Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεράιδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεράιδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Στη φυλακή για ένα γκράφιτι

Η Νήσος των Αγ(ρ)ίων έγραψε και πάλι. Ποια είν' αυτή; Μα το κέντρο του κόσμου φυσικά, η Κύπρος μας, όπου ζωγράφος συνελήφθηκε για το απόλυτο έγκλημα: Ζωγράφισε μια νεράιδα σε τοίχο εγκατελημμένου κτηρίου.
Αντιγράφω την είδηση από τον Πολίτη:

Τον Μάρτιο προγραμματίζει να φιλοτεχνήσει το μεγαλύτερο γκράφιτι του κόσμου, στο Μόλο της Λεμεσού. Μέχρι τότε όμως, έχει να αντιμετωπίσει την κυπριακή δικαιοσύνη, καθώς η Αστυνομία, αντιμετωπίζοντάς τον σαν βάνδαλο, του πέρασε χειροπέδες και του απηύθυνε κατηγορίες για ένα γκράφιτι που δημιούργησε στον τοίχο ενός παλιού κτηρίου, στην παλιά Λευκωσία.
Η περιπέτεια του 26χρονου Αχιλλέα Μιχαηλίδη (γνωστού και ως «Paparazzi» σε όσους ασχολούνται με το είδος - www.paparazziart.com), ξεκίνησε ένα απόγευμα, πριν από δέκα περίπου μέρες. Περνώντας έξω από το τέρμα της Ονασαγόρου, πρόσεξε ένα παλιό κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας, άδειο σήμερα, στους τοίχους του οποίου ήταν γραμμένα διάφορα συνθήματα, ποδοσφαιρικού, αναρχικού περιεχομένου κ.ά.. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, εκεί κοντά, πήρε κάποια σπρέι που είχε κρατημένα και ξεκίνησε να ζωγραφίζει στον τοίχο μια νεράιδα. «Σκέφτηκα να κάνω κάτι όμορφο που θα ταίριαζε αισθητικά στην πόλη. Η περιοχή είναι λίγο διαφορετική από την υπόλοιπη πόλη, τουριστική και συγκεντρώνει πάρα πολλούς νέους», σχολιάζει ο ίδιος για το έργο του, το οποίο αυθόρμητα βάφτισε «Χορεύοντας με τις νεράιδες».

Η συνέχεια στην εφημερίδα

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την πείραζε.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...