Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 7



Απ' την ημέρα που έπιασε δουλειά στην Αστυνομία ο Τεκ δεν ησυχάζει ποτέ. Όλο τον χρειάζονται για το ένα και για το άλλο, έτσι όταν δε δουλεύει σε κάποια απ' τις υποθέσεις που του αναθέτει ο Ιωάννου, όλο και με κάτι απασχολείται.
Χάρη σ' αυτόν το τμήμα τους έχει μια από τις πιο γρήγορες και σταθερές συνδέσεις στο ίντερνετ παγκυπρίως, οι υπολογιστές παραμένουν ελεύθεροι από ιούς και οι αστυνομικοί δεν ξοδεύουν πια και τόσο χρόνο κόβοντας βόλτες στον ιστό, αφού εκτός από το ότι κατόπι εντολών μπλόκαρε αρκετές σελίδες, ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε εκείνος να τους πιάσει στα πράσα.
Η αλήθεια είναι ότι οι πλείστοι συνάδελφοί του δεν τον συμπαθούν, αλλά προσπαθούν να μη το δείχνουν, αφού πάντα τους βοηθά με τα προβλήματά τους. Ό,τι και αν τον ρωτήσει κανείς σε σχέση με την τεχνολογία αυτός έχει τις απαντήσεις. Τους λέει ποιο κινητό τηλέφωνο να διαλέξουν, ποιο τάμπλετ να προτιμήσουν, τι χρειάζεται για να φτιαχτεί ο υπολογιστής των παιδιών τους, τους εισηγείται ακόμη και τα παιχνίδια που θα μπορούσαν να τους επιτρέψουν να παίξουν σ' αυτόν.
Αυτή την ώρα όμως κανείς δεν τολμά να τον πλησιάσει, αφού ξέρουν την υπόθεση πάνω στην οποία δουλεύει. Πολλοί απ' αυτούς γνώριζαν τον Χριστάκη και κάποιοι γνώρισαν και τη φιλοξενία του. Και όλοι ξέρουν ότι ήταν ο καλύτερος φίλος του Χοντρού.
Τα δάχτυλά του μοιάζουν να πετάνε πάνω από τα πλήκτρα, καθώς χειρίζεται ταυτόχρονα τρεις υπολογιστές, μέσα στο κουβούκλιο που κατασκευάστηκε ειδικά γι' αυτόν, μετά από οδηγίες του αφεντικού. Το κουτί του έχει δύο πλαϊνούς τοίχους κι ένα πίσω, αλλά μπροστά είν' ανοικτό. Μ' αυτό τον τρόπο κανείς δεν μπορεί να βλέπει τις οθόνες του, ενώ εκείνος έχει τη δυνατότητα να τις σβήσει αν δει κάποιον να πλησιάζει τη στιγμή που δουλεύει σε κάποια ευαίσθητη υπόθεση.
Μελετά το φάκελο του Χριστάκη στη μια οθόνη, καταπιάνεται με μια άλλη υπόθεση στη δεύτερη, και σε μια τρίτη, παρακολουθεί τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης αλλά και τα ιστολόγια κοινωνικής συνεύρεσης, αφού κανόνισε ώστε να παίρνει ειδοποιήσεις κάθε φορά που γίνεται αναφορά στο όνομα του θύματος.
Πολύ περιπλεγμένα είναι τα πράγματα, κατά την άποψή του. Όλα κινούνται με ταχύτητα μετά τις διαταγές του υπαρχηγού: βγήκαν εντάλματα, ειδοποιήθηκαν δικηγόροι και λογιστές, οι τράπεζες θα συνεργάζονταν μαζί τους, αν και ακόμη δεν τους απέστειλαν τα στοιχεία που χρειάζονταν, αλλά σύμφωνα με το μόνιμα σε υπερδιέγερση μυαλό του, δεν επρόκειτο να βρουν τις απαντήσεις που ζητούσαν σε κάποιο φάκελο.
Είχε παντρευτεί τρεις φορές το θύμα. Κι είχε χωρίσει άλλες τόσες. Δύο παιδιά. Απ' την πρώτη και την τρίτη γυναίκα. Κόρες. Η μεγάλη είκοσι εφτά χρόνων, η μικρή τριών. Οι γυναίκες, με χρονολογική κατάταξη, από Ρουμανία, Βουλγαρία, Ρωσία. Πού να βρίσκονταν άραγε; Θα ξέρει το αφεντικό του; Τα ονόματά τους τα έχει, αλλά τα σταθερά τηλέφωνα που υπάρχουν στους φακέλους δεν ισχύουν, ενώ καμιά απ' αυτές δεν έχει κάποια ιδιοκτησία στο όνομά της - τουλάχιστον όχι κάποιο ακίνητο. Κάποιο αμάξι ίσως;
Εντοπίζει τη μία μέσω του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Στέλνει τα στοιχεία της στην Ντίνα, αφού μ' αυτή έχει τα περισσότερα πάρε-δώσε σε όλες τις υποθέσεις. Και συνεχίζει να ψάχνει. Και τότε φτάνει σε μια εφαρμογή που έχει εγκαταστήσει στο κινητό του μια ειδοποίηση. Τη βλέπει και δεν εκπλήσσεται. Επειδή τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει. Στέλνει νέο μήνυμα στην Ντίνα. Και συνεχίζει τη δική του κούρσα με το χρόνο.

Συνεχίζεται.

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια πηγαίνετε στην κεντρική σελίδα.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 10

Τρεις το απόγευμα και είναι στην εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα στη Δασούπολη. Την έχουν εικονογραφήσει τώρα. Την τελευταία φορά που ήταν εκεί, χρόνια πριν, έμοιαζε γυμνή,  ενώ τώρα κάπου θυμίζει καθεδρικό ή μάλλον καθολικό ναό. Κόσμος πολύς. Ο αρχηγός του τμήματος, ο αρχηγός του αρχηγού, ο αρμόδιος υπουργός, πολλοί αστυνομικοί, στελέχη του υπουργείου, τεθλιμμένοι και μη συγγενείς, γνωστοί και φίλοι του μακαρίτη, τα κανάλια. Επικεφαλής της τελετής ένας μητροπολίτης. Θα τον αποχαιρετήσουν με τιμές τελικά τον Κωνσταντίνου.
     Στέκεται πίσω από τα τελευταία στασίδια με την Ντίνα και ψάχνει να εντοπίσει ανάμεσα στο πλήθος την Χρυσοστόμου, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ίσως να μην έχει έρθει ακόμη, αν και δεν του φάνηκε από εκείνα τα άτομα που φτάνουν κάπου αργοπορημένα.
     Έχουμε καλή θέα από δω, θέλει να της πει, αλλά δεν το κάνει, αφού δε θέλει έστω και για μια στιγμή να αποστρέψει το βλέμμα από τον κόσμο. Τι περιμένει να δει; Τον δολοφόνο; Αν ήταν να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος θα τον συναντούσανε ήδη. Εκτός και αν τον έχουν συναντήσει και δεν το πήραν είδηση.
     Νιώθει κάποιον να τον ακουμπάει στον ώμο. Θέλοντας και μη στρέφει το βλέμμα. Ο Λευτέρης, ο Αργυρίου. Ντυμένος με στολή. Μοιάζει να παίρνει πολύ σοβαρά το ρόλο του τεθλιμμένου συνάδελφου.
     «Πού είναι το έτερό σου ήμισυ;» τον ρωτάει χαμηλόφωνα και κάπως ειρωνικά, αναφερόμενος φυσικά στον Κακογιάννη.
     «Ο Νίκος δε δουλεύει σήμερα. Τηλεφώνησε το πρωί ότι ήταν άρρωστος και δε θα ερχόταν. Μάλλον καμιά εποχιακή γρίπη…»
     «Νόμιζα ότι ήταν πολύ χοντρόπετσος για ν’ αρρωστήσει».
     «Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια…»
     Η τελετή αρχίζει, αλλά εκείνος δεν την παρακολουθεί. Κοιτά τον κόσμο και τις κάμερες. Δυστυχώς είναι όλες στημένες σε μία γωνία και δε θα έχουν πολλά πλάνα. Αν μπορούσε… Μα, ποια στο διάολο είναι αυτή; Βλέπει μια ψηλή γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, με τα μαλλιά πιασμένα ψηλά σ’ ένα συντηρητικό κότσο, να περιφέρεται σιγά σιγά από το ένα μέρος στο άλλο και να κοιτάει διακριτικά μια τον ένα και μια τον άλλο. Κάτι του θυμίζει. Α, στην ευχή, η Χρυσοστόμου είναι! Αν δεν κοιτούσε προς το μέρος του δε θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. Σπρώχνει ελαφρά με τον αγκώνα την Ντίνα, για να αποσπάσει την προσοχή της.
     «Την είδα», του ψιθυρίζει.
     Τι να κάνει άραγε; Τον τρώει η περιέργεια να μάθει, αν και πολύ το αμφιβάλλει ότι η συνάδελφός του θα ξέρει την απάντηση, γι’ αυτό και δεν τη ρωτά. Κάτι θα έβαλε στο μυαλό της η μικρή, σκέφτεται.
     Κόσμος πάει κι έρχεται και αφήνει στεφάνια μπροστά από το φέρετρο. Ακριβό του φαίνεται. Η χήρα δεν τσιγκουνεύτηκε τα έξοδα τώρα που ήρθε η ώρα να τον ξαποστείλει, ενώ και τα δάκρυα τα έχει πρόχειρα. Προτιμά να το παίζει τραγική παρά στωική. Και γιατί όχι; Αφού οι άνθρωποι συγκινούνται με το δράμα.
     Αρχίζει να βαριέται. Θέλει να βγει έξω για να κάνει ένα τσιγάρο, αλλά ύστερα θυμάται ότι το έκοψε εδώ και χρόνια κι αλλάζει γνώμη. Μαρτύριο του είναι οι τελετές. Όχι μόνο οι κηδείες, αλλά οι τελετές γενικά: γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές κτλ.
     Επιτέλους κάποτε όλα τελειώνουν και μια πομπή από αυτοκίνητα ξεκινά με προορισμό το κοιμητήριο Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στο Στρόβολο. Η κίνηση στην αρχή είναι αραιή, αλλά όσο πλησιάζουν προς το τέλος της λεωφόρου Αθαλάσσης, πυκνώνει. Η ζέστη έχει γίνει πια αποπνιχτική. Ιδρώνει πολύ, ξεφυσάει. Και η Ντίνα τον παρακολουθεί και προσπαθεί να μη γελάσει. Ελπίζει ότι τώρα πια θα το έχει μάθει το μάθημά του. Κούνια που την κούναγε. Καθώς διασχίζουν, σχεδόν σημειωτόν, τα στενά δρομάκια του Στροβόλου, ακούει το τηλέφωνό του να χτυπά. Το βγάζει με κάποια δυσκολία απ’ την τσέπη του παντελονιού και το δίνει στην Ντίνα.
     «Παρακαλώ…»
     «Τον Ιωάννου θέλω», της λέει μια μάλλον πανικόβλητη αντρική φωνή.
     «Δεν μπορεί να μιλήσει τώρα, οδηγεί».
     «Βάλε το μεγάφωνο στο τηλέφωνο».
     «Δεν έχει…»
     «Πώς δεν έχει; Αλλά, τι στο διάολο, άσε. Πες του ότι τον χρειαζόμαστε το συντομότερο δυνατόν…»
     «Ποιοι;»
     «Απ’ το τμήμα παίρνουμε. Ο Ανδρονίκου είμαι. Φάγανε τον Κακογιάννη…»
     «Τι;» Ρώτησε αντανακλαστικά. Αλλά αμέσως συνήλθε. «Φτάνουμε μόλις τώρα στο κοιμητήριο για την ταφή του Κωνσταντίνου. Ενημέρωσε τον μικρό, τον Ιακώβου, και πες του να στείλει τις λεπτομέρειες στο κινητό μου. Μόλις τελειώσουμε από δω θα φύγουμε αμέσως για τον τόπο του εγκλήματος. Όπου κι αν είναι αυτός…».
     Έκλεισε το τηλέφωνο και συνεχίζοντας να το κρατά στα χέρια της έμεινε για λίγο ακίνητη, κοιτώντας σταθερά μπροστά, αλλά προφανώς ανήμπορη να δει κάτι.
     «Τι έγινε;» Την έβγαλε από τη στιγμιαία περισυλλογή της η φωνή του.
     «Σκότωσαν τον Κακογιάννη…»
     Εκείνος δεν αντέδρασε στο άκουσμα της είδησης. Η αλήθεια είναι ότι το περίμενε ότι σύντομα θα είχαν νέο θύμα, απλά δεν ήξερε ποιο θα ήταν αυτό. Η υπόθεση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Είναι σίγουρος ότι εκτέλεσαν κι αυτόν με τον ίδιο τρόπο που σκότωσαν τους άλλους οπότε, εκτός κι αν φανούνε τυχεροί, δε θα βρούνε κανένα στοιχείο στον τόπο του εγκλήματος. Ωστόσο αυτό το νέο έγκλημα επιβεβαιώνει κάποιες από τις υποψίες τους, ενώ λίγο ξεκαθαρίζει και το κίνητρο: εκδίκηση. Αλλά τους εκδικείται ποιος; Και γιατί; Το μυαλό του, παρά τη ζέστη, λειτουργεί με απόλυτη διαύγεια, ωστόσο οι νέες απαντήσεις δημιουργούν, ως συνήθως καινούρια ερωτήματα. Αν βρουν τι συνδέει αυτούς τους τρεις, τότε θ’ ανακαλύψουν και το δολοφόνο. Το θέμα όμως είναι ότι τώρα πρέπει ν’ αρχίσουν να αναζητούν νέους ύποπτους, αφού το νέο έγκλημα αποκλείει τους προηγούμενους, κι ας μην ήταν ακριβώς τέτοιοι. Νέο χαρτολόι τους περιμένει, νέοι πίνακες, νέες αϋπνίες.
     «Φτάσαμε…»
     Βυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του λίγο έλειψε να προσπεράσει το κοιμητήριο και να συνεχίσει να οδηγεί. Σταμάτησε σχεδόν απότομα στην άκρη του δρόμου, λίγο πριν την είσοδο. Κατέβηκαν αμίλητοι από το αμάξι, το οποίο άφησε ανοικτό και με τα κλειδιά στη μίζα. Σχεδόν όπως πάντα. Στην πύλη του νεκροταφείου είδαν τον αρχηγό να τους περιμένει.
     «Τα μάθατε;»
     «Μόλις τώρα…»
     «Δε θα ήτανε καλύτερα να πάτε κατευθείαν εκεί;»
     «Πού τον βρήκανε;»
     «Στην αυλή του σπιτιού του στον Άγιο Παύλο. Προς το παρόν δεν έχω άλλες λεπτομέρειες».
     «Ας αφήσουμε τα παιδιά της σήμανσης και τον ιατροδικαστή να πάνε πρώτα εκεί και να κάνουν τη δουλειά τους και μετά πάμε κι εμείς. Φτάνει να μη μετακινήσουν το πτώμα. Όπως τα άλλα δύο;»
     «Ακριβώς. Νομίζω ότι καλό θα ήταν να ενισχύσουμε την ομάδα με κάποιους έμπειρους ντετέκτιβ…»
     «Δεν εμπιστεύομαι κανένα. Εξάλλου με τους νέους έβγαλα σε μια μέρα περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι θα έβγαζα μ’ εκείνους σ’ ένα μήνα…»
     Η Ντίνα ένιωσε το κινητό να δονείται στην τσέπη της.
     «Μήνυμα είναι. Από τον Ιακώβου. Τα στοιχεία και η διεύθυνση του Κακογιάννη. Περίληψη των γεγονότων και ο φάκελός του. Μέσα σε δέκα λεπτά…»
     «Βλέπεις τι εννοώ;»
     Ο αρχηγός έμεινε άφωνος. Έσκυψε καταφατικά το κεφάλι και περισσότερο χλωμός παρά ποτέ άρχισε να ακολουθεί το πλήθος προς το χώρο ταφής. Αυτοί τον ακολούθησαν σιγοψιθυρίζοντας. Όταν έφτασαν η Χρυσοστόμου ήταν ήδη εκεί και παρίστανε ότι δεν τους γνώριζε. Κρατούσε στα χέρια μια μικρή δερμάτινη τσάντα και περιφερόταν από δω κι από κει.
     «Αναρωτιέμαι τι κάνει αυτή…», είπε χαμηλόφωνα στην Ντίνα.
     «Μάλλον κάποιο σχέδιο έχει καταστρώσει στο μυαλό της. Απλά κοίτα την. Αν δεν την ήξερες θα καταλάβαινες ότι είναι αστυνομικός;»
     «Για να πω το κρίμα μου: όχι. Μάλλον με κάποια μακρινή συγγενή του μακαρίτη μοιάζει».
     Αφήνει την Ντίνα μόνη και αρχίζει να τριγυρνά στο κοιμητήριο παρατηρώντας τα μνήματα, παλιά και νέα. Στιγμιότυπα μιας αλλοτινής ζωής. Πάντα του άρεσαν τα κοιμητήρια, τον ηρεμούσαν. Πολλές φορές στο παρελθόν όταν ήθελε να σκεφτεί κάτι με την ησυχία του, να καθαρίσει το μυαλό του, επισκέπτονταν το μνήμα των γονιών του. Καθάριζε τα χόρτα, φύτευε νέα λουλούδια, άναβε το καντήλι και πού και πού κάθονταν και τους μιλούσε. Ποτέ δεν τους παραπονιόνταν όμως, αφού θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό. Είχε την οικογένεια και το σπίτι του και μια δουλειά που αγαπούσε – τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τους μιλούσε ωστόσο για τις υποθέσεις του. Κι εκείνοι, βουβοί ακροατές τον άκουγαν, και με τα φυσήματα λες του ανέμου του έδιναν τις απαντήσεις τους, του έδειχναν διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλά τα χρόνια πέρασαν, άλλαξαν οι καιροί και τη θέση των νεκρών πήραν τώρα πια για τα καλά οι ζωντανοί. Στην Ντίνα βρήκε την ιδανική συνέταιρο, στη Μαργαρίτα μια καλή ακροάτρια, η Γεωργία τον βοηθάει απλά με το να είναι εκεί, κι η Ελευθερία, με την παρουσία της και μόνο τον έχει μάθει να φυλάει τα νώτα του. Μισοχαμογελά και επιστρέφει προς το μέρος που είναι μαζεμένο το πλήθος.
     Ο μητροπολίτης λέει τα τελευταία λόγια, ακούγονται μικροί ψαλμοί, ο αρχηγός αναλαμβάνει να πει το στερνό αντίο. Του πλέκει, ως είθισται, το εγκώμιο και πολλοί σκύβουν το κεφάλι συμφωνώντας λες με τις τιμές που του αποδίδει. Έζησε σαν κάθαρμα, τον θάβουν σαν ήρωα, σκέφτεται ο Ιωάννου και θέλει να σηκωθεί να φύγει, αλλά δεν το κάνει. Όχι ακόμα. Αναζητά με το βλέμμα την Ντίνα και την Χρυσοστόμου. Ακροβολισμένες μοιάζουν στις δύο άκρες του πλήθους. Παρατηρούν και καταγράφουν μέσα τους. Η σκέψη του παραστρατεί. Α, ρε Ντίνα, σκέφτεται. Α, ρε Ντίνα. Την αγαπά τη μικρή και τη θαυμάζει κιόλας, για το κουράγιο και την επιμονή της. Ορφανή από μητέρα από μικρή, ουσιαστικά βρήκε μόνη το δρόμο της σ’ αυτό τον κόσμο, αφού ο πατέρας της όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπόρεσε ποτέ να αναπληρώσει τη θέση της μάνας. Έτσι μεγάλωσε μόνη, σπούδασε μόνη, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, μα ποτέ δεν έζησε τις χαρές που της αναλογούσαν. Ο γάμος της δεν κράτησε πολύ -δε θέλει να μιλάει ποτέ γι’ αυτόν- όπως και όποιες άλλες σχέσεις επιχείρησε. Και τώρα είναι μόνη. Και ασχολείται μόνο με τη δουλειά. Ευτυχώς που τώρα τελευταία άρχισαν να γίνονται καλές φίλες με την Ελευθερία, αλλιώς δε θα ήξερε τι να κάνει για να τη βοηθήσει. Σαν άτυπο αφεντικό και φίλος της τα πήγαινε μια χαρά, αλλά οπωσδήποτε χρειαζόταν και άλλα άτομα στη ζωή της. Τέλος πάντων. Τα λόγια τελειώνουν και το χώμα και τα λουλούδια αρχίζουν να καλύπτουν τα λίγα μέτρα γης που αναλογούν στο νεκρό. Κάνει νόημα στην Ντίνα ότι ήρθε η ώρα να αποχωρήσουν: ό,τι ήτανε να δούνε εκεί το είδαν ήδη.
     «Στείλε μήνυμα στην Χρυσοστόμου να μείνει εδώ μέχρι το τέλος και μετά ν’ ακολουθήσει αυτούς που θα πάνε στο σπίτι της χήρας, αλλά να μη μπει μέσα. Απλά είμαι περίεργος να μάθω αν θα εμφανιστεί κάποιος ουρανοκατέβατος πέρα από τους στενούς συγγενείς και φίλους», της είπε μόλις απομακρύνθηκαν λίγο από τους υπόλοιπους. Υπάκουσε αμέσως. Προτού φτάσουν καν στο φούρνο μικροκυμάτων με τέσσερις τροχούς, που θα τους μετέφερε στο νέο τόπο του εγκλήματος ήρθε και η απάντηση.
     «Ό,τι πείτε. Κινηματογράφησα ολόκληρη τη νεκρώσιμη ακολουθία. Πιστεύω ότι έχω πλάνα με τα πρόσωπα όλων των θεατών».
     Χαμογέλασε όταν είδε το μήνυμα εκείνη και του το έδειξε.
     «Μα πώς…» πήγε να ρωτήσει, αλλά κατάλαβε. Μικροκάμερα, μάλλον μέσα στη τσάντα της. Γι’ αυτό την κρατούσε όπως την κρατούσε. «Βρε τους μπαγάσες. Αυτοί σε μια βδομάδα θα μας βγάλουν όλους άχρηστους. Αυτός ο Ιακώβου είναι…»
     «Γιατί αυτή πάει πίσω;»
     «Αν βγάλουμε άκρη μ’ αυτή την υπόθεση θα ζητήσω από τον αρχηγό να τους τοποθετήσει μόνιμα στην ομάδα μας. Σίγουρα αυτό δε θα αρέσει σε πολλούς, ειδικά αφού είναι νέοι, αλλά δε δίνω μία. Θέλω να δουλεύω με τους καλύτερους».
     Η Ντίνα συγκατανεύει αμίλητη. Μπαίνουν στο αμάξι. Τα καθίσματα καίνε, ενώ το τιμόνι μοιάζει να λιώνει από τις αχτίδες του καυτού ήλιου. Όταν πάνε να βάλουν τις ζώνες ασφαλείας νιώθουν τα δάχτυλά τους να τσουρουφλίζονται.
     «Κάνει ζέστη σήμερα», λέει αυτός κι εκείνη προσπαθεί να μη γελάσει. Παραπονέθηκε πρώτος, το παιχνίδι κερδήθηκε.
     «Αύριο με το Χόντα…»
     «Καλά».
     Βάζει μπρος. Σταματάνε για λίγο στα φανάρια και μετά πάνε ευθεία μπροστά. Προσπερνάνε το Απολλώνιο νοσοκομείο, το γήπεδο Λευκοθέα και το Μακάριο Στάδιο. Στο τέρμα του δρόμου στρίβουν δεξιά και συνεχίζουν ευθεία, προς τον κυκλικό κόμβο του Κολοκασίδη και μετά πάνε αριστερά. Στα επόμενα φανάρια στρίβουν και πάλι αριστερά και χαράζουν πορεία προς τον Ιππόδρομο. Εκεί κοντά είναι το σπίτι του Κακογιάννη.
     Δε δυσκολεύονται να το βρουν. Είναι και τα περιπολικά απέξω που τους κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Είναι και οι συνήθεις περίεργοι που την κάνουν πιο δύσκολη. Παραδόξως τα κανάλια δεν τους πρόλαβαν. Ήταν πολύ απασχολημένα με την κηδεία και με τις συνταρακτικές, όπως πάντα, εξελίξεις στο κυπριακό. Τριάντα εφτά χρόνια μετά την εισβολή κι οι εξελίξεις εξακολουθούν να τρέχουν. Καλά που δεν κουράζονται.
     Χαιρετούν τον νεαρό αστυνομικό που στέκεται φρουρός στην είσοδο κι εκείνος τους δείχνει προς τα πού να πάνε: στην πίσω μάλλον αυλή του σπιτιού. Ακολουθούν το βλέμμα του και φτάνουν σε μια γωνιά όπου είναι φυτεμένες κάποιες λεμονιές και μανταρινιές. Βλέπουν κάποιο να τους παρατηρεί από τη βεράντα του διπλανού σπιτιού. Μάλλον αυτός θα ήταν που εντόπισε το πτώμα.
     Πλησιάζουν τον Αντωνίου και τους ανθρώπους της σήμανσης που στέκονται από πάνω του.
     «Τι έχουμε;»
     «Ό,τι είχαμε πάντα, Πέτρο».
     «Ο ίδιος δολοφόνος;»
     «Μάλλον. Αλλά ίσως αυτός να πρόλαβε να δει ποιος του επιτέθηκε αφού το χτύπημα στο κεφάλι είναι στα πλάγια και όχι από πίσω, όπως στις άλλες περιπτώσεις. Ο αρχηγός;»
     «Θα προσπαθεί να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα με τα υπουργικά κουστούμια. Ώρα θανάτου;»
     «Αν λάβουμε υπόψη τη ζέστη, θα έλεγα γύρω στις δώδεκα με μια το μεσημέρι».
     «Τι ώρα λάβαμε την κλήση;»
     «Στις τρεις παρά δέκα».
     «Από τον γείτονα;»
     «Ναι, μόλις επέστρεψε από τη δουλειά τον είδε από το παράθυρο της κουζίνας και μας τηλεφώνησε».
     «Ήταν περίεργος αρκετά ώστε να έρθει να τον δει από κοντά;»
     «Γιατί δεν τον ρωτάς ο ίδιος;»
     «Αυτό θα κάνω».
     Ρίχνει μια ματιά στο κουφάρι που κάποτε φιλοξενούσε τη ζωή του Κακογιάννη. Γαλήνιο μοιάζει. Καταματωμένο, αλλά γαλήνιο. Το στιλέτο καρφωμένο στο στήθος με το σύνηθες σημείωμα και το κορμί του τοποθετημένο λες για μια πόζα. Τέλεια σκηνοθεσία. Παρατηρεί τα φύλλα και το χώμα. Πατημένα από τον ίδιο και τους άλλους αστυνομικούς, αλλά σίγουρα και το μακαρίτη. Αν υπήρχε κάποιο ίχνος από τα παπούτσια του θύτη, έχει πια χαθεί. Κοιτά προς το φράχτη που χωρίζει αυτό το σπίτι μ’ εκείνο του γείτονα. Φρέσκες πατημασιές δε φαίνονται πουθενά. Κατευθύνεται προς τα εκεί ακολουθημένος από την Ντίνα.
     «Χαίρεται. Μπορώ να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;»
     «Φυσικά. Ό,τι θέλετε…»
     «Τι ώρα ακριβώς επιστρέψατε στο σπίτι σας;»
     «Γύρω στις τρεις παρά τέταρτο. Εκτός κι αν έχω κάτι άλλο να κάνω επιστρέφω πάντα την ίδια ώρα».
     «Και πού δουλεύετε;»
     «Στο υπουργείο υγείας».
     «Μάλιστα. Πώς ήταν οι σχέσεις σας με το θύμα;»
     «Καλές. Όχι εξαιρετικές, απλά καλές. Πού και πού με ενοχλούσε τα βράδια όταν είχε φίλους για φαγητό ή ποτό και το γλεντούσαν μέχρι το πρωί, αλλά εκτός από αυτό δεν είχαμε κάτι να χωρίσουμε».
     «Και με τους υπόλοιπους γείτονες;»
     «Δεν άκουσα κάποιον να τον κατηγορεί για κάτι, αλλά φυσικά δεν είμαι και μέσα στο μυαλό τους. Φαινομενικά τουλάχιστον δεν έμοιαζε να έχει πρόβλημα με κανένα. Εκτός…»
     «Εκτός;»
     «Τίποτα. Να, η κυρία Ελένη, που είναι αυτό που λέμε τ’ αυτί της γης, υποστήριζε τις προάλλες ότι ο Κακογιάννης είχε πάρε δώσε με περίεργους τύπους. Αλλά κανένας δεν την πίστεψε, αφού δεν έχει στ’ αλήθεια τι να κάνει, έτσι κάθεται όλη μέρα και πλάθει ιστορίες με τη φαντασία της…»
     «Πού μπορώ να τη βρω;»
     «Μένει δυο σπίτια πιο κάτω, στο είκοσι εφτά. Όπως θα βγείτε έξω στα δεξιά σας».
     Ακολουθώντας τις οδηγίες του άντρα βγήκαν στο δρόμο. Βρίσκονταν στην Πράσινη γραμμή. Στη μία και στην άλλη άκρη του δρόμου υπήρχαν δύο φυλάκια της Εθνικής Φρουράς και λίγο πιο κάτω ένα των Ηνωμένων Εθνών. Σίγουρα όλοι οι κάτοικοι εδώ γνώριζαν ο ένας τον άλλο, αφού δεν υπήρχαν καινούρια κτήρια. Εκτός κι αν κάποιος νοίκιαζε. Αλλά ακόμη κι έτσι, σίγουρα κάποιος θα είδε κάτι το ασυνήθιστο. Πολλές φορές ο εγκέφαλος χρειάζεται πολλή χρόνο για να επεξεργαστεί τις πληροφορίες. Ίσως με λίγη τύχη…
     «Ντίνα, πάρε τηλέφωνο τον Σωτηρίου και πες του να στείλει δυο ομάδες για να μιλήσουν με όλους τους κατοίκους του δρόμου, εκτός απ’ αυτούς που αναλάβαμε ήδη εμείς».
     Έφτασαν στο σπίτι της κυρίας Ελένης. Κτύπησαν την πόρτα. Και περίμεναν. Την ξανακτύπησαν. Και περίμεναν και πάλι. Πάνω που ετοιμάζονταν να το κάνουν για τρίτη φορά άκουσαν μια φωνή να φωνάζει από μέσα:
     «Καλά, καλά, έρχομαι».
     Τους άνοιξε μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα κάτι της. Λίγο καμπούρα, με φτενά άσπρα μαλλιά, ντυμένη με μια αλαφριά ρόμπα και φορώντας παντόφλες, πιο γερασμένες θα έλεγε κανείς κι από την ίδια.
     «Τι θέλετε;»
     Της έδειξαν τις ταυτότητές τους, της συστήθηκαν, εξήγησαν το λόγο της επίσκεψής τους.
     «Χα. Το περίμενα», ξεφώνισε σχεδόν χαρούμενη αυτή, και παραμέρισε για να περάσουν μέσα.
     Το σαλόνι της θύμιζε περασμένα μεγαλεία. Πολυέλαιος στο ταβάνι, σίγουρα πανάκριβος, αλλά τώρα αφημένος στη φθορά του χρόνου, παλιοί πίνακες στους τοίχους, ξύλινα έπιπλα απομεινάρια ενός μακρινού χθες, φωτογραφίες που θύμιζαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Τους έβαλε να καθίσουν σ’ ένα καναπέ αντίκα και τους ρώτησε τι θα ήθελαν να πιουν. Και όχι, νερό δεν είχε.
     «Φτιάχνω φραπέ, αν θέλετε. Μού έφερε ένα μηχάνημα που το ανακατεύει η εγγονή μου. Έχω γίνει μάστορας…»
     «Μαύρο σκέτο», ο Ιωάννου. Δεν ήθελε άλλη ζάχαρη σήμερα.
     «Μαύρο με ένα κουταλάκι ζάχαρη», η Ντίνα.
     Κίνησε αμέσως να εκτελέσει την παραγγελία.
     «Ωραία η γιαγιά…», ψιθύρισε εκείνη.
     «Για να δούμε τι έχει να μας πει όμως. Ελπίζω να μην αρχίσει τις ιστορίες για τα παιδιά και τα εγγόνια της, γιατί θα νυχτωθούμε εδώ».
     Του άρεσε αυτό το σπίτι κι ας μύριζε λίγο εγκατάλειψη. Είναι φανερό ότι η ιδιοκτήτριά του έχει, ή τουλάχιστον είχε, χρήμα, αλλά είναι πολύ περήφανη ή πολύ πεισματάρα ώστε να ζητήσει βοήθεια για να το φροντίσει.
     Μετά από πέντε λεπτά την είδαν να καταφθάνει κουβαλώντας ένα δίσκο με τα φραπέ και τα απαραίτητα μπισκότα και κουλουράκια. Δεν έκανε να φιλέψει τους ξένους ανθρώπους μόνο με ένα καφέ. Τους σέρβιρε και κάθισε απέναντί τους, ρουφώντας γουλιά γουλιά μια παγωμένη λεμονάδα.
     «Λοιπόν;» Άνοιξε αντ’ αυτών την κουβέντα. «Τι θα θέλατε να μάθετε;»
     «Τι ξέρετε να μας πείτε;» αποφάσισε να πάρει την πρωτοβουλία η Ντίνα.
     «Ο Κακογιάννης, θεός μακαρίσει τον, ήτανε κακό σπυρί. Παρίστανε τον καθώς πρέπει, τον ευγενικό κτλ, αλλά εγώ κάποιους σαν κι αυτό τους μυρίζομαι από μακριά».
     «Κάποιους σαν κι αυτόν;»
     «Ήταν βρώμικος μπάτσος. Βάζω στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό. Αν βλέπατε ποιοι τον επισκέπτονταν και τι περίεργες ώρες θα καταλαβαίνατε…»
     «Αν μπορούσατε να μας εξηγήσετε…»
     «Να σας εξηγήσω, γιατί να μη σας εξηγήσω. Έχω αϋπνίες ξέρετε, όπως όλοι οι γέροι, έτσι πολλές φορές μένω ξύπνια μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Και τότε είναι που βλέπω να συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα που σας λέω. Τις προάλλες ήταν εδώ ένας τυπάς με τον μπράβο του, τον οποίο χθες είδα στην τηλεόραση, εκεί που σκότωσαν τον άλλο αστυνομικό. Επίσης κάποιος του έφερνε κάθε τόσο γυναίκες και έφευγε. Ερχόταν κι ένας αστυνομικός συχνά. Πώς τον έλεγαν; Αχ, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, εκείνος ήταν ο πιο συχνός επισκέπτης του, αλλά… Πώς τον έλεγαν; Είμαι σίγουρη ότι έχω ακούσει το όνομά του…»
     «Αν σας δείχναμε μια φωτογραφία του θα τον αναγνωρίζατε;»
     «Ναι. Τα πρόσωπα τα θυμάμαι, τα ονόματα ξεχνάω».
     «Μια στιγμή να πάρω ένα τηλέφωνο».
     Σηκώθηκε από τον καναπέ κι απομακρύνθηκε για λίγο από τον Ιωάννου και την πρόθυμη μάρτυρά τους.
     «Είναι ξύπνιο το κορίτσι…»
     «Λες να μην το ξέρω;»
     «Ευτυχώς που άρχισαν να δέχονται γυναίκες στην αστυνομία. Αυτές θα σας καθαρίσουν τον στάβλο…»
     Άθελά του γέλασε. Δίκιο είχε, αλλά δε θα της το έλεγε. Η Ντίνα επέστρεψε στη θέση της και μια στιγμή αργότερα έλαβε ένα μήνυμα στο -πιο έξυπνο από εμένα, όπως έλεγε- κινητό της. Άνοιξε το αρχείο και άρχισε να δείχνει κάποιες φωτογραφίες στην κυρία Ελένη. Εκείνη δεν αναγνώριζε κανένα και όλο έλεγε πάρα κάτω, μέχρι που κάποια στιγμή έσφιξε το χέρι της κοπέλας και τη διέταξε σχεδόν να πάει ένα πλάνο πιο πίσω.
     «Αυτό τον τύπο τον ξέρω. Είναι αυτός που σας είπα ότι είχε έρθει εδώ με τον μπράβο του».
     Οι δύο συνεργάτες αντάλλαξαν μια όλο νόημα ματιά. Ο Πιγκουΐνος!
     «Θυμάστε πότε ακριβώς τον είδατε; Είχε έρθει εδώ ξανά; Εκτός από τον μπράβο ήταν κάποιος άλλος μαζί του;»
     «Μόνο μια φορά τον είδα. Δε στήνω καρτέρι κιόλας. Απλά ο κόσμος περνά κι εγώ παρατηρώ. Αν τον έβλεπα ξανά θα τον θυμόμουνα. Εξάλλου ήταν ο μπράβος που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου. Μού φάνηκε πολύ παράξενο το ότι ήταν εδώ. Πότε τον είδα; Για να θυμηθώ…» Σκέφτεται. Αποφασίζει. Αλλάζει γνώμη. Ξανασκέφτεται. «Μια στιγμή», τους λέει και σηκώνεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο απ’ την πολυθρόνα της. Εκείνοι παίρνουν την ευκαιρία για ν’ απολαύσουν μια τονωτική ένεση καφεΐνης. Τη βλέπουν να επιστρέφει, κουβαλώντας μαζί της ένα τηλεοπτικό ένθετο εφημερίδας. Το ανοίγει και αρχίζει να το φυλλομετράει. Της χαμογελούν ενθαρρυντικά. Σταματάει.
     «Την Τρίτη», αποφαίνεται με σιγουριά. «Παρακολουθούσα, θυμάμαι, την αγαπημένη εκπομπή. Ξέρετε, αυτή με τους μάγειρες…»
     «Ξέρουμε. Ξέρουμε», της απαντάει εκείνη, κι ας μην έχει ιδέα κανείς απ’ τους δυο τους σε ποια εκπομπή αναφέρεται. Έτσι κι αλλιώς μπορούν πολύ εύκολα να μάθουν. Σηκώνονται. Η Ντίνα σημειώνει τον αριθμό του τηλεφώνου της σ’ ένα χαρτάκι και της το δίνει. «Αν θυμηθείτε κάτι άλλο μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε, ό,τι ώρα κι αν είναι».
     «Μην ανησυχείς κόρη μου, θα σου τηλεφωνήσω. Κι αν θες τη συμβουλή μου, βάλε τον αυτόν εδώ να κάνει δίαιτα γιατί δεν τον βλέπω καλά…»
     Γέλασε ο Ιωάννου. Τελικά πολύ του άρεσε η κυρία Ελένη. Θα ήθελε να καθίσουν για λίγο ακόμη εκεί, μαζί της, αλλά ο χρόνος δεν τους παίρνει. Τους ξεπροβοδίζει στην πόρτα λέγοντας:
     «Στο καλό να πάτε και να προσέχετε».
     «Θα πάρω τον αρχηγό αμέσως», λέει η Ντίνα καθώς κατευθύνονται και πάλι προς το σπίτι του θύματος. «Τουλάχιστον έχουμε και πάλι έναν ύποπτο. Αυτό που με ανησυχεί είναι που τον βρίσκουμε και πάλι μπροστά μας. Λες να ήταν ο Κακογιάννης αυτός που τον ειδοποίησε…»
     «Δεν ξέρω. Και δεν ξέρω τι να πιστέψω πια. Πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή του.
     «Ναι, αρχηγέ, έχουμε νέα». Του είπε τι έμαθαν από τη γειτόνισσα. Έκλεισε.
     «Έλεγα ότι πρέπει να βγάλουμε ένα ένταλμα…»
     «Για να ερευνήσουμε το γραφείο του Πιγκουΐνου. Αλλά χλωμό το βλέπω. Λες να μας το δώσουν;»
     «Δε θα έβαζα στοίχημα τη σύνταξή μου γι’ αυτό», απάντησε αναθυμούμενος την έκφραση της καλής γριάς, «αλλά ας κάνουμε μία προσπάθεια. Αναρωτιέμαι αν ο λεβέντης μας έχει σύνδεση στο διαδίκτυο…»
     Μέχρι να πει τη λέξη, η Ντίνα έκανε ήδη την πράξη.
     «Έλα, Ιακώβου. Θέλω να ελέγξεις αν υπάρχει σύνδεση στο ίντερνετ γι’ αυτό τον αριθμό». Του τον έδωσε. «Και μην κάνεις κάτι περισσότερο απ’ αυτό που σου λέω. Για την ώρα τουλάχιστον. Με την ευκαιρία…»
     «Σκαλίζω ήδη το φάκελο και τα τηλεφωνικά αρχεία του Κακογιάννη. Προς το παρόν τα ηλεκτρονικά στοιχεία συμφωνούν με τα έντυπα. Αν βρω κάτι θα σας ενημερώσω». Της έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.
     «Αυτός είναι χειρότερος κι από σένα».
     «Να κάτι που δεν περίμενα ν’ ακούσω ποτέ…»
     Ο Αντωνίου είχε ήδη αναχωρήσει με το πτώμα για το νεκροτομείο, ενώ τα κανάλια που κατέφθασαν άρχισαν να παίρνουν πλάνα από το σπίτι. Μια κάμερα ήταν ακροβολισμένη στη γωνιά του δρόμου, έπαιρνε πλάνα απ’ αυτούς που παίρναν πλάνα, για να παραπλανήσουν μετά το κοινό, παρα(πλανο)πληροφορώντας το.
     Μπήκαν στην αυλή κι από την πίσω πόρτα, αυτήν της κουζίνας, στο σπίτι. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισαν δεν τους εξέπλεξε. Κλασικά κυπριακή. Ένα λευκό ορθογώνιο τραπέζι, τέσσερις καρέκλες φτιαγμένες από σίδερο και ξύλο, κι ένας μεγάλος καναπές αραδιασμένος μπροστά από μια σχεδόν το ίδιο μεγάλη τηλεόραση. Των πενήντα ιντσών ίσως.
     «Βρε τον Κακογιάννη».
     «Τι περίμενες δηλαδή; Δεν είναι όλοι σαν και σένα, που αν δε χαλούσε και δε φτιαχνόταν με τίποτα η τηλεόρασή σου, θα ήσουν ακόμη με την ασπρόμαυρη…»
     «Τι χρειάζεται το χρώμα στις ειδήσεις;»
     Η αλήθεια είναι ότι του άρεσαν οι έγχρωμες τηλεοράσεις. Και όσο πιο έντονα είναι τα χρώματά τους τόσο το καλύτερο. Οι εικόνες ζωντάνευαν λες μπροστά στα μάτια του όταν παρακολουθούσε κάποια ντοκιμαντέρ για τα ζώα και τη φύση. Προχώρησαν στο σαλόνι. Μοντέρνο κι αυτό. Με μάλλον πολυτελή φωτιστικά στο ταβάνι, μια μεγάλη τραπεζαρία, ακριβά ποτά αραδιασμένα σ’ ένα έπιπλο, δυο καναπέδες δερμάτινοι, ο ένας μεγάλος κι ο άλλος λίγο πιο μικρός, και δυο πολυθρόνες άνετες, αλλά προφανώς όχι πολυχρησιμοποιημένες, και η αναγκαία και πάλι επίπεδης οθόνης τηλεόραση. Στους τοίχους μόνο δικές του φωτογραφίες: από τότε που ήταν μικρό παιδί, μετά μαθητής στις διάφορες τάξεις στου σχολείου, ντυμένος με τη στολή του στην τελετή της αποφοίτησης από την αστυνομική ακαδημία. Καταχωνιασμένη σε μια γωνιά βρήκαν μια παλιά φωτογραφία που απεικονίζει ένα ζευγάρι, μάλλον τους γονείς του. Φόρεσαν τα γάντια τους, άνοιξαν τα συρτάρια του επίπλου και άρχισαν να ψάχνουν τα περιεχόμενά του, προσπαθώντας την ίδια ώρα να μην είναι μες στα πόδια των ανθρώπων της σήμανσης. Δεν βρήκαν τίποτα το ιδιαίτερο. Περισσότερες φωτογραφίες, αποδείξεις, διαφημιστικά φυλλάδια.
     «Ιωάννου», κάποιος τον φώναξε από ένα από τα δωμάτια. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί με την Ντίνα να τον ακολουθεί κατά πόδας. Βρήκαν κάποιον να στέκεται μπροστά από ένα ανοιχτό χαρτοφύλακα, τοποθετημένο πάνω σ’ ένα διπλό κρεβάτι.
     «Τι έχουμε εδώ;»
     «Αν δεν το δεις δε θα το πιστέψεις. Εξάλλου δε θέλω ν’ αναλάβω εγώ την ευθύνη για τη μεταφορά…»
     Πλησίασε. Έριξε μια ματιά μέσα στο χαρτοφύλακα και για μια στιγμή έμεινε άφωνος. Η Ντίνα απ’ την άλλη όχι.
     «Όπα, όπα, μάνα μου», αναφώνησε. Μάλλον πρώτη φορά στη ζωή της είδε τόσο χρήμα μαζεμένο. Χαρτονομίσματα των εκατό, των διακοσίων και πεντακοσίων ευρώ, συμμαζεμένα σε δεσμίδες της τραπέζας.
     «Κλείσε τον χαρτοφύλακα και σφράγισέ τον με την κίτρινη κορδέλα που χρησιμοποιούμε στους τόπους του εγκλήματος και μετά δώσε μου τον».
     Ο άντρας, εμφανώς ανακουφισμένος, υπάκουσε. Ο Ιωάννου με που τον πήρε στα χέρια ζήτησε από την Ντίνα να του δώσει ένα ζευγάρι χειροπέδες. Μ’ αυτές έδεσε τον χαρτοφύλακα με τον καρπό του αριστερού του χεριού, όπως του είπαν ότι γίνεται στις ταινίες.
     «Θα έρθεις μαζί μου», διέταξε τον άντρα. «Η ισχύς εν τη ενώσει. Μπορείς να οδηγήσεις κανονικό αμάξι ή είσαι απ’ αυτούς που ξέρουν μόνο από αυτόματα;»
     «Δεν υπάρχει λόγος να τον τιμωρήσεις…» πετάχτηκε στη μέση, χαμογελώντας ειρωνικά η Ντίνα.
     «Εσένα θα τιμωρήσω. Σε θέλω να μείνεις εδώ και να συνεχίσεις να ψάχνεις με τα παιδιά. Όχι μόνο το σπίτι, αλλά και το γκαράζ και την αυλή. Δεν έχουμε την πολυτέλεια ν’ αφήσουμε να μας ξεφύγει κάτι. Μπορείς να έρθεις αργότερα μ’ ένα περιπολικό».
     «Μάλιστα αφεντικό».
     Έτσι κι αλλιώς προτιμούσε να μείνει εκεί. Της άρεσε να ψάχνει, να κάνει συνειρμούς, ν’ ανακαλύπτει. Όχι πώς ήταν κι άσχημη στη δουλειά του γραφείου, αλλά στο πεδίο μάχης, όπως το ονόμαζε, βρισκόταν στο στοιχείο της.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 3

Κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του και κοιτάει τις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος. Πήρε αντίγραφα προτού φύγει από το τμήμα. Ακούει τη γυναίκα του να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα ετοιμάζοντας το φαγητό και μιλώντας στο τηλέφωνο. Εκείνου δεν του μιλά. Τον έχει μάθει τόσα χρόνια τώρα. Όταν τον βλέπει σ’ αυτή την κατάσταση τον αφήνει πάντα στην ησυχία του μέχρι την ώρα του γεύματος ή του δείπνου – ανάλογα. Η ζέστη δεν είναι και άσχημη. Ο ήλιος χτυπάει την αντίθετη πλευρά του σπιτιού κι ένα αεράκι απαλό που φυσάει κάθε τόσο της κλέβει κάτι από τη ορμή της. Κάτι δεν του αρέσει. Στημένο του μοιάζει το σκηνικό στις φωτογραφίες, σαν από αστυνομική σειρά ή κάποια ταινία. Δεν είναι έγκλημα πάθους αλλά τελετουργική εκτέλεση, σκέφτεται. Τον αιφνιδίασαν καθώς άνοιγε την πόρτα και τον χτύπησαν στο κεφάλι. Και μετά αντί να τον αποτελειώσουν αμέσως, τον έσυραν μέσα στο διαμέρισμα, γύρισαν το κορμί του ώστε να κοιτάει προς τα πάνω και του κάρφωσαν το στιλέτο μαζί με το σημείωμα στο στήθος. Κι η γυναίκα του δεν άκουσε τίποτα; Αλλά, τώρα που το σκέφτεται, είδε πεταμένες πάνω στο κρεβάτι δύο ωτοασπίδες, από εκείνες που χρησιμοποιεί κι η Γεωργία για να μην ξυπνά κάθε φορά που του τηλεφωνούν μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Όλα δείχνουν πώς επρόκειτο για ένα καλά προμελετημένο έγκλημα. Δεν πιστεύει ότι οι άνθρωποι της σήμανσης θα βρουν πολλά στοιχεία. Εντάξει, το τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, αλλά μερικές φορές και τα όχι και τόσο τέλεια δεν είναι εύκολο να διαλευκανθούν. Νιώθει κάποιον να στέκεται από πίσω του. Κρύβει βιαστικά τις φωτογραφίες. Η Μαργαρίτα, η μεγάλη του κόρη. Η μικρή θα είναι ακόμη στο σχολείο.
     «Εκτέλεση;»
     Στα εικοσιπέντε της χρόνια η Μαργαρίτα είναι μια πανέμορφη νέα γυναίκα. Κάθε φορά που τη βλέπει σκέφτεται: ευτυχώς που δεν πήρε από μένα. Έχει την ομορφιά της μάνας της, αλλά και κάτι ακόμη. Κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Καστανά ολόισια μακριά μαλλιά, ξεβαμμένα πράσινα μάτια, συμμετρικό κορμί, ούτε κοντή, ούτε ψηλή. Φοράει ένα πολύχρωμο φουστάνι, από εκείνα που της αρέσουν και που αρέσουν και σε κείνον, αφού κάθε φορά που τη βλέπει με τέτοια ρούχα συνοδεία με το τεράστιο φωτεινό χαμόγελό της απλά ξεχνιέται.
     «Έτσι φαίνεται».
     Δε θέλει να της κρύψει την αλήθεια, αλλά θα το προτιμούσε αν δεν έβλεπε τις φωτογραφίες. Όχι πώς δεν τις έχει συνηθίσει πια -στην τηλεόραση και το σινεμά βλέπει πολύ χειρότερα- αλλά να, δε θέλει να της δείχνει ο ίδιος προσωπικά τις εικόνες της βίας. Κάνει το διδακτορικό της τώρα η κοπέλα, κλινική ψυχολόγος, και του είπε ότι αν της δινόταν η ευκαιρία θ’ ακολουθούσε τ’ αχνάρια του. Την πίστεψε. Εξάλλου πάντα τη συνάρπαζαν τα εγκλήματα, ή μάλλον οι εγκληματίες και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον βοήθησε να βγάλει άκρη σε κάποια υπόθεση. Κάθεται δίπλα του και παίρνει το φάκελο στα χέρια της. Τον ανοίγει κι αρχίζει να μελετά μία μία τις φωτογραφίες. Κι αυτός μελετά εκείνη. Την παρατηρεί και προσπαθεί να κρύψει το χαμόγελό του. Θυμάται τις διακοπές που έκαναν μαζί λίγους μήνες πριν όταν κατάρρευσε από την αϋπνία και την υπερκόπωση και τον ανάγκασαν με το έτσι θέλω να πάρει αναρρωτική άδεια. Ήταν Φλεβάρης, η βροχή έπεφτε εδώ και μέρες ασταμάτητα και θα τον έπιανε η κατάθλιψη αν δεν του πρότεινε εκείνη ένα ταξίδι. Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη οι δυο τους βρέθηκαν στην Ταϊλάνδη. Οι δυο τους αφού η Ελευθερία, η μικρή, είχε σχολείο κι έτσι αναγκαστικά κι η μάνα της έμεινε πίσω μαζί της. Ήταν οι καλύτερες διακοπές που έκανε ποτέ. Ξεκίνησαν από το νότο, τα νησιά. Πήγαν για πέντε μέρες στο Σαμούι και στο Φαγκάν για τα μπάνια τους και μετά συνέχισαν στην ενδοχώρα. Στη Χατ Ιάι, με το έντονο μουσουλμανικό στοιχείο, στο Κράμπι, που θυμίζει νησί κι ας μην είναι, στο Καντσιαναμπούρι με τη διάσημη γέφυρα του Ποταμού Κβάι και το ναό των τίγρεων. Ξαπόστασαν για τρεις μέρες στην Μπανγκόκ, την οποία βρήκαν χαοτική και άναρχη, αλλά και με τις χάρες της, και επισκέφθηκαν την αρχαία πόλη Αγιουτάγια με τα αμέτρητα αγάλματα του Βούδα. Μετά κίνησαν για το βορρά. Επισκέφθηκαν την πόλη Κον Κεν, την οποία βρήκαν μάλλον βαρετή, προτού συνεχίσουν για το Πιτσανουλόκ, όπου τα βράδια τα κουνούπια έκαναν πάρτι. Στη Σουκοτάι έριξαν μία ακόμη θαυμαστική ματιά στον αρχαίο βουδιστικό πολιτισμό και μετά έβαλαν πλώρη για την πόλη που θα αποδεικνυόταν το λιμάνι τους: την Τσιανγκ Μάι. Ενώ η προηγούμενη τους διαδρομή θύμιζε αγώνα δρόμου εκεί κόλλησαν για μια βδομάδα. Κάτι έχει αυτή η πόλη, έλεγε ο Ιωάννου, κάτι έχει που δεν μπορώ να το εξηγήσω και με κρατάει εδώ. Η Μαργαρίτα συμφωνούσε μαζί του. Έτσι ξόδεψαν τις μέρες τους τριγυρνώντας από ναό σε ναό, κάνοντας ράφτινγκ στο ποτάμι -τώρα στα γεράματα, σκεφτόταν εκείνος- πηγαίνοντας βόλτες με τους ελέφαντες και τρώγοντας του κόσμου, τα παράξενα, φαγιά – ακόμη και μεταξοσκώληκες, που κάπου θύμιζαν φασόλια. Τις νύχτες έκοβαν βόλτες στα μπαράκια και έτσι για πλάκα κάθονταν χώρια αρχικά και παρίσταναν ότι δεν ήξερε ο ένας τον άλλο. Διάφοροι την πλησίαζαν και της την έπεφταν και σαν περνούσε λίγο η ώρα πλησίαζε κι αυτός και συστηνόταν σαν μπαμπάς της κι άπου φύγει φύγει οι επίδοξοι εραστές. Κι εκείνοι έσκαγαν στα γέλια. Οι διακοπές εκείνες…
     «Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς;»
     «Το ταξίδι».
     «Τους γκόμενους;»
     «Κι εκείνους. Ναι».
     Του χαρίζει ένα χαμόγελο και επιστρέφει στις φωτογραφίες. Κι εκείνος στις σκέψεις του. Δεν μπορεί να βγάλει άκρη μ’ αυτό το κορίτσι, μ’ αυτή τη γυναίκα μάλλον. Σκέφτεται και ενεργεί πάντα λογικά και με σύνεση, είναι όσο πάει ξύπνια, αλλά στην ερωτική της ζωή τα κάνει πάντα θάλασσα. Ερωτεύεται κατά συρροή, πληγώνεται κατ’ εξακολούθηση. Κι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει κάνει έρωτα με κανένα. Τού το λέει και την πιστεύει. Επιμένει ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει. Ούτε καν οι φίλοι της. Ειδικά αυτοί. Για κάποιο λόγο πιστεύουν ότι τους ανήκει, και αν τύχει και δεν είναι εκεί όταν τη χρειαστούν αρχίζουν τις μπηχτές. Κάθε φορά που γνωρίζει κάποιον άλλο άνθρωπο της λένε ότι τους παρατά για χάρη του. Κι αυτή τους ανέχεται. Γιατί; Της είπε πολλές φορές ότι η υπερβολική καλοσύνη κάνει κακό στην υγεία, αλλά δε θέλει να τον ακούσει. Είμαι αυτή που είμαι, του λέει.
     «Βλέπεις αυτό που βλέπω κι εγώ». Τον βγάζει από τις σκέψεις του.
     «Υποθέτω ναι».
     «Έγκλημα πάθους προσχεδιασμένο;»
     «Ακριβώς. Αλλά είναι τόσο προφανές που δε μου γεμίζει το μάτι. Ίσως και να κάνω λάθος».
     «Η γυναίκα του;»
     «Όχι. Αλλά είμαι σίγουρος ότι κρύβει κάτι».
     «Το δολοφόνο ίσως…»
     «Δεν ξέρω, αλλά δεν το αποκλείω κιόλας».
     «Κάποιος εραστής ίσως;»
     «Το σκέφτηκα. Έχω τις υποψίες μου…»
     «Αλλά δύσκολα θα βγάλεις άκρη».
     «Το φαγητό είναι έτοιμο», τους διακόπτει η φωνή της Γεωργίας. Το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι τα λόγια της δεν αποτελούν ενημέρωση αλλά διαταγή, έτσι σηκώνονται αμέσως και ανταλλάζοντας ένα συνωμοτικό χαμόγελο κατευθύνονται προς την κουζίνα. Από σύμπτωση λες την ίδια ώρα ανοίγει η εξώπορτα και μπαίνει μέσα η Ελευθερία. Στα δεκαέξι της αυτή, ήταν το δεύτερο παιδί που -μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες- δεν προσπάθησαν ποτέ να αποκτήσουν. Ήταν η αγαπημένη της μητέρας της, όπως η Μαργαρίτα ήταν η δική του αγαπημένη. Δεν έμοιαζαν πολύ οι δύο αδελφές. Κοντοκουρεμένη η μικρή, ψηλή, λίγο γεματούλα, αλλά με μάτια μεγάλα, αμύγδαλα εκφραστικά. Δε θα γίνει ποτέ κακός μπελάς, είναι σίγουρος γι’ αυτό, αν και τα νεύρα της πολλές φορές την παρασύρουν. Κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι και αρχίζουν να τρώνε ανταλλάζοντας ταυτόχρονα τα νέα τους. Όλοι, μ’ εξαίρεση εκείνον. Ποτέ δε μιλάει για τη δουλειά αν δεν τον ρωτήσουν, αλλά ακόμη και τότε το κάνει αόριστα. Σα να προσπαθεί να τις προστατεύσει από την κακία αυτού του κόσμου.
     Μετά το γεύμα ξαπλώνει λίγο για να κοιμηθεί, αλλά δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Η σκέψη του επιστρέφει ξανά και ξανά στις φωτογραφίες, στο σπίτι όπου έγινε το φονικό, στον Παναγίδη. Το ένστικτό του τού λέει ότι ο τελευταίος έχει παίξει ή πρόκειται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση. Αυτός και η γυναίκα του Κωνσταντίνου; αναρωτιέται. Είναι άραγε εραστές; Αν ναι, τότε δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί. Ευτυχώς που καπάρωσε την Ντίνα και έτσι δε θα χρειαστεί να συνεργαστεί στενά μαζί του. Στριφογυρνά για λίγα ακόμη λεπτά στο κρεβάτι μα δεν μπορεί να ησυχάσει. Σηκώνεται. Ντύνεται. Παίρνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και δανείζεται το κινητό της γυναίκας του καθώς, ως συνήθως, ξέχασε να φορτίσει το δικό του. Δεν το έχει και καιρό άλλωστε – ένα μόλις χρόνο. Πρέπει να είναι το τελευταίο μέλος του αστυνομικού σώματος που απόκτησε κινητό τηλέφωνο, παγκοσμίως. Κι αυτό επειδή του το επέβαλαν.
     «Πάω για καφέ», λέει στη Γεωργία καθώς βγαίνει έξω από την πόρτα της κουζίνας.
     «Πού;» Τον ρωτά όχι τόσο επειδή θέλει να ξέρει όσο από περιέργεια, αφού είναι σίγουρη ότι η απάντησή του δε θα είναι η αναμενόμενη.
     «Στην Κακοπετριά».
     Για την υπόθεση λοιπόν!
     Ευτυχώς που στάθμευσε τον σκαραβαίο κάτω από την κληματαριά, αφού αν τον άφηνε στον ήλιο θα γινόταν ψητός. Εντάξει, οι ζέστες δεν έσφιξαν πολύ ακόμη αλλά η αραιή σκόνη στην ατμόσφαιρα δυσκολεύει κάπως τα πράγματα. Είναι δυόμιση το απόγευμα, μέρα Τετάρτη, κι ευτυχώς οι κυβερνητικοί δουλεύουν σήμερα, γιατί αν είναι ένα πράγμα που μισεί στην πόλη είναι η κίνηση. Χαράζοντας πορεία για το Τρόοδος δε θα βρει παρά τρία φανάρια μπροστά του κι αυτά κίτρινα προς το κόκκινο. Ο σκαραβαίος δε μασάει και σύντομα βρίσκεται στον αυτοκινητόδρομο. Τα αυτοκίνητα και προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση λιγοστά. Λίγο πριν την έξοδο προς Κοκκινοτριμιθιά γίνονται οδικά έργα, αλλά δε χρειάζεται να μειώσει και πολύ ταχύτητα. Φτιάχνουν για μια ακόμη φορά το οδόστρωμα. Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια. Σταματά στο Ακάκι για να γεμίσει το ρεζερβουάρ με αμόλυβδη 95 και ακινητοποιείται για λίγα λεπτά στον Αστρομερίτη, όπου φτιάχνουν το αποχετευτικό και αναγκαστικά η κίνηση διεκπεραιώνεται από μία μόλις λωρίδα κυκλοφορίας. Πάει κι αυτός ο μπελάς. Εκτός κι αν πέσει πάνω σε κανένα φορτηγό από δω και πέρα δε θα συναντήσει εμπόδια. Ένα αεράκι ανεπίκαιρα δροσιστικό έρχεται να του τονώσει τις αισθήσεις από τον κόλπο της Μόρφου, που μόλις και διακρίνεται πίσω από τη σχεδόν μόνιμη πια υγρασία.
     Φτάνει στην Κακοπετριά στις τρεισήμισι. Αφήνει το καμάρι του στο χώρο στάθμευσης πάνω από την παλιά κωμόπολη και κατηφορίζει με τα πόδια τους πετρόκτιστους δρόμους. Ερημιά. Κάτοικοι κι επισκέπτες θ’ απολαμβάνουν τη σιέστα τους. Μονάχα η συνηθισμένη γριά, η κυρά-Ανδρονίκη με τ’ όνομα, κάθεται δίπλα απ’ το μαγαζάκι της και πλέκει κάτι. Τη χαιρετά. Της λέει ότι ψάχνει τον Χριστάκη. Στα χωράφια, απαντάει και του δείχνει από πού να πάει. Λίγο πιο κάτω και στα αριστερά είναι κάποια σκαλιά που οδηγούν στο ποτάμι. Πέρα από το ποτάμι θα τον βρει. Είναι θεία του Χριστάκη η κυρά-Ανδρονική και την ξέρει κι αυτή από παλιά, αφού εκείνος κατάγεται απ’ το διπλανό χωριό, τη Γαλάτα. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε. Την ευχαριστεί και καθώς απομακρύνεται της λέει ότι θ’ αγοράσει κάτι απ’ τα καλούδια της στην επιστροφή. Κάποιο γλυκό του κουταλιού ίσως, που ο ίδιος δεν μπορεί να φάει αλλά αρέσει πολύ στη Γεωργία, ή μάλλον σουτζιούκο, που αρέσκεται κάθε τόσο ν’ απολαμβάνει με το ποτό.
     Παρά το ότι μπήκε ήδη το καλοκαίρι τα νερά του ποταμού Κλαρίου κατεβαίνουν ακόμη ορμητικά, αφού έβρεξε πολύ φέτος. Κάθεται λίγο στις όχθες του, για να καθαρίσει λες ακούγοντας το βίαιο ήχο των νερών τις σκέψεις του. Τον γαληνεύει η φύση. Και του θυμίζει τα παλιά. Τότε που ήταν μικρό παιδί και οι μόνες διασκεδάσεις που υπήρχαν ήταν τα παιχνίδια στο δρόμο και τα καλοκαιριά, το κολύμπι στο ποτάμι και οι προβολές στα θερινά σινεμά της Κακοπετριάς, αυτά που έχουν πια ξεψυχήσει. Από παιδί αστυνομικός ήθελε να γίνει. Ίσως για να προστατεύσει τη μάνα του που έμεινε από νωρίς χήρα, θύμα του μικροπολέμου με τους εγγλέζους. Δεν τον θυμάται καθόλου τον πατέρα του. Προσπαθεί να αναπλάσει μέσα του τη μορφή του με οδηγό λίγες φωτογραφίες, αλλά δεν τα καταφέρνει. Το πρόσωπό του είναι πάντα θολό και του ξεφεύγει. Αντίθετα τη μάνα του τη θυμάται πολύ καλά, αφού πέθανε μόλις πέρυσι. Ευγενική, καρτερική γυναίκα. Γέρασε όμορφα και μάλλον θα ζούσε για χρόνια πολλά ακόμη, αν της έκανε τη χάρη η καρδιά. Αλλά τη γέλασε. Και πέθανε μόνη και έρημη στο κρεβάτι. Τη βρήκε μια γειτόνισσα που ανησύχησε όταν δεν εμφανίστηκε στο καθιερωμένο τους απογευματινό ραντεβού για καφέ. Όταν την έχασε, κι αφού δεν είχε άλλα αδέλφια, σκέφτηκε να πουλήσει το σπίτι, μα δεν το έκανε. Τον έπεισαν οι γυναίκες της ζωής του: είναι το σπίτι σου, τού είπαν κι εκεί έκλεισε η κουβέντα. Μα ποιος θα το φροντίζει; αναρωτιόταν. Φοβότανε ότι θα το άφηναν να ερημώσει, αλλά δεν έγινε αυτό. Το επισκέπτονταν κάθε τόσο τα σαββατοκύριακα, η Μαργαρίτα πήγαινε όταν είχε πολλά να διαβάσει ή για να σκεφτεί λέει, ακόμη κι η Γεωργία που πριν δεν πατούσε το πόδι της εκεί τώρα περνούσε συχνά για να φροντίζει τον κήπο. Όλα καλά, λοιπόν.
     «Σκεφτικό σε βλέπω μάστορα…»
     Δε σηκώνει το κεφάλι. Δε γυρνά προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Θα την αναγνώριζε οπουδήποτε.
     «Έλα ρε Χρήστο. Κάτσε…»
     «Για τον Κωνσταντίνου ήρθες;» τον ρωτά καθώς κάθεται δίπλα του κατάχαμα.
     «Ναι».
     «Το άκουσα στο ραδιόφωνο το πρωί…»
     Για λίγη ώρα δε μιλούν. Απλά βλέπουν και ακούουν το ποτάμι να κυλά. Κάποια κοράκια κρώζουν από πάνω τους αναζητώντας ψοφίμια. Τον συμπαθεί τον Χριστάκη ο Ιωάννου. Άνθρωπος της νύχτας αλλά όχι ακριβώς. Καλόκαρδος και γενναιόδωρος όσο πάει, έχει πολλούς φίλους. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλλον τον φοβούνται, αλλά αυτό οφείλεται περισσότερο στην εμφάνιση και τα λόγια του παρά στις πράξεις του. Ψηλός, δυνατός, με μπράτσα που έφτιαξε δουλεύοντας τη γη και όχι σε κάποιο γυμναστήριο, με μάτια καστανά διαπεραστικά και σχεδόν ξανθά μαλλιά, οικονομημένος στις κουβέντες του, αποτελεί για τους περισσότερους έναν άνθρωπο μυστήριο. Όχι για κείνον όμως.
     «Μήπως τον είδες ψες;»
     «Ναι. Όταν πέρασα από το μαγαζί ήταν εκεί, αλλά δεν ξέρω πόσο κάθισε. Μισή ώρα έμεινα μόνο. Έφυγα πριν τις δύο».
     «Είχε παρέα;»
     «Συνήθως έχει, αλλά όχι ψες, τουλάχιστον όσο ήμουν εκεί. Τον είδα μερικές φορές με τον Παναγίδη και κάποιους άλλους μπάτσους. Τα δωρεάν ποτά, βλέπεις…»
     Άρχισε να γελά, αλλά ο Ιωάννου δεν είχε καμία διάθεση να τον συνοδεύσει. Είχε αρχίσει σιγά σιγά να μπαίνει σ’ εκείνη τη φάση που η Μαργαρίτα αποκαλούσε ψύχωση. Μέχρι να βγάλει άκρη με την υπόθεση όλα στη ζωή του θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα. Ο Χριστάκης μετά από λίγο σταμάτησε να γελά και έμεινε για λίγο να παρατηρεί τον όχι και πολύ στενό του φίλο.
     «Θα περάσω από κει το βράδυ. Ο Νίκος;»
     «Ναι. Αυτός σίγουρα θα ξέρει να σου πει περισσότερα. Θέλεις να του μιλήσω;»
     «Καλύτερα όχι. Δε θέλω να προετοιμάσει τις απαντήσεις του. Όχι πώς πιστεύω ότι έχει κάτι να κρύψει, αλλά πολλές φορές οι άνθρωποι γίνονται χωρίς λόγο και για τα λάθος άτομα προστατευτικοί».
     «Ναι, ξέρω. Καλά, δε θα αναφέρω τίποτα. Καλύτερα όμως να πας νωρίς γιατί όταν πλακώσει ο κόσμος θ’ αρχίσουν οι συζητήσεις και ξέρεις τι γίνεται…»
     «Πώς τα πάει η δουλειά;»
     «Καλά. Όπως πάντα. Τους πελάτες μου δεν τους επηρεάζει η κρίση. Χάσαμε λίγους από τους περιστασιακούς όμως. Ίσως να έγιναν λίγο επιφυλακτικοί…»
     «Η κρίση κρίση κι οι τιμές τιμές όμως. Τους σφάζετε όλους με το γάντι και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Εντάξει, εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, κερνάς και κάνα ποτό, αλλά οι περισσότεροι…»
     «Δίκιο έχεις. Τώρα μας μείωσαν το ΦΠΑ αλλά και πάλι οι τιμές δε θα πέσουν. Δεν είμαστε γερμανοί εμείς. Εδώ δε διαμαρτύρονται για το ψωμί, το γάλα και τα λαχανικά, λες να διαμαρτυρηθούν για τα ποτά;»
     «Τέτοιοι που είμαστε…»
     «Έχεις ώρα ή βιάζεσαι να επιστρέψεις στην πόλη;»
     «Μέχρι απόψε είμαι ελεύθερος».
     «Είσαι για μια βόλτα μέχρι το Κοιλάνι;»
     «Στο οινοποιείο;»
     «Ναι. Θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Και στο δρόμο της επιστροφής θα μπορούσαμε να σταματήσουμε για κάνα μεζέ στου Αγγελή».
     «Άντε, πάμε».
     Μόλις ανέβηκαν στο χωριό ο Ιωάννου άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά.
     «Ποιος;»
     «Η Ντίνα».
     «Έλα. Τι έγινε;»
     «Σε έπαιρνα εδώ και ώρα τηλέφωνο, αλλά δε χτυπούσε. Μου έδωσε η κυρία Γεωργία αυτό το νούμερο».
     «Ήμουνα κάτω, στο ποτάμι, μάλλον δε θα έπιανε σήμα. Τι θες;»
     «Με κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του νωρίς το απόγευμα και μού είπε ότι αποφάσισε να αναθέσει σε μας σχεδόν αποκλειστικά την έρευνα. Του άλλους, με εξαίρεση τον Παναγίδη, τους τοποθέτησε στα μετόπισθεν. Μάλλον σαν προσωπικό υποστήριξης».
     «Κάτι μυρίστηκε η γριά-Αλεπού. Ξαπόστειλε τους άλλους και μας άφησε να δουλεύουμε μ’ αυτόν που έπρεπε να αποκλείσει πρώτον. Έχουμε άλλα νέα;»
     «Όχι. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου προήλθε από τη μαχαιριά στο στήθος, όπως περιμέναμε δηλαδή, αλλά από κει και πέρα τίποτα. Είδες τις φωτογραφίες;»
     «Σκηνοθετημένο το σκηνικό».
     «Κι εγώ αυτό σκέφτηκα. Άρχισα να μαζεύω στοιχεία για τη γυναίκα του Κωνσταντίνου, αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή δεν βρήκα κάτι αξιοπρόσεκτο. Να φτιάξω πίνακα;»
     «Ναι. Κάτι μου λέει ότι θα τον χρειαστούμε. Τα λέμε απόψε. Αν θες μπορούμε να περάσουμε μαζί από την Παγίδα και να πιούμε ένα ποτάκι κερασμένο από τα χεράκια των συντροφισσών από την Ουκρανία…»
     «Να μου λείπει».
     «Τι γλυκό προτιμάς να σου φέρω όταν επιστρέψω;»
     «Γλυκά έχω πολλά φτιάχνει η θεία μου. Θα μείνεις στην Κακοπετριά ή θα πας κι αλλού;»
     «Στο Κοιλάνι».
     «Α, ωραία. Μπορείς να μου φέρεις ζιβανία για τον γέρο μου; Δεν του αρέσουν οι εμφιαλωμένες και όλο γκρινιάζει».
     «Όβερ».
     Συνήθιζε να κλείνει τις συνομιλίες του μ’ αυτό τον τρόπο. Από τη μια είχε πλάκα, ενώ απ’ την άλλη όσο κι αν το προσπαθούσε δεν μπορούσε να χαιρετήσει ή να αποχαιρετήσει κάποιον από το τηλέφωνο. Όσες φορές το επιχείρησε ένιωθε λες και έκανε χειραψία στον αέρα.
     Φεύγοντας πέρασαν από το μαγαζάκι της κυράς-Ανδρονίκης, που έτσι κι αλλιώς ήταν το δρόμο τους, κι αγόρασε σουτζιούκο και γλυκό καρυδάκι. Το χωριό έμοιαζε σιγά σιγά να ξυπνά απ’ το μεσημβρινό του λήθαργο. Αντίκρισαν τουρίστες με τις φωτογραφικές τους μηχανές, παιδιά που τάραζαν τον κόσμο με τις φωνές τους στα στενά δρομάκια, οικογένειες που έβγαιναν για την απογευματινή τους βόλτα. Μπήκαν στην Μπέμπα του Χριστάκη και ξεκίνησαν.

Συνεχίζεται


Τη φωτογραφία την οποία έβαλα για πλάκα μια και κάνει αναφορά στη ζιβανία την έκλεψα από δω

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 1

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Πάλι. Εδώ και χρόνια το ίδιο πρόβλημα – από τότε που μπήκε στο Σώμα δηλαδή. Το αστυνομικό. Τα δοκίμασε όλα. Τσάι βασιλικό, βότανα Withana Somnifera, βαλεριάνα, βάλιουμ, αλλά τίποτα. Σκέφτεσαι πολύ, του είπε ο γιατρός και τον φόρτωσε με ζάναξ. Αυτά βοηθάνε, αλλά όχι πολύ. Με μισό χαπάκι κοιμάται μισού ανθρώπου ύπνο, αλλά και πάλι ξυπνάει. Με το παραμικρό. Ακούει την ανάσα της γυναίκας του ανάλαφρη δίπλα του. Στρέφεται προς το μέρος της, αλλά μόλις που τη διακρίνει στο κρεβάτι. Θέλει να την αγγίξει μα δεν το κάνει για να μην την ξυπνήσει. Κοιτάει το ταβάνι. Δεν το βλέπει. Διάβολε, σκέφτεται, κουράστηκα. Κουράστηκε. Ο λίγος ύπνος, οι πολλές ώρες της δουλειάς, η αδυναμία του να γαληνέψει. Πάντα είναι ανήσυχος. Λες και ο κόσμος θα σταματήσει να γυρίζει χωρίς αυτόν. Το τηλέφωνο χτυπάει -ο κακός μπελάς, όπως το αποκαλεί η γυναίκα του- και βιάζεται να το απαντήσει. Απ’ το τμήμα καλούν.
     «Ποιος;»
     «Φάγανε τον ψηλό…»
     Κατεβάζει το ακουστικό. Ο ψηλός. Ο Κωνσταντίνου.  Ποτέ του δεν τον συμπάθησε, αλλά δε χάρηκε που πέθανε κιόλας. Ανάβει το πορτατίφ κι η γυναίκα του πάει να ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά ξαπλώνει ξανά. Κάτι μοιάζει να μουρμουρίζει. Της χαϊδεύει τα κοντά κυμματιστά καστανά της μαλλιά και της λέει να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να φύγει. Του απαντάει κάτι ακατάληπτο. Τη βλέπει και χαμογελά. Η Γεωργία. Με τα χρονάκια της και τα παχάκια της και την αμίλητη περηφάνια για την οικογένειά της. Όταν την παντρεύτηκε ήτανε μια μορφονιά. Και τώρα όμορφη είναι, αλλά διαφορετικά. Στα πενήντα της μοιάζει να βγάζει ακόμη μια παιδικότητα. Ενθουσιάζεται εύκολα, γελάει πολύ, κλαίει κάθε τόσο δίχως λόγο. Τουλάχιστον δίχως λόγο που να μπορεί ο ίδιος να καταλάβει. Δακρύζει για τις επιτυχίες των παιδιών τους στα θρανία, παρακολουθώντας σαπουνόπερες και σαχλά σώου, πολλές φορές για τον πόνο των άλλων. Μεγάλη ψυχή με σχεδόν μόνιμα βρεγμένους τους καφέ καθρέφτες-μάτια της. Παραμένει για λίγο ακίνητος να την παρατηρεί, ασυναίσθητα χαμογελά και σηκώνεται απ’ το κρεβάτι. Πηγαίνει στο μπάνιο. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χρειάζεται επειγόντως ξύρισμα μα δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του λέει τίποτα. Είναι παλιοσειράς. Τον σέβονται οι παλαιότεροι κι οι συνομήλικοί του, τον περιφρονούν οι περισσότεροι απ’ τους νεώτερους, αλλά αυτό δεν τον πειράζει, αφού τους περιφρονεί κι ο ίδιος.
     «Α, ρε Πέτρο», λέει στο είδωλό του στον καθρέφτη, «πότε θα τα παρατήσεις επιτέλους;»
     Πότε; Αυτό τον ρωτάει κι η γυναίκα του συχνά κι απάντηση δεν παίρνει, μόνο της χαμογελά. Να τα παρατήσεις ή να πάρεις προαγωγή, του λέει εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλει να τα παρατήσει, αλλά ούτε να προαχθεί τον ενδιαφέρει, κι ας περνάει αμείλικτα ο χρόνος. Στα πενήντα πέντε του πια, δεν μπορεί να προσφέρει και πολλά, αλλά πάντα προσφέρει ουσιαστικά. Πηγαίνει εκεί όπου δεν μπορούνε να πάνε οι άλλοι, έχει μάτια και αυτιά παντού και το μισογερασμένο του μυαλό εξακολουθεί να τρέχει με χίλια. Οι άλλοι ψάχνουν, αυτός βρίσκει. Γι’ αυτό κι έχει το ακαταλόγιστο. Γι’ αυτό τον ανέχονται ακόμη.
     Α, ρε Πέτρο! Πέτρος Ιωάννου, αυτό είναι το όνομά του, οι πολλοί τον ξέρουν απλά σαν χοντρό, αλλά κάποιοι για πλάκα τον αποκαλούν Κρυφό. Και γι’ αυτά που κάνει, αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται. Πέτρος Κρυφός, σαν όνομα συγγραφέα ακούγεται αυτό, σκέφτεται και χαμογελά. Πλένει το πρόσωπό του. Η τριών ημερών γενειάδα, τα κοντά γκρίζα μαλλιά του και οι ρυτίδες στα μάγουλα του χαρακώνουν τις παλάμες. Δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του, αλλά το πρασινωπό του βλέμμα μοιάζει να ξεχειλίζει από νεανική ορμή. Επιστρέφει με βήματα βαριά προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει αθόρυβα τη ντουλάπα. Ως συνήθως δεν του παίρνει και πολλή ώρα να ντυθεί. Αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του και το φοράει. Ένα τζιν παντελόνι κι ένα ριγωτό κοντό πουκάμισο είναι σήμερα η στολή του. Αν μη τι άλλο τονίζουν τα πάχη του. Η κανονική του στολή δεν έχει ιδέα που βρίσκεται πια. Κάπου θα την καταχώνιασε η Γεωργία, που έτσι κι αλλιώς την απεχθανόταν. Ήταν περήφανη για τον άντρα της τον αστυνομικό, αλλά δεν ήθελε να βλέπουν οι γειτόνισσες τον μπάτσο να μπαίνει στο σπίτι της. Παράξενη γυναίκα. Την ημέρα που της είπε ότι δε θα χρειαζόταν να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς ξανά μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της. Σα να έφυγε από πάνω τους το στίγμα.
     Βγαίνει έξω. Μόλις που γλυκοχαράζει. Πέντε σχεδόν το πρωί μιας μέρας στις αρχές του Ιούνη, που δεν προβλέπεται ιδιαίτερα ζεστή. Κάποια πουλιά που βρήκαν καταφύγιο στο προάστιο της Λευκωσίας όπου ζει, τη Λακατάμια, τον καλημερίζουν. Προσπαθεί να τα διακρίνει στα δέντρα, αλλά δεν μπορεί. Αλλά και να τα έβλεπε τι θα καταλάβαινε; Αφού δεν μπορεί να τα ονοματίσει. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, με όλα τα πράγματα και όλους τους ανθρώπους. Πες του ονόματα δέκα πουλιών, δέκα δέντρων, δέκα λουλουδιών, δέκα ανθρώπων και θα τα ξεχάσει αμέσως. Πες του ένα μυστικό ή κάποια λεπτομέρεια απ’ τη ζωή σου και θα τα θυμάται για πάντα. Επιλεκτική μνήμη, λέει, θυμάται μόνο τα σημαντικά. Διασχίζει την αυλή. Ανοίγει την καγκελόπορτα και μπαίνει στο λευκό του σκαραβαίο. Το πρώτο του αμάξι. Δεν τον πρόδωσε ποτέ, κι αυτός με τη σειρά του δε λέει να το παρατήσει με τίποτα. Έχουν αναπτύξει μια σχέση ζωής. Βάζει το κλειδί στη μίζα, το γυρίζει και παίρνει μπρος με την πρώτη. Τώρα είναι η ώρα της αναμονής μέχρι να ζεσταθεί η μηχανή. Ένα λευκό φορτηγάκι περνά με ταχύτητα από δίπλα του. Βρίζει τον οδηγό μέσα από τα δόντια του. Είναι κατοικημένη περιοχή μαλάκα, του φωνάζει άηχα. Ευτυχώς, σκέφτεται, που δε δούλεψα ποτέ στην τροχαία, αφού αν το έκανε πολύ πιθανόν να έχανε γρήγορα τη δουλειά του ή να κατέληγε και στη φυλακή. Το μόνο πράγμα που τον εκνευρίζει, εκτός από τους πολιτικούς και τους παπάδες φυσικά, είναι ο τρόπος που οδηγούν οι κύπριοι στο δρόμο. Παντελώς αδιάφοροι για τους άλλους, αγνοώντας συστηματικά τα σήματα της τροχαίας, μεθυσμένοι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον συγκράτησε με το ζόρι η γυναίκα του ή με τη βία οι συνάδελφοί του από το να κατέβει απ’ τ’ αμάξι και να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.
     Ευτυχώς αυτή την ώρα δεν έχει κίνηση προς το κέντρο. Τα λιγοστά αμάξια που συναντάει στο δρόμο έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Επαγγελματίες που μόλις σχόλασαν ή και που μόλις αρχίζουν δουλειά έξω απ’ την πόλη. Κάποιοι ξενύχτηδες επίσης.
     Ποιος να τον έφαγε και γιατί; αναρωτιέται καθώς είναι ακινητοποιημένος σε ένα σταυροδρόμι σχεδόν έρημο, στα φώτα Γαβριηλίδη, κοντά στο κέντρο της πόλης, όπου έφτασε σ’ ελάχιστα λεπτά. Δεν του φαίνονταν από κείνους τους τύπους που δημιουργεί εχθρούς ο Κωνσταντίνου. Αλλά, από την άλλη, ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε. Συνήθως τους μπάτσους τους τρώνε τα τσιράκια των αφεντικών του υπόκοσμου. Γι’ αυτό τον κάλεσαν μάλλον. Το φανάρι γίνεται πράσινο. Βάζει μπρος, προχωράει λίγα μέτρα και σταματάει και πάλι στο επόμενο κόκκινο, στη Θεμιστοκλή Δέρβη. Σκέφτεται τον νεκρό συνάδελφό του, σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Αποστασιοποιείται. Πράσινο. Ξεκινάει. Κόκκινο και πάλι. Γωνία Θεμιστοκλή Δέρβη και Ευαγόρου. Υπάρχει περισσότερη κίνηση εδώ. Πρωινοί διανομείς, θαμώνες των καμπαρέ και της πλατείας, πελάτες νυχτερινών κέντρων που έπρεπε να κλείσουν πριν από μια-μιάμιση ώρα. Τα κόκκινα φανάρια τον κατατρέχουν, δίχως να τον καταπιέζουν, μέχρι που φτάνει στην Πύλη Πάφου.
     Καθώς οι άλλοι του χαρίζουν νυσταγμένες καλημέρες, αυτός σε πλήρη διαύγεια κατευθύνεται προς το γραφείο του διευθυντή. Το τμήμα, απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, μοιάζει σαν παραφωνία στον κόσμο του σήμερα. Συρτάρια και γραφεία στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, χαρτολόι, μούχλα, μια επιμελής εγκατάλειψη. Σταματάει μπροστά από τη μηχανή του καφέ, ρίχνει τον οβολό του και παίρνει αντί αυτού ένα μικρό χάρτινο ποτήρι με κάτι που θυμίζει νεσκαφέ. Για την ώρα του κάνει. Αργότερα θα πάει στο καφενείο για τον μερακλίδικό του – πολύ αργότερα μάλλον. Ανοίγει την πόρτα του διευθυντή και μπαίνει μέσα χωρίς να χτυπήσει πρώτα.
     «Καλώστον χοντρό».
     Κάθεται σε μια μαύρη δερμάτινη καρέκλα, που είδε καλύτερες ημέρες, απέναντί του. Με γκρίζα μαλλιά, ψηλός και λεπτός και με μάτια διαπεραστικά, ο μάστορας διαθέτει μια επιβλητική παρουσία. Πάντα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Μιλούσαν στα ίσια και δεν άφηναν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που ο Σωτηρίου τον κάλυψε και τον στήριξε σε κάποιες από τις ανορθόδοξες έρευνές του. Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους άλλους: στην μικρή, την Ντίνα, στα είκοσι εφτά της, με μαύρα ίσια μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, προς το ψηλό, και με μελιά μάτια – ωραία γυναίκα, τον Κακογιάννη, όνομα και πράμα, χοντρό, ψηλό, φαλακρό, με διπλοσάγονο και δυο μικρά γαλάζια μάτια που μοιάζουν να κρύβονται ανάμεσα στα μάγουλα και το μέτωπό του, και τον οποίο παρά τα είκοσι χρόνια γνωριμίας του στάθηκε αδύνατο ποτέ να συμπαθήσει, και τον Αργυρίου, ένα σαραντάχρονο μικροκαμωμένο ρεμάλι, με ψιλοκουρεμένα καστανά μαλλιά κι ένα βλέμμα σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, υπολογιστικό και θυμωμένο την ίδια ώρα.
     «Ακούω».
     «Τον βρήκε η γυναίκα του νεκρό στο σαλόνι του σπιτιού τους στις τέσσερις το πρωί. Είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι -μάλλον από κηροπήγιο- και καρφωμένο στο στήθος ένα στιλέτο μ’ ένα σημείωμα. Η βάρδια του είχε τελειώσει τα μεσάνυχτα, οπότε…»
     «Τι έλεγε;»
     «Το σημείωμα; Ανίκανος!»
     Ανίκανος. Το στριφογυρνάει στο μυαλό του. Η γυναίκα του αποκλείεται να το έκανε – την αθωώνει αμέσως. Κι ο διευθυντής συμπληρώνει τη σκέψη του.
     «Δεν νομίζω να τον σκότωσε αυτή. Ήταν σε σοκ, δεν παρίστανε τη σοκαρισμένη. Πρέπει να βρούμε τις απαντήσεις όσο πιο σύντομα μπορούμε, γιατί όπου να ’σαι θ’ αρχίσουν να χτυπάνε τα τηλέφωνα και…»
     «Θα πάμε στο σπίτι του με την Ντίνα».
     Δεν του άρεσε να έχει συνέταιρο, αλλά πάντα τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας τις διερευνούσαν δυο-δυο ή τρεις-τρεις μαζί. Περισσότερα μάτια, περισσότερα μυαλά, όλο και κάτι θα ανακάλυπταν. Εξάλλου η Ντίνα του άρεσε. Δούλεψαν κι άλλες υποθέσεις μαζί και κρυφά τη θαύμαζε. Ήταν νέα, ξύπνια, κι έμοιαζε να νοιάζεται γι’ αυτό που κάνει. Αυτή ήταν που τον έπεισε να πάρει κινητό τηλέφωνο -ήταν ο τελευταίος που το έκανε, και με κάποια χρόνια καθυστέρηση- αυτή ξεφορτωνόταν τα έγγραφα που μαζεύονταν κάθε τόσο στοίβες στο γραφείο του, αυτή ήταν που τον έβαζε σε τάξη. Αν έβρισκε και κάνα γκόμενο; σκέφτονταν εκείνος κάθε τόσο και χαμογελούσε, αλλά τώρα τελευταία δεν έβρισκε. Τους τρόμαζε τους άντρες. Όμορφη, ξύπνια και αστυνομικός. Φοβερός συνδυασμός.
     Συνήνεσε ο Σωτηρίου.
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Ξεθάψτε τις τελευταίες του υποθέσεις μήπως και βρείτε κάτι εκεί. Και κάντε μια προσπάθεια να ανακαλύψετε τι έκανε από την ώρα που σχόλασε, μέχρι που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι».
     «Τα σαΐνια μας;» ρώτησε ο Ιωάννου – σαΐνια, έτσι αποκαλούσε τους κύπριους συλλέκτες στοιχείων από χώρους εγκλημάτων. CSI’ s της κακιάς ώρα τους χαρακτήριζαν κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός τους σεβόταν. Όσο και να μην καταλάβαινε τα περισσότερα απ’ αυτά που έκαναν, πολλές φορές αυτοί ήταν που έκλειναν τις υποθέσεις. Κάπου κάπου έπιανε τον εαυτό του να τους λυπάται. Πάνε χαμένοι εδώ μέσα, σκεφτόταν.
     «Είναι ήδη εκεί. Ίσως και να τελειώσουν μέχρι να φτάσετε, αν και δεν το νομίζω. Βλέπετε…»
     «Ναι. Ξέρω…» Στράφηκε προς την Ντίνα. «Πάμε;» Δεν ήπιε ούτε μια γουλιά από το νερουλιαστό καφέ του.
     Όταν βγήκαν έξω είχε ξημερώσει πια για τα καλά. Και μάλλον έπεσε έξω. Η μέρα τώρα προμηνυόταν ζεστή. Η γυναίκα, λες και μάντεψε τη σκέψη του τού είπε:
     «Πάμε με το δικό μου αυτοκίνητο. Δεν έχω καμία διάθεση να ψηθώ μέσα στη σαρακάκα σου στο δρόμο της επιστροφής».
     Συμφώνησε σιωπηλά. Το αμάξι της ήταν ένα μικρό Χόντα, διακριτικά γκρίζο, αγορασμένο δεύτερο χέρι από την Ιαπωνία. Κάθισε αβίαστα στη θέση του συνοδηγού κι άνοιξε το παραθύρι. Ήτανε πολύ νωρίς ακόμη για κλιματισμό και δεν ήταν πολλά τα πράγματα που του άρεσαν τόσο όσο η πρωινή δροσιά.
     «Θέλω καφέ», της είπε προτού προλάβουν καν να βγουν από την πύλη, έτσι μόλις που πρόλαβε να στρίψει δεξιά με προορισμό την Πλατεία Σολωμού. Εκεί όπου βρισκόταν το αγαπημένο του καφενεδάκι. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος εκεί. Ξένοι εργάτες, κάποιοι ηλικιωμένοι, λίγοι μαθητές. Το περίπτερο στη γωνία άλλαζε τους πελάτες της νύχτας μ’ αυτούς της μέρας.
     «Δεν έχουμε χρόνο για κυπριακό. Θα σου πάρω ένα φραπέ και θα φύγουμε αμέσως. Μείνε εδώ», τον πρόσταξε και βιάστηκε να κατεβεί.
     Δεν έφερε αντίρρηση. Χαμογέλασε. Σαν παιδί της τον είχε και σαν πατέρα της. τον ήξερε τόσο καλά. Γι’ αυτό και δεν τον ρώτησε άλλωστε για τη δοσολογία. Μαύρο με ολίγη. Ο γιατρός του είπε να κόψει εντελώς τη ζάχαρη, αλλά όσο κι αν προσπαθεί δεν το μπορεί. Τη μείωσε ωστόσο, από τα δύο κουταλάκια στο μισό. Πώς να δουλέψει το μυαλό χωρίς ζάχαρη; Πώς; Και τον καφέ τον μείωσε. Κάποτε έπινε εφτά οκτώ την ημέρα. Τώρα ένα φραπέ κι ένας κυπριακός του φτάνει. Γερνάει.
     Ακούει την πόρτα ν’ ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει απ’ τις σκέψεις του. Δυο πλαστικά ποτήρια προσγειώνονται στα χέρια του. Βάζει το δικό της στην υποδοχή, κάτω από το ραδιόφωνο, και φέρνει το δικό του στα χείλη. Εκείνη δε θα πιει γουλιά μέχρι να φτάσουνε στον προορισμό τους, αφού δεν επιβάλλει τους νόμους μοναχά, αλλά τους εφαρμόζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Το πρώτο μου αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα δημοσιεύσω μόνο τέσσερα κεφάλαια από αυτό.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

David Baldacci: Saving Faith

Αν και δέκα σχεδόν χρόνων ετούτο το μυθιστόρημα μυστηρίου και καταδίωξης του Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, διαβάζεται λες και γράφτηκε χθες.
Πρόκειται για την ιστορία της Φέιθ Λόκχαρτ και του Λη Άνταμς – μιας γυναίκας που ξέρει πολλά μυστικά, τα οποία είναι πρόθυμη -υπό προϋποθέσεις- να μοιραστεί με το F.B.I. κι ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, που από σύμπτωση της σώζει τη ζωή.
Τι μυστικά κρύβει η Φέιθ; Ποιοι είναι οι μυστηριώδεις άνθρωποι που προσπαθούν να τη βγάλουν απ’ τη μέση; Ποιο είναι το «καρφί» ανάμεσα στους κύκλους των Ομοσπονδιακών; Είναι, τελικά, όντως πάνω απ’ όλους κι όλα οι διώκτες τους;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που τίθενται το ένα μετά το άλλο στις αρχές του βιβλίου, για να πάρουν αργά ή γρήγορα τις απαντήσεις τους. Στο μεταξύ, όμως, ο αναγνώστης ακολουθεί βήμα-βήμα τ’ αχνάρια των πρωταγωνιστών, καθώς τρέχουν προς τη σωτηρία τους, μαθαίνει πολλά ένοχα μυστικά, βλέπει όλες τις βεβαιότητες ν’ ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη.
Η δράση είναι καταιγιστική, κινηματογραφική θα λέγαμε, οι χαρακτήρες καλά σκιαγραφημένοι κι η πλοκή καλοδουλεμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια – αν και κατάλαβα σχετικά νωρίς ποιο ήταν το «καρφί.»
Ο Μπαλτάτσι, δέκα χρόνια πριν, έμοιαζε να βάζει τις βάσεις για το οικοδόμημα της «αστυνομικής αυτοκρατορίας» του και το “Saving Faith” είναι ένα μικρό πετράδι στο μωσαϊκό της λογοτεχνίας καταδίωξης.
Ο Λη Άνταμς και η Φέιθ Λόκχαρτ είναι, όπως και οι άλλοι βασικοί ήρωες στα βιβλία του συγγραφέα, δυο βασανισμένες ψυχές, που η καθεμιά με το δικό της τρόπο προσπαθεί να φτάσει στην Ιθάκη της, να κατασταλάξει. Για να το πετύχουν όμως αυτό, πρέπει να περάσουν από πολλές συμπληγάδες, να κάνουν λάθη τραγικά και να μάθουν απ’ αυτά, να πονέσουν αφόρητα και να φτάσουν στα όριά τους. Ο Μπαλτάτσι, με μαστορικό τρόπο, ζωγραφίζει στο λογοτεχνικό καμβά μία-μία και με λεπτομέρειες, τις στιγμές της σύντομης κοινής ζωής τους, χαρίζοντάς μας ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Jeffery Deaver - The Sleeping Doll

Να που ο Τζέφρι Ντίβερ, σε αντίθεση με τον Μάικλ Κόνελι, δε με απογοήτευσε με το νέο του βιβλίο (το τελευταίο πριν το νέο για να είμαστε ακριβείς, αφού αν δεν κάνω λάθος μόλις κυκλοφόρησε καινούργιο προχθές στην Αμερική).
Πρωταγωνίστρια στο The Sleeping Doll είναι η Κάθριν Ντανς, μια ειδική στην κινησιολογία, την οποία είχαμε πρωτογνωρίσει το μυθιστόρημα Cold Moon, όπου είχε βοηθήσει τον ήρωα-φετίχ του Ντίβερ, τον τετραπληγικό ντετέκτιβ Λίνκολν Ράιμ, στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος.
Στο ανά χείρας μυθιστόρημα παρακολουθούμε τις προσπάθειές της να συλλάβει ένα πανέξυπνο εγκληματία, που έχει τη μοναδική ικανότητα να επιβάλλει τη θέλησή του στους ανθρώπους, τον Ντάνιελ Πελ, στον οποίο έχει δοθεί το προσωνύμιο «Ο γιος του Μάνσον», αφού μοιάζει να βαδίζει στ’ αχνάρια του τελευταίου. Για να μπορέσει να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να τον σταματήσει επιστρατεύει τη βοήθεια τριών γυναικών από το παρελθόν του, καθώς κι ενός κοριτσιού που έγινε γνωστό σαν «Η κοιμισμένη κούκλα», το οποίο επιβίωσε μιας σφαγής που διέπραξε ο Πελ.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως δείχνουν και η Ντανς θα το αντιληφθεί με φρίκη αυτό καθώς το ανθρωποκυνηγητό βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Πελ είναι σαν ένα άγριο ζώο, με οξυμένες όλες τις αισθήσεις, και η σύλληψή του κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση θ’ αποδειχτεί.
Μυστικά και ψέματα, ανατροπές και λουτρά αίματος, αγωνία και προδοσία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της ιστορίας.
Ο Ντίβερ ράβοντας μαστορικά με ψιλοβελονιές τον ιστό της ιστορίας του και σκιαγραφώντας με εξαιρετικό τρόπο τους χαρακτήρες των ηρώων, καταφέρνει να φτιάξει ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών. Ο Πελ είναι ένας από τους καλύτερους «κακούς» που βγήκαν από το πάνθεον της φαντασίας του, ένας υψηλής νοημοσύνης δολοφόνος που πιστεύει ότι: «Η γνώση είναι καλύτερο όπλο από το μαχαίρι,» κι αυτό το όπλο χρησιμοποιεί ξανά και ξανά για επιβάλει τους δικούς του νόμους.
Ο αναγνώστης διαβάζοντας αυτό το βιβλίο απολαμβάνει περισσότερο από τη δράση τις «διανοητικές μάχες» που έχουν να δώσουν μεταξύ τους οι δύο αντίπαλοι. Η τελική λύση, η κάθαρση, θ’ αποδειχτεί λυτρωτική, αλλά ταυτόχρονα οδυνηρή για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Μια από τις καλές στιγμές της αμερικάνικης αστυνομικής λογοτεχνίας.