είμαι μαύρος, αν ήμουνα δε θα είχα τόσο συνηθισμένο όνομα. Λευκός είμαι και μάλιστα εγγλέζος. Βρέθηκα εδώ τυχαία πριν από μερικά χρόνια, ερωτεύτηκα μια πολύ όμορφη γυναίκα που άκουγε στο όνομα Κοράλλι, την Μαρτζιάνι, και κόλλησα. Από τότε ζω σ’ αυτό το πανδοχείο στην κορυφή του λόφου, το οποίο αγόρασα και εξόπλισα πουλώντας ό,τι είχα και δεν είχα στη χώρα μου.
Τώρα είμαι τριάντα τριών χρόνων και είμαι χήρος. Η Μαρτζιάνι μου πέθανε πριν δύο χρόνια, μετά από επιπλοκές στη διάρκεια του τοκετού. Ευτυχώς όμως η κόρη μας έζησε, κι αυτή ακριβώς είναι το μεγάλο κόλπο κι η ευλογία μου, αυτή που με κρατάει στον ίσιο δρόμο, που δε μ’ αφήνει να παρεκτραπώ. Η κόρη μας, η κόρη μου, η Ζούρι, η όμορφη.
Δεν μπορώ με λόγια απλά -δεν έχω λέξεις για- να σας περιγράψω πόση χαρά μου δίνει αυτό το παιδί. Όσο κι αν η γέννησή της μου κόστισε την απώλεια της μοναδικής γυναίκας που αγάπησα, δε θέλησα ούτε στιγμή να της φορτώσω το κρίμα του χαμού της. Έχασα ένα θείο δώρο, απέκτησα ένα θησαυρό.
Τώρα κάθομαι εδώ στο σαλόνι, ή αν προτιμάτε στη μεγάλη αίθουσα, και παρακολουθώ την κάθε της κίνηση ενός ο άνεμος απ’ έξω λυσσομανάει. Τέλη Ιουλίου, χειμώνας δηλαδή, και τα ξύλα σιγοκαίνε στο τζάκι. Κάποιοι από τους φιλοξενούμενους στο πανδοχείο κάθονται μπροστά από τη φωτιά και σιγοψιθυρίζουν, άλλοι διαβάζουν ή βλέπουν τηλεόραση, κάποιοι μοιράζονται μπύρες Milk Stout ή απολαμβάνουν ένα ποτήρι καλό κόκκινο βαρελίσιο κρασί από τη Νότιο Αφρική. Η Ζούρι πηγαίνει από τον ένα στον ένα και τους παρατηρεί, τους μιλά, τους παρενοχλεί δίχως να τους ενοχλεί. Εξάλλου, αυτή η μικρή μιγάδα έχει γίνει πια για τα καλά η μασκότ μας. Όλοι την αγαπούν, όλοι την προσέχουν. Κι αν έχει ένα μόνο πατέρα, έχει μια ντουζίνα μητέρες. Είναι οι γυναίκες που δουλεύουν για μένα, είναι και οι εθελόντριες που μένουν για μήνες και μήνες εδώ. Πάντα έχει κάποιο δίπλα της, έτοιμο να της μιλήσει και να παίξει μαζί της, κι αυτό μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση. Ωστόσο δεν έχει τη μάνα της, κι αυτό πού και πού αργά τη νύχτα, ειδικά αν είμαι και λίγο πιωμένος, με κάνει να δακρύζω.
Μου λείπει η Μαρτζιάνι πολύ. Λες και τα όσα ζήσαμε παρέα δεν κράτησαν παρά μία μονάχα στιγμή. Κάθε τόσο κοιτώ τις φωτογραφίες που βγάλαμε μαζί, θυμάμαι τις εκδρομές μας στα εθνικά πάρκα, στο Χλάνι και στο Μιλουάνι, τα ζώα που πρωτοείδα μαζί της, τις συγκινήσεις που έζησα, και νιώθω πολύ τυχερός, και νιώθω απερίγραπτα άτυχος. Ήταν ανάγκη να τη χάσω τόσο νωρίς; Αναρωτιέμαι. Ήταν ανάγκη;
Νιώθω ότι της χρωστάω πολλά, τα πάντα. Αυτή με έμαθε να ζω. Αυτή με έμαθε να χαίρομαι την κάθε στιγμή και να γελώ δυνατά. Αυτή με έπεισε ότι δεν ήμουνα το άχρωμο ανθρωπάκι, του οποίου από πάντοτε την εικόνα κουβαλούσα.
«Είσαι εγγλέζος, κι αυτό τα εξηγεί όλα», μου έλεγε και γελούσε με την καρδιά της όταν προσπαθούσα μάταια να καταλάβω στην αρχή τον τρόπο που ζούσε, το ατελείωτό της κέφι, τη μανία της για το χορό. «Εσείς οι άνθρωποι του βορρά δεν ξέρετε να ζείτε. Έχετε ένα σωρό λεφτά και είστε φορτωμένοι ένα τόνο μιζέρια. Εμείς δεν έχουμε τίποτα, κι έτσι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, γι’ αυτό είμαστε πιο ευτυχισμένοι».
Πόσο δίκιο είχε! Τώρα που άλλαξα αυτό μπορώ και το βλέπω ξεκάθαρα. Όπου και να πάμε κουβαλούμε μαζί μας τον τόπο μας, τις συνήθειες μας, φοράμε πάντα τις παρωπίδες που φορτωθήκαμε από μικροί. Ταξιδεύουμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όχι για να γνωρίσουμε άλλους λαούς, όχι γι’ αυτό, αλλά για να δώσουμε σ’ εκείνους την ευκαιρία να γνωρίσουν εμάς, ώστε να έχουμε να λέμε μετά, στους γνωστούς που ανακυκλώνονται μα ποτέ δεν αλλάζουν, πόσο διευρύναμε τους ορίζοντές μας.
Αχ ρε Μαρτζιάνι. Αχ! Αχ και να ήσουνα τώρα εδώ. Ζήσαμε όμορφα, αλλά δεν πρόλαβες να νιώσεις το πιο υπέροχο συναίσθημα, την επαφή με την κόρη μας. Δεν πρόλαβες να τη βάλεις σ’ ένα μπόγο και να τη βγάλεις μια βόλτα έχοντάς την δεμένη στο κορμί σου. Δεν πρόλαβες να τη θηλάσεις. Δεν πρόλαβες να την ακούσεις να λέει τις πρώτες λέξεις, να τη δεις να κάνει τα πρώτα της βήματα. Το κλάμα της. Μόνο αυτό άκουσες και μετά έφυγες.
Έρχεται και σκαρφαλώνει στα πόδια μου η μικρή, κι αρχίζει με τα χεράκια της να μου τραβάει το πυρόξανθο μούσι, ένα από τα αγαπημένα της παιχνίδια. Κοιτάω τα καφέ της μάτια που λάμπουν λες με λαχτάρα, παιχνιδιάρικα, της χαϊδεύω τα σγουρά μαύρα μαλλιά, που μέρα με τη μέρα όλο και θεριεύουν. Η ίδια η μάνα της είναι, απλά λίγο πιο ανοιχτόχρωμη. Και είμαι σίγουρος ότι σαν μεγαλώσει θα γίνει κι ετούτη μεγάλος μπελάς. Μπορώ να το διακρίνω από τώρα αυτό. Ο τρόπος που κινείται συνεχώς, το ό,τι δε βάζει γλώσσα μέσα, το πώς πετάγεται πάνω και προσπαθεί να χορέψει με το που ακούει κάποια μουσική να παίζει, όλα αυτά μου δείχνουν ότι πολύ θα με κάνει να υποφέρω αυτό το κορίτσι. Και θα υποφέρω υπέροχα. Μ’ ένα χαμόγελο πλατύ και περήφανο, και πέρα ως πέρα αληθινό.
Χτυπάει το κουδούνι της καγκελόπορτας, ρωτάω ποιος είναι, και μια στιγμή αργότερα ανοίγω στον Άντριου. Θείο τον αποκαλεί η Ζούρι, αλλά δεν έχουμε καμία συγγένεια. Απλά είναι ο καλύτερός μου φίλος, αυτός που μου στάθηκε στις δύσκολες ώρες. Έτσι όπως με βλέπει σκεφτικό με διαβάζει αμέσως και δε λέει τίποτα. Σηκώνει απλά την κόρη μου, την κλείνει στην αγκαλιά του και την παίρνει μαζί του σ’ εκείνο το μικρό χώρο που μας αρέσει να αποκαλούμε «Η μπυραρία», και που δεν είναι παρά ένα μικρό και κάπως αποπνιχτικό ημιυπόγειο. Σε λίγο μουσικές ρέγγε αρχίζουν να φτάνουν στ’ αυτιά μου. Λάκι Ντούμπι, ο άνθρωπός μου.
Σιγά σιγά ο χώρος αρχίζει ν’ αδειάζει, καθώς η νύχτα μοιάζει ν’ αποκτάει ζωή. Οι φωνές από δίπλα όλο και δυναμώνουν, τα γέλια κι οι φωνές αντικαθιστούν τους προηγούμενους ψίθυρους και τις ατελείωτες σιωπές. Κι ο άνεμος όλο και δυναμώνει. Ανησυχώ λίγο. Πρέπει να βγω έξω να δω τι συμβαίνει, αφού τίποτα εδώ δεν φαίνεται να είναι κτισμένο σε στέρεες βάσεις. Πρέπει, αλλά δεν το κάνω. Θυμάμαι και πάλι την Μαρτζιάνι. Τη θυμάμαι να μου λέει πειραχτικά: Μάθε να γελάς ασπρουλιάρη, κι αλλάζω γνώμη. Όχι απόψε. Ας μη βυθιστώ κι απόψε στις αναμνήσεις του χθες και τις έγνοιες του αύριο. Ας χαρώ τη στιγμή.
Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα. Παίρνω ένα κουτάκι μπύρα απ’ το ψυγείο και με τη συνοδεία του φύλακα σκύλου μας, του Ντοβ, του Λαμπραντόρ, ακολουθώ τη μουσική. Η «Μπυραρία» δείχνει να δονείται από μια νότα ζωής μαγική, γεμάτη νιάτα κι ευτυχία, ενώ τα στοιχεία της φύσης απέξω μοιάζουν κι αυτά να στήνουν ένα ακόμη πιο άγριο και πιο τρελό χορό. Σηκώνω τη Ζούρι στην αγκαλιά μου κι αφήνομαι στο ρυθμό με μάτια κλειστά, καθώς βλέπω ένα τεράστιο χαμόγελο λευκό, σαν φως στο σκοτάδι, να παίρνει μέσα μου μορφή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Αυτή που βλέπει φωτιές

Είμαι δεκαεφτά χρονών και εδώ και δύο χρόνια ζω στο περιθώριο. Όχι της ζωής, της κοινωνίας. Τ’ όνομά μου είναι Χιμίκο, που σημαίνει Αυτή που βλέπει φωτιές. Ταιριαστό κι αταίριαστο είναι αφού δεν είμαι εκείνη που βλέπει φωτιές, αλλά μάλλον εκείνη που τις βάζει. Τι εννοώ; Μεγάλη ιστορία, κι ίσως κάποια μέρα να σας την αφηγηθώ, αλλά όχι σήμερα. Ή -γιατί όχι;- ίσως και σήμερα! Ναι, σήμερα. Περιληπτικά.
Η πόλη μου είναι το Τόκυο, αλλά μονάχα τη νύχτα. Την ημέρα δεν έχω πόλη, την ημέρα δεν έχω ζωή. Είμαι φρικιό και χαμαιλέοντας. Συνεχώς μεταμορφώνομαι για να επιβιώσω. Δεν είναι δύσκολο, ειδικά όταν ξέρεις ότι ο δρόμος είναι ο προορισμός σου, ότι σου αρέσει να είσαι μοναχική, αλλά η μοναξιά δε σου πάει.
Μένω σ’ ένα δωμάτιο με δύο άλλα κορίτσια λίγο μεγαλύτερα από μένα, που το έχουν επίσης σκάσει απ’ το σπίτι, τη Γιόκο και τη Σάρα. Όχι πως αυτό είναι το όνομα της τελευταίας, αλλά έτσι θέλει να τη λέμε κι εμείς δεν έχουμε καμία αντίρρηση. Όλα είναι αποπνικτικά εδώ μέσα, αλλά και όμορφα την ίδια ώρα. Χαιρόμαστε η μια τη συντροφιά της άλλης, αλλά το περιορισμένο του χώρου μας πνίγει. Όλο λέμε ότι θα θέλαμε κάποια μέρα να ζήσουμε κοντά στη θάλασσα ή σ’ ένα βουνό, κάπου στην εξοχή, αλλά ξέρουμε πως δε θα το κάνουμε. Κατ’ αρχήν είμαστε παιδιά της πόλης και της νύχτας, μας πάει ο θόρυβος, τα νέον φώτα και οι βιαστικοί άνθρωποι. Όχι πως βιαζόμαστε εμείς, καθόλου. Ή, ίσως και να βιαζόμαστε, να ζήσουμε. Γι’ αυτό εξάλλου φύγαμε απ’ το σπίτι, τουλάχιστον έτσι λέμε.
Εγώ προσωπικά έφυγα επειδή δεν είχα άλλη επιλογή. Υπήρξα μέλος μιας παρωδίας οικογένειας. Ο πατέρας μου έριχνε κέρατο στη μάνα, κι ενώ εκείνη το ήξερε δεν αντιδρούσε, με αποτέλεσμα να ακροβατεί συνεχώς πάνω απ’ το κενό, παρασύροντας και μένα μαζί της. Σα φάντασμα που κατά τύχη ανέπνεε, έτσι τη σκέφτομαι τώρα. Και τη μισώ, περισσότερο κι από κείνον, μια και λόγω καταστάσεων το μίσος μου για το πρόσωπό του έχει χάσει την ορμή του. Τη μισώ επειδή υπήρξε ανίκανη μάνα, επειδή δεν ήταν ποτέ εκεί για μένα, επειδή με άφησε να κατρακυλήσω στην άβυσσο. Μια άβυσσο που μου αρέσει, αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
Από τότε που έφυγα από κει νιώθω πιο ελεύθερη, μα το ίδιο λυπημένη. Ίσως και να μη βρήκα εκείνο που αναζητούσα. Ίσως και να μην αναζητούσα στ’ αλήθεια κάτι. Απλά δεν ήθελα να είμαι κοντά της. Και τώρα, δεν κάνω άλλο τίποτα παρά να κινούμαι σαν σκιά στους δρόμους της νύχτας, αλλάζοντας προσωπεία. Όταν είμαι μόνη ή με τα κορίτσια είμαι μια οργισμένη και λυπημένη κοπέλα ντυμένη μόνιμα στα μαύρα, με μοβ σκιές κάτω από τα μάτια, ενώ όταν δουλεύω αλλάζω φορεσιά εντελώς. Γίνομαι αυτή που θέλει να γίνω ο πελάτης. Μην πάει το μυαλό σας στην πορνεία, όχι, σ’ ένα μπαρ δουλεύω. Κανονικά δεν έχω το δικαίωμα στην ηλικία μου, αλλά κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια πόσων χρονών είμαι. Έτσι, σχεδόν κάθε νύχτα, φοράω τα δήθεν καλά μου κι ένα πλατύ χαμόγελο, κρύβω το σκοτάδι των ματιών μου στις παραλλαγές του χώρου και σερβίρω ποτά σε άγνωστους επί το πλείστον ανθρώπους, που γελάνε πολύ, αλλά στο βάθος είναι πολύ λυπημένοι. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, αφού τους αναγνωρίζω, είναι οι καθρέφτες μου. Κάποιοι απ’ αυτούς πού και πού προσπαθούν να με δελεάσουν με το χρήμα τους, να με ψωνίσουν, αλλά δε μασάω. Όχι πως δεν έχω ανάγκη τα λεφτά, αλλά να, είμαι αυτοκαταστροφική και δεν έχω καμία απολύτως εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Μια φορά μονάχα αφέθηκα και στο τέλος ερωτεύτηκα και στο τέλος τα έκανα θάλασσα, φέρνοντας στα πρόθυρα διαζυγίου ένα ζευγάρι. Γι’ αυτό σας λέω ότι είμαι αυτή που ανάβει φωτιές. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Κάποτε έπεισα τη Σάρα, που είχε ανάγκη από λεφτά, να πάει να τα κλέψει από το σπίτι των γονιών της, ενώ η Γιόκο δε χάνει ευκαιρία να διηγηθεί την ιστορία όπου την έπεισα να κάνει στριπτίζ σ’ ένα μεσήλικα σ’ ένα βαγόνι του μετρό κάτω από τα λάγνα βλέμματα των αντρών και τα επικριτικά των γυναικών. Εντάξει, ήμασταν κι οι δυο μεθυσμένες, αλλά…
Δεν είναι μόνο αυτά που έκανα. Έκανα πολλά και τραγικά, και ίσως να κάνω ακόμη περισσότερα στο μέλλον – αν έχω μέλλον δηλαδή. Η αλήθεια είναι ότι δε δίνω μία για το αύριο. Εδώ ούτε με το σήμερα δεν ασχολούμαι. Το μόνο που με νοιάζει είναι να περνάω καλά την κάθε στιγμή. Την κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Η επόμενη δε με νοιάζει. Είσαι νεκρή, μου λέει κάθε τόσο μ’ εκείνο το παρατημένο χαμόγελό της η Σάρα, και προσπαθεί να αντικρίσει στο μαύρο των ματιών μου τις σκέψεις μου. Ποτέ δεν τα καταφέρνει. Είναι μικρή ακόμη, κι ας με περνάει δυο χρόνια. Ίσως τα καταφέρει αυτή. Ίσως βγει απ’ το μπουντρούμι μας.
Κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Μου λένε ότι είμαι όμορφη. Είμαι; Δεν ξέρω. Συνηθισμένη μοιάζω στα μάτια μου. Μια συνηθισμένη γιαπωνέζα έφηβη, που ζει μια ασυνήθιστη ζωή. Πού βλέπουν την ομορφιά, απορώ. Τα μάτια μου είναι μικρά και οργισμένα και το κορμί μου, που είναι σφιγμένο και λευκό, μοιάζει ανέγγιχτο. Μικρή μου θυμωμένη, με αποκαλεί ο Τανάκα.
Ο Τανάκα είναι ο φίλος μου, κάθε τόσο δηλαδή, αφού έχει λέει πολλές δουλειές και δεν μπορεί να με βλέπει πιο συχνά, αλλά εγώ ξέρω. Συναντά κι άλλα κορίτσια. Είναι ψηλός, γύρω στο ένα ογδόντα, είναι γεροδεμένος κι όμορφος. Πώς να αρκεστεί σε μένα; Όχι ότι υποτιμώ τον εαυτό μου, αλλά να… Εξάλλου κοιμάμαι κι εγώ με άλλους. Και με άλλες. Συνήθως όταν με κερνάνε ποτό ή κάνα φιξάκι. Τις έχω ανάγκη τις ουσίες, είναι η ουσία μου. Παίρνοντάς τες πάντα νιώθω πιο καλά και για λίγο αγαπώ όλο τον κόσμο, κι ύστερα τον μισώ και πάλι. Ίσως γι’ αυτό και δεν κάνω εύκολα φιλίες. Τρομάζω τους ανθρώπους. Μου το είπε ο Τανάκα αυτό. Τους τρομάζω επειδή ποτέ δεν ξέρουν τι να περιμένουν από μένα. Τη μια στιγμή μπορεί να ερωτοτροπώ με κάποιον και μετά να τον βρίζω, μπορεί να τα ρίχνω σε κάποιον και ύστερα να τον καρφώνω στη φιλενάδα του. Και τη μια νύχτα μπορεί να μεθώ με κάποιον και την επόμενη μέρα να τον χτυπώ επειδή με μέθυσε. Χρειάζεσαι μια ισορροπία στη ζωή σου, μου λένε κάθε τόσο κι εγώ απορώ τι εννοούν. Η ζωή είναι πάντα ισορροπημένη, απλά εγώ είμαι ανισόρροπη.
Ευτυχώς που είναι και τα όνειρα -αν δεν ήτανε κι αυτά θα τα ’χανα τελείως- όχι αυτά του ύπνου, αλλά του ξύπνιου, ή μάλλον της παραίσθησης. Μου αρέσουν τα χρώματά τους, μου αρέσει η απόστασή τους από τον κόσμο, απ’ τη ζωή μου, κι ας είναι αποτέλεσμά τους. Όταν ταξιδεύω παρέα μ’ αυτά είμαι αφάνταστα ευτυχισμένη, τότε όλα μοιάζουν δυνατά. Το μόνο που δεν ξέρω ποια είναι αυτά τα όλα.
Πρώτη φορά δοκίμασα ναρκωτικά στα δεκατέσσερα, στο σπίτι μιας φίλης, της οποίας τώρα δε θυμάμαι καν το όνομα. Θα έλειπαν οι γονείς της απ’ το σπίτι για δυο μέρες, κι έτσι με προσκάλεσε να μείνω μαζί της. Θα ήταν κι ο αδελφός της μου είπε, αλλά να μην ανησυχώ, αυτός είναι πάντα στον κόσμο του. Ε, σ’ αυτόν ακριβώς τον κόσμο μπήκα κι εγώ από τη μια στιγμή στην άλλη. Έφτασα εκεί νευρική, συνοφρυωμένη, μετά από ένα ακόμη τρικούβερτο καυγά με τον πατέρα μου και σε λίγες ώρες ένιωθα πώς ήμουνα στα ουράνια. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν ένα ποτό κι ένα χαπάκι και όλες οι σκοτούρες έσβησαν. Από τότε… Από τότε, άρχισα να βάζω φωτιές.
Για αρχή τα είπα ένα χεράκι στον πατέρα μου και έβρισα άγρια τη μάνα μου. Ύστερα άρχισα τους καυγάδες στο σχολείο. Μετά έδιωξα με το έτσι θέλω απ’ τη ζωή μου όλους τους παλιούς μου φίλους και τέλος άρχισα τα σκασιαρχεία. Πρώτα απ’ το σχολείο, μετά απ’ το σπίτι. Μετά απ’ όλα. Μέσα σ’ ένα χρόνο έγινα κάποια άλλη και όλο σκεφτόμουνα ότι, πρέπει να φύγω, προτού γίνει κάποιο μεγαλύτερο κακό. Πρέπει να φύγω.
Αλλά δεν έφυγα, τουλάχιστον όχι έγκαιρα, και το κακό έγινε. Κάποια βραδιά που επέστρεψα αργά πολύ στο σπίτι, άκουσα τον πατέρα μου, που ήταν μεθυσμένος, να φωνάζει πάλι στη μάνα μου και πηγαίνοντας προς το δωμάτιό τους, τον είδα να την χτυπά. Κι εκείνη, η αθλία, αντί να του αντισταθεί, αντί να τον χτυπήσει, αντί να τον βρίσει, απλά προσπαθούσε να προστατεύσει το πρόσωπό της -προφανώς για να μη δω εγώ τα σημάδια- και τον εκλιπαρούσε να τη λυπηθεί, να τη συγχωρέσει. Ζητούσε συγχώρεση η κερατωμένη. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θόλωσα. Κι έτσι οργισμένη, αμίλητη, έβγαλα ένα σουγιά που εδώ και καιρό κουβαλούσα μαζί μου απ’ την τσέπη του τζιν, τον άνοιξα, πλησίασα τον πατέρα μου αθόρυβα από πίσω και του τον κάρφωσα με όση δύναμη είχα στο σβέρκο. Ένας πίδακας αίματος άρχισε ν’ αναβλύζει απ’ την πληγή και σε λίγα δευτερόλεπτα, που απ’ τα μάτια μου πέρασαν βασανιστικά αργά, είδα το κορμί του να καταρρέει πάνω από εκείνο της μάνας μου, που έμοιαζε να βαριανασαίνει. Δεν είπα τίποτα. Τράβηξα μονάχα κι έβγαλα το σουγιά από πάνω του, τον σκούπισα με ένα χαρτομάντιλο, κι έφυγα δίχως να ρίξω δεύτερη ματιά πίσω μου. Ο κόσμος μου πια είχε οριστικά αλλάξει και τώρα χάραζα πορεία για ένα νέο, όπου δε θα είχα πια την πολυτέλεια να τρέφω ενοχές.
Τ’ όνομά μου είναι Χιμίκο, και είμαι αυτή που βλέπει φωτιές, που τις βάζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Η τρελή του χωριού

«Παράξενο κορίτσι είν’ αυτό», αποφάνθηκαν οι χωριανές μόλις είχε γεννηθεί. Στα γεννητούρια δεν έκλαψε καθόλου, και τα μάτια της λάμπανε σα δυο πυρσοί, και όλους τους τρομάζαν. Μα, γαλήνιο έδειχνε παιδί και δεν έκανε ν’ ανησυχούν.
Όπως συνήθως γίνεται, πέρασε γρήγορα ο καιρός κι αυτή έγινε μια όμορφη παιδούλα. Λόγο κακό δεν άκουσαν να βγαίνει ποτές απ’ τα χείλη της τα δυο, μα ούτε και δάκρυ το πρόσωπό της να χαράζει, κι όλοι μονολοούσανε, «Τι καλό κοράσ’ η Μαριγούλα!»
Η Μαριγώ μια οπτασία ξανθή όλο το χωριό είχε μαγέψει. Σε όλα τα σπίτια την καλούσαν και τη φίλευαν, κι εκείνη ανοικτή καρδιά σε κανένα δεν αρνιόταν. Ένα κορίτσι όλο χαρά π’ όλοι το θέλανε δικό τους.
Μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν είχε πια πατήσει τα δέκα της τα χρόνια, κάτι συνέβη που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή της. Μεγάλο θόρυβο άκουσε και ποδοβολητά απ’ τα έρμα τα χωράφια, και μπρος της λένε παρουσιάστηκε θεριό και στο παιδικό της το κορμί κατάληψη είχε κάνει. Άλλ’ είπαν πως τους καλικάντζαρους είχε δει, κι άλλοι πως τα στοιχειά την είχαν συνεπάρει. Ποια είν’ η αλήθεια, ποιο το ψέμα, κανείς μας δεν το ξέρει. Μα όλοι έχουνε να πουν πως από κείνη τη νυχτιά, άλλαξε η ζωή της.
Το κορίτσι εκείνο τ’ όμορφο την τρέλα είχε πια στο βλέμμα. Τα μάτια της μοιάζαν σα βώλοι γυάλενοι απ’ αυτούς που παίζαμε μικροί. Και το χαμόγελο κι η γαλήνη της έσβησαν. Τώρα φαίνονταν μια μόνιμη οργή να τη διακατέχει. Όποιος να την αγγίξει πήγαινε έφευγε ματωμένος. «Χίλιοι δαιμόνοι την έχουν καταλάβει», έλεγ’ ο παπάς κι εσταυροκοπιόταν.
Την πήγανε να τη διαβάσουνε και, πράμα ανήκουστο, να την εξορκίσουν. Μα κείνη μ’ αλλόκοτη φωνή και τη γριά που τηνε διάβαζε και τον εξορκιστή είχε κατατρομάξει. «Οι βρώμικές σας οι ψυχές» κραύγασε, «τη γαλήνη πως να μου τη φέρουν;»
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο απ’ το σόι της απομακρυνόταν. Την είχαν και κείνοι βαρεθεί. Δεν την ήθελαν στο σπίτι. Ένα στρώμα σε μια παράγκα της έβαλαν για να κοιμάται. Όλοι οι χωριανοί μιλούσαν πια για την τρελή τη Μαριγώ που τους αναστατώνει, και με μπροστάρη τον παπά, πήραν απόφαση να την εξορίσουν. Βρήκαν μια φάρμα έρημη έξω απ’ το χωριό κι εκεί την εγκαταστήσαν. Κι απαγόρεψαν στα παιδιά να τηνε πλησιάζουν. Μόνο η μάνα της πήγαινε κάθε γιόμα και της έπαιρνε φαΐ, να μην πεθάνει το παιδί απ’ την πείνα.
Έτσι μεγάλωνε στην ερημιά η Μαριγώ, μονάχη, δίχως σε κανένα να μιλάει. Που και που μονάχα έκανε περίπατους μες στα περβόλια, για να ξεχάσει τη φωτιά που της έκαιε τα στήθια. Κι αν συναντούσε κάποιο χωριανό, αυτός δίχως τίποτα να πει έφευγε τρομαγμένος, μακριά απ’ τη μολεμένη. Τα μόνα που τηνε πλησίαζαν ήταν τα παιδιά, τα περσότερα, όμως, για να την κοροϊδέψουν, μα εκείνη χαμογελούσε. Που και που όλο και κάποιο τόλμαγε να της εμιλήσει, κι ας έτρεμέ του η ψυχή σα φύλλο στο αγέρι. Όλο γαλήνη ήτανε τέτοιες στιγμές, ο μέσα της ο δαίμονας αποκοιμιόταν. Αλλά τόσο σπάνια συνέβαινε αυτό, που τις πιότερες φορές ήταν δυστυχισμένη.
Στη μάνα της μια μέρα ομολόγησε ότι παράξενα οράματα της τάραζαν τον ύπνο της το βράδυ. Τη μια έβλεπε έν’ άγγελο να τη τραβάει ψηλά και μετά κάποιο δαίμονα να τηνε κατεβάζει. Τη μια ένιωθε να πετά και την παράλλη μες στην κόλαση να βουλιάζει.
Στις 15 τ’ Αύγουστου, της Παναγιάς τη μέρα, την είδαν έντρομοι οι χωριανοί στην εκκλησιά να μπαίνει. Αναψοκοκκίνισε απ’ την οργή ο παπάς, κι έκοψε τη λειτουργία στη μέση. Έδωσε διαταγή με σκοινιά χέρια και πόδια να της δέσουνε και να την πάρουν στο μαντρί όπου αξίζει της να είναι. Υπάκουσαν μεμιάς οι χωριανοί μια και στου θεού την εντολή δεν κάνει να πας κόντρα. Μονάχα ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι ως οκτώ χρονώ άνοιξε το στόμα για να πει: «Μα, να τους αγαπούμε όλους είπ’ ο Χριστούλης», κι έτρεξε και κρεμάστηκε απ’ το χέρι το δεξί της Μαριγώς, που στα δεκάξι της ήταν πια χρόνια. Την άρπαξε η μάνα της και δυνατό της άστραψε χαστούκι, μα το κορίτσι επέμενε πως αγαπά τη Μαριγώ, και πρέπει να την αφήσουν, κι άρχισε να κλαίει. Γλυκό χαμόγελο της χάρισ’ η τρελή και στα βρεγμένα μάγουλα τρυφερό ένα χάδι. Με δύναμη υπεράνθρωπη ελευθερώθηκε από κείνους που την κρατούσαν και με αργό το βήμα κίνησε για τα περβόλια. Το κοριτσάκι, το Ελενιώ, ήταν κι αυτό γαληνεμένο.
Την άλλη μέρα βούιξε όλο το χωριό απ’ το μεγάλο θάμα. Το Ελενιώ, που ’ταν φυματικό ξαφνικά είχε γιάνει. Ας είν’ καλά η Μεγαλόχαρη παραμιλούσε το χωριό, μα η μικρή όλο για τη Μαριγώ μιλούσε. Κι απ’ την ημέρα εκείνη έγινε η μια και μοναδική της φίλη. Συχνά πυκνά το έσκαγε απ’ το χωριό κι έτρεχε να τη συναντήσει. Κι ήτανε κι οι δυο όλο χαρά, και μες στο δεκαεξάχρονο κορμί της Μαριγώς σε θλίψη πέφταν οι δαιμόνοι. Στο σπίτι σα γύρναγε το Ελενιώ ήτανε όλο γαλήνη. Αλλά, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί από που αυτή ερχόταν.
Περνούσε ως πάντα γρήγορα ο καιρός και το Ελενιώ τη Μαριγώ όλο και πιο πολύ αγαπούσε. Τη Μαριγώ που σπαταλιότανε τους δαιμόνους να δαμάσει, αλλά και που δυνάμεις θαυμαστές σιγά σιγά αποκτούσε. Μια λάμψη γαλανή αλλόκοτη την έλουζε τις νύχτες, και με εξουσίες παράξενες το νιο κορμί προικούσε. Άγγιζε τα ζα τα άρρωστα κι αυτά μεμιάς γιατρειά έβρισκαν, και μια φορά στη σκοτεινιά πήγε και γιάτρεψε κάποια γριά που στον πυρετό ψηνότανε και λέγαν θα πεθάνει. Την άλλη μέρα η γριά έλεε πως στον ύπνο της είδε τη Μαριγώ στο πρόσωπο να τηνε χαϊδεύει. «Πάει, μουρλάθηκε αυτή» αποφάσισαν οι χωριανοί, μα στα λόγια της δε δώσαν σημασία. Κι εκείνη; Εκείνη με το που στάθηκε στα πόδια της, πήγε να βρει τη γιάτρισσα να την ευχαριστήσει. Της πήρε μαζί λίγο ψωμί, λίγο τυρί, δυο ρόδια, δεν είχε τι άλλο να της δώσει.
Μετά απ’ αυτό ξεθάρρεψε η Μαριγώ κι είπε να πάει στο χωριό να δει πως θα την υποδεχτούνε. Μα, σαν την είδανε οι χωριανοί, την πήραν με τις πέτρες. Μονάχα το Ελενιώ και τ’ άλλα τα παιδιά πήραν να την υπερασπίζουν. «Φύγε από δω πέρα μάγισσα. Ο διάολος δεν έχει θέση στο χωριό», φώναζαν οι μεγάλοι κι όλο την εχτυπούσαν. Ματωμένη αυτή στο σώμα, μα πιότερο μες στην ψυχή, έτρεξε για να σωθεί απ’ τ’ άγριο πλήθος. Πίσω της τρέξαν κάποια παιδιά αψηφώντας τις φωνές και τις κατάρες των γονιών και του παπά που τα κυνηγούσε με τη βέργα.
Όσο κι αν πόνεσε η Μαριγώ, χαρούμενη ήταν μετά, σαν όλ’ αυτά σκεφτόταν. Είχε μαζί της τα παιδιά που την αγαπούσαν, κι όλο και πιο πολύ το ένιωθε το καλό μέσα της να γιγαντώνει. Εφιάλτες τρομεροί την τάραζαν τις νύχτες, μα αυτή, ήρεμη πια, αφού είχε γύρω της αγάπη, μπορούσε και τους απωθούσε.
Λίγο λίγο επήρε να λάμπει της η ψυχή, το πρόσωπο φεγγοβολούσε, κι οι δαιμόνοι που της ταράζαν τη ζωή σιγά σιγά υποχωρούσαν.
Άρχισαν να μιλούν οι χωριανοί για ένα φως αλλόκοτο που απ’ την καλύβα της τρελής κάθε νυχτιά ανατέλλει. Και τους άκουγαν τα παιδιά κι όλο χαμογελούσαν. «Μανούλα», κι «Αδελφή» αποκαλούσαν όλα τους τώρα πια τη Μαριγώ, που μέρα τη μέρα τους εχάριζε γαλήνη και χαρά π’ αγνοούσαν οι μεγάλοι.
Ένα απόγιομα ο δάσκαλος επρόσεξε πως απ’ το χωριό χάθηκαν όλα τα παιδιά και κανείς δεν είδε ούτε κι ήξερε που είχαν πάει. Το ίδιο έγινε και τ’ άλλο το απόγιομα και το παράλλο και καρτέρι να στήσει σκέφτηκε, να δει που πάνε και να τ’ ακολουθήσει. Ο δρόμος και τα παιδιά τον οδήγησαν, λοιπόν, έως την καλύβα της Μαριγώς και κόντεψε εγκεφαλικό να πάθει από τη φρίκη. Όλα εκεί ήταν τα μικρά και κάθονταν γύρω απ’ την τρελή που για κάτι βλάσφημο, χωρίς αμφιβολία, τους μιλούσε. Είχαν γαλήνια πρόσωπα, κι ήταν μεταξύ τους γλυκά αγκαλιασμένα, ενώ ο δαίμονας στη μέση τους στο δρόμο τον κακό τα καθοδηγούσε.
«“Τρανή είναι η μάγισσα, που κακό χρόνο να ’χει» σφύριξε μέσα απ’ τα δόντια κι έτρεξε να βρει τον παπά να διαβουλευτούνε. Δεν έπρεπε ν’ αφήσουνε το δαίμονα να καταλάβει το χωριό για θα καταστραφούνε. Σκέφτονται μια, σκέφτονται δυο, μα λύση καλή δε βρίσκουν. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα του παπά εφώτισε το βλέμμα. «Γιώργη, για το καλό του χωριού και των χριστιανών, είναι ανάγκη να γίνει φονικό, κι ο Κύριος ας μας συγχωρέσει».
Το δρόμο παίρνουνε λοιπόν, για το σπιτάκι της τρελής, για να τηνε κάψουν. Σα φτάνουνε εκεί κοντά προχωράνε πια σιγαλά, μην τύχει και τα βήματα ακούσει. Απ’ το παράθυρο κοιτάν και τη βλέπουν στο πάτωμα, με τα μάτια της να κάθεται κλειστά, και μια λάμψη γαλανή να την περιτριγυρίζει. «Το φως του σατανά» λέει ο παπάς, και παίρνει σιωπηλά με το δάσκαλο γύρω τριγύρω με μπενζίνα τα ξύλα της καλύβας να καταβρέχει. Μετά, κάνει το σήμα του σταυρού και το σπίρτο ανάβει. Το καλύβι λαμπάδιασε μεμιάς και δεν πήρε ώρα πολύ προτού να γίνει στάχτη. Τότε μεγάλη σηκώθηκε βουή και μια λάμψη αμμώδη γαλανή είδαν να διατρέχει όλη την περιοχή και να εκτοξεύεται στα ουράνια.
Κινήσανε για το χωριό, αμίλητοι και τρομαγμένοι απ’ το τρομερό που είδαν θάμα. Μα, εκεί τους περίμενε ο χαμός. Ένας τρόμος φοβερός σάρωσε όλα τα σπιτικά, καθώς ολονών τους τα παιδιά είχαν πεθάνει. Μεγάλος πολύ ο σπαραγμός ακούστηκε σ’ όλη την πεδιάδα, κι ήρθανε κι απ’ τα γύρω τα χωριά να μάθουνε τι είχε γίνει. Και είδανε τη φρίκη.
Με της μέρας το πρώτο φως κινήσαν για την εκκλησιά για να συνεχίσουνε το θρήνο, να διαμαρτυρηθούνε στο θεό, για το μεγάλο κι άδικο κακό που τους εβρήκε. Μέσα σαν μπήκανε σιγά σιγά πήγαν να προσκυνήσουνε τη μάνα Παναγιά και νέα βουή εσηκώθη. Η παλιά εικόνα έκλαιγε και τα δάκρυα επότιζαν μια ξανθιά από μαλλιά πλεξούδα, κι όλοι έμειναν άφωνοι, με τρόμο να κοιτάζουν. Μονάχα η γριά που είδε απ’ το κορίτσι γιατρειά τόλμησε να μιλήσει: «Ετούτη η πλεξούδα εδώ, είν’ του κοριτσιού, της Μαριγώς, σκοτώσατε τα παιδιά σας…».