Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Ο Παλιόφιλος

Ήτανε κάποια Κυριακή στις έντεκα το βράδυ,
σαν πήγα να δω φίλο καλό από τα περασμένα,
στην ξώπορτα καθότανε κι ύφαινε παραγάδι,
αυτό κάτι μου θύμισε από τα ξεχασμένα.

«Φίλε, παλιόφιλε καλέ, πατέρα μου στον πόνο,
χρόνια πολλά λαχτάραε να σε ιδεί η ψυχή μου,
μα τώρα που πέρασ’ ο καιρός πάλι σε βρίσκω μόνο,
τόπο, για δες, δεν έπιασε του γάμου η ευχή μου».

Ο αδελφός πήγε να πει με την ψυχή στο στόμα,
Θε μου πως φαίνονταν χλωμός μες στης νυχτιάς το χρώμα,
Το σώμα έκαιε ο πυρετός, τα μάτια ασβεστωμένα,
μέγα μου θύμισε κακό, ω ακριβέ μου, ω οϊμένα.

Το παραγάδι ’τοίμασε, φύγαμε τη μάνα,
τη μάνα μας τη θάλασσα στερνά για να ιδεί,
απ’ τη φανέλα έβγαλε σταυρό, σταυρό και παραμάνα,
και πέταξε στα πέλαγα πριν να ’ρθει η αυγή.

Ακόμη ένα τραγούδι του 1995 που ανακάλυψα τυχαία στου χάους μου τα αρχεία. Πάντως μετά την πολύωρη διακοπή ρεύματος χθες το πρωί, που μου έδωσε την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ με το «συγύρισμα», η κατάσταση έχει γίνει πολύ καλύτερη. Μάλλον αύριο πρέπει να κλείσω το γενικό διακόπτη για να τελειώσω μια και καλή:)

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Μποντλέρ - Το Άλμπατρος

Αυτό είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου ποιήματα όλων των εποχών – για ευνόητους, θέλω να πιστεύω, λόγους...

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ’ άλμπατρος -πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακλουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ’ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ’ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ’ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ’ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πώς είναι τώρα κωμικά κι άσκημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ’ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δε σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά.
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ’ τα γιγάντιά του φτερά σαν περπατά.