Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 4



Πολλής κόσμος είναι μαζεμένος στο διαμέρισμα του Χριστάκη. Ο Θεοδούλου, που στέκεται στην είσοδο και μοιάζει να επιτηρεί την όλη επιχείρηση, ο Αντωνίου, ο οποίος εξετάζει το νεκρό κορμί, που ακόμη βρίσκεται μέσα στη μπανιέρα, και τέσσερα άτομα της σήμανσης, άντρες και γυναίκες.
Ο Ιωάννου συστήνεται στον πρώτο, ο οποίος ήδη τον γνωρίζει σαν όνομα, και στέκεται με τις δύο κοπέλες μέσα μόλις από την εξώπορτα περιεργαζόμενος το χώρο. Αν και φίλος με το θύμα, δεν έχει πάει ποτέ εκεί. Πρόκειται για ένα ευρύχωρο διαμέρισμα που θα μπορούσε άνετα να φιλοξενήσει μια μεγάλη οικογένεια. Τους τοίχους στολίζουν διάφοροι πίνακες, αλλά και κάποιες ερασιτεχνικές ζωγραφιές, μάλλον των παιδιών που απόκτησε με τις πρώην συζύγους του. Στο σαλόνι ένας τεράστιος καναπές σε σχήμα Γ, ένα τρίπατο τραπεζάκι μπροστά, τζάκι, μια τηλεόραση πενήντα ιντσών και μια τραπεζαρία, στην οποία θα μπορούσαν να καθίσουν μια ντουζίνα άτομα.
Προχωρά στα ενδότερα, ενώ η Ντίνα και η Αγγέλα, μένουν για λίγο πίσω, αφού θέλουν να του δώσουν το χώρο του. Περιφέρονται στο σαλόνι και παρατηρούν τα πάντα, ενώ η Αγγέλα τα καταγράφει κιόλας, ως συνήθως, με μια μικρή βιντεοκάμερα, σε περίπτωση που τους ξεφύγει κάτι. Φορούν από ένα ζευγάρι γάντια κι αρχίζουν να ψάχνουν σε συρτάρια και έπιπλα για οτιδήποτε θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο. Ωστόσο φροντίζουν να μείνουν έξω από τα πόδια της ομάδας σήμανσης αφού η δική τους δουλειά επείγει πιο πολύ.
Στο μεταξύ στο μπάνιο το αφεντικό τους παρακολουθεί τον ιατροδικαστή καθώς εξετάζει σιγά-σιγά και προσεκτικά το νεκρό του φίλο. Μοιάζει γαλήνιος τώρα ο Χριστάκης, σ' αντίθεση δηλαδή από τότε που ήταν ζωντανός. Έτσι θα είμαι κι εγώ όταν πεθάνω; αναρωτιέται. Τουλάχιστον τότε δε θα έχω ν' ανησυχώ για τις αϋπνίες μου, προσθέτει σιωπηλά και σχεδόν χαμογελά.
Μεγάλωσαν μαζί με τον Χριστάκη, αν και ο ίδιος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος απ' αυτόν. Ήταν γείτονες στο χωριό τους, τη Γαλάτα, και ξόδεψαν αμέτρητα απογεύματα παίζοντας μπάλα, κάνοντας μικρές παρανομίες και καυγαδίζοντας όταν ήταν μικροί. Οι μανάδες τους ήταν φιλενάδες και όπου τις έχανες όπου τις έβρισκες η μια στο σπίτι της άλλης ήταν. Αλλά ακόμη και τότε ήταν διαφορετικοί οι δυο τους. Στον Χοντρό δεν άρεσε η πολυκοσμία, την απέφευγε, ενώ ο άλλος την επιδίωκε. Στις γιορτές και τα πανηγύρια ήταν πάντα πρώτος. Ίσως και γι' αυτό τελικά κατέληξε να κάνει τη δουλειά που έκανε. Και να που…
Δεν μπορεί να το χωνέψει ακόμη ότι ο φίλος του είναι νεκρός, κι ας το βλέπει. Νιώθει την ανάγκη να δακρύσει και πάλι, αλλά δε θα το κάνει, όχι μπροστά στους άλλους. Εξάλλου, είναι σίγουρος ότι αν ο Χριστάκης μπορούσε να προβλέψει το μέλλον, θα του έλεγε ότι με την ευκαιρία του θανάτου του θα ήθελε να στήσουν γιορτή, ένα μεγάλο φαγοπότι.
Καθώς παρατηρεί το χώρο νιώθει από πίσω την παρουσία των δύο γυναικών. Μετακινείται λίγο στο πλάι ώστε να μπορέσουν να δουν κι αυτές τη σκηνή. Ποιος ξέρει, ίσως να εντοπίσουν και κάτι το οποίο αυτή τη στιγμή του ξεφεύγει.
Ο Αντωνίου γυρνά προς το μέρος τους.
"Δεν μπορώ να σας πω τίποτα με σιγουριά για την ώρα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Ο Θεοδούλου είχε δίκιο, κάποιος τον έπνιξε, αλλά δε φέρει εκδορές σε κάποια άλλα σημεία του σώματος, που να δείχνουν ότι πάλεψε με το δολοφόνο του, κι αυτό είναι λίγο περίεργο, αφού είναι πολύ δυνατός. Εκτός κι αν έχασε τις αισθήσεις του απ' το αλκοόλ, αλλά αν κρίνω απ' το σωματότυπό του αυτό δεν το νομίζω. Θα τον μεταφέρω στο νεκροτομείο και θα κάνω όλες τις αναγκαίες εξετάσεις και μόλις έχω νέα θα σας ειδοποιήσω".
Ανασηκώθηκε από το πάτωμα και πήρε τηλέφωνο κάποιον.
"Ελάτε να τον πάρετε", είπε.
Σε λίγο εμφανίστηκαν δύο τραυματιοφορείς και άρχισαν να τον ετοιμάζουν. Λίγο μετά αναχώρησαν μαζί του και τον ιατροδικαστή.
"Τι βλέπετε;" ρώτησε ο Ιωάννου μόλις έφυγαν.
"Μάλλον τον σκότωσαν στην μπανιέρα. Δεν τον τοποθέτησαν μετά εκεί αφού πολύ πιθανόν να άφηναν κάποια ίχνη στο χώρο. Φυσικά δεν ξέρω αν υπήρξε πάλη μεταξύ του θύματος και του θύτη. Σ' αυτή την περίπτωση όμως λίγο τουλάχιστον νερό θα είχε πεταχτεί έξω, αλλά και πάλι, λόγω της θερμοκρασίας θα είχε στεγνώσει μέχρι τώρα, οπότε…", άφησε την τελευταία λέξη να αιωρείται σα λαιμητόμος στον αέρα η Ντίνα.
"Οπότε δεν ξέρουμε τίποτα", συμπλήρωσε εκείνος.
"Ξέρουμε κάτι", δήλωσε η Αγγέλα. "Ότι, όποιος και να τον σκότωσε, πήρε κάτι από εδώ".
Το εδώ ήταν το ντουλαπάκι έξω από το μπάνιο. Απ' την αριστερή του πάνω πλευρά όντως έμοιαζε να λείπει κάτι, σε σχήμα ορθογώνιο, μεγέθους δέκα επί είκοσι εκατοστών περίπου.
Ο Ιωάννου φώναξε κάποιον από τη σήμανση για να έρθει να το φωτογραφήσει και να ψάξει για αποτυπώματα. Είχε φωτογραφηθεί και μετρηθεί ήδη, του είπαν, τα αποτυπώματα θα τα έπαιρναν σε λίγο. Το μέγεθος του αντικειμένου που έλειπε ήταν δώδεκα επί είκοσι εκατοστά.
"Ντίνα, Αγγέλα, αρχίστε να ψάχνετε τα δωμάτια ένα-ένα. Ξέρετε τι αναζητούμε: φωτογραφίες, λογαριασμούς, γράμματα -αν υπάρχει δηλαδή κανείς που γράφει ακόμη- κτλ. Α, ναι…", στράφηκε προς τη μεριά της ομάδας σήμανσης, "βρήκατε τα κινητά του;" ρώτησε.
"Κινητά; Βρήκαμε μόνο ένα. Και η κάρτα έχει ήδη λήξει. Πόσα είχε;"
"Τρία-τέσσερα, δεν είμαι σίγουρος. Πάντως είχε τρεις-τέσσερις αριθμούς. Μπορείτε να μας παραδώσετε το κινητό που βρήκατε; Έχουμε ένα τεχνικό στο τμήμα που…"
"Έχουμε διαταγές να κάνουμε ό,τι μας ζητήσετε".
"Ντίνα".
Η κοπέλα παρέλαβε το συσκευασμένο σε μια πλαστική σακούλα κινητό, υπέγραψε μια απόδειξη, πήρε ένα αντίτυπό της, και τα τοποθέτησε και τα δυο σε ένα μεγάλο δερμάτινο τσαντάκι, που κουβαλούσε πάντα μαζί της γι' αυτόν ακριβώς το λόγο.
"Συνεχίστε", διέταξε το αφεντικό, και οι γυναίκες άρχισαν τις έρευνές τους στα υπνοδωμάτια, ενώ εκείνος τριγυρνούσε από δω κι από κει εντελώς σιωπηλός, επιτέλους απόλυτα συγκεντρωμένος, αναζητώντας κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του για τα καλά και καθώς η τζαμαρία του σαλονιού αντίκριζε την ανατολή, η θερμοκρασία πήρε την ανιούσα. Είχε δίκιο τελικά ο Χοντρός, η σημερινή θα αποδεικνυόταν μια πολύ ζεστή μέρα.

Συνεχίζεται.

Κεφάλαια: Ένα, δύο και τρία.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφαλαιο 3



Ποτέ δεν περίμενε να πεθάνει μ' αυτό τον τρόπο. Ίσως από βαθιά γεράματα. Ίσως από κάποια αρρώστια. Αλλά σίγουρα όχι έτσι.
Έχει πλάκα η ζωή, σκέφτεται, λίγο προτού ξεψυχήσει. Προσπαθεί για μια στιγμή να χαμογελάσει, αλλά δεν το μπορεί. Το μόνο που καταφέρνει είναι ν' αφήσει ένα μορφασμό να πάρει σχήμα σ' ένα πρόσωπο ασυγχώρητα ταλαιπωρημένο. Έχει πλάκα η ζωή. Άγρια πλάκα. Εκεί που φοβόταν τον καθένα και το καθετί. Εκεί που απέφευγε τις σκιές λες και επρόκειτο για τρομαχτικά όντα. Εκεί που… Αλλά τι σημασία έχει τώρα. Ο θάνατος ήρθε από αλλού.
"Ήρθα για να σε σκοτώσω", ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από εκείνα τα σκληρά χείλη, τόσο απλά, σα να έλεγε: Ήρθα για να πληρώσω τα κοινόχρηστα ή να εισπράξω το νοίκι. Ήρθε να με σκοτώσει, αλλά γιατί; Επειδή απέφυγα να αναφέρω μιαν αλήθεια που για χρόνια αναζητούσε; Ήταν αυτός άραγε ο λόγος ή κάποιος άλλος;
Πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να πεθάνει δεν έχει ιδέα. Ή ίσως και να μην πεθάνει. Κανείς δεν ξέρει. Ψέματα. Κάποιος ξέρει. Δεν έχει τη δύναμη να σηκωθεί από κει που βρίσκεται, αλλά ούτε και να συρθεί προς τα έξω. Τα μέλη είναι παραλυμένα. Τι να χρησιμοποίησε άραγε; Μόνο τα μάτια μοιάζουν να λειτουργούν ανεμπόδιστα. Κοιτούν από δω κι από κει απεγνωσμένα, ψάχνοντας κάποιον ή κάτι που δεν είναι εκεί.
Το ρολόι στον τοίχο λέει ότι η ώρα είναι τρεισήμισι - δεν ξέρει αν είναι πρωί ή απόγευμα όμως, αφού ο χώρος στον οποίο βρίσκεται είναι θεόκλειστος. Ο εξωτερικός χρόνος ακόμη κινείται, αλλά ο εσωτερικός έχει παγώσει. Αν αυτός είναι ο αργός θάνατος που λένε, δεν είναι και τόσο άσχημος, σκέφτεται για μια στιγμή, αφού τουλάχιστον δεν πονά.
Γιατί κινούνται τόσο αργά οι δείκτες στο ρολόι; Προσπαθεί να ακολουθήσει τους νωχελικούς ρυθμούς τους, αλλά ούτε κι αυτό το μπορεί. Μα κάτι αλλάζει, ξάφνου τα ακροδάχτυλα αρχίζουν να υπακούουν τις εντολές του εγκέφαλου, αλλά μόνο αυτό. Είναι τούτο αρκετό; Υπάρχει ελπίδα;
Προτού καν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία σκέψη ακούει κάποιον ν' ανοίγει την εξώπορτα και να εισέρχεται στο διαμέρισμα. Προσπαθεί να φωνάξει Βοήθεια, μα η φωνή δε βγαίνει. Οι φωνητικές χορδές μοιάζουν να είναι δεμένες κόμπο ή ίσως και κομμένες. Μια κοφτή ανάσα μόνο ξεφεύγει απ' τα χείλη.
"Άρχισες να συνέρχεσαι, βλέπω", λέει ο επισκέπτης. "Μη χαίρεσαι όμως, δεν ήρθα εδώ ούτε για να σε λυτρώσω, ούτε για να σε σκοτώσω. Όχι ακόμη. Μού χρωστάς πολλά και μέχρι να τα πάρω, θα παραμείνεις εκεί που είσαι. Πεινάς;"
Γελά, χαιρέκακα.
"Το ξέρω ότι δεν μπορείς να απαντήσεις, αλλά μού αρέσει να ρωτώ έτσι κι αλλιώς. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι πεινάς. Για κάτι".
Φεύγει. Ακούει τα βήματα ν' απομακρύνονται προς την κατεύθυνση της κουζίνας. Προσπαθεί ν' ανασηκωθεί και πάλι. Μάταια. Δεν έχει τη δύναμη και το κουράγιο να κάνει τίποτα πια, ούτε καν να φοβηθεί. Ο θάνατος, κάτω από τις περιστάσεις θα ήταν ευπρόσδεκτος. Εξάλλου, δεν είχε τίποτα να χάσει.
Ακούει βήματα να πλησιάζουν και πάλι. Πόση ώρα πέρασε; Κοιτά το ρολόι. Δέκα λεπτά. Βλέπει ένα κουτάλι να εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά και μέσα σ' αυτό κάτι σα σούπα. Ανοίγει με δυσκολία πολλή το στόμα, σηκώνει λίγο το κεφάλι, κι αφήνει το υγρό να κυλήσει προς τα κάτω. Κουταλιά-κουταλιά το στομάχι λίγο γεμίζει.
"Καλά έφαγες και σήμερα", ακούει τη φωνή του δυνάστη της. "Άντε, ξεκουράσου για λίγο και απόλαυσε αυτή την προσωρινή διαύγεια, αφού σύντομα θα πρέπει να σε ναρκώσω και πάλι".
Όχι, προσπαθεί να φωνάξει. Όχι. Μα φωνή δεν ακούγεται.
Ακούει εκείνο το μισητό σαρκαστικό γέλιο και πάλι και παρατηρεί με την άκρη των ματιών δυο πόδια ν' απομακρύνονται.
Παραδίδεται σε μια μοίρα φαινομενικά αναπόφευκτη. Θα πεθάνει, το ξέρει, το αποδέχεται τώρα, αλλά γιατί να μην πεθάνει μιαν ώρα αρχύτερα. Δεν πονά, αλλά η αναμονή είναι χειρότερη τιμωρία από τον πόνο.

Συνεχίζεται.

Κεφάλαια ένα και δύο.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 2



Μέχρι πέρυσι τον αποκαλούσαν Χοντρό ή και Κρυφό. Το πρώτο επειδή ήταν όντως χοντρός και το δεύτερο γιατί δεν ήταν απ' αυτούς που ανοίγονταν εύκολα στους ανθρώπους και πολύ δύσκολα μπορούσε κανείς να καταλάβει τον τρόπο που σκεφτόταν. Το καλό μαζί του ήταν ότι δεν τους άφηνε ποτέ να πλήξουν, αφού περισσότερο από κάθε άλλον έβρισκε τρόπους για να τους προκαλέσει την έκπληξη.
Η τελευταία φορά όμως που τους άφησε άφωνους είναι αυτή που όλοι θα θυμούνται, και η οποία τον οδήγησε και στην προαγωγή, την οποία αρνιόταν εδώ και χρόνια, αφού πάνω απ' όλα του άρεσε να είναι ντετέκτιβ.
Ήταν λοιπόν ένα χρόνο πριν που συνέβησαν τα γεγονότα που θα του άλλαζαν τη ζωή. Κάποιος είχε αρχίσει να δολοφονεί αστυνομικούς τον ένα μετά από τον άλλο, και τα εγκλήματα αυτά άνοιξαν το δρόμο σε μια διαφορετική έρευνα που είχε να κάνει με τη διαφθορά στο αστυνομικό σώμα. Ο Χοντρός, που δε συμπαθούσε και πολύ τους συναδέλφους του τους οποίους θεωρούσε κηφήνες, αντί να θελήσει να εργαστεί μαζί τους για να διαλευκάνει τις υποθέσεις εναπόθεσε την πίστη του σε μια νεαρή του συνεργάτιδα και δύο άλλους νέους, που μόλις αποφοίτησαν από τη σχολή. Στη διάρκεια λίγων μόνο ημερών κατάφεραν όχι μόνο να συλλάβουν το δολοφόνο, αλλά και να στήσουν στον τοίχο αυτούς που τα έπαιρναν. Επίσης απέτρεψαν μία ακόμη δολοφονία και έστειλαν τους υπεύθυνους στη φυλακή.
Από τότε ο Χοντρός έγινε ο αρχηγός και τα, φανερά τουλάχιστον, εις βάρος του αστεία σταμάτησαν.
Τώρα κάθεται στο γραφείο του και περιμένει την αναφορά για τη νέα υπόθεση από τη Ντίνα Αυγουστή, που είναι το δεξί του χέρι. Η Ντίνα, στα είκοσι οκτώ της χρόνια, με τα μαλλιά κομμένα κοντά και τα μελιά της μάτια στεναχωρημένα, μα όπως πάντα, συγκεντρωμένα, έζησε ήδη τόσα πολλά με το αφεντικό της, που ξέρει τι θέλει κάθε φορά να τη ρωτήσει προτού καν το κάνει. Οπότε μπαίνει κατευθείαν στο ψητό.
"Τον βρήκε στο διαμέρισμά του μια κοπέλα που δουλεύει στην Παγίδα στις τέσσερις και είκοσι το πρωί. Είχε φύγει από το μαγαζί στις τρεις περίπου το πρωί, για λίγα λεπτά όπως τους είπε, κι αφού δεν επέστρεψε και τον χρειάζονταν για να κλείσουν το ταμείο, τον πήραν κατ' επανάληψη τηλέφωνο. Αφού δεν απαντούσε, η υπεύθυνη του μπαρ έδωσε στην κοπέλα το κλειδί του διαμερίσματός του για να πάει να δει αν του είχε συμβεί κάτι, αφού ως γνωστό έπινε πολύ. Τον βρήκε πνιγμένο στη μπανιέρα και έτρεξε κάτω στο μαγαζί και τους είπε τι συνέβη. Τηλεφώνησαν στην αστυνομία και πρώτος στη σκηνή έφτασε ο Γιάννης Θεοδούλου, από το τμήμα της Στροβόλου, ο οποίος θεώρησε ύποπτες τις περιστάσεις τους πνιγμού του και κάλεσε ενισχύσεις. Κάποιος μάλλον θα του είπε ότι ο Χριστάκης είναι φίλος σου, έτσι λάβαμε μια κλήση ακριβώς στις τέσσερις και πενήντα το πρωί, οπότε και σου τηλεφώνησα".
"Οι άλλοι πού είναι;"
"Εγώ είμαι εδώ επειδή είχα βάρδια. Τους τηλεφώνησα λίγο πριν έρθεις. Όπου να 'ναι όμως…"
"Είμαστε εδώ".
Οι ροκόλοι ή τα παιδαρέλια του ήταν ήδη όντως εκεί. Ο Τεκ, κατά κόσμο Παναγιώτης Ιακώβου, μοιάζει όπως πάντα ξενυχτισμένος. Στα τριάντα του χρόνια θεωρείται βετεράνος της χακεριανής κοινότητας. Λεπτός, όσο πάει, με μαύρα μάτια βυθισμένα λες μες στις κόγχες τους, δε σου γεμίζει το μάτι. Κι όμως το μυαλό και τα δάχτυλά του πάνε με χίλια. Η Αγγέλα Χρυσοστόμου, που είναι ο Βενιαμίν της ομάδας, στα είκοσι πέντε της, με σπουδές ψυχολογίας και πλήθος ενδιαφέροντα, μοιάζει, κι αυτή όπως πάντα, έτοιμη από ώρα.
"Τι παίζει;" ρωτά εκείνος, που είναι μόνιμα ανυπόμονος.
"Σκότωσαν τον Χριστάκη", απαντά δίχως ενδοιασμούς η Ντίνα, αφού ξέρει ότι το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να εκνευρίσει τούτη την ώρα το αφεντικό της θα ήταν η σπατάλη χρόνου.
Ο Τεκ μπαίνει κατευθείαν στο ψητό, αφού ξέρει, έστω εξ ονόματος ποιος είναι αυτός.
"Επίθετο;"
"Αυτό είναι το επίθετο. Το όνομα είναι Βασίλης".
Ανάβει την οθόνη του τάμπλετ, το οποίο λες κρατά μόνιμα στα χέρια του στην αναμονή, και πληκτρολογεί.
"Βλέπω τρεις μ' αυτό το όνομα. Όνομα πατρός ή ημερομηνία γεννήσεως".
"1958" απαντά ο Ιωάννου.
Μια στιγμή μετά.
"Μάλιστα. Του Πάρη και της Σοφίας. Ιδιοκτήτης τεσσάρων διαμερισμάτων και τριών αυτοκινήτων. Διαμερίσματα στην Παλλουριώτισσα, την Ανθούπολη, το Ζύγι και στο κέντρο της Λευκωσίας. Αυτοκίνητα: μια μπέμπα, ένα Τογιότα του 2008 και ένα Ώστιν Μόρρις, κειμήλιο απ' την αγγλοκρατία. Ιδιοκτήτης της Παγίδας από το 1997. Χρωστά 437, 584 ευρώ σε διάφορες τράπεζες. Μάλλον γι' αυτό μπήκε στο στοπ λιστ και γι' αυτό το βλέπω εδώ".
"Τόσα πολλά;" αναρωτήθηκε δυνατά η Χρυσοστόμου, προλαβαίνοντας στο τσακ το αφεντικό της, αφού ούτε κι αυτός ήξερε ότι είχε τέτοια χρέη ο μακαρίτης.
"Μπορείς να δεις πώς δημιούργησε αυτό το χρέος;" ρώτησε εκείνος.
"Όχι τώρα. Αυτό το νούμερο το βρήκα επειδή είναι μαυροπινακισμένος…"
"Πάντα ξόδευε τα λεφτά λες και δεν υπήρχε αύριο, οπότε δεν μπορούσα να μαντέψω ότι ήταν καταχρεωμένος. Πάρε-δώσε με τη δικαιοσύνη;" Ναι, ήταν φίλος του ο Χριστάκης, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι ήξερε και τη ζωή του απέξω κι ανακατωτά.
"Πολλές καταδίκες σε σχέση με το μαγαζί. Για κάπνισμα, για μη έγκαιρη έκδοση αδειών και για παραβίαση ωραρίου. Δύο καταγγελίες επίσης για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και για υπερβολική ταχύτητα. Ήταν στο τσακ να του στερήσουν την άδεια. Δεν ξέρω αν εκκρεμεί τίποτ' άλλο προς το παρόν".
Παρέμεινε για λίγο σκεφτικός. Οι τελευταίες αναφορές δεν τον εξέπληξαν. Ο φίλος του έπινε τόσο πολύ που καθόλου δε θα τον ξένιζε αν έπεφτε νεκρός απ' την κατάχρηση αλκοόλ ή αν πάθαινε κάποιο σοβαρό ατύχημα εξαιτίας του. Το να δολοφονηθεί όμως, αυτό δεν το περίμενε.
"Ντίνα, θα μας δώσουν την υπόθεση;"
"Μας την έδωσαν ήδη. Τηλεφώνησα στον Σωτηρίου αμέσως μετά από σένα και…"
"Καλά έκανες. Ευχαριστώ".
Ο Σωτηρίου ήταν ο προκάτοχος του Χοντρού και νυν υπαρχηγός της Αστυνομίας. Δε θα χρειάστηκε περισσότερα από ένα-δυο τηλεφωνήματα για να διευθετήσει το θέμα. Και σίγουρα δε θα είχε πρόβλημα που τον ξύπνησαν τα χαράματα, αφού οι χάρες που τους χρωστούσε θα μπορούσαν να κρατούσαν μια ζωή. Αυτοί ήταν που έσωσαν την καριέρα του, κι όχι μόνο αυτό, τον βοήθησαν κιόλας να αναρριχηθεί σ' ένα απ' τα υψηλότερα αξιώματα της ιεραρχίας.
"Ποιος είναι εκεί;" απευθύνθηκε και πάλι στην Ντίνα, αφού δεν ήθελε να χάσει στιγμή.
"Ο Θεοδούλου, δύο άλλοι αστυνομικοί από το τμήμα Στροβόλου, τα παιδιά της σήμανσης και ο Αντωνίου".
Ο Αντωνίου ήταν ο ιατροδικαστής, ένας άντρας πενήντα δύο χρόνων, που μοιάζει να γέρασε πριν απ' την ώρα του. Λεπτός, καμπούρης, με ταλαιπωρημένο το κορμί και την ψυχή, συνήθως μοιάζει έτοιμος να καταρρεύσει, αλλά το πείσμα του και η αγάπη του για τη δουλειά τον σώζουν. Ευτυχώς που είναι αυτός, σκέφτεται, οι άλλοι δε θα έκαναν τόσο καλή δουλειά.
"Ντίνα και Αγγέλα, θα έρθετε μαζί μου. Τεκ, ξέρεις;"
"Να περιμένω να βγουν τα εντάλματα;"
"Ξέρεις…"
Αυτό πάει να πει, κάνε ό,τι μπορείς να κάνεις τώρα με τα κομπιούτερ, και όταν βγουν τα εντάλματα, κάνουμε και τα υπόλοιπα.
Είναι έξι και τέταρτο το πρωί. Ο ήλιος έχει χαράξει για τα καλά και η μέρα προβλέπεται πολύ ζεστή. Ιούλιος. Ένας από τους λιγότερο αγαπημένους μήνες για κείνον.
"Με το γραφείο τι θα κάνουμε;" τον ρωτά η Ντίνα, που χάρη σ' αυτόν έχει γίνει το κορίτσι για όλες τις δουλειές.
"Πες σε όποιον δουλεύει να κρατήσει τα όποια μηνύματα θα έρθουν για μας όσο θα λείπουμε, μέχρι να έρθει η γραμματέας μου. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι μας ψάχνουν στα κινητά, ενώ θα είναι και ο Τεκ εδώ".
"Θ' αργήσουμε να γυρίσουμε και…"
"Ναι, ναι, ξέρω, έχω πολλή δουλειά. Αυτό το χαρτολόι θα με φάει…"
Βγαίνουν έξω οι τρεις τους κι αρχίζουν να περπατούν προς τη σκηνή του εγκλήματος, αφού από την Πύλη Πάφου, όπου εδρεύουν, δεν απέχει παρά λίγα λεπτά. Εξάλλου αν πήγαιναν με τ' αμάξια θα τους έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο να γυρίσουν μετά που θ' άρχιζε η κίνηση.
"Τους κράτησαν όλους στην…"
"Παγίδα. Ναι".
Άθελά του λίγο έλειψε να γελάσει. Είναι εκπληκτικό το πώς αυτό το κορίτσι μπορεί και μαντεύει τις σκέψεις μου, σκέφτεται. Η αλήθεια είναι ότι και η Χρυσοστόμου είναι το ίδιο διορατική, αλλά δεν έχει το θάρρος να του μιλά με τον ίδιο τρόπο.
Όταν φτάνουν στην Παγίδα και παρά το ότι είναι τόσο νωρίς το πρωί έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου. Τα άσχημα νέα ταξιδεύουν πάντα γοργά. Βρίσκουν τον επικεφαλή της αστυνομικής ομάδας που έφτασε εκεί πριν απ' αυτούς, να κάθεται σ' ένα τραπεζάκι και να πίνει τον καφέ του, παρατηρώντας το πλήθος. Βλέποντας τον Χοντρό πετάγεται απάνω λες και τον δάγκωσε φίδι. Το ύφος του τελευταίου του λέει ότι μάλλον θα ήταν προτιμότερο αυτό, αλλά για να αποφύγουν κάποια δημόσια διένεξη, επεμβαίνει ως συνήθως η Ντίνα.
"Μπορείτε να μετακινήσετε την κίτρινη κορδέλα λίγα πιο μέτρα πιο κάτω;", τον ρωτά, κοιτώντας τον έντονα στα μάτια, και αν και είναι πολύ μεγαλύτερος απ' αυτή σε ηλικία και ανώτερος σε βαθμό, σπεύδει να υπακούσει. Όλα καλά, προς το παρόν. Αλλά τα δύσκολα τώρα αρχίζουν.

Συνεχίζεται.


Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Το τρίτο θύμα - Κεφάλαιο 1



Η αλήθεια είναι ότι περίμενε αυτό το τηλεφώνημα, από πάντα. Δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Η ζωή που ζούσε ο φίλος του δεν ήταν συνηθισμένη. Ήταν άνθρωπος της νύχτας, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Κι ας ήταν καλόψυχος και πολύ ανοιχτοχέρης. Στο τέλος της ημέρας αυτά τα τελευταία σπάνια μετράνε. Το πιο σημαντικό είναι να ξέρεις να παίζεις το παιχνίδι. Κι εκείνος ήξερε. Μέχρι που το παιχνίδι άλλαξε ή οι καιροί τον προσπέρασαν. Ή το ένα ή το άλλο.
Πριν λίγο, στις πέντε σχεδόν το πρωί, όταν δέχθηκε εκείνη την κλήση παράδερνε ακόμη μεταξύ ξύπνιου και ύπνου. Τα μάτια ήταν βαριά και το βλέμμα θολό. Τώρα τα μάτια είναι ορθάνοικτα, αλλά το βλέμμα εξακολουθεί να είναι θολό, αφού δακρύζει. Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που έκλαψε. Μάλλον τότε που πέθανε η μάνα του. Πάνε χρόνια, πολλά.
Τώρα κλαίει για το μοναδικό του φίλο, αλλά σιωπηλά, όσο πιο αθόρυβα μπορεί αφού δε θέλει να ξυπνήσει τη γυναίκα του, που κοιμάται δίπλα του με τις ωτοασπίδες μόνιμα τοποθετημένες στ' αυτιά. Αυτή τη φορά είναι πορτοκαλιές. Άλλες φορές είναι πράσινες. Μα, τι τον έπιασε κι ασχολείται με τις ωτοασπίδες τώρα; Λες και δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει.
Πρέπει να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, να κάνει ένα ντους και να ντυθεί και να πάει στη δουλειά, αλλά ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του δε θέλει να το κάνει αυτό. Θέλει να μιλήσει με κάποιον, αυτός ο μεγάλος σιωπηλός. Θέλει να ξυπνήσει τη γυναίκα του, που επεβίωσε ροχαλητών και αμέτρητων κλήσεων εν τω μέσω της νυχτός για να της πει τα νέα του. Αλλά, τη λυπάται. Τη λυπάται επειδή θα λυπηθεί πολύ για τη λύπη του. Και τη λυπάται επειδή είναι πάντα κουρασμένη. Μ' εκείνον και με δύο κόρες στο σπίτι έχει τα χέρια της σχεδόν συνέχεια γεμάτα. Δουλειές, δουλειές και δουλειές.
Καθώς προσπαθεί να στεγνώσει τα δάκρυα απ' τα μάγουλά του νιώθει τα τραχιά του χέρια να γδέρνονται. Πάλι χρειάζεται ξύρισμα. Στο διάολο.
Περιμένει λίγο ακόμη και μετά σκουντά αλαφρά στον ώμο τη γυναίκα του. Την ξυπνά. Εκείνη ανοίγει τα μάτια αργά, βαριεστημένα, αλλά όταν σιγά-σιγά συνέρχεται και τον κοιτά, ανασηκώνεται απότομα. Τα δάκρυά του είναι ξένη χώρα για κείνη και μεμιάς ο νους της πάει προς το χειρότερο. Όχι το κακό. Το χειρότερο.
"Γιατί κλαις; Συνέβηκε κάτι στα κορίτσια; Πέτρο, μίλα μου. Μίλα μου".
"Ο Χριστάκης είναι νεκρός", της απαντά, με σχεδόν κομμένη την ανάσα.
Εκείνη αφήνει σχεδόν ένα στεναγμό ανακούφισης να της ξεφύγει απ' τα στήθια, αλλά την τελευταία στιγμή τον συγκρατεί. Ο Χριστάκης είναι ο καλύτερος φίλος του άντρα της, ή μάλλον ήταν, ο καλύτερος κι ο μοναδικός. Τα καφέ της μάτια αρχίζουν να τρέχουν από μόνα τους.
Μετά από είκοσι εφτά χρόνια γάμου, η Γεωργία δεν είναι πια αυτή που ήταν παλιά, αλλά πέρα από το παρουσιαστικό και την ηλικία της λίγα άλλαξαν στο πέρασμα του χρόνου. Στα πενήντα ένα της κλαίει και γελάει, εύκολα και πολύ, όπως πάντα. Έχει τα παχάκια της, τις νευρώσεις της και πολλές χάρες. Και είναι περήφανη όσο πάει για τον άντρα της και τις κόρες της.
"Τι έγινε;" τον ρωτά, αφού δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς. Το ξέρει ότι τα λόγια δε θα παρηγορήσουν τον άντρα της, το μεγάλο στωικό, που μια στο τόσο ραγίζει.
"Τον βρήκαν πνιγμένο στη μπανιέρα του σπιτιού του. Αυτοκτονικός δεν ήταν, οπότε…" Αφήνει τη φωνή του να σβήσει.
Τον παρατηρεί. Μοιάζει να έχει γεράσει δέκα χρόνια από χθες το βράδυ. Πήγε για ύπνο πενήντα έξη και ξύπνησε εξήντα έξη. Ακόμη και το πλαδαρό του κορμί μοιάζει μαραμένο. Του χαϊδεύει το αξύριστο μάγουλο, τον φιλά. Τα πράσινά του μάτια, υγρά, φλογισμένα, κοιτάνε ίσια μπροστά, μα δε μοιάζουν να βλέπουν τίποτα.
Εκείνη καταριέται από μέσα της τις μοίρες που τον έκαναν μπάτσο, κι ας ξέρει πολύ καλά ότι αυτό είναι το μοναδικό επάγγελμα που του πάει και ότι το αγαπάει λιγότερο μόνο απ' την οικογένειά του. Αλλά, αν δεν ήταν μπάτσος, πολύ πιθανόν να μην έπαιρνε αυτή την κλήση. Κι αν δεν την έπαιρνε δε θα έκλαιγε τώρα. Αλλά, κακίζει τον εαυτό της για τις σκέψεις της, επειδή αντιλαμβάνεται πόσο εγωιστικές είναι. Έτσι κι αλλιώς την κλήση θα την έπαιρνε. Η ώρα μόνο θ' άλλαζε.
Το κακό είναι ότι τώρα θα θελήσει να διαλευκάνει την υπόθεση μόνος του ή τουλάχιστον ν' αναμιχθεί με τη διερεύνησή της κι αυτό καθόλου δεν της αρέσει. Πέρυσι, όταν πήρε επιτέλους εκείνη την προαγωγή, χάρηκε πιότερο για το γεγονός ότι πια δε θα είχε πάρε-δώσε με εγκληματίες, παρά για την αύξηση στο μισθό του. Ήταν πια επικεφαλής του τμήματος. Θα καθόταν στο γραφείο και θα έδινε στους άλλους εντολές για το τι να κάνουν. Αλλά αυτή η υπόθεση…
"Πρέπει να ετοιμαστώ και να φύγω". Διακόπτει τον ειρμό της σκέψης της.
"Θα…"
"Φυσικά. Τι περίμενες;"
"Και μετά;"
"Μετά…" Μένει για λίγο σιωπηλός. Σκέφτεται. "Μετά", ξαναρχίζει, "τα πράγματα θα επιστρέψουν στους φυσιολογικούς τους ρυθμούς".
Τον αγκαλιάζει. Τον φιλά στο μάγουλο και πάλι. Πιέζει τον εαυτό της για να μη χαμογελάσει.
Οι αχτίδες του ήλιου αρχίζουν να εισβάλλουν νωχελικά στο υπνοδωμάτιό τους. Σηκώνεται απ' το κρεβάτι εκείνος. Τα μάτια του, βλέπει, δεν είναι πια και τόσο υγρά. Κι αν τον ξέρει καλά δε θα κλάψει ξανά μέχρι να λύσει το γρίφο που του τέθηκε. Αυτό δε θα είναι εύκολο, αφού ο φίλος του είχε πολλούς φίλους, μα ακόμη περισσότερους εχθρούς. Ο κύκλος της ζωής.
Μπαίνει στο μπάνιο. Κάνει ένα γρήγορο ντους, που δεν καταφέρνει να ξεπλύνει τις σκέψεις του και ξυρίζεται. Τα φουσκωμένα του μάγουλα αναψοκοκκινισμένα. Το βλέμμα τώρα αποφασιστικό. Επιστρέφει στο υπνοδωμάτιο κι αρχίζει να ντύνεται με τα ρούχα που του έχει ήδη τοποθετήσει πάνω στο κρεβάτι η Γεωργία του. Σε δυο λεπτά είναι έτοιμος.
"Τα κορίτσια;", τη ρωτά.
"Θα τους το πω εγώ", απαντά.
Έτσι κι αλλιώς δε θα λυπηθούν αυτές, όχι στ' αλήθεια. Μόνο η μεγάλη τους κόρη ξέρει τον Χριστάκη, αλλά πολύ λίγο. Θα λυπηθούν κι αυτές για τη λύπη του και μετά θ' ασχοληθούν με ό,τι είναι να κάνουν.
Βγαίνει έξω σ' ένα υγρό χάραμα. Ο ορίζοντας γκρίζος μα ένα θολό ροζ προσπαθεί να του χαρίσει λίγη ομορφιά. Ο πιστός του σκαραβαίος τον περιμένει υπομονετικά κάτω απ' την κληματαριά.
Τ' όνομά του είναι Πέτρος Ιωάννου κι έχει ένα έγκλημα να εξιχνιάσει.

Συνεχίζεται.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.