Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Ατιτλοφόρητο ΙΙΙ

Το φθινόπωρο άρχισε όμορφα, στη χαραυγή φαινομενικά ενός καινούριου κόσμου. Το φθινόπωρο τέλειωσε άσχημα, με το θάνατό του. Όχι του κόσμου, αλλά του κόσμου μου. Ο Άντι πέθανε. Τη νύχτα κάναμε έρωτα, το πρωί ήταν νεκρός. Τον χτύπησε ένα διερχόμενο αμάξι καθώς πήγαινε προς το πανεπιστήμιο και έκοψε το νήμα της ζωής του, εκείνο που μας ένωνε, αυτό που αόρατο πια δε θα μας χώριζε ποτέ. Ήτανε hit and run, είπαν οι αστυνομικοί και μάλλον θα ήταν αδύνατο να βρούνε ποιος τον σκότωσε. Τον σκότωσε!

Κάλεσα τη Ρόντα για να της πω τα άσχημα νέα, κι εκείνη με τη σειρά της ανέλαβε να ειδοποιήσει την αδελφή του και να κανονίσει τα της κηδείας. Η Σάρα με πήρε τηλέφωνο λίγα λεπτά αργότερα κλαίγοντας με λυγμούς, μιλώντας μου με μια φωνή που μετά βίας έβγαινε απ’ τα χείλη της. Την περισσότερη ώρα την ανάσα της άκουγα, τους κόμπους στο λαιμό και το ρούφηγμα της μύτης, και με κλειστά τα μάτια προσπαθούσα να τη φανταστώ. Προσπαθούσα να φανταστώ εκείνο το όλο ζωή πλάσμα να κλαίει με λυγμούς, μα δεν μπορούσα. Το φωτεινό της βλέμμα έβλεπα, εκείνη την πλούσια σε προσωπικότητα ομορφιά που θυμόμουνα από τη φωτογραφία. Καημένο κορίτσι. Δεν μπορούσα να μπω στη θέση της. Δεν μπορούσα καν να διανοηθώ τι περνούσε. Έχασε πρώτα δυο γονείς και μετά άλλους δύο. Και τώρα τον μοναδικό αδελφό που γνώρισε, κι ας μην ήταν αίμα της. Όλη αυτή την ώρα η Μάριαν στεκόταν δίπλα μου και με κοιτούσε να σιωπώ και να χώνομαι στο μέσα μου. Δακρυσμένη ήταν κι αυτή, αλλά έκλαιγε ήσυχα, όπως ακριβώς ζούσε. Μια βαθιά προσωπική υπόθεση ήταν ο θρήνος της. Όταν τελικά οι λυγμοί της Σάρας κόπασαν, της εξήγησα το καθετί και μου είπε ότι θα έπαιρνε το πρώτο αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Θα ερχόταν για να παραλάβει το σώμα του αγαπημένου νεκρού και να το μεταφέρει στην αγαπημένη του γη – εκείνην που τον γέννησε, αυτήν που θα τον υποδεχόταν στα χώματά της. Μ’ αποχαιρέτισε με ένα άηχη σχεδόν ευχαριστία και έκλεισε. Παρέμεινα ακίνητη ν’ ακούω το πουθενά και το κενό που έφτανε στ’ αυτί από το ακουστικό. Ένιωσα μια ανάσα στο σβέρκο μου, ανατρίχιασα. Άντι, πήγα να πω, προτού προλάβει η Μάριαν να με αγκαλιάσει από πίσω και να γείρει το κεφάλι της στον ώμο μου. Δεν ξέρω για πόση ώρα μείναμε έτσι. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η όλο ζεστασιά επαφή, που έλεγε όσα έπρεπε να ειπωθούν, που γέμιζε τα κενά του θρήνου και των σκέψεών μας.
Είχε πια νυχτώσει. Καθόμασταν εκεί, στο σπίτι της Μάριαν, και περιμέναμε. Δεν ξέραμε τι, αλλά περιμέναμε. Και πίναμε. Όχι πολύ, λίγο. Πού και πού χτυπούσαν τα τηλέφωνά μας, απαντούσαμε, δίναμε εξηγήσεις, δεχόμασταν συλλυπητήρια, κλείναμε και σιωπούσαμε. Εκείνη κάθε τόσο έμοιαζε να σκέφτεται κάτι και να χαμογελά, αλλά δεν τη ρώτησα ποτέ τι. Είχε τις δικές της αναμνήσεις απ’ τον Άντι, κάποιες από τις οποίες της μάλλον της ανήκαν αποκλειστικά και δε θα μπορούσε να τις μοιραστεί με κανένα.
Θα ήταν γύρω στα μεσάνυχτα όταν άκουσα το τηλέφωνό μου να χτυπάει και πάλι.
«Είμαι εδώ», μου είπε η Σάρα, με το που απάντησα. Της έδωσα οδηγίες για να ’ρθει να μας βρει.
Άνοιξα την πόρτα σε μια εντυπωσιακή νέα γυναίκα, που σε λίγα, αλλά αρκετά, θύμιζε το κορίτσι της φωτογραφίας. Τα μάτια της ήταν υγρά και φωτεινά, οι τρόποι της αμήχανοι. Την αγκάλιασα αμίλητη, και σε λίγο την οδήγησα μέσα. Πήγε και κάθισε δίπλα στην Μάριαν στον καναπέ, κοιτώντας ανήσυχα τριγύρω, χωρίς να βλέπει τίποτα. Κι ύστερα, απλά έγειρε, ακούμπησε το κεφάλι της στα πόδια της φίλης μου και άρχισε να κλαίει.
Με δάκρυα και σιωπές, με λίγα λόγια και εξηγήσεις ασήμαντες, κύλησαν οι ώρες, και ήρθε το πρωί. Καμιά μας δεν είχε κλείσει μάτι. Ένα κόκκινο χάραμα ήρθε για να μας δείξει το δρόμο για την επόμενη μέρα, αυτόν της απώλειας.
Πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα, κι η Σάρα, σαν η μοναδική συγγενής του Άντι που ήταν, υπέγραψε χαρτιά, ζήτησε διευκρινήσεις, έκανε και πήρε τηλεφωνήματα, κανόνισε τα πάντα, έχοντάς μας κάθε στιγμή στο πλευρό της. Θα παραλάμβανε το πτώμα στο τέλος της μέρας και την επομένη θα ξεκινούσαμε το μακρινό ταξίδι για την πόλη τους. Εκείνη κι… εκείνος θα ταξίδευαν αεροπορικώς αφού ουσιαστικά, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, δεν υπήρχε κι άλλη επιλογή. Εγώ με τη Μάριαν θα πηγαίναμε με τ’ αμάξι του Άντι, ενώ κάποιοι από τους φίλους και τους μαθητές μας θα νοίκιαζαν ένα μικρό λεωφορείο και θα μας ακολουθούσαν.
Πυρετικά πέρασε η μέρα. Και όσο περνούσε, τόσο και πιο πολύ συμπαθούσα τη Σάρα. Παρά το ότι δεν ήταν στ’ αλήθεια αδελφή του Άντι έμοιαζε να είναι φτιαγμένη απ’ τα ίδια μ’ εκείνον υλικά: αποφασιστικότητα, καλοσύνη, πείσμα, ανοχή, αντοχή. Οι γονείς τους, εκείνοι οι φτωχοί άνθρωποι που ποτέ δε γνώρισα, έκαναν καλή δουλειά με τα παιδιά τους, πολύ καλύτερη απ’ αυτήν που έκαναν οι δικοί μου μ’ εμένα. Την κοιτούσα με θαυμασμό καθώς περιφερόταν από τόπο σε τόπο, καθώς δίχως υστερίες, εκνευρισμούς και παράπονα διευθετούσε το ένα θέμα που προέκυπτε μετά το άλλο, καθώς είχε μια ευχαριστία κι ένα ευγενικό λόγο να προσφέρει στον καθένα. Κι αυτά στην πιο δύσκολη ώρα της.
Λίγο μετά το μεσημέρι, κι αφού μας το ζήτησε η ίδια, την οδηγήσαμε στο σχολείο μας. Έλαμψε το βλέμμα της με το που πάτησε το πόδι της εκεί και την είδαμε για πρώτη φορά πλατιά κι αληθινά να χαμογελά. Τέτοια ώρα δεν υπήρχε κανείς στο χώρο, αλλά αυτό δεν της στέρησε κάτι απ’ τη χαρά που ένιωσε.
«Αχ, Άντι!» είπε στον κανένα και κάθισε κατάχαμα στην αίθουσα της ζωγραφικής. Και καθίσαμε δίπλα της, προσπαθώντας μάταια να διαβάσουμε τις σκέψεις της. Τα μάτια της άλλαζαν συνεχώς. Πότε φωτίζονταν, πότε σκιάζονταν, ερωτήματα και απορίες γεννιόνταν μέσα τους και πεθαίνανε δίχως να εκφραστούν. Και διλήμματα. Ναι, διλήμματα. Κατάλαβα. Το ίδιο κι η Μάριαν. Και μίλησε πρώτη, αφού εγώ ακόμη ένιωθα κάπως άβολα απέναντί της.
«Αν θελήσεις ποτέ να έρθεις εδώ για δουλειά είσαι περισσότερο από ευπρόσδεκτη. Αν ανήκει σε κάποιον αυτό το σχολείο είναι στον Άντι. Εμείς απλά τον βοηθήσαμε!»
Το βλέμμα της πρώτα χαράκωσε η απορία προτού το καταλάβει μια απόκοσμη σχεδόν λάμψη. Έμοιαζε να ξεχειλίζει από χρώματα και μουσικές, από μια υπόσχεση για το μέλλον.
«Σας ευχαριστώ», ψιθύρισε, κοιτώντας μας μ’ ευγνωμοσύνη. «Σας ευχαριστώ, θα ήθελα πολύ να το κάνω αυτό. Θα το ήθελε κι εκείνος. Αλλά…». Αλλά; «…Δε θα ήθελα να είμαι μες στα πόδια σας. Δεν έχω το δικαίωμα…»
«Ο Άντι…» αρκέστηκα να πω εγώ.
«Ο Άντι!» αποκρίθηκε κι εκείνη και πλέον κάθε εξήγηση ήταν περιττή. Ναι, θα ερχόταν. Έτσι κι αλλιώς με τις σπουδές της είχε σχεδόν τελειώσει και τις λιγοστές εξετάσεις που της έμειναν θα μπορούσε να της δώσει με την πρώτη ευκαιρία. Εξάλλου το ήθελε πολύ, από πάντα ονειρευόταν ν’ ακολουθήσει τ’ αχνάρια του αδελφού της. Θα έκανε λοιπόν μια νέα αρχή. Το μόνο που τότε δε γνώριζα ότι η νέα αρχή της, θα ήταν η αρχή του τέλους για μένα. Η μοίρα, όχι και πολύ σύντομα, αλλά όχι και αμετάκλητα αργά, θα άλλαζε και πάλι στη ζωή μου πορεία.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Σκισμένο Ψαθάκι ΙΙ

Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη

(Από το ημερολόγιο της Ρόζυ)

«Όταν συμβεί να με κλωτσήσει κανένα βρωμοπόδαρο και με ρίξει στο πηγάδι, λέω:
Ψυχραιμία, Ρόζυ. Πιάσαμε πάτο. Πιο κάτω από δω δεν έχει. Τώρα;.. Τι κάνουμε;.. Και ξαφνικά, λες και γίνεται μια έκρηξη μέσα μου. Έρχεται η γεύση της ζωής και με λιγώνει. Έρχεται η μυρουδιά της και μου σπάει τα ρουθούνια. Τίποτα δεν μπορεί να με κρατήσει. Και να ’μαι πάλι εντός ολίγου να τινάζω τα μαλλιά μου στον ήλιο και να σκορπώ τις καλημέρες μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Είναι περίεργο, αλλά μέσα εκεί, στην μπόχα της απόγνωσης, στον πάτο της κόλασης, ένιωσα τη μεγαλύτερη δίψα, το μεγαλύτερο πόθο για τη ζωή. Κι ήταν αυτό τελικά που μ’ έσωσε και με σώνει.
Ο αγαπημένος μου Λεό δε σώθηκε. Δε σώθηκε, γιατί δεν είδε ποτέ. Δεν άγγιξε. Δε γεύτηκε. Εκεί, στα κατακάθια του πηγαδιού, προσπάθησε να χρωματίσει τη λάσπη με νερομπογιές. Προσπάθησε να φανταστεί τον ήλιο μέσα στα σκοτάδια. Να μυρίσει την άνοιξη, βουτώντας τη μύτη του στα βαλτονέρια. Δεν έσφιξε ποτέ στην αγκαλιά του τα στάχυα του καλοκαιριού. Δεν άφησε την ψυχή του να παλαβώσει από το χρώμα που παίρνει το φεγγάρι, όταν έχει ξεχαστεί στον ουρανό και το ’χει βρει το ξημέρωμα να κρέμεται σ’ ένα κλαδί αγριοσυκιάς.
Τίποτα δεν ένιωσε απ’ αυτά ο αγαπημένος μου Λεό. Και χάθηκε.
Ξέχασε τη ζωή του, που ήταν μούσκεμα στο δάκρυ, απλωμένη στα σκοινιά. Την τσίμπησαν λαίμαργα τα πουλιά. Τράβηξαν τα κομμάτια της τα μυρμήγκια στις φωλιές τους. Την αποτέλειωσαν οι ακρίδες με τα σουβλερά τους πόδια.
Όταν ήμουν μικρή, του πήγαινα κομμάτια από εφημερίδες και μου ’φτιαχνε καραβάκια.
- Μπορούμε να ταξιδέψουμε μ’ αυτά; τον ρωτούσα.
- Αμέ! Πως δεν μπορούμε!
- Πού θα πάμε;
- Μακριά... Πολύ μακριά... Θα ταξιδέψουμε στα όνειρα.
- Εγώ θέλω να πάω στον Ινδικό Ωκεανό.
- Όπου θέλεις. Σε λίγο σαλπάρουμε. Είσ’ έτοιμη;
Όταν μεγάλωσα και κάναμε παρέα σαν δυο καλοί φίλοι, κάθε φορά που μ’ έβλεπε, μου φώναζε από μακριά, γεμάτος αγωνία:
«Ρόζυ! Είσαι καλά; Ανησυχούσα για σένα».
Ανησυχούσε για μένα! Κι αυτός ας ήτανε μια ξέμπαρκη σκιά, που την είχαν κουρελιάσει οι κωλοσύριγγες.
Πώς τον αγαπούσα το Λεό μου!
Δεν κατάφερα ποτέ να του μάθω πόσο όμορφος είναι ο κόσμος. Δεν μπόρεσα να του δείξω δυο χρυσόμυγες την ώρα που κάνουν έρωτα στον αέρα.
Δεν μπόρεσα να του χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, την ώρα που βάφει τους πόθους της βερυκοκιάς...»