Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Δυο φωνές και μια σιωπή - Περίληψη και απόσπασμα

Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους, για τα λάθη και τα πάθη τους.
     Είναι η ιστορία του Αντρέα, που θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως τα τίναξε όλα στον αέρα για μια εκ φύσεως μοιραία γυναίκα. Της Αναστασίας, που για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσισε να κάνει κάτι εγωιστικό και τώρα είναι αναγκασμένη να πληρώσει το ακριβό τίμημα της αμαρτίας της. Της Βασιλικής, μιας παθιασμένης γυναίκας, με πολλά μυστικά, που πάντα θέλει να γίνεται το δικό της, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες στις ζωές των άλλων. Της Δανάης, μιας ψυχής χωρίς ψευδαισθήσεις, που τώρα -που έχουν περάσει πια τα χρόνια- το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να αποκατασταθεί, να φτιάξει επιτέλους οικογένειας.
     Επίσης είναι η ιστορία του Γιώτη, που μετά από εφτά χρόνια στη φυλακή επιστρέφει στην Αθήνα για να συμμαζέψει τα συντρίμμια απ’ τις ζωές των φίλων του. Της συντρόφου του, της Ελένης, ενός φευγάτου αέρινου πλάσματος, ενός ελεύθερου πνεύματος, που καταφέρνει με μαγικό λες τρόπο να χαρίζει αγάπη και ζεστασιά στους άλλους. Της Μαίρης, ή Μέρρι, που βγαίνει σαν τζίνι από το μπουκάλι και χαρίζει σε δυο ψυχές τις λύσεις που αναζητούν. Αλλά και του Αλέξη, του πιο τραγικού χαρακτήρα σ’ αυτή την αφήγηση, ενός παιδιού που καλείται να πληρώσει με τρόπο τραγικό των γονιών του τα κρίματα.
     Ο έρωτας, το μισός, η αληθινή αγάπη, η φιλία, η προδοσία και η ανάγκη για εκδίκηση είναι τα κυρίαρχα στοιχεία εδώ. Κάποιοι από τους ήρωες μοιάζουν να ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί πάνω από μια ανείπωτη άβυσσο, ενώ κάποιοι άλλοι δείχνουν έτοιμοι από στιγμή σε στιγμή να τους βάλουν τρικλοποδιά, να κόψουν το σκοινί και να τους τσακίσουν.
     Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» θα μπορούσε να διαβαστεί σα μια ιστορία έρωτα, γεμάτη ανατροπές, αλλά προς το τέλος και σαν ένα θρίλερ. Οι πρωταγωνιστές της περιφέρονται από σπίτια σε νυχτερινά μαγαζιά, από νοσοκομεία σε καφενεία, συζητούν, φιλοσοφούν, συμφωνούν και διαφωνούν, και πολλές φορές συνωμοτούν ακόμη, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους. Όπως και στην πραγματική ζωή το καλό και το κακό δίνουν τη μάχη τους. Και κάθε μάχη, ακόμη κι αν στο τέλος δεν αναδείξει νικητή, πάντα έχει τις παράπλευρες απώλειές της.

Κυκλοφορεί αποκλειστικά μορφή e-book pdf από το Lulu στην τιμή των 3.50 ευρώ μόνο.

Μικρό απόσπασμα

Μάθε να βλέπεις, θα έπρεπε να ήταν τα πρώτα λόγια που θ’ ακούγαμε πηγαίνοντας στο σχολείο.
Μάθε ν’ ακούς, τα δεύτερα.
Εκείνος που μαθαίνει από παιδί να βλέπει και ν’ ακούει πραγματικά,
αποκλείεται να χάσει ποτέ το δρόμο του,
αφού θα τον έχει καλά σημαδεμένο,
χαραγμένο μέσα του με δυο αισθήσεις.
Άλλοι λένε πώς ένα ταξίδι είναι η ζωή και άλλοι πώς είναι κύκλος.
Έχουν όλοι δίκιο, μα και άδικο.
Μια αλήθεια είναι απλά η ζωή και έτσι πρέπει να την παίρνουμε,
για να μη βουλιάζουμε στις εναλλακτικές της ψευδαισθήσεις.
Αλλά, την ίδια ώρα, είναι και βεγγαλικό,
και σαν τέτοιο πρέπει να φτάνουμε να το χαιρόμαστε σε όλα τα χρώματά του, προτού σβήσει στον ουρανό,
να το αφήνουμε να χαράζει την ομορφιά του μέσα μας
και να τη μεταμορφώνει σ’ αγάπη.
Κι αυτή την αγάπη να τη μοιραζόμαστε σα νέκταρ που ποτέ δεν τελειώνει,
με τους γύρω μας.
Η κάθε εποχή έχει το τέλος της, κι η κάθε εποχή την αρχή της.
Στο χέρι μας είναι να βάψουμε την καθεμιά με όποια χρώματα της ταιριάζουν.
Να τη ζωγραφίσουμε σαν τον κόσμο των ονείρων μας
ή να τη χαράξουμε σαν τους εφιάλτες που μας κατατρέχουν.

Αγορά: http://www.lulu.com/product/ebook/Δυο-φωνές-και-μια-σιωπή/15233861

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Γιατί e-book…

Όπως θα παρατηρήσατε δίπλα έχω μόλις κυκλοφορήσει το πρώτο μου e-book. Η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόμουνα εδώ και καιρό αλλά δεν το έπαιρνα απόφαση να προχωρήσω στην ηλεκτρονική έκδοση κάποιου από τα βιβλία μου, απλά και μόνο επειδή δηλώνω φανατικός οπαδός του έντυπου λόγου. Ωστόσο, καθώς αλλάζουν οι καιροί οφείλουμε ν’ αλλάζουμε κι εμείς, δοκιμάζοντας τις νέες εναλλακτικές επιλογές. Επιλογές που σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία συμφέρουν το συγγραφέα, και σε ό,τι αφορά το οικονομικό τον αναγνώστη, αλλά και το συγγραφέα.
     Πρώτα στα του συγγραφέα. Η ηλεκτρονική έκδοση του προσφέρει τη δυνατότητα να εκδώσει από μόνος το βιβλίο του, επιλέγοντας ο ίδιος τίτλο και εξώφυλλο, που να τον εκφράζουν, αλλά ορίζοντας και την τιμή πώλησης που φτάνει μέχρι και το 25% της κανονικής. Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» διατίθεται για 3.50 ευρώ μόνο σε μορφή pdf. Παραδέχομαι ότι η συγκεκριμένη πρακτική κάνει λίγο πιο δύσκολη τη ζωή του συγγραφέα αφού πρέπει να διορθώνει ξανά και ξανά το κείμενό του, μέχρι να φτάσει στην… άπιαστη τελειότητα, αλλά από την άλλη τον προστατεύει κι από πολλά βάσανα, όπως: α) Την μακροχρόνια αναμονή για την απάντηση των εκδοτών, που πολλές φορές ποτέ δεν έρχεται. β) Την αναμονή της έκδοσης, που συνήθως καθυστερεί. γ) Τις αλλαγές που θα γίνουν στο κείμενό του, τις οποίες ουσιαστικά δε γουστάρει, αλλά είναι αναγκασμένος να αποδεχτεί, και δ) Την άγνοιά του για τις πραγματικές πωλήσεις των βιβλίων του, αλλά και τον εκνευρισμό για την ασυνήθιστα ψηλή τιμή τους.
     Σε ό,τι αφορά τον αναγνώστη, όπως και να το κάνουμε, τα πράγματα είναι απλά: άλλο είναι το να πληρώνεις 3-4 ευρώ για ένα βιβλίο, κι άλλο από 12 μέχρι και 30 ευρώ.
     Όταν αποφάσισα να κυκλοφορήσω e-book καταρχήν επικοινώνησα με δύο ελληνικά ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Το ένα συνεργαζόταν μόνο με εκδότες, και το άλλο ζητούσε ποσοστό, χρονιαία συνδρομή κτλ. Προσθέστε στα πιο πάνω και το εξωφρενικό ποσό του ΦΠΑ, 23%, και η τιμή πώλησης θα έφτανε στα 9-10 ευρώ. Η τιμή του δηλαδή θα ήταν ψηλότερη από αυτήν που πληρώνουν οι ξένοι για να αγοράσουν ένα χαρτόδετο βιβλίο.
     Μ’ αυτά κι αυτά, έγινα αμερικανάκι. Το βιβλίο διατίθεται από το Lulu

Αύριο θα αναρτήσω την περίληψη του βιβλίου και ένα απόσπασμα. Στο μεταξύ κάθε σχόλιο, ακόμη και αρνητικό, είναι ευπρόσδεκτο.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Κενζαμπούρο Όε - «Να µην προδώσουµε τη µνήµη των θυµάτων»


Ο νοµπελίστας Λογοτεχνίας Κενζαµπούρο Οέ, «συνείδηση» της Ιαπωνίας, υπενθυµίζει σε συνέντευξή του στη γαλλική εφηµερίδα «Λε Μοντ» µε αφορµή την πυρηνική κρίση στον σταθµό της Φουκουσίµα, το καθήκον της πίστης στη µνήµη των νεκρών και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Ποια είναι κατά τη γνώµη σας η σηµασία της καταστροφής που ζει σήµερα η Ιαπωνία για τη σύγχρονη Ιστορία;
Εδώ και µερικές ηµέρες, οι ιαπωνικές εφηµερίδες δεν µιλούν παρά για την καταστροφή που ζούµε και κατά τύχη ένα άρθρο µου, το οποίο έγραψα την παραµονή του σεισµού, δηµοσιεύθηκε στην απογευµατινή έκδοση της εφηµερίδας «Ασάχι» στις 15 Μαρτίου. Αναφερόµουν στη ζωή ενός ψαρά της γενιάς µου, ο οποίος είχε προσβληθεί από ραδιενέργεια κατά τη δοκιµή της βόµβας υδρογόνου στην ατόλη Μπικίνι. Τον είχα συναντήσει όταν ήµουν 18 ετών. Στη συνέχεια, αφιέρωσε τη ζωή του να καταγγέλλει την απάτη του µύθου της πυρηνικής αποτροπής και την αλαζονεία αυτών που τον προέβαλλαν. Ηταν άραγε ένα σκοτεινό προαίσθηµα αυτό που µε ώθησε να αναφερθώ σε αυτό τον ψαρά ακριβώς την προηγουµένη της καταστροφής; Ο άνθρωπος αυτός είχε αγωνιστεί επίσης κατά των πυρηνικών σταθµών και είχε καταγγείλει τους κινδύνους που υπάρχουν.

Φλερτάρω πολύ καιρό µε το σχέδιο να ανατρέξω στη σύγχρονη Ιστορία της Ιαπωνίας θεωρώντας σηµεία αναφοράς τρεις οµάδες ανθρώπων: τους νεκρούς των βοµβαρδισµών στη Χιροσίµα και το Ναγκασάκι, αυτούς που µολύνθηκαν από τη ραδιενέργεια στο Μπικίνι και τα θύµατα των εκρήξεων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις. Αν εγκύψει κάποιος στην Ιστορία της Ιαπωνίας µε το βλέµµα αυτών των νεκρών, των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, η τραγωδία τους γίνεται φανερή.

Σήµερα διαπιστώνουµε πως ο κίνδυνος των πυρηνικών σταθµών έχει γίνει πραγµατικότητα. Οποια και να είναι η έκβαση της καταστροφής που σηµειώνεται τώρα και µε όλο τον σεβασµό που τρέφω στις ανθρώπινες προσπάθειες που καταβάλλονται για τον περιορισµό της, η σηµασία της είναι αναµφισβήτητη: η Ιστορία της Ιαπωνίας έχειµπει σε νέα φάση και ακόµη µία φορά βρισκόµαστε κάτω από το βλέµµα των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, αυτών των ανδρών και γυναικών που επέδειξαν µεγάλο θάρρος µέσα στον πόνο τους. Το δίδαγµα που θα αντλήσουµε από αυτή την καταστροφή θα εξαρτηθεί από τη σταθερή απόφαση των επιζώντων να µην επαναλάβουν τα ίδια λάθη.

Η συνέχεια στα Νέα

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2

«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...
Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1

Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»
Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Ημερολόγια VIII

Σαν τη φλόγα ενός αδύναμου κεριού, κι ανέλπιδου η ζωή μου, κι έτσι έσβησε. Το ίδιο και του αγαπημένου. Όταν τον κοίταξα βαθιά στα μάτια και του είπα, τον παρακάλεσα να μου πάρει τη ζωή, τον είδα να τρέμει και να τα χάνει. λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. Όχι, ούτε και για μια στιγμή δεν το πήρε γι’ αστείο. Με ξέρει καλά, γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα πως όταν λέω κάτι το εννοώ, ό,τι κι αν είναι αυτό. Κάναμε έρωτα παθιασμένα, ακόρεστα, δίχως αύριο, του χάρισα του κορμιού μου τις ηδονές και της αγάπης μου το αμίλητο φορτίο, προτού του ζητήσω το μοιραίο αντάλλαγμα. Σε λίγες ώρες θα φύγω από τούτη τη γη, θ’ αφήσω για πάντα πίσω μου αυτή τη ζωή, που μου πρόσφερε τόσο λίγα και μου πήρε τα πάντα. Θα κάνει αυτό που του ζητώ ο Δημήτρης. Δεν έχει κι άλλη επιλογή. Με αγαπάει τόσο πολύ που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ωστόσο, λυπάμαι… Όχι, δεν τον λυπάμαι. Λυπάμαι επειδή τον πλήγωσα. το είδα αυτό στο ραγισμένο του βλέμμα. Σαν του ζήτησα να με σκοτώσει, είδα και τον ίδιο να κατεβαίνει στον Άδη. Αλλά… Αλλά, θέλω να πεθάνω, πολύ. Ίσως να μη θέλησα τίποτ’ άλλο στη ζωή μου όσο αποζητάω τώρα το θάνατο, τον άγγελο του ελέους. Θέλω να πεθάνω προτού χάσω και τη στερνή χαρά μου. Και θέλω να συναντήσω το τέλος μέσα από τα χέρια της μοναδικής μου αγάπης, του μόνου άνθρωπου τον οποίο μπορώ ακόμη να πιστεύω και να εμπιστεύομαι. Θα το κάνουμε να μοιάζει σαν αυτοκτονία. θ’ αφήσω ακόμη και σημείωμα για τους πλήθιους λόγους που με οδήγησαν σ’ αυτήν. Θα στήσω μια ολόκληρη παράσταση σε αλλόκοτο σκηνικό, με δύο μόλις πρωταγωνιστές και τους ίδιους θεατές. Και της ζωής μου το παράλογο έργο θα φτάσει στο αποκορύφωμά του στην τελευταία πράξη. Πάντα ήμουνα κακός ηθοποιός στην ταινία της ζήσης, σαν σκηνοθέτης ίσως πετύχω. Ίσως καταφέρω να δώσω ένα επιτυχημένο, αλλά όχι ευτυχισμένο τέλος, στη φάρσα που υπήρξε η ζωή μου. Όσο για το Δημήτρη, ελπίζω να αντέξει, ο καλός μου, και να μη σπάσει. Ελπίζω να βρει το κουράγιο να συνεχίσει να ζει. Το ξέρω ότι είναι πολύ αυτό που του ζητάω, και άλλο τόσο εγωιστικό, αλλά είμαι δειλή. Δειλή! Δεν μπορώ να βάλω τέλος στη ζωή μου από μόνη μου, τον χρειάζομαι. Αν έμενα μαζί του δε θα ήμουνα παρά μια ζωντανή-νεκρή, που δε θα μπορούσε να του προσφέρει άλλο τίποτα παρά περισσότερο πόνο. Φεύγοντας του αφήνω τουλάχιστον ένα ροκανίδι ζωής, την ελπίδα να αγαπήσει ξανά. Το κορμί του θα είναι το τελευταίο πράγμα που αυτά, τα πρόωρα γερασμένα μου δάχτυλα, θ’ αγγίξουν, κι η ανάσα του θα είναι ο στερνός ήχος που θα φτάσει στ’ αυτιά μου. Θα πεθάνω μες στη ζεστασιά της αγάπης του, θα φύγω, φαντάζομαι, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο στα χείλη. νιώθοντας πως ναι, η δόλια μου μικρή ζωή άξιζε για κάποιον κάτι. Θα τον αφήσω μ’ ένα φιλί και τα στερνά της αγάπης λόγια. λόγια αληθινά, όσο και ο πόνος που για χρόνια και χρόνια ποτίζει το κορμί και την ψυχή μου. μα και με μια σιωπηλή ευτυχία για το πολύ, που για τόσο λίγο ζήσαμε. Μακάρι να γινόταν μέσα από τις στάχτες μου να ξεπηδούσε η φλόγα μιας καινούριας ζωής…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Το λάθος πάθος

Πήγε, της χτύπησε την πόρτα, κι η Χριστίνα του άνοιξε, απλά του άνοιξε. Τώρα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. Ίσως να έφταιγε η θλίψη που ένιωθε, ίσως και η μοναξιά που της τυραννούσε την ψυχή και που φόρτωνε με πόθους το κορμί. Ίσως… Μα είναι αργά πια για ίσως. Ό,τι έγινε έγινε. Το θέμα είναι να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά. Όχι πως δεν της άρεσε, της άρεσε πολύ, αλλά δεν της αρέσουν οι ενοχές, αυτές που νιώθει τώρα, κι ας ξέρει πως είναι αναίτιες. Νιώθει ένοχη επειδή έκανε έρωτα με τον πρώην φίλο της – αν είναι αυτό ποτέ δυνατόν! Αλλά, να που είναι, αφού τώρα το μέσα της φωνάζει ότι πρόδωσε, και τους δύο: τον Γιάννη επειδή έκανε έρωτα μαζί του ενώ ποθούσε τον Δημήτρη, τον Δημήτρη επειδή τον απάτησε με τον Γιάννη. Το πώς ποτέ δεν ήταν πριν και μάλλον δε θα είναι ποτέ με τον Δημήτρη, μάλλον καθόλου δε μετρά, για της καρδιάς της τον αμείλικτο δικαστή.
Κι όμως, εκείνες τις στιγμές ένιωθε τόσο ωραία. Τόσο ωραία, που τώρα δεν ξέρει κατά πόσο θα έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Να γελάσει με τον εαυτό της κι εκείνον, να κλάψει για τους ίδιους. Ο Γιάννης πήγε στο σπίτι της σαν κατακτητής, σαν ιππότης καβάλα στ’ άλογο. με ένα μπουκέτο λουλούδια, με καλό κρασί και φαγητό αγορασμένο από κάποια ταβέρνα. Πάνω στον καμβά του κορμιού της θριάμβευσε, αλλά στο τέλος-τέλος έφυγε σα δαρμένο σκυλί.
Μα τι σκεφτόμουνα όταν τον άφησα να μπει μέσα; Η αλήθεια είναι πως δεν σκεφτότανε, τίποτα. Απλά άνοιξε την πόρτα και τον υποδέχτηκε στο καταφύγιό της, λες παραδομένη, ή σαν από συνήθεια. Δεν ήταν ξένος εκεί άλλωστε, κι ας μην ήτανε πια μαζί. Και δεν της έφταιξε ποτέ σε κάτι, εκείνη έφταιγε για όλα. Αν τον κάκιζε για κάτι ήταν για την ωραιοπάθειά του, για τη δίχως τέλος αυταρέσκεια. Είχε εκείνο το χαμόγελο, εκείνη την πόζα, που φώναζε είμαι ωραίος και το ξέρω. Ναι, ήταν ωραίος, πολύ πιο όμορφος απ’ τον Δημήτρη, αλλά και τι μ’ αυτό; Δεν έσμιξε μαζί του για το παρουσιαστικό του αλλά… Αλλά, γιατί; Τώρα που το σκέφτεται δεν μπορεί να θυμηθεί πώς και γιατί έγιναν ζευγάρι οι δυο τους; Μάλλον εκείνος θα την παρέσυρε, εκείνος θα την έριξε στην παγίδα ενός αδιέξοδου έρωτα, με τα γλυκανάλατά του λόγια. Εκείνος, αφού η ίδια σπάνια μιλούσε, καθόλου δε φλέρταρε, ερωτευόταν σιωπηλά και περίμενε κάποιο από μηχανής θεός να κάνει το θαύμα του και να της χαρίσει το αντικείμενο του πόθου της.
Μα είσαι εντελώς τρελή εσύ, λέει με μια μικρή δόση θαυμασμού και μια μεγαλύτερη αυτοσαρκασμού στον εαυτό της. Τρελή είναι, δεν εξηγούνται αλλιώς αυτά που κάνει, η αδυναμία της να ζήσει αυτά που έχει, η προθυμία να τα παρατήσει όλα για κάποια που μάλλον ποτέ δε θα πραγματοποιηθούν.
«Δε θέλω να ’ρθεις ξανά εδώ, Γιάννη», του είπε μετά από τις στιγμές του πάθους που έζησαν, κι εκείνος έμεινε να την κοιτάει μ’ ανοικτό το στόμα, αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
«Προσπαθείς να με τρελάνεις, Χριστίνα; Αφού δε με ήθελες εδώ γιατί δε μ’ έδιωχνες απ’ την αρχή. Γιατί μετά απ’ όλ’ αυτά…»
«Δεν ξέρω. Ό,τι και να σου πω θα ’ναι ψέμα. Δεν ξέρω τον εαυτό μου πια, δεν τον καταλαβαίνω. Μη με παρεξηγείς, δεν ακυρώνω αυτά που ζήσαμε, απλά δεν μπορώ πια να είμαι μαζί σου. Όσο για το αποψινό…»
«Όσο για το αποψινό τι;»
Χαμογέλασε εκείνη, αμήχανα, κι έσκυψε το κεφάλι, και πήρε να κοιτά τα χέρια της σαν ένα μικρό παιδί που μόλις έκανε κάποια σκανδαλιά και περιμένει να το μαλώσουν. Κι ύστερα σιγά-σιγά το ξανασήκωσε και τον κοίταξε στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα που έμοιαζε βαθιά λυπημένο.
«Η αλήθεια είναι ότι το απόλαυσα. Το κορμί μου το είχε μεγάλη ανάγκη. Αλλά, δε θέλω να συμβεί ξανά. Πρέπει να σε ξεπεράσω κι αυτό δε θα είναι καθόλου εύκολο».
«Μα γιατί, Χριστίνα; Γιατί; Γιατί θέλεις να χωρίσουμε οριστικά; Μια χαρά δεν ήμασταν; Τι περισσότερο έψαχνες δηλαδή; Τι ζητάς; Αν μπορώ θα στο δώσω».
«Τίποτα απολύτως δε ζητάω από σένα, σε παρακαλώ μονάχα να μ’ αφήσεις να φύγω, να προχωρήσω».
«Για να πας πού; Και γιατί δε με θέλεις κοντά σου;»
«Ζούσαμε ένα ψέμα, Γιάννη, το ξέρεις και το ξέρω κι εγώ. Απλά αποφάσισα να βάλω ένα τέλος. Και μη νομίζεις ότι είναι και τόσο εύκολο για μένα να το κάνω αυτό, κάθε άλλο. Το σώμα μου μού φωνάζει να σου πω μείνε, η ψυχή μου φύγε. Κι εγώ, τώρα πια, ακούω μόνο την τελευταία».
«Ξέρεις πώς ακούγεσαι;»
«Σαν τρελή».
Πήρε να γελά δυνατά, ακόρεστα, νευρικά. Να γελά με τον εαυτό της, με τη συμπεριφορά της, μ’ εκείνον που την κοιτούσε με τέτοια απορία στο πρόσωπο, που έλεγες ότι από στιγμή σε στιγμή θα παραμορφωνόταν και σαν κερί θα έλιωνε.
«Μη μου δίνεις σημασία, Γιάννη» του είπε σαν ξαναβρήκε τις ανάσες της.
«Και πώς να το κάνω αυτό;»
«Όπως τα κάνεις όλα: εύκολα κι απλά».
«Κι ακόμη δε μου εξηγείς το γιατί…»
Άρχισε να την εκνευρίζει, να της την σπάει αυτός ο άντρας που συμπεριφερόταν σαν παιδί, που του κλέψαν το αγαπημένο παιχνίδι, που του πλήγωσαν τον εγωισμό.
«Απλά φύγε. Φύγε. Τι δεν μπορείς να καταλάβεις σ’ αυτή τη λέξη; Φύγε, Γιάννη, και άσε με πίσω σου, είμαι το παρελθόν. Φύγε και μη γυρίσεις ποτέ ξανά».
Αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό του, τα μάτια του πήραν μια λάμψη οργής σχεδόν απόκοσμη. Έσφιξε τις γροθιές για να συγκρατήσει τον εαυτό του, για να μην παρεκτραπεί και να κάνει κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε μετά. Και σηκώθηκε κι έφυγε, βροντώντας την πόρτα πίσω του. Κι εκείνη παρέμεινε εκεί σιωπηλή, χαμογελαστή και με δάκρυα στα μάτια να τον σκέφτεται. Τώρα ένιωθε σαν να ήταν κλεισμένη σε μια καταπακτή, σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό, ανύπαρκτό στα μάτια των άλλων. Η αλήθεια είναι ότι θα της έλειπε. Η εικόνα του θα της έλειπε. Ήταν ψηλός άντρας και γεροδεμένος, έμοιαζε λίγο με φωτομοντέλο, απ’ αυτά που βλέπει κανείς στα περιοδικά να διαφημίζουν αντρικά εσώρουχα. Των μαλλιών του το βαμμένο ξανθό σε συνδυασμό με το ματιών το απέραντο, μα λίγο ξεβαμμένο πράσινο, κάποτε την είχαν πολύ συνεπάρει. Αλλά τώρα… Τώρα δε θέλει και δεν μπορεί να βλέπει μόνο την εικόνα. Ζητάει κάτι άλλο, πιο απλό, αλλά και πιο μεγάλο.
Είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ντυμένη πια μ’ ένα ζευγάρι πιζάμες που μοιάζουν παιδικές, κι αγκαλιάζει τον εαυτό της. Νιώθει τη μυρωδιά του ακόμη να πλημμυρίζει το δωμάτιο, να το γεμίζει με την ουσία του ερωτικού σμιξίματος. Πότε θα είναι η επόμενη φορά; Τον εαυτό της ρωτά, αλλά δεν περιμένει απάντηση. Θ’ αργήσει η επόμενη φορά, θ’ αργήσει πολύ. Ελπίζει μόνο μέχρι τότε να μη μαραζώσει το νεανικό κορμί, να μη χάσει την ορμή και τη λαχτάρα του.
Κρύβει το πρόσωπό της με το μαξιλάρι και μυρίζει εκείνον. και σκέφτεται τον άλλο.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Ημερολόγια VI

Τι ήταν αυτό που ζήσαμε ψες; Πώς να το περιγράψει κανείς, χωρίς να το αδικήσει; Τι λέξεις να χρησιμοποιήσει για να μιλήσει για όλη αυτή τη μαγεία; Αν υπάρχει αυτό που αποκαλούν παράδεισος είναι εκεί που πήγαμε οι δυο μας μαζί. Αν υπάρχει ένα αληθινό τραγούδι είναι αυτό που σαν ψίθυρος διέτρεξε τα σώματά μας όταν γίνονταν για ακόμη μία φορά ένα. Αν υπάρχει μουσική είναι η μελωδία της ανάσας του άντρα, του άντρα μου, που σαν λάβα με πυράκτωσε. Αν υπάρχει μία και μοναδική ομορφιά είν’ αυτή που ζήσαμε… Δε θέλω να ζήσω άλλο… Τι άλλο να ζήσω; Αλήθεια, τι; Έφτασα επιτέλους στα όρια της χαράς, ξεπέρασα με πόθο ανήκουστο τα όρια της ηδονής, και στο τέλος-τέλος έχασα τον κόσμο όλο για να τον ξαναβρώ στα μάτια του, που ούτε στιγμή δεν έπαψαν να με κοιτούν με λατρεία. Ό,τι ποτέ πόθησα, ό,τι μυστικά ονειρεύτηκα, όλα. όλα τα έζησα μαζί του, μέσα στη ζεστή του αγκάλη. Σαν ανάσταση και σαν μια νέα γέννηση, σαν λυτρωμός και αποκάλυψη φαντάζουν τώρα στα μάτια μου οι στιγμές που περάσαμε μαζί.
Άρχισα από σήμερα το πρωί να μεταφράζω το ημερολόγιό μου στα αγγλικά, αλλά και να καταγράφω πια όλα όσα ζω εδώ, με τον Δημήτρη. Θα του δώσω την ευκαιρία, σαν ευλογία και σαν κατάρα, να μάθει πια την ιστορία μου για τα καλά, ως την τελευταία της πονεμένη λεπτομέρεια. Ελπίζω μοναχά να μην τρομάξει και να μου φύγει, αλλά δεν το νομίζω.
Αν και μου άρεσε πάντα να γράφω, δεν τα πολυκαταφέρνω με τα λόγια όταν μιλώ με τους άλλους. Ακούγομαι κάπως άτσαλη, ίσως κι αμόρφωτη. Έπειτα απ’ αυτό που συνέβηκε στη μάνα μου και τη Νατάσα, είπα ότι δε θα έγραφα ποτέ ξανά. Να, όμως, που μία ακόμη βεβαιότητά μου όμορφα κατέρρευσε! Τώρα που τον γνώρισα, τώρα που γνώρισα την απόλυτη, την ολοκληρωτική αγάπη, τώρα που νιώθω για πρώτη φορά πλήρης, τώρα που ακόμη και μέσα στον πόνο και την αγωνία μου για την ψυχή της ψυχής μου, τη Ράνια, είμαι ευτυχισμένη. τώρα νιώθω ότι οφείλω να γράψω, πως αποτελεί καθήκον μου και χρέος ιερό να διηγηθώ την άγνωστη ιστορία μου. χρέος προς τον υπέροχο αυτό άνθρωπο, που κατάφερε να με κάνει ν’ αγαπήσω και πάλι τη ζωή, ν’ αντικρίσω τα χρώματά της, αλλά και προς τη Ράνια. που πρέπει να μάθει τι έζησε, από πόσες φουρτούνες πέρασε, αλλά άντεξε, η μανούλα της. Θέλω να πω την ιστορία μου, τώρα που υπάρχουν αυτιά για να την ακούσουν, μάτια για να τη διαβάσουν, ψυχές για να τη νιώσουν. Η ιστορία μου. η ουσία μου! Σ’ ένα χαρτί θα γραφτεί για να διαβαστεί από έναν ή κι από κανέναν. Σε δυο αυτιά θα ειπωθεί για να αποκτήσει υπόσταση.
Καθώς γυρνάνε πίσω στη σκέψη μου η μία μετά την άλλη οι εικόνες από το παρελθόν, πονάω αφάνταστα, από μέσα μου κρυφά αιμορραγώ. Με τυραννάνε οι αναμνήσεις. σαν μαχαίρι είναι σε πληγή ανοικτή, που κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος αόρατος εχθρός όλο και πιο πολύ στρίβει. Σαν αποκόμματα ασύνδετα, σαν μια ταινία τρόμου, στριφογυρνάνε όλα στο μυαλό μου. Βλέπω. βλέπω τις αγαπημένες που για πάντα έφυγαν. ρίχνω κλεφτές ματιές στη φρίκη που έζησα, κι απ’ την οποία επέζησα. οργίζομαι, ακριβώς όπως και τότε, για την απανθρωπιά που έγινε της ζωής μας ο κανόνας.
Το ημερολόγιό μου -αυτές οι απλές καταγραφές- δε δίνει παρά μία πολύ μικρή εικόνα του προσωπικού μου δράματος. Μού έχουν συμβεί και άλλα, πολλά, και τραγικά πολύ. πράγματα για τα οποία δε μίλησα ποτέ, σε κανένα, ή μάλλον σχεδόν σε κανένα. Ο Δημήτρης, ο γλυκός μου, αυτός μονάχα ξέρει κάποια απ’ αυτά. Τώρα, δεν έχω άλλη επιλογή και άλλο πρέπει από το να του διηγηθώ εκείνα τα λίγα και μεγάλα, για τον ίδιο άγνωστα, που για χρόνια πολλά μου ματώνουν την καρδιά. Θα του τα πω για να τα ξεφορτωθώ, για να εξαγνιστώ από τα κρίματα που οι άλλοι μού φόρτωσαν. που ποτέ δεν υπήρξαν δικά μου, κι ας τα κουβαλούσα λες από πάντα. Θα καταλάβει, θα με καταλάβει, και για μία ακόμη φορά δε θα μου χαρίσει οίκτο, αλλά εκείνο που μόνο αυτός μοιάζει να έχει μέσα του σε περίσσευμα. αγάπη! Την ίδια εκείνη αγάπη που με σκλάβωσε, που με έκανε δική του. Δική του! Ποια; Εμένα, τη Μίρα. εμένα που ποτέ δεν υποτάχτηκα σε τίποτα και σε κανέναν.
Ο ήλιος πάει να δύσει και η ζωή στην πόλη μοιάζει μόλις τώρα ν’ αρχίζει. Θα είναι όμορφη ετούτη η νύχτα, δίχως βροχή και αγέρα, μια στάλα ζεστή. Οι σκέψεις, όπως στ’ αστέρια σ’ αυτό τον γαλήνιο ουρανό, ταξιδεύουν μακριά, στην πόλη που έγινε για μένα μια δεύτερη πατρίδα, το Βελιγράδι. Ράνια, μωρό μου, ακούς τη σκέψη μου; Νιώθεις τους παλμούς μου; Καταλαβαίνεις άραγε πόσο σε αγαπώ; Θα είμαι πάντα εδώ για σένα, κόρη μου, θα είμαι πάντα εδώ. κι ας είμαι μακριά. Ό,τι κι αν συμβεί η μαμά δε θα σε αφήσει ποτέ μόνη, δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ, κι ας μην μπορεί ετούτη τη στιγμή να είναι δίπλα σου. Ράνια μου…
Μα να που τα δάκρυα βρέχουν και πάλι τα μάτια μου, που τα πλημμυρίζουν μ’ αλμύρα. Πρέπει να τα σβήσω. Πρέπει να συνέλθω. Για κείνον. Δε θέλω να έρθει ξαφνικά και να με βρει να κλαίω. Όχι. Θα φορέσω το πιο καλό, το πιο λαμπρό μου χαμόγελο για χάρη του. Και θα κρατήσω τις ανάσες μου για τον έρωτά του. Θα γίνω και πάλι δική του – ξανά και ξανά και ξανά. Και σαν κοιμηθούμε αγκαλιά, και σαν ξυπνήσουμε παρέα, τότε θα του πω την ιστορία μου. Ας γίνουν λοιπόν οι σκέψεις φλόγα και πάθος, κι ύστερα πόθος, προτού μεταμορφωθούν σε λέξεις. Ας κάνω κι απόψε μαζί του έρωτα, κτητικά, απεγνωσμένα. Κι ας πετάξω μαζί του στους ουρανούς της χαράς, προτού προσγειωθώ και πάλι, για στερνή ελπίζω φορά, στη γη της πίκρας.
Άντρα μου και αδελφέ, άκουσε προσεκτικά αυτή την ιστορία…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Μια κριτική για την Αγγελική

Από το Μεγαλείο των τεχνών:

Παίρνοντας στα χέρια μου το "Αγγελική. Το Ημερολόγιο Μιας Πόρνης", η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα τίποτα το εντυπωσιακό. Ίσως να με επηρέασε ως έναν βαθμό ο όγκος του βιβλίου ο οποίος και δεν άφηνε πολλά περιθώρια για μεγάλες εξελίξεις. Και πραγματικά, οι εξελίξεις δεν ήταν μεγάλες. Ήταν όμως πραγματικές αφού, η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας είναι βασισμένη σε μια άλλη, αληθινή ιστορία. Είναι βασισμένη στην ιστορία μιας γυναίκας με άγια καρδιά κι αισθήματα που οι συνθήκες την ανάγκασαν να ακολουθήσει έναν δρόμο που της άφηνε μοναχά δύο επιλογές. Να μείνει για πάντα εκεί ακολουθώντας τον ως το τέλος του ή να μείνει όσο οι δυσκολίες απαιτούσαν. Εκείνη, διάλεξε το δεύτερο βγαίνοντας από 'κει όχι βρώμικη αλλά, καθαρή και αμόλυντη.

Η ιστορία της Αγγελικής δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Ξεκινάει από την ελλαδική επαρχία εξιστορώντας μας την τύχη μιας κοπέλας, όπως τόσες και τόσες της παλαιάς εποχής είχαν. Εξαναγκασμένη σε έναν γάμο που ποτέ δεν θέλησε, ζώντας υπό το καθεστώς της τρομοκρατίας του φαινομενικά καλού νοικοκύρη, μέσα στον οποίο ζούσε και θέριευε ένα τέρας χωρίς αναστολές. Και εκείνη εκεί, σιωπηλός μάρτυρας να αντέχει και να υπομένει μέχρι να μπορέσει να ξεφύγει, όχι για να σώσει την δικιά της ζωή αλλά, για να μπορέσει το δικό της παιδί να δεχτεί όλη την αγάπη και την στοργή που εκείνη στερήθηκε από την δικιά της μάνα και που η έλλειψη των αισθημάτων αυτών την καταδίκασε στο μέλλον που ακολούθησε. Ένα μέλλον που ο βιασμός της ψυχής της ήταν πιο επώδυνος από εκείνον της σάρκας και η απόφαση να ακολουθήσει μια ζωή πορνείας πιο εύκολη από το να καταδικάσει την κόρη της.

Η γραφή του Λάκη Φουρουκλά κελαρυστή, σε παρασύρει στο να διαβάσεις την ιστορία της Αγγελικής χωρίς να πάρεις ανάσα, αντιμετωπίζοντάς την, όχι με αντρικό κυνισμό και κριτική αλλά, με κατανόηση και την γυναικεία ευαισθησία που της αξίζει. Όπως άλλωστε ο ίδιος την χαρακτηρίζει, η Αγγελική είναι μια αγία εν αναμονή και διαβάζοντας την ιστορία της, δεν αμφιβάλουμε λεπτό γι' αυτό. Δεν έγινε κατ' επιλογήν πόρνη αλλά κατ' ανάγκην. Το γεγονός ότι δεν έμεινε στον δρόμο αυτό αλλά τον εγκατέλειψε αμέσως μόλις μπόρεσε πιστοποιεί το γεγονός αυτό. Παράλληλα όμως το πιστοποιεί και η πρόοδος της ζωής της από 'κει και μετά. Μπορεί αν μην ήταν εύκολη όμως, μπόρεσε να παλέψει για χάρη της και να την διεκδικήσει, να την ζήσει όπως ακριβώς λαχταρούσε και όπως ακριβώς άξιζε.

Το δράμα, το χιούμορ και η ευαισθησία, συνδυάζονται εξαίσια σε μια ιστορία υπομονής και προσμονής. Και αν μέχρι στιγμής μόνο καλά λόγια έχω να πω για το βιβλίο αυτό, ήρθε η ώρα να εκφράσω το μοναδικό του αρνητικό στοιχείο. Γιατί μπορεί η πλοκή να εξελίσεται ομαλά και αβίαστα ωστόσο, θα ήθελα να είναι λίγο μεγαλύτερη. Θα ήθελα να μάθω και άλλα πράγματα για την Αγγελική, να ανακαλύψω ακόμα περισσότερα για όσα διαδραματίστηκαν στην ζωή της, θα ήθελα να αντλήσω ακόμα περισσότερα από τις σκέψεις της. Δεν πειράζει όμως. Οι εξομολογήσεις κρύβουν την αξία τους όχι στο μέγεθος αλλά στο μεγαλείο τους και η Αγγελική, παρά τον βίο της, κρύβει τεράστιο μεγαλείο μέσα της.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Η ιστορία της Μίρας - Τρεις

Τρεις

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να κάνει θαύματα και καταστροφές, να μεγαλουργεί και να διαλύει, να χαρίζει και να κλέβει, να ξοδεύεται και να αρπάζει, να γεννά και να σκοτώνει. Ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος μέσα στην ολοκληρωτική του άγνοια, κι ο Δημήτρης έτσι ένιωσε όταν κατάκτησε τη Μίρα. παντοδύναμος! Παντοδύναμος επειδή πίστεψε πώς για πρώτη φορά στη ζωή του βρήκε ό,τι ακριβώς ζητούσε, αυτήν που πάντα δίχως να γνωρίζει ποθούσε. Σαν μια αστραπή ήτανε η γυναίκα αυτή, και σαν τέτοια έριξε στη ζωή του ένα φως εκτυφλωτικό, που ήταν όμως στιγμιαίο, διαβατικό. Του πρόσφερε αγάπης φως και μετά έφυγε, την έδιωξε, σκληρά τον εγκατέλειψε, την έστειλ’ αλλού. Όλα! Όλα μέσα από κείνη τα έμαθε, όλα μέσα από κείνη τα κατάλαβε, τα συνέλαβε στις πραγματικές τους διαστάσεις, τον κόσμο όλο μέσα από κείνη τον ανακάλυψε. Κι ύστερα σκότωσε τη μάνα και την αδελφή, τη σύντροφο και την ερωμένη, που υπήρξε για κείνον. Ποιος να καταλάβει; Ποιος; Ποιος να καταλάβει πόσο απόλυτα την είχε αγαπήσει; Ποιος να καταλάβει πόσο ακαριαία την είχε νιώσει; Όσο ήτανε μαζί της ήθελε να πεθάνει από ευτυχία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τι άλλο, πιο σημαντικό; Κοιμήθηκε μαζί της και ξύπνησε κάποιος άλλος, πιο σοφός, πιο μικρός, πιο μεγάλος. Το κορμί της, το κουρσεμένο και άσπιλο, το λατρεμένο και κατακρεουργημένο, ήταν θεία αποκάλυψη για κείνον, η ψυχή της ζωοδότρα πηγή, τα λόγια της, που έσταζαν αίμα και παράπονο, ήταν σαν ένα ποτάμι φτιαγμένο από της αγάπης και του πόνου το χρυσό, και καθώς έρεαν ορμητικά στη διψασμένη του ύπαρξη, έμοιαζαν να τον ξυπνούν απ’ τον προαιώνιο της βολής λήθαργο. Είναι, λένε κάποιοι, αμαρτία ν’ αγαπάς το σώμα, μα τι ξέρουν αυτοί; Στ’ αλήθεια, τι; Είναι αμαρτία ν’ αγαπάς το ναό που κλείνει μέσα του τη ψυχή σου, που κρατάει ασφαλή την ψυχή της αγαπημένης; Ω, οι άνθρωποι… Οι άνθρωποι, οι φτωχοί και πλούσιοι, οι ηλίθιοι, που προσπαθούν να αντικρίζουν την αγάπη μέσα από τα διαστρεβλωμένα κάτοπτρα των πρέπει τους. οι άνθρωποι, που σαν τους λες ότι η αγάπη δε χωράει σε πλαίσια και κανόνες σε βλέπουν σαν τρελή. Λες και η καρδιά είναι ένα πουλί, ντυμένο ουράνιο τόξο, που της αρέσει να μένει κλεισμένη στο κλουβί, και δεν ονειρεύεται, δε σκιρτάει, δεν επιθυμεί. Είπε στους φίλους το μυστικό της η Χριστίνα, τους είπε πόσο πολύ αγάπησε, πόσο αγαπά τον Δημήτρη, και παρέμειναν να την κοιτάνε άφωνοι, σαν τρελή. ειδικά ο πρώην της, που μπόρεσε επιτέλους να καταλάβει γιατί τον παράτησε: για τα μάτια ενός φονιά! Κι ύστερα άρχισαν τα ψόφια, τις αναλύσεις. Είναι που μπήκε στη φυλακή, της είπαν. Είναι που της λείπει. Είναι που δεν έχει χωνέψει ακόμη, που δεν το έχει καταλάβει πώς έκαν’ έγκλημα. Ο κακός τους ο καιρός είναι. Δε θα της πουν αυτής ποιον να αγαπά -αρκετά τους άκουσε- δε θα της πουν τι να κάνει και πώς να νιώσει. Μια και μοναδική φορά είπε ν’ ακολουθήσει τη λογική και όχι την καρδιά και τώρα το πληρώνει. Και θα συνεχίσει να το πληρώνει για χρόνια ακόμη. Ε, όχι λοιπόν, όχι! Χεσμένες έχει πια τις συμβουλές και τη φιλία τους. Στο κάτω-κάτω της γραφής τι σόι φιλία είν’ αυτή, αν δεν τη δέχονται όπως ακριβώς είναι, αν δεν την στηρίζουν και δεν την καταλαβαίνουν; Έχει ανοικτούς λογαριασμούς με τη ζωή, η Χριστίνα, κι αυτή τη φορά είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε αποφασισμένη ν’ αγωνιστεί και να τους εξοφλήσει. Δε θ’ αφήσει να την πάρει και πάλι από κάτω η άτιμη. Ίσως ο αγώνας της ν’ αποδειχτεί τελικά μάταιος, αλλά θα είναι τουλάχιστον ο δικός της αγώνας, αυτός που επέλεξε. Μπορεί να πέσει, να ματώσει, να πονέσει, αλλά επιτέλους θα κάνει αυτό που βαθιά μέσα της πιστεύει σα σωστό. Βαρέθηκε πια. Τα βαρέθηκε όλα, τους βαρέθηκε όλους. Ο Δημήτρης υπήρξε ο πιο αληθινός. έκανε ακριβώς αυτό που του έλεγε η καρδιά του, κι ας ήτανε φονικό. Δεν μπορεί, κάποιο λόγο θα είχε. Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, ποτέ δε θα τον δει σαν φονιά. Δεν ξέρει τι ήταν αυτό που όπλισε το χέρι και την ψυχή του, δεν ξέρει τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε στη μοιραία πράξη, αλλά για δυο πράγματα είναι σίγουρη: πόνεσε πολύ, και ποτέ δε θα συγχωρέσει τον εαυτό του γι’ αυτό που έκανε. Και ξέρει επίσης ότι εκείνη, αυτή την ώρα που όλοι τον έχουν εγκαταλείψει, οφείλει να σταθεί στο πλευρό του. Πρέπει να του χαρίσει τη φιλία της και την αγάπη. Και να του πει την αλήθεια, για τα συναισθήματα που τρέφει μέσα της για κείνον. Να του πει πόσο τον αγάπησε, πώς φτερουγίζει η ψυχή μέσα της όταν τον σκέφτεται. Να του πει ότι θα είναι πάντα δίπλα του, να του υποσχεθεί πώς δε θα τον εγκαταλείψει κι αυτή όπως οι άθλιοι φίλοι τους. Κάποια πράγματα όμως δε θα του τα πει ακόμη, ίσως και να μην του τα πει ποτέ, για να μην κάνει τα πράγματα χειρότερα, για να μην ανοίξει πιότερο με λόγια απαλά τις πληγές του που ακόμη αιμορραγούν. Δε θα του πει, λοιπόν, πόσες φορές ονειρεύτηκε ότι βρισκότανε στην αγκαλιά του, πως τη γέμιζε με φιλιά, ότι μαζί ανάβανε τη λαμπάδα του πόθου και ρίχνανε φως σε ένα μέλλον υπέροχο, ότι… Μαζί του ένιωσε για πρώτη φορά ότι έκανε έρωτα με κάποιον που την αγαπά, η Μίρα. Ήτανε ζεστά και δροσιστικά τα φιλιά του, απαλά, σχεδόν δίχως αφή, τα χάδια του, αρμονικό υπήρξε των κορμιών τους το δέσιμο – λες και βούλιαξε ο ένας μέσα στον άλλο, σ’ ένα κόσμο άγνωστο, αλλά μαγικό, ανέγγιχτο, μα γεμάτο αισθήσεις. Η ένωσή τους ήταν σαν μια ιεροτελεστία, σαν απότιση φόρου τιμής στον από καιρό έκπτωτο και φαινομενικά ξεχασμένο θεό του έρωτα. Τη μάγεψε, ο άτιμος. Τη μάγεψε! Με την καυτή του ανάσα, με τα γεμάτα πάθος και πειθώ λόγια του, με τη φλόγα που έβλεπε να καίει στα μάτια του, αντανάκλαση εκείνης που πυρπολούσε τα σωθικά της. Πώς να περιγράψει, αναρωτιέται, εκείνο το υπέροχο συναίσθημα; Με τι λόγια να μιλήσει; Ποιες λέξεις να χρησιμοποιήσει που να μη μοιάζουν φτωχές μπροστά στο μεγαλείο εκείνου που έζησε; Τη μέθυσε με τον έρωτά του, αυτή είν’ η αλήθεια. Κι έτσι, ενώ λίγες μόλις μέρες πριν δεν ήταν παρά ένας ακόμη άγνωστος, ένα πρόσωπο απρόσωπο, σιγά-σιγά, αλλά πολύ γρήγορα, καταιγιστικά, κατάφερε να την παρασύρει. Κι αυτή του παραδόθηκε. Απλά του παραδόθηκε, αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Άφησε τις άμυνες που για τόσο καιρό έκτιζε να γκρεμιστούν δίχως δεύτερη σκέψη, κάτω από τα χάδια του. Λες και όλα τα άσχημα που πέρασε στη ζωή της, τα πέρασε απλά και μόνο για να τη φέρει ο δρόμος της σ’ αυτό το νησί, σ’ ετούτη την πόλη, σ’ αυτό το κρεβάτι μαζί του. Είναι η μοίρα, Μίρα, της λέει και χαμογελά. Και, τι παράξενο, χαμογελά κι αυτή μαζί του. Ναι, έχει μάθει και πάλι να χαμογελά πλατιά, από καρδιάς, αληθινά. Χαμογελά κάθε πρωί, ή μάλλον μεσημέρι, που ξυπνά και τον βλέπει και τον νιώθει δίπλα της, χαμογελά όταν δεν είναι μαζί της και απλά τον σκέφτεται, χαμογελά ακόμη και σαν συμπεριφέρεται σαν ένα κακομαθημένο πιτσιρίκι, αλλά και σαν τη φροντίζει λες κι είναι εκείνη μωρό-παιδί. Κι έτσι ακριβώς νιώθει όταν κρύβεται στην αγκαλιά του: ένα παιδί που βρήκε το σπίτι του, ένα αποδημητικό πουλί που επέστρεψε στη φωλιά του. Όχι πώς η ζωή της έτσι στα ξαφνικά έχει γίνει ρόδινη, αλλά να, δεν περιμένει πια ανά πάσα στιγμή να συμβεί το χειρότερο. η μαυρίλα μέσα της πήρε ν’ αποκτά μια γκρίζα απόχρωση, να γίνεται ένα φύσημα πιο φωτεινή. Τα προβλήματα πίσω στην πατρίδα δε μοιάζουν να έχουν τελειωμό, αλλά εκείνος καταφέρνει με κάποιον τρόπο και την κάνει να τα ξεχνά πού και πού, και προσπαθεί να την πείσει ότι κάποτε τα πράγματα θ’ αλλάξουν, πως η ζωή θα γίνει λίγο πιο χαρωπή! Always look at the bright side of life, της τραγουδά με τη φάλτσα φωνή του και το τραγούδι του της δίνει δύναμη. Κι ο έρωτάς του της δίνει λαχτάρα. λαχτάρα για τη ζωή. Όσα όμως κι αν της χαρίζει η αγάπη του, όσο κι αν ρουφάει λαίμαργα τους χυμούς της χαράς που της προσφέρει, είναι στιγμές που ξυπνά και πάλι μέσα της ο φόβος. ο φόβος ότι η κακοτυχία θα της χτυπήσει και πάλι την πόρτα, ότι οι μοχθηροί θεοί της ζήσης της δε θα την αφήσουν επιτέλους να ξαποστάσει. Αγαπά, και φοβάται…

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ