Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Τρεις

Τρεις

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να κάνει θαύματα και καταστροφές, να μεγαλουργεί και να διαλύει, να χαρίζει και να κλέβει, να ξοδεύεται και να αρπάζει, να γεννά και να σκοτώνει. Ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος μέσα στην ολοκληρωτική του άγνοια, κι ο Δημήτρης έτσι ένιωσε όταν κατάκτησε τη Μίρα. παντοδύναμος! Παντοδύναμος επειδή πίστεψε πώς για πρώτη φορά στη ζωή του βρήκε ό,τι ακριβώς ζητούσε, αυτήν που πάντα δίχως να γνωρίζει ποθούσε. Σαν μια αστραπή ήτανε η γυναίκα αυτή, και σαν τέτοια έριξε στη ζωή του ένα φως εκτυφλωτικό, που ήταν όμως στιγμιαίο, διαβατικό. Του πρόσφερε αγάπης φως και μετά έφυγε, την έδιωξε, σκληρά τον εγκατέλειψε, την έστειλ’ αλλού. Όλα! Όλα μέσα από κείνη τα έμαθε, όλα μέσα από κείνη τα κατάλαβε, τα συνέλαβε στις πραγματικές τους διαστάσεις, τον κόσμο όλο μέσα από κείνη τον ανακάλυψε. Κι ύστερα σκότωσε τη μάνα και την αδελφή, τη σύντροφο και την ερωμένη, που υπήρξε για κείνον. Ποιος να καταλάβει; Ποιος; Ποιος να καταλάβει πόσο απόλυτα την είχε αγαπήσει; Ποιος να καταλάβει πόσο ακαριαία την είχε νιώσει; Όσο ήτανε μαζί της ήθελε να πεθάνει από ευτυχία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τι άλλο, πιο σημαντικό; Κοιμήθηκε μαζί της και ξύπνησε κάποιος άλλος, πιο σοφός, πιο μικρός, πιο μεγάλος. Το κορμί της, το κουρσεμένο και άσπιλο, το λατρεμένο και κατακρεουργημένο, ήταν θεία αποκάλυψη για κείνον, η ψυχή της ζωοδότρα πηγή, τα λόγια της, που έσταζαν αίμα και παράπονο, ήταν σαν ένα ποτάμι φτιαγμένο από της αγάπης και του πόνου το χρυσό, και καθώς έρεαν ορμητικά στη διψασμένη του ύπαρξη, έμοιαζαν να τον ξυπνούν απ’ τον προαιώνιο της βολής λήθαργο. Είναι, λένε κάποιοι, αμαρτία ν’ αγαπάς το σώμα, μα τι ξέρουν αυτοί; Στ’ αλήθεια, τι; Είναι αμαρτία ν’ αγαπάς το ναό που κλείνει μέσα του τη ψυχή σου, που κρατάει ασφαλή την ψυχή της αγαπημένης; Ω, οι άνθρωποι… Οι άνθρωποι, οι φτωχοί και πλούσιοι, οι ηλίθιοι, που προσπαθούν να αντικρίζουν την αγάπη μέσα από τα διαστρεβλωμένα κάτοπτρα των πρέπει τους. οι άνθρωποι, που σαν τους λες ότι η αγάπη δε χωράει σε πλαίσια και κανόνες σε βλέπουν σαν τρελή. Λες και η καρδιά είναι ένα πουλί, ντυμένο ουράνιο τόξο, που της αρέσει να μένει κλεισμένη στο κλουβί, και δεν ονειρεύεται, δε σκιρτάει, δεν επιθυμεί. Είπε στους φίλους το μυστικό της η Χριστίνα, τους είπε πόσο πολύ αγάπησε, πόσο αγαπά τον Δημήτρη, και παρέμειναν να την κοιτάνε άφωνοι, σαν τρελή. ειδικά ο πρώην της, που μπόρεσε επιτέλους να καταλάβει γιατί τον παράτησε: για τα μάτια ενός φονιά! Κι ύστερα άρχισαν τα ψόφια, τις αναλύσεις. Είναι που μπήκε στη φυλακή, της είπαν. Είναι που της λείπει. Είναι που δεν έχει χωνέψει ακόμη, που δεν το έχει καταλάβει πώς έκαν’ έγκλημα. Ο κακός τους ο καιρός είναι. Δε θα της πουν αυτής ποιον να αγαπά -αρκετά τους άκουσε- δε θα της πουν τι να κάνει και πώς να νιώσει. Μια και μοναδική φορά είπε ν’ ακολουθήσει τη λογική και όχι την καρδιά και τώρα το πληρώνει. Και θα συνεχίσει να το πληρώνει για χρόνια ακόμη. Ε, όχι λοιπόν, όχι! Χεσμένες έχει πια τις συμβουλές και τη φιλία τους. Στο κάτω-κάτω της γραφής τι σόι φιλία είν’ αυτή, αν δεν τη δέχονται όπως ακριβώς είναι, αν δεν την στηρίζουν και δεν την καταλαβαίνουν; Έχει ανοικτούς λογαριασμούς με τη ζωή, η Χριστίνα, κι αυτή τη φορά είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε αποφασισμένη ν’ αγωνιστεί και να τους εξοφλήσει. Δε θ’ αφήσει να την πάρει και πάλι από κάτω η άτιμη. Ίσως ο αγώνας της ν’ αποδειχτεί τελικά μάταιος, αλλά θα είναι τουλάχιστον ο δικός της αγώνας, αυτός που επέλεξε. Μπορεί να πέσει, να ματώσει, να πονέσει, αλλά επιτέλους θα κάνει αυτό που βαθιά μέσα της πιστεύει σα σωστό. Βαρέθηκε πια. Τα βαρέθηκε όλα, τους βαρέθηκε όλους. Ο Δημήτρης υπήρξε ο πιο αληθινός. έκανε ακριβώς αυτό που του έλεγε η καρδιά του, κι ας ήτανε φονικό. Δεν μπορεί, κάποιο λόγο θα είχε. Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, ποτέ δε θα τον δει σαν φονιά. Δεν ξέρει τι ήταν αυτό που όπλισε το χέρι και την ψυχή του, δεν ξέρει τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε στη μοιραία πράξη, αλλά για δυο πράγματα είναι σίγουρη: πόνεσε πολύ, και ποτέ δε θα συγχωρέσει τον εαυτό του γι’ αυτό που έκανε. Και ξέρει επίσης ότι εκείνη, αυτή την ώρα που όλοι τον έχουν εγκαταλείψει, οφείλει να σταθεί στο πλευρό του. Πρέπει να του χαρίσει τη φιλία της και την αγάπη. Και να του πει την αλήθεια, για τα συναισθήματα που τρέφει μέσα της για κείνον. Να του πει πόσο τον αγάπησε, πώς φτερουγίζει η ψυχή μέσα της όταν τον σκέφτεται. Να του πει ότι θα είναι πάντα δίπλα του, να του υποσχεθεί πώς δε θα τον εγκαταλείψει κι αυτή όπως οι άθλιοι φίλοι τους. Κάποια πράγματα όμως δε θα του τα πει ακόμη, ίσως και να μην του τα πει ποτέ, για να μην κάνει τα πράγματα χειρότερα, για να μην ανοίξει πιότερο με λόγια απαλά τις πληγές του που ακόμη αιμορραγούν. Δε θα του πει, λοιπόν, πόσες φορές ονειρεύτηκε ότι βρισκότανε στην αγκαλιά του, πως τη γέμιζε με φιλιά, ότι μαζί ανάβανε τη λαμπάδα του πόθου και ρίχνανε φως σε ένα μέλλον υπέροχο, ότι… Μαζί του ένιωσε για πρώτη φορά ότι έκανε έρωτα με κάποιον που την αγαπά, η Μίρα. Ήτανε ζεστά και δροσιστικά τα φιλιά του, απαλά, σχεδόν δίχως αφή, τα χάδια του, αρμονικό υπήρξε των κορμιών τους το δέσιμο – λες και βούλιαξε ο ένας μέσα στον άλλο, σ’ ένα κόσμο άγνωστο, αλλά μαγικό, ανέγγιχτο, μα γεμάτο αισθήσεις. Η ένωσή τους ήταν σαν μια ιεροτελεστία, σαν απότιση φόρου τιμής στον από καιρό έκπτωτο και φαινομενικά ξεχασμένο θεό του έρωτα. Τη μάγεψε, ο άτιμος. Τη μάγεψε! Με την καυτή του ανάσα, με τα γεμάτα πάθος και πειθώ λόγια του, με τη φλόγα που έβλεπε να καίει στα μάτια του, αντανάκλαση εκείνης που πυρπολούσε τα σωθικά της. Πώς να περιγράψει, αναρωτιέται, εκείνο το υπέροχο συναίσθημα; Με τι λόγια να μιλήσει; Ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσει που να μη μοιάζουν φτωχές μπροστά στο μεγαλείο εκείνου που έζησε; Τη μέθυσε με τον έρωτά του, αυτή είν’ η αλήθεια. Κι έτσι, ενώ λίγες μόλις μέρες πριν δεν ήταν παρά ένας ακόμη άγνωστος, ένα πρόσωπο απρόσωπο, σιγά-σιγά, αλλά πολύ γρήγορα, καταιγιστικά, κατάφερε να την παρασύρει. Κι αυτή του παραδόθηκε. Απλά του παραδόθηκε, αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Άφησε τις άμυνες που για τόσο καιρό έκτιζε να γκρεμιστούν δίχως δεύτερη σκέψη, κάτω από τα χάδια του. Λες και όλα τα άσχημα που πέρασε στη ζωή της, τα πέρασε απλά και μόνο για να τη φέρει ο δρόμος της σ’ αυτό το νησί, σ’ ετούτη την πόλη, σ’ αυτό το κρεβάτι μαζί του. Είναι η μοίρα, Μίρα, της λέει και χαμογελά. Και, τι παράξενο, χαμογελά κι αυτή μαζί του. Ναι, έχει μάθει και πάλι να χαμογελά πλατιά, από καρδιάς, αληθινά. Χαμογελά κάθε πρωί, ή μάλλον μεσημέρι, που ξυπνά και τον βλέπει και τον νιώθει δίπλα της, χαμογελά όταν δεν είναι μαζί της και απλά τον σκέφτεται, χαμογελά ακόμη και σαν συμπεριφέρεται σαν ένα κακομαθημένο πιτσιρίκι, αλλά και σαν τη φροντίζει λες κι είναι εκείνη μωρό-παιδί. Κι έτσι ακριβώς νιώθει όταν κρύβεται στην αγκαλιά του: ένα παιδί που βρήκε το σπίτι του, ένα αποδημητικό πουλί που επέστρεψε στη φωλιά του. Όχι πώς η ζωή της έτσι στα ξαφνικά έχει γίνει ρόδινη, αλλά να, δεν περιμένει πια ανά πάσα στιγμή να συμβεί το χειρότερο. η μαυρίλα μέσα της πήρε ν’ αποκτά μια γκρίζα απόχρωση, να γίνεται ένα φύσημα πιο φωτεινή. Τα προβλήματα πίσω στην πατρίδα δε μοιάζουν να έχουν τελειωμό, αλλά εκείνος καταφέρνει με κάποιον τρόπο και την κάνει να τα ξεχνά πού και πού, και προσπαθεί να την πείσει ότι κάποτε τα πράγματα θ’ αλλάξουν, πως η ζωή θα γίνει λίγο πιο χαρωπή! Always look at the bright side of life, της τραγουδά με τη φάλτσα φωνή του και το τραγούδι του της δίνει δύναμη. Κι ο έρωτάς του της δίνει λαχτάρα. λαχτάρα για τη ζωή. Όσα όμως κι αν της χαρίζει η αγάπη του, όσο κι αν ρουφάει λαίμαργα τους χυμούς της χαράς που της προσφέρει, είναι στιγμές που ξυπνά και πάλι μέσα της ο φόβος. ο φόβος ότι η κακοτυχία θα της χτυπήσει και πάλι την πόρτα, ότι οι μοχθηροί θεοί της ζήσης της δε θα την αφήσουν επιτέλους να ξαποστάσει. Αγαπά, και φοβάται…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου