Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Η δημιουργία του κόσμου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε κάπου στην Περσία ένας σπουδαίος και διάσημος παλαιστής. Μια ημέρα, κάποιος που επέστρεψε στη χώρα μετά από ένα ταξίδι στην Ινδία, του αποκάλυψε ότι στο Ινδουστάν υπήρχε ένας παλαιστής πιο δυνατός από κείνον. Ο άντρας ένιωσε την περηφάνια και τον εγωισμό του να πληγώνονται, κι έτσι αποφάσισε να φύγει αμέσως και να πάει να βρει εκείνον τον ινδό και να τον προκαλέσει. Πήγε λοιπόν στην αγορά, αγόρασε τετρακόσια πενήντα κιλά αλεύρι, το έβαλε σ’ ένα τεράστιο μπόγο, το οποίο τοποθέτησε στο κεφάλι του και ξεκίνησε.
     Περπατώντας γοργά και ακούραστα είχε φτάσει μέχρι το βράδυ στις όχθες μιας λίμνης στα σύνορα του Ινδουστάν, νιώθοντας την πείνα και τη δίψα να τον τσιγκλάνε. Έτσι, έσκυψε δίπλα από τη λίμνη και βουτώντας το κεφάλι του σ’ αυτή, τη μισοάδειασε από το νερό με μια μόνο γουλιά. Μεγάλη δίψα, λέμε. Με το υπόλοιπο νερό έφτιαξε χυλό, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη ποσότητα από το αλεύρι του. Μ’ αυτά κι αυτά ικανοποίησε και την πείνα του, κι έτσι πήγε ευχαριστημένος για ύπνο.
     Τώρα, ένας ελέφαντας συνήθιζε να πηγαίνει και να πίνει νερό κάθε πρωί σ’ αυτή τη λίμνη. Αλλά όταν έφτασε εκεί την επόμενη μέρα πρωί πρωί τη βρήκε αποξηραμένη. «Τι να κάνω;» αναρωτήθηκε, «δεν υπάρχει άλλο νερό πουθενά, σε μια αχτίνα χιλίων μιλίων…» Ξεκίνησε να φύγει προβληματισμένος και γεμάτος απογοήτευση όταν το μάτι του έπεσε πάνω στον παλαιστή, που κοιμόταν του καλού καιρού στις όχθες της λίμνης. Ατσίδας όπως ήταν, κατάλαβε αμέσως από το μέγεθος του κορμιού του άντρα, ότι αυτός ήταν που ήπιε όλο το νερό. Έτσι, έτρεξε οργισμένος, κουνώντας σαν φτερούγες σχεδόν τα τεράστια αυτιά του, και τον πάτησε με δύναμη πάνω στο κεφάλι. Αλλά ο παλαιστής, άλλαξε μοναχά πλευρό και του είπε: «Όχι τόσο απαλά. Ο πονοκέφαλος δεν θα μου περάσει με τόσο απαλά χτυπήματα στο κεφάλι. Αν θες να συνθλίψεις το κεφάλι μου, βάλε περισσότερη δύναμη».
     Ο ελέφαντας πισωπάτησε οργισμένος όταν είδε ότι τα βίαια χτυπήματά του δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Τότε σκέφτηκε: «Θα διδάξω ένα μάθημα σ’ αυτόν τον άγριο. Θα τον φάω». (Άσχετα από το γεγονός ότι οι ελέφαντες είναι χορτοφάγοι). Προτού προλάβει όμως να το κάνει αυτό, ο παλαιστής που σηκώθηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του, τον άρπαξε σαν παιχνιδάκι από την μέση και, τυλίγοντάς τον στην τεράστια κουβέρτα του, τον έριξε πάνω τους ώμους του και κίνησε για την Ινδία, που για κάποιον του δικού του μεγέθους δεν ήταν παρά λίγο πιο κάτω.
     Έκανε λοιπόν λίγες μόνο δρασκελιές και βρέθηκε, έτσι απλά, στο σπίτι του αντιπάλου του. «Ραστούμ, Ινδέ, έλα έξω βρε συ. Έλα έξω και ρίξε με κάτω», του φώναξε.
     «Δεν είναι στο σπίτι», αποκρίθηκε η γυναίκα του ινδού ντροπαλά. «Πήγε να φέρει καυσόξυλα από τη ζούγκλα»
     «Καλά. Θα τον περιμένω τότε. Αλλά σε παρακαλώ δέξου αυτό το δώρο που έφερα για κείνον». Προτού καν αποσώσει την κουβέντα του πέταξε τον μπόγο με τον ελέφαντα πάνω από τον τοίχο του λασπόσπιτου, μέσα στην αυλή.
     «Ω μητέρα, μητερούλα μου», ξεφώνισε η γυναίκα του άλλου παλαιστή, «κοίτα τι έκανε αυτός ο ξεδιάντροπος αντίπαλος του γιου σου: πέταξε μια νυφίτσα μέσα στο σπίτι μας».
     «Έγνοια σου, παιδί μου», απάντησε η ηλικιωμένη, «έγνοια σου. Ο γιος μου θα γυρίσει σύντομα και θα του μάθει καλύτερους τρόπους αυτού του άξεστου. Εσύ απλά βάλε μια παγίδα και πιάσε τη νυφίτσα. Θα την πετάξουμε στα σκουπίδια».
     Ο πέρσης, που τα άκουσε όλ’ αυτά, σκέφτηκε: Αν το τεράστιο σώμα του ελέφαντα φαντάζει σαν νυφίτσα στα μάτια της γυναίκας του ινδού, τότε αναρωτιέμαι πόσο μικρός θα μοιάζω εγώ. Ωστόσο δεν ήταν δειλός, έτσι ξεκίνησε αμέσως και πήγε ν’ αναζητήσει τον αντίπαλό του στη ζούγκλα. Δεν έκανε, όπως θα περίμενε κανείς, παρά λίγα μόλις βήματα προτού συναντήσει τον ινδό να επιστρέφει στο σπίτι του, με χίλια φορτία καυσόξυλων πάνω στο κεφάλι. Να στ’ αλήθεια ένας άξιος αντίπαλος, σκέφτηκε εκείνος και του είπε: «Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη, ρε φίλε; Έφτασε μέχρι και τα μέρη μου η φήμη σου και ήρθα για να παλέψω μαζί σου. Τι λες; Δέχεσαι;»
     «Σε καλωσορίζω με όλη μου την καρδιά», απάντησε ο άλλος άντρας. «Θα παλέψω μετά χαράς μαζί σου. Αλλά, ας δώσουμε τον αγώνα μας στο αμφιθέατρο της πόλης, μπροστά στο κοινό, αφού η πάλη δεν έχει καμία αξία χωρίς τους θεατές και τα χειροκροτήματα».
     «Δυστυχώς βιάζομαι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’ αυτό έλα, ας παλέψουμε εδώ και τώρα. Κι αν θες κοινό, κοίτα εκεί, να μια ψηλή γριά που κόβει βόλτες. Θα πάω και θα την παρακαλέσω να παρακολουθήσει τον αγώνα». Φώναξε λοιπόν στη γριά: «Μητέρα! Ω, μητέρα! Μπορείς να σταματήσεις για λίγο και να έρθεις να δεις την πάλη μας;»
     «Δεν μπορώ, γιε μου, δεν προλαβαίνω», απάντησε η γυναίκα, «αφού η άτιμη η κόρη μου έκλεψε τις καμήλες μου και τρέχω για να την πιάσω. Αλλά, αν θέλετε να έρθετε και να παλέψετε μέσα στην παλάμη μου, είμαι πρόθυμη να κρίνω τον αγώνα καθώς θα προχωρώ».
     Μη έχοντας άλλη επιλογή οι παλαιστές πήδηξαν στη δεξιά παλάμη του χεριού της γριάς και άρχισαν τον αγώνα τους, καθώς αυτή διάσχιζε με ταχύτητα μεγάλη, ψηλά βουνά και πλατιές πεδιάδες.
     Όταν η κόρη της γυναίκας τη διέκρινε από απόσταση μεγάλη να τρέχει προς το μέρος της, με δυο σπουδαίους πολεμιστές μάλιστα να προσπαθούν ν’ ανατρέψουν ο ένας τον άλλο μέσα στην παλάμη της, τρομοκρατήθηκε. Σκέφτηκε ότι οι δυο τους ήταν στρατιώτες, που έφερε η μητέρα της για να τη συλλάβουν. Όταν την πλησίασαν όμως πολύ, είδε ότι δεν ήταν παρά δυο απλοί παλαιστές, έτσι γράπωσε κι εκείνους και τη μητέρα της και τους έκλεισε μέσα σ’ ένα μεγάλο μπόγο, μαζί με τις εκατόν εξήντα καμήλες που έκλεψε. Μετά, τοποθετώντας χωρίς κανένα κόπο, τον μπόγο στο κεφάλι της, συνέχισε το δρόμο της.
     Προτού προχωρήσει και πολύ ωστόσο, μια από τις καμήλες ένιωσε μάλλον να πεινά και, βγάζοντας το κεφάλι της έξω από τον μπόγο, άρχισε να κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Η γυναίκα για να την κάνει να σιωπήσει, ξερίζωσε δυο δέντρα και της τα έβαλε στο στόμα για να φάει.
     Ο γεωργός όμως, που ήταν δικό του το χωράφι, κήρυξε γενικό συναγερμό φωνάζοντας: «Κλέφτης. Κλέφτης. Σταματήστε τον κλέφτη».
     Στη γυναίκα, όπως ήταν φυσικό, δεν άρεσε όλο αυτός ο σαματάς. Έτσι, έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον μπόγο της ρίχνοντας μέσα τον γεωργό, το χωράφι του, το βόδι, το αλέτρι και το άλογό του. Αφού ξεμπέρδεψε μ’ αυτά άρχισε να τρέχει. Σύντομα έφτασε σε μια πόλη και ένιωσε την πείνα μέσα της να φουντώνει. Έτσι, περιμάζεψε πρώτα ένα φουρνάρικο για να χορτάσει, και μετά, έτσι για πλάκα πήρε στα χέρια της ολόκληρη την πόλη και την έριξε κι αυτή μέσα στον μπόγο. Και συνέχισε το δρόμο της.
     Τελικά έφτασε σ’ ένα χωράφι, όπου είδε να μεγαλώνει ένα τεράστιο, ακόμη και για το δικό της μέγεθος καρπούζι. Μια και ήταν διψασμένη, το έσπασε στα δύο και έφαγε στο πι και φι το μεδούλι του. Ύστερα, έβαλε τον μπόγο της μέσα στη φλούδα, και φτιάχνοντας ένα πρόχειρο μαξιλάρι, ξάπλωσε για να κοιμηθεί.
     Καθώς κοιμόταν όμως άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού με βία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια μεγάλη πλημμύρα. Όπως θα περίμενε κανείς, τα νερά παρέσυραν ορμητικά την καρπουζόφλουδα, μέχρι που έφτασε στην όχθη της θάλασσας. Τότε το πάνω μέρος της φλούδας άνοιξε, κι από μέσα βγήκαν η γριά, η κόρη της, οι παλαιστές, οι καμήλες, τα δέντρα, ο γεωργός, το βόδι, το αλέτρι, το άλογο, ο φούρναρης, και όλα τα άλλα πράγματα και πλάσματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στο περίπου δηλαδή, δημιουργήθηκε ο κόσμος που όλοι μας τώρα γνωρίζουμε.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Η Κατάρα

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος.
Ευλογημένοι να ’στε εσείς που μας
διδάξατε την αξία
του χρήματος, του κρίματος, της δικής σας - επειδή έτσι τη λέτε εσείς - αλήθειας,
του λάθους που είναι σωστό,
του σωστού που είναι λάθος.
Ω, ευλογημένοι να ’στε εσείς
που μας ρίξατε στο λάκκο με τα μαυλιστικά φίδια,
που μας διδάξατε την αρετή των αδίκων,
που μας είπατε: «Πιστεύω εις έναν Θεό μεγάλον παντοκράτορα»,
μα δεν εξηγήσατε ότι αυτός είναι
το χρήμα.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που κάνατε το φόνο αρετή και τον έρωτα αμαρτία,
που κρύψατε την υποκρισία σας πίσω από ένα μαύρο σκούφο, ένα ράσο, μια γενειάδα,
που στείλατε ερίφια στη σφαγή, ενώ ήσασταν λέγατε, ποιμένες.
Τρισευλογημένοι να ’στε για όλα τα καλά που κάνατε,
για τις αδελφοκτόνες σταυροφορίες σας,
για τους μεγαλοπρεπείς ναούς που κτίσατε και για κείνους που αφήσατε πεινασμένους,
για τα χρυσά σας πετραχήλια και τις αδαμάντινες εικόνες σας,
για τις σάπιες ψυχές που κουβαλάτε,
ρασοφορεμένα της κόλασης κουφάρια.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που ευλογείτε εκείνους που σκοτώνουν και καταριέστε εκείνους που δεν το κάνουν,
που βγάζετε στεντόρεια κραυγή διδάσκοντας «Αγαπάτε Αλλήλους»,
σιωπηλά διατάζοντας «Σφάξτε τα άπιστα σκυλιά»,
που γεμίζετε με μπόλικη τροφή των χοίρων την κοιλιά, μα έχετε απελπιστικά άδεια την ψυχή.
Ω, ευλογημένοι να ’στε
εσείς,
που μας καθοδηγείτε προς την κόλαση,
που φυτεύετε το μίσος που πριν δε γνωρίζαμε στις ψυχές μας,
που μας φορτώνετε μόλις γεννηθούμε μ’ ένα - προπατορικό το λέτε - αμάρτημα,
που μας γεμίζετε με ενοχές για τις οποίες, λέτε, πρέπει να μετανοούμε.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος
κι ευλογημένοι - θα εύχεστε - να ’στε,
γιατί όλα κάποτε πληρώνονται,
γιατί ο Άδης περιμένει και εσάς,
γιατί θα κληθείτε κάποτε να πληρώσετε τη νύφη του θανάτου,
γιατί οι αμαρτίες που μας φορτώσατε πίσω σε σας θα γυρίσουν,
γιατί οι ενοχές μας θα γίνουν οι κρεμάλες σας,
γιατί οι ναοί σας θα γκρεμιστούν και οι πεινασμένοι θα χορτάσουν,
γιατί η ψεύτικη αρετή σας θα γίνει η αληθινή καταδίκη σας,
γιατί θα πέσουν τα ράσα και θα φανούν τα σκουλήκια που σας τρώνε τα σωθικά,
γιατί θα σας ζώσουν τα φίδια
και οι φλόγες της κόλασης
που εσείς φτιάξατε,
και θα σας κάνουν ανάμνηση φτιαγμένη
από στάχτες,
αίμα,
δάκρυ.
Και τότε θα ζητάτε συγχώρεση,
και τότε θα μετανοείτε αληθινά,
και τότε
θα ξεσκίζετε τις σάρκες σας,
θα καρφώνετε ένα μαχαίρι στην καρδιά σας αλλά δε θα πεθαίνετε,
θα βγάζετε τα μάτια σας αλλά θα εξακολουθείτε να βλέπετε τα πάντα,
θα αφήνετε κραυγές απόγνωσης,
θα επικαλείστε το ψεύτικο Θεό που φτιάξατε όπως εσείς θέλατε,
μα δε θα είναι κανείς εκεί
για να σας ακούσει,
για να σας λυπηθεί,
για να σας ανακουφίσει.
Και τότε,
πιστέψτε με,
ευλογημένοι θα θέλατε να ήσασταν,
όσο ευλογημένη θα μπορούσε ποτέ να ’ναι
του θανάτου η στάχτη.
Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι του Ψέματος Πατέρες.

Η ζωγραφιά είναι του Ουίλιαμ Μπλέικ

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Εφιάλτης

Ακούω να αλυχτούν και πάλι τα σκυλιά του πολέμου
Βλέπω χιλιάδες ανθρώπους να κινούν για τη μάχη
Ακούω κανονιοβολισμούς, πυροβολισμούς και εκρήξεις
Βλέπω τ’ αδέλφια να σκοτώνουν και πάλι αδέλφια
Ακούω διαόλων φωνές να διατάζουν «σκοτώστε»
Βλέπω τα χωράφια σπαρμένα με κουφάρια
Ακούω αεροπλάνα να σφυρίζουν το θάνατο
Βλέπω τα ποτάμια να πλημμυρίζουν με αίμα
Ακούω μια κόρη να θρηνεί τον κύρη
Βλέπω μιας μάνας τα σωθικά να ξεσκίζει μαχαίρι
Ακούω των νεκρών τις ψυχές να ουρλιάζουν τριγύρω
Βλέπω τα κοράκια να στήνουν χορό για των ανθρώπων την τρέλα
Ακούω τις ανάσες αφηνιασμένων αλόγων
Βλέπω τέσσερις καβαλάρηδες που στάζουνε αίμα
Ακούω κάποιον να μου κτυπάει την πόρτα
Βλέπω το χάρο την αγκαλιά του ν’ ανοίγει για μένα
«Πάρε με μαζί σου γέροντα. Το χρέος μου έχει τελέψει»
Του λέω και σβήνω.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Αντιφάσεις

Άκουσα κάποιον να λέει «Έχω ένα όνειρο»
κι είδα μια σφαίρα να κόβει το όνειρο στα δύο.
Άκουσα κάποιον να τραγουδά «Δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη»
κι είδα μια σφαίρα να βάφει την ειρήνη με αίμα.
Άκουσα κάποιον να διδάσκει «Αγαπάτε αλλήλους»
κι είδα φίλους να σκοτώνουνε φίλους.
Άκουσα κάποιον να παραληρεί «Ειρήνη αδελφοί»
κι είδα σταυροφόρους να φονεύουν γι’ αυτήν.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα μια μάνα να κλαίει
είδα ένα παιδί να πεθαίνει
άκουσα κάποιον να προσεύχεται
είδα κάποιον να αμαρταίνει
άκουσα ν’ αλυχτούν τα σκυλιά του πολέμου
είδα τα χείλια τους να στάζουνε αίμα
άκουσα μια κατάρα
είδα την πραγματοποίησή της
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά
Άκουσα να μιλούν για την πατρίδα
είδα να πεθαίνουν για την πατρίδα.
Άκουσα να κηρύττουν για τη θρησκεία
είδα να σκοτώνουν για τη θρησκεία.
Άκουσα να μιλούν για το δίκιο
είδα να πασχίζουν για το άδικο.
Άκουσα να μιλούν για το Θεό
είδα να σφάζουν γι’ αυτόν το Θεό.
Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα
κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.
Άκουσα ένα ύμνο
είδα ένα θρήνο
άκουσα ένα τραγούδι
είδα ένα μοιρολόι
άκουσα μια ψυχή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Τι και αν...;

Τι και αν μας κορόιδεψαν;
και δεν υπάρχει παράδεισος
και δεν υπάρχει κόλαση
και δεν υπάρχει θεός
και δεν υπάρχει διάβολος
κι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα
κι η ψυχή σαπίζει με το σώμα
κι όλοι οι πόνοι
κι όλες οι θυσίες
κι όλες οι στερήσεις
κι όλες οι προσευχές
κι όλες οι θρησκείες
όλα είναι μάταια.
Τότε τι;

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ράντα και Κρίσνα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις πεδιάδες του Ινδουστάν ένας νεαρός πρίγκιπας που κυβερνούσε μια φυλή αγελαδοτρόφων. Το όνομά του ήταν Κρίσνα και ήταν, όπως λένε οι μύθοι, υπερβολικά ωραίος. Το σώμα του είχε το χρώμα του λυκόφωτος, το πρόσωπό του ήταν λαμπερό σαν τη σελήνη, και ήταν και δεξιοτέχνης μουσικός: έπαιζε ένα μαγικό αυλό που αιχμαλώτιζε τις καρδιές των ανθρώπων και των ζώων, ακριβώς όπως οι ύμνοι των θηλυκών κενταύρων κατακτούν τη θάλασσα και τον ουρανό, ή οι δονήσεις της ετοιμοθάνατης βροντής υποδουλώνουν τις καρδιές των μεγάλων βουνών.
     Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
     Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
     Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
     Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
     Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι (ναι, ακριβώς όπως στα παραμύθια). Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
     Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
     «Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
     «Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
     «Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
     «Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
     «Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
     Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
     Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
     Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
     «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
     «Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
     Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά.

Ένα ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Έκλεισα τα μάτια και είδα

Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα νεαρό να περπατά στο δάσος στάζοντας αίμα,
και γύρω του μιλιούνια ανθρώπους να αργοπεθαίνουν.
Ρώτησα το γέροντα ποιος ήτανε
«Ο έρωτας», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα άγριο θεριό
να διαβαίνει βιαστικά μέσα
από το δάσος των ψυχών σκορπίζοντας
στάχτη,
και πίσω του μιλιούνια ανθρώπους με πάθος να το κυνηγάνε.
Ρώτησα το γέροντα τι ήταν.
«Το χρήμα», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
μια γυναίκα με πρόσωπο από μετάξι
να διασχίζει με αργόσυρτο βήμα
το δάσος του πόνου,
και να χύνει δάκρυα φτιαγμένα
απ’ όλου του κόσμου το αίμα.
Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν.
«Η ψυχή μας», μου αποκρίθηκε.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ερνέστο Σάμπατο: Μετά θάνατον προφήτης...

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Πριν το τέλος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη και, όπως θα αντιληφθείτε, παρ' ότι γραμμένα πριν από 13 χρόνια εξακολουθούν να παραμένουν τραγικά επίκαιρα.


«…Όταν με σταματάνε στο δρόμο, σε καμιά πλατεία ή στο τρένο για να με ρωτήσουν ποια βιβλία να διαβάσουν, πάντα τους λέω: Διαβάστε αυτό που θα σας κάνει να παθιαστείτε, είναι το μόνο που θα σας βοηθήσει να υπομείνετε το βάρος της ύπαρξης».

«Παρ’ ότι φαίνεται τρομερό, αν το καλοσκεφτείς, η ζωή γράφεται στο πόδι και δεν μας επιτρέπει να παρέμβουμε στο κείμενό της».

«Εκείνα τα ταπεινά πλάσματα, αυτοί οι αγράμματοι και γεμάτοι καλοσύνη, και οι νέοι με τις αθώες ελπίδες τους είναι αυτοί που θα με σώσουν».

«Ενώ οι πιο άτυχοι πνίγονται στα βαθιά νερά, σε κάποια γωνιά, κάνοντας τους εντελώς ανυποψίαστους για την καταστροφή, στο κέντρο ενός χορού μεταμφιεσμένων, οι άνθρωποι της εξουσίας εξακολουθούν να χορεύουν, σκασμένοι στα γέλια από τις ίδιες τους τις χοντράδες».

«Οφείλουμε ν’ αντισταθούμε στο άδειασμα της κουλτούρας μας, της ρημαγμένης από κείνους τους οικονομολόγους που το μόνο που καταλαβαίνουν είναι το Ακαθόριστο Εγχώριο Προϊόν».

«Η εκπαίδευση είναι ό,τι λιγότερο υλικό υπάρχει, αλλά και η πλέον καθοριστική για το μέλλον ενός λαού, δεδομένου ότι αποτελεί το πνευματικό του προπύργιο».

«Για τους απόκληρους δεν υπάρχει δικαιοσύνη να τους υπερασπιστεί».

«Και τότε αναρωτήθηκα τι είδους κοινωνία είναι αυτή, τι δημοκρατία έχουμε όταν οι διεφθαρμένοι ζούνε μέσα στην ατιμωρησία, ενώ η πείνα του λαού θεωρείται υπονομευτική».

«Η σοβαρότητα της κρίσης μας επηρεάζει κοινωνικά και οικονομικά. Και ακόμα χειρότερα: ο ουρανός και η γη έχουν αρρωστήσει. Η φύση, αυτό το αρχέτυπο ομορφιάς, διαταράχτηκε».

«Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο και η μοναδικότητά του είναι ιερή. Τώρα ο άνθρωπος κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλώνο κατά παραγγελία: συμπαθητικός, με γαλάζια μάτια, δραστήριος, αναίσθητος στον πόνο ή τραγικά έτοιμος να γίνει σκλάβος».

«Οι νέοι υποφέρουν: δεν θέλουν πλέον ν’ αποκτήσουν παιδιά. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερος σκεπτικισμός».

«Η αγιοποίηση της ευφυΐας μάς έσπρωξε στο χείλος του γκρεμού… Μέσω της λογικής καταλήξαμε στην απόλυτη άγνοια».

«Οποιαδήποτε εξιστόρηση των προσδοκιών και των συμφορών έστω κι ενός μόνο ανθρώπου, ενός απλού άγνωστου αγοριού, μπορεί να περιέχει ολόκληρη την ανθρωπότητα».

«Τούτο είναι που αγνοούν όλοι αυτοί οι εξουσιαστές μας. Δεν ξέρουν ότι και τα δικά τους παιδιά βρίσκονται στην ίδια άσχημη θέση».

«Πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε αποτύχει. Αλλιώς θα συντριβούμε από τους προφήτες της τηλεόρασης, από αυτούς που γυρεύουν τη σωτηρία στην πανάκεια της υπερανάπτυξης. Η κατανάλωση δεν αποτελεί υποκατάστατο του παραδείσου».

«Κατανοώ τη θλίψη σου, καθώς και την αβεβαιότητά σου να ζεις σε μια εποχή στη διάρκεια της οποίας έχουν πέσει μεν τα τείχη, αλλά ακόμα δεν διακρίνονται οι νέοι ορίζοντες. Ψεύτικες αντανακλάσεις προσπαθούν να αιχμαλωτίσουνε τη θέλησή σου μέσα από τις οθόνες».

«Μόνο αυτό που γίνεται παθιασμένα δικαιούται τον ενθουσιασμό μας, τα υπόλοιπα δεν αξίζουν τον κόπο».

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος και ο Ουρανός

Μια φορά κι έναν καιρό, αιώνες κι αιώνες πριν, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος, ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Άνεμος, πήραν πρόσκληση για να πάνε να δειπνήσουν με τον θείο και τη θεία τους, την Βροντή και την Αστραπή (Τώρα θα μου πείτε: μα πώς μπορεί η Βροντή να είναι άντρας; Κι εγώ θα σας πω ότι αυτό είναι ένα ινδικό παραμύθι, και στην ινδική παράδοση όλα είναι διαφορετικά. Εντάξει;). Η μητέρα τους, η Ουρανός (έτσι ακριβώς), τους ευλόγησε προτού να φύγουν και τους ευχήθηκε να περάσουν καλά. Εκείνη θα παρέμενε εκεί για να τους περιμένει.
     Τώρα, ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν άπληστα πολύ αγόρια και εγωιστές, έτσι όταν κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν όλες τις λιχουδιές που τους προσέφεραν ο θείος και η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη τους μητέρα, που καθόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η μικρή ευγενική Σελήνη δεν την ξέχασε. Κι έτσι, από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της, κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μανούλα της.
     «Λοιπόν, τι μου φέρατε;» ρώτησε με ανυπομονησία η μητέρα, όταν επέστρεψαν το βράδυ στο σπίτι.
     «Τι εννοείς, γυναίκα;», ρώτησε με θράσος ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί. «Τι περίμενες δηλαδή από μένα να σου δώσω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό; Εξάλλου, δεν θα μπορούσες ποτέ εσύ, με τους άξεστους τρόπους σου, να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας κέρασαν».
     «Ακριβώς», πήρε αμέσως το λόγο ο Άνεμος. «Δεν ξέρεις πώς να τρως, αλλά πώς να φας κιόλας, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα! Κι εξάλλου, με τι μυαλά μπορούσες να περιμένεις από μας να καταστρέψουμε τα σικάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες τους με φαγητά για σένα; Αλλά, εκτός απ’ το πιο πάνω, θα ήταν αναίδεια κιόλας, αν γεμίζαμε τα μαντηλάκια μας με φαγητό. Αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στους καλύτερους κύκλους της κοινωνίας. Βέβαια, δεν θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα σαν κι εσένα, να γνωρίζει την αξία των καλών ρούχων και των κοσμημάτων! Και τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;»
     «Μην είστε τόσο αγενείς, χτήνη», δεν άντεξε και πετάχτηκε στη μέση η καλοσυνάτη και υπάκουη Σελήνη. «Μού φαίνεται ότι είστε εσείς που δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος». Μετά, στράφηκε προς την ηλικιωμένη γυναίκα θέλοντας να την παρηγορήσει. «Έλα μητέρα», της είπε, «δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα για σένα λίγο απ’ το καθετί που μας έδωσαν».
     «Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου», ευχήθηκε η γριά και την ευλόγησε. Και μετά στράφηκε προς τους γιους της. «Οι κατάρες της Ουρανού θα πέσουν βαριές στα άδεια σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις, που το έριξες στη μάσα και δεν σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, που βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα τσουρουφλίζουν όποιον τις αγγίζει. Και οι άνθρωποι θα σε μισούνε πιο πολύ ακριβώς όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη τη μεγαλοπρέπειά σου. Άνεμε, μικρό μου κάθαρμα, εσύ που είσαι τόσο άπληστος κι εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα μαραίνεις, θα καταστρέφεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται κάθε φορά που θα δίνεις το παρόν σου. Όσο για σένα κόρη μου, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου πάντοτε θ’ ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι ψυχές των ανθρώπων θα πλημμυρίζουν από αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν και θα σε αποκαλούν ευλογημένη».
     Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Διαγωνισμός Παραμυθιού από το eBooks4Greeks.gr

Το eBooks4Greeks.gr διοργανώνει διαδικτυακό διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. Ο διαγωνισμός είναι ένα κάλεσμα προς όλους για να αναδειχτούν τα παραδοσιακά παραμύθια του τόπου μας, παραμύθια που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, παραμύθια υπέροχα από όλα τα μέρη της Ελλάδας που πιθανόν ξεχνιούνται μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

Στον διαγωνισμό μπορούν ελεύθερα να συμμετάσχουν άτομα ανεξαρτήτου ηλικίας, κάτοικοι Ελλάδος, Κύπρου και εξωτερικού.

Μετά το τέλος της υποβολής των παραμυθιών θα δημοσιευθούν στο διαδίκτυο όλα τα παραμύθια και θα διεξαχθεί ανοιχτή διαδικτυακή ψηφοφορία, για την ανάδειξη των 5 νικητών.

Μετά το τέλος του διαγωνισμού θα δημιουργηθεί ένα ψηφιακό βιβλίο (e-book) με τα παραμύθια που θα επιλεγούν, το οποίο θα επιμεληθεί η ομάδα του eBooks4greeks. Η αναπαραγωγή και διανομή του ψηφιακού βιβλίου θα είναι ελεύθερη και εντελώς δωρεάν.

Χορηγοί του διαγωνισμού είναι οι: ΒΟΟΚΕΕΝ GREECE (www.bookeen.gr), Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ (www.minoas.gr), Βορειοδυτικές Εκδόσεις (www.voreiodytikes.blogspot.com), Susaeta Εκδοτική (www.susaeta.gr), Open Book - Ανοικτή Λογοτεχνία (www.openbook.gr), Δημιουργική ομάδα "Στη γιορτή" (www.stigiorti.gr).

Αναλυτικές πληροφορίες για τους όρους συμμετοχής στον Διαγωνισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο www.ebooks4greeks.gr και στο e-mail, mail@ebooks4greeks.gr .