Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η ξένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η ξένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Η ξένη - κεφάλαιο 2



Γεννήθηκα εδώ, μεγάλωσα εδώ, και είμαι ξένος. Τι να φταίει; Εγώ; Η μάνα; Σίγουρα όχι ο πατέρας αφού είναι νεκρός εδώ και χρόνια, προτού ακόμη γεννηθώ.
Σκέφτομαι πολύ, αφού δεν έχω και πολλά να κάνω. Πηγαίνω στο σχολείο, γυρνώ στο σπίτι και σκέφτομαι. Κάνω τα μαθήματά μου, πηγαίνω μια βόλτα και σκέφτομαι. Επιστρέφω το βράδυ, τρώω, ξαπλώνω και σκέφτομαι. Οι μόνες ώρες που δεν σκέφτομαι είναι όταν κοιμάμαι και όταν παίζω παιχνίδια στο Xbox.
Η μάνα μου όλο μού λέει ότι πρέπει να προσπαθήσω να κάνω φίλους, αλλά δε μου είναι εύκολο. Μόνο όταν παίζουμε μπάλα με δέχονται οι άλλοι στην παρέα τους. Κι οι λίγοι απ' αυτούς, με τους οποίους θα μπορούσα να είμαι φίλος, ζουν μακριά από εδώ.
Εμείς μένουμε κοντά στο κέντρο, αφού είναι πιο βολικό για τη μάνα. Από δω μπορεί να πηγαίνει περπατητή στη δουλειά. Δουλεύει πολλές ώρες και δε βγάζει αρκετά λεφτά, λέει, αλλά δεν παραπονιέται, θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα.
Ξέρω τα χειρότερα για τα οποία μιλά. Αυτά που τράβηξαν οι γονείς της, κι οι αδελφές κι οι αδελφοί της. Πολλά ζόρια. Κανέναν τους δε γνώρισα.
Λίγο έλειψε να μη γνωρίσω ούτε τη μάνα αφού από θαύμα λέει επέζησε της γέννας μου. Εγώ δεν πιστεύω στα θαύματα, αλλά δεν της το λέω. Από πείσμα επέζησε. Για μένα. Είμαι το τρίτο της παιδί. Το πρώτο πέθαινε στη γέννα. Το δεύτερο στα πέντε του χρόνια. Εγώ γεννήθηκα σχεδόν δέκα χρόνια μετά. Δεν το περίμενα, μού είπε. Δε με περίμενε.
Αλλά, της έδωσα μεγάλη χαρά. Και τώρα τις δίνω μικρές λύπες. Καθημερινά. Στεναχωριέται που με βλέπει μόνο. Εκείνη, που δουλεύει όλη μέρα και κάνει και τις δουλειές του σπιτιού και φροντίζει και μένα, έχει πολλούς φίλους. Φίλες δηλαδή. Ίσως και φίλους, δεν ξέρω. Σπάνια έρχεται κάποιος άντρας στο σπίτι μας.
Το σπίτι μας μάλλον είναι φτωχικό. Δυο μικρές κρεβατοκάμαρες, ένα μικρό σαλόνι, μια πολύ μικρότερη κουζίνα κι ένα μικροσκοπικό μπάνιο. Είναι σα να ζούμε μέσα σε μια μινιατούρα σπιτιού. Βλέπω πού και πού κάποια σπίτια στην τηλεόραση και πολύ ζηλεύω. Αλλά μετά μού περνάει. Αφού η μάνα κάνει ό,τι μπορεί.
Τουλάχιστον είμαι καλός μαθητής, αλλά όχι ο καλύτερος. Αν και προσπαθώ πάρα πολύ. Είμαι προσεκτικός μέσα στην τάξη και κάνω πάντα τα μαθήματά μου. Εξάλλου εκτός απ' αυτά και τα βιντεοπαιχνίδια δεν έχω και τίποτ' άλλο να κάνω.
Θα ήθελα να έχω ένα κορίτσι, αλλά είμαι πολύ ντροπαλός. Κάθε φορά που προσπαθώ να μιλήσω σε κάποια νιώθω, δεν ξέρω τι, έναν κόμπο στο λαιμό; Ξεροκαταπίνω, κοκκινίζω, δε βγάζω λέξη και φεύγω ντροπιασμένος. Αλλά αυτό το παθαίνω μόνο με τα κορίτσια που μου αρέσουν. Μ' αυτά που δε μου αρέσουν και τόσο μια χαρά τα καταφέρνω.
Οι φίλες της μάνας μου με πειράζουν και μού λένε ότι τέτοιο ομορφόπαιδο που 'μαι πρέπει να έχω πολλές φιλεναδίτσες και γελούν. Δε νομίζω ότι είμαι όμορφος, αλλά δε με πειράζει κιόλας που λένε ότι είμαι.
Όταν με ρωτάνε τι θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω κι άλλο, αφού είμαι ήδη μεγάλος, λέω γκαρσόνι, όπως η μάνα μου. Δεν μπορώ να κάνω μεγάλα όνειρα. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής, μετά δημιουργός παιχνιδιών, μετά σχεδιαστής ιστοσελίδων και για μια εποχή ηθοποιός. Νομίζω ότι θα γινόμουν καλός ηθοποιός.
Δεν ξέρω αν θα σπουδάσω όταν θα τελειώσω το σχολείο. Θέλω να σπουδάσω αλλά η μάνα μου δε βγάζει αρκετά λεφτά, όπως είπα, οπότε… Έτσι κι αλλιώς ό,τι και να σπουδάσω στο τέλος θα καταλήξω όπως ο περισσότερος κόσμος. Άνεργος.
Μια καθηγήτρια στο σχολείο, μια από τις λίγες που συμπαθώ για να είμαι ειλικρινής, κάθισε δίπλα μου μια φορά που με είδε λυπημένο και με ρώτησε τι έχω. Τα μαύρα μου τα χάλια είχα, αλλά της είπα ψέματα όπως κάνουν όλοι, ότι δεν είχα τίποτα. Ούτε καν πυρετό. Δε με πίστεψε φυσικά και μού είπε ότι αν θέλω να μην είμαι λυπημένος πρέπει να διευρύνω τους ορίζοντές μου. Ναι, ξέρω, μάθε… μάθε… μάθε… σκέφτηκα, μα δεν το είπα.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διευρύνει κάποιος τους ορίζοντές του. Ακούγοντας μουσική, παίζοντας, βλέποντας ταινίες, διαβάζοντας, ταξιδεύοντας κτλ. Ακούω μουσική, την ίδια με τη μάνα μου, αφού την κάνει, όταν δεν τη βλέπω, να δακρύζει και προσπαθώ ν' ανακαλύψω το γιατί. Παίζω παιχνίδια αλλά στη τιβί κι αυτό δε νομίζω να με βοηθά. Τις περισσότερες ταινίες τις βαριέμαι, αλλά κάποιες σειρές μού αρέσουν, όχι ελληνικές όμως - δεν ξέρω το γιατί. Τα μόνα βιβλία που διαβάζω είναι τα σχολικά και πάλι δεν ξέρω το γιατί. Για ταξίδια δεν έχω λεφτά. Οπότε οι επιλογές μου είναι λίγες.
Αλλά, δεν ξέρω, ίσως και να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Ίσως να μη θέλω να μάθω άλλα πράγματα πέρα απ' αυτά που πρέπει, αφού οι περισσότερες από τις νέες ιστορίες που βλέπω, ακούω, μαθαίνω με στεναχωρούν. Οι πιο λυπητερές είναι οι ιστορίες της μάνας μου. Της λείπει αυτό κι εκείνο το μέρος, αυτός κι εκείνος ο άνθρωπος και άλλα πολλά.
Εκείνη είναι πιο τυχερή από μένα αφού τουλάχιστον ξέρει τι της λείπει, ενώ εγώ δεν έχω ιδέα - πέρα από τους φίλους φυσικά.
Αν με ρωτούσε κάποιος τι μου αρέσει πιο πολύ απ' όλα να κάνω, θα του έλεγα: να περπατώ. Ειδικά το καλοκαίρι περπατώ με τις ώρες, κοντά στη θάλασσα, στο κέντρο, στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης. Και πάντα περνώ όσο πιο διακριτικά μπορώ απ' την καφετερία όπου δουλεύει η μάνα μου, για να τη δω έστω κι από μακριά, αλλά πάντα κάποιος με εντοπίζει και με χαιρετά. Οπότε αναγκαστικά πλησιάζω, λέω ένα γεια, μιλώ λίγο με τη μάνα και φεύγω.
Το παιδί είναι κολλημένο στη φούστα σου της είπε μια γυναίκα μια φορά, αλλά δεν είχε δίκιο. Πρώτα απ' όλα επειδή η μάνα μου σχεδόν ποτέ δε φοράει φούστα και δεύτερο απ' όλα επειδή ξοδεύω όσο περισσότερο καιρό μπορώ μαζί της απλά για να μη μένω μόνος.
Για να πω την αλήθεια όμως μάλλον δε θα έπρεπε να το κάνω αυτό. Και για να πω και μια άλλη αλήθεια, το κάνω επειδή φοβάμαι, αφού μόνο αυτήν έχω στον κόσμο όλο. Εντάξει έχω και κάποιους συγγενείς κάπου μακριά αλλά δεν τους γνώρισα ποτέ.
Μερικές φορές που χρειάζεται να δουλέψει μέχρι αργά τη νύχτα, δεν κλείνω μάτι. Δεν ξαπλώνω καν μέχρι ν' ακούσω την πόρτα ν' ανοίγει ό,τι ώρα και να 'ναι. Τότε σβήνω το φως του δωματίου, πηδώ στο κρεβάτι και χώνομαι μες στα στρώματα και κάνω ότι κοιμάμαι. Εκείνη περπατά μέχρι την πόρτα μου και με κοιτά για λίγα λεπτά και κάνει πώς δεν ξέρει ότι δεν κοιμάμαι. Είναι ένα από τα παιχνίδια μας. Τη φαντάζομαι να χαμογελά στο σκοτάδι.
Είναι φωτεινό το χαμόγελό της, παρόλα τα βάσανά της. Πρέπει να χαμογελάμε από ευτυχία μόνο και μόνο γιατί είμαστε ζωντανοί, λέει. Εγώ δε χαμογελώ σχεδόν ποτέ όταν δεν είναι εκείνη μπροστά. Δεν ξέρω για τι να χαμογελάσω.
Τη ρώτησα θυμάμαι μια φορά γιατί τα όνειρά μου είναι ασπρόμαυρα και μού είπε: γιατί η ζωή είναι πολύχρωμη. Εγώ δεν τη βλέπω έτσι. Να, σαν κι αυτό το τετράδιο μοιάζει στα μάτια μου. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι σελίδες της είναι μαύρες κι οι γραμμές της λευκές κι όχι το αντίθετο.
Πλησιάζουν μεσάνυχτα τώρα. Τρίτης. Σε λίγο θα ξεκινήσει να έρθει σπίτι. Σε πολύ λίγο θα σβήσω το φως, θα ξαπλώσω και θα την περιμένω. Και όταν φτάσει στο πι και φι θα κοιμηθώ. Κι αύριο… Αύριο θα κάνω ό,τι έκανα σήμερα.

Προδημοσίευση από ένα βιβλίο που ακόμη γράφεται...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Η ξένη - Κεφάλαιο 1


Γεννήθηκα γριά και μόνη, ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Ή μάλλον γεννήθηκα ξένη, αφού όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να νιώσω ότι ανήκω εδώ.
Δεν είμαι προσφυγοπούλα αν και είμαι. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν έφυγα απ' τον τόπο μου εξαιτίας κάποιου πολέμου ή αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Έφυγα για να δώσω την ευκαιρία στην οικογένειά μου να συνεχίσει να επιβιώνει.
Η οικογένειά μου είναι η θεία μου και οι ξαδέλφες μου, αφού τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ενώ και η εικόνα της μάνας μου έχει αρχίσει πια να μ' εγκαταλείπει. Ο Δημήτρης λέει ότι για να τη δω το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιτάξω στον καθρέφτη, μα όταν το κάνω το μόνο που βλέπω είναι τη θλίψη της.
Μοιάζουμε πολύ, το βλέπω στις φωτογραφίες, αλλά δεν είμαστε καθόλου ίδιες. Εκείνη είναι μια ανάμνηση, ενώ εγώ είμαι ακόμη εδώ και προσπαθώ κάθε μέρα όλο και πιο πολύ να προσαρμοστώ σε μια ζωή, που για κάποιο λόγο νιώθω ότι δεν μου πάει.
Είμαι εδώ, στα Χανιά, απ' τα δώδεκά μου χρόνια, σε ένα μήνα θα συμπληρώσω τα δεκαπέντε, κι όμως ακόμη δεν μπορώ να δω αυτή την πόλη σαν πόλη μου, αυτούς τους ανθρώπους σαν οικογένειά μου. Η πόλη μου είναι το Βελιγράδι. Η οικογένειά μου είναι εκεί.
Ίσως να μη θέλω να προσαρμοστώ από πείσμα, κι ας υποστηρίζω πως κάνω ότι μπορώ. Νιώθω ανήσυχη -πώς το λένε; α, ναι- καχύποπτη. Φοβάμαι να βολευτώ. Φοβάμαι ότι κι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς όπως και η θεία Όλγα, θα με προδώσουν. Κι ας μη με πρόδωσε εκείνη. Το ξέρω ότι δε με πρόδωσε. Το ξέρω ότι με έδωσε για υιοθεσία για το καλό μου, αλλά και για το καλό των κόρων της, αλλά, θυμώνω, πολύ, οργίζομαι. Μα δε φωνάζω. Καταπίνω την οργή μου και δεν την αφήνω ποτέ να φανεί, ούτε και για μια στιγμή. Κι αυτοί το ξέρουν, κι ας μη λένε τίποτα.
Αυτοί: ο Δημήτρης και η Χριστίνα. Ο πατριός που δε θα μπορέσω ποτέ ν' αποκαλέσω μπαμπά και η μητριά που δε θα καταφέρω να πω μαμά. Με λυπεί αυτό, αλλά δεν μπορώ να υποκρίνομαι, δε μου πάει το ψέμα. “Έχεις το πείσμα της μάνας σου”, λέει ο Νικόλας, ο φίλος τους, κι ας μη τη γνώρισε ποτέ. Δεν τη γνώρισε κι όμως έχει δίκιο. Πεισματάρα σαν και μένα ήταν η μάνα μου, η Μίρα. Μου το είπε η θεία μου και μου το είπε και ο Δημήτρης που τη γνώρισε καλύτερα απ' τον καθένα. Η μάνα μου...
Η μάνα μου είχε σκοτεινό βλέμμα και φωτεινό χαμόγελο, τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Κι εγώ έχω σκοτεινό βλέμμα, αλλά δε χαμογελώ ποτέ, ίσως επειδή ξέχασα πως να το κάνω. Παλιά, όταν ζούσα στο Βελιγράδι, χαμογελούσα συχνά και γελούσα δυνατά – δεν ένιωθα τόσο έντονη την ορφάνια μου.
Μα τώρα... Τώρα γράφω. Μου είπε ο Νικόλας να το κάνω και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ακολούθησα τη συμβουλή του. Αδειάζω το μέσα μου. Το αδειάζω κι αυτό ξαναγεμίζει. Οι λέξεις δε με βοηθάνε, ποτέ δεν το έκαναν, πώς μπορούσα λοιπόν να περιμένω ότι θ' άλλαζε κάτι αυτή τη φορά;
Οι γύρω μου μιλάνε πολύ, αλλά και ξέρουν να σιωπούν όταν πρέπει. Εγώ σιωπώ πολύ, μα έμαθα να μιλώ όταν πρέπει. Είμαι τόσο διαφορετική απ' τους άλλους; Είμαι, υποθέτω. Γιατί; Πολύ πιθανόν επειδή δεν έχω κάποιους φίλους της ηλικίας μου. Η μοναξιά μου είμαι εγώ.
Ο Δημήτρης και η Χριστίνα, ο Νικόλας και η αιώνια αρραβωνιαστικιά του, όπως την αποκαλεί, η συμπατριώτισσά μου, Νάζια, προσπαθούν να με κάνουν να νιώσω πιο καλά, να σκοτώσουν την πλήξη μου μα δεν τα καταφέρνουν. Ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται στ' αλήθεια να με καταλαβαίνει είναι ένας γέρος φίλος τους που ζει στην Αθήνα. Αυτός τους είπε να με αφήσουν ήσυχη κι εγώ θα βρω το δρόμο μου. Ακολούθησαν τη συμβουλή του, κι όμως από τότε ανησυχούν πιο πολύ, το βλέπω στα μάτια τους.
Δεν είμαι αχάριστη. Τους ευχαριστώ όλους γι' αυτά που μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν, για τον ζεστό τρόπο που με υποδέχτηκαν σπίτι τους, για την κατανόησή τους. Μα δεν μπορώ να ανταποδώσω την αγάπη τους αφού σκέφτομαι ότι όλα τα κάνουν για το χατήρι της μάνας μου και όχι για το δικό μου.
Μη σκέφτεσαι τόσο πολύ. Οι σκέψεις κάνουν κακό στην υγεία”, λέει κάθε τόσο ο Νικόλας και τον κοιτώ με απορία αφού ο ίδιος δεν παύει να σκέφτεται ποτέ. “Μέσα στο κεφάλι του ζει αυτός”, είπε κάποτε η Νάζια και την πίστεψα. Και μετά, προσπαθώντας να με κάνει να χαμογελάσω, πρόσθεσε: “Ευτυχώς δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά”. Λίγο έλειψε να τα καταφέρει – να με κάνει να χαμογελάσω δηλαδή.
Είναι αργά το βράδυ τώρα, Αύγουστος μήνας. Τους ακούω να μιλούν δυνατά και να γελούν πού και πού στην αυλή και θέλω να πάω για λίγο εκεί να καθίσω μαζί τους, αλλά δε θα το κάνω. Μπορώ να ακούσω σχεδόν καθαρά τι λένε. Θυμούνται τα παλιά, όπως πάντα, μιλάνε για τη νέα σχολική χρονιά που θ' αρχίσει σ' ένα μήνα και συζητούν για το νέο βιβλίο του Νικόλα που θα έχει τον τίτλο “Όλα αυτά που χάσαμε”.
Διάβασα τα βιβλία του, στα κρυφά. Όχι επειδή θα είχε κανείς αντίρρηση αν το έκανα στα φανερά, αλλά γιατί πίστευα ότι αυτός θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος για να γνωρίσω εκείνους – όλους εκείνους. Έγραψε πολλά βιβλία και τα περισσότερα από αυτά μοιάζουν να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα: στο θάνατο της μάνας μου, στα όσα πέρασαν ο Δημήτρης και η Χριστίνα μέχρι να καταλήξουν μαζί, στο πως κατέληξε ο ίδιος εδώ με τη Νάζια. Είναι σκληρές οι ιστορίες του, γεμάτες αποχωρισμούς και θάνατο, κι όμως πάντα καταλήγουν με τρόπο θετικό. Εκείνος βρίσκει το φως στο σκοτάδι κι εγώ το σκοτάδι στο φως.
Αν δε μας χώριζαν τόσα χρόνια θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι. Το πιστεύω αυτό. Αλλά ανήκει σε άλλη γενιά και όσα κι αν υπέφερε είναι λίγα μπροστά σ' αυτά που τράβηξα εγώ, και ακόμη πιο λίγα μπροστά σ' αυτά που υπέφερε η μάνα μου.
Αχ, ρε μάνα, γιατί μου το έκανες αυτό; Δε θα ήταν όλα πιο καλά αν ήσουν ακόμη ζωντανή; Ίσως να μην ήταν πιο καλά για όλους τους άλλους, αλλά θα ήταν για μένα. Θα ήσουν ίσως ζευγάρι με τον Δημήτρη, μα αυτό δε θα με χαλούσε, αφού θα ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Για πάντα εδώ.
Διαβάζω στα βιβλία και ακούω και στην τηλεόραση πού και πού για κάποιες ζωές που είναι καταραμένες και σκέφτομαι ότι κι η δική μου έτσι είναι. Όπως ήταν και η δική σου. Δυο φορές πρόσφυγας εσύ, μία σχεδόν εγώ. Μακάρι να μη σε ισοφαρίσω. Αν κάποια μέρα φύγω από δω θέλω να επιστρέψω στη μόνη πόλη που γνώρισα, εκεί που γεννήθηκα και που όπως πίστευες πέθανα.
Γελάνε πάλι έξω. Ξεχάστηκα και δεν μπόρεσα ν' ακούσω για τι μιλούσαν τώρα δα. Ίσως να θυμήθηκαν κάποια ιστορία του Γιώτη, του καπετάνιου, ίσως ο Δημήτρης να τους είπε κάποιες απ' τις γκάφες του ή ο Νικόλας να πέταξε καμιά κοτσάνα. Οι πιο αστείες ιστορίες είναι αυτές της Νάζιας, απ' ότι κατάλαβα, αλλά όπως μου είπαν δεν κάνουν για τ' αυτιά μου και καταλαβαίνω το γιατί. Η Χριστίνα δεν έχει αστείες ιστορίες να πει ή μάλλον δεν ξέρει τον τρόπο, αλλά πάντα το γέλιο της είναι το πιο δυνατό.
Θα το ξενυχτήσουν μάλλον απόψε. Δεν πειράζει. Θα σβήσω σε λίγο το φως, θα ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και θα προσπαθήσω ν' αποκοιμηθώ ακούγοντας τις φωνές τους. Ελπίζω να είναι πολύ δυνατές, πιο δυνατές από τις σκέψεις μου, αφού ο θόρυβος με ηρεμεί. Πάει κι αυτή η μέρα...

Μια νέα ιστορία, συνέχεια κάποιας παλιάς.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ