Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Τρεις λέξεις


«Όταν φεύγεις είναι σαν να πεθαίνεις λίγο»,
Έγραψε η Μαργαρίτα Καραπάνου.
Και συμφωνώ μαζί της.
Και, φυσικά, διαφωνώ μαζί της.
Η φυγή είναι άλλοτε πόνος,
Άλλοτε λύτρωση,
Κι άλλοτε απλά μια λέξη.
Εξαρτάται πάντα από το τι αφήνεις πίσω σου,
Από ποιον και ποιαν αφήνεις πίσω σου φεύγοντας:
Μιαν αγάπη, δυο δουλειές, τρεις φίλους;
Μισή ή ολόκληρη ζωή;
Και εξαρτάται σχεδόν πάντα από το σε ποιον
Θα πεις τις τρεις τις μαγικές τις λέξεις:
«Θα μου λείψεις».
Αν δεν τις πεις σε κανένα αυτό πάει να πει ότι
Ποτέ δεν ανήκες εκεί.
Αν τις πεις σε πολλούς σημαίνει πως
Δεν τις εννοείς.
Αν τις πεις σε λίγους ίσως
Να είσαι ειλικρινής.
Αν τις πεις σε μια και μοναδική ψυχή,
Τότε…
Τότε αγάπησες τυφλά, με πάθος περισσό,
Και για ν’ αποφασίσεις να φύγεις
Είναι ξεκάθαρο
Ότι έπεσες απ’ του έρωτα τα σύννεφα,
Στων μαύρων σκυλιών την αγκαλιά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Της ζωής το ποτάμι


Έτσι είναι η ζωή. Κυλάει σαν ποτάμι. Στην αρχή κυλάει αργά, έπειτα γίνεται χείμαρρος, καταρράκτης. Μαργαρίτα Καραπάνου

Έτσι είναι όντως η ζωή; αναρωτιόταν.
Ακριβώς έτσι;
Κι αν ναι, γιατί όχι γι’ αυτήν;
Γιατί παρέμεινε στο πέρασμα των χρόνων
Και παραμένει ακόμη, ένα γαλήνιο ποτάμι,
Ούτε καν ποτάμι παρά ένα ρυάκι;
Ήθελε να γνωρίσει την άλλη της πλευρά,
Την πιο άγρια, τη συναρπαστική,
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ τάχατες αυτό;
Είμαι αιχμάλωτη του είναι μου, σκεφτόταν.
Και ήταν.
Ποτέ της δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’
Τα μονοπάτια της εκ των άνωθεν επιβεβλημένης σιγουριάς,
Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει
Τη φωνή της να ΑΚΟΥΣΤΕΙ.
Ποτέ…
Και τώρα ζει καθημερινά τα ίδια και τα ίδια,
Κόβει βόλτες κατ’ επανάληψη στα αδιέξοδά της.
Και οργίζεται σιωπηλά και σκέφτεται ότι,
Αν εκραγώ κάποια μέρα θα θρηνήσουνε πολλά θύματα.
Θα θρηνήσουνε αφού, αν εκραγεί, μετά
Δεν θα έχει άλλη επιλογή από το
Να τα παρατήσει όλα και να φύγει,
Από το να μετατρέψει το ρυάκι της σε χείμαρρο
Και καταρράκτη και να ξεχυθεί ορμητικά εκεί έξω,
Κατακλύζοντας τον κόσμο με την όμορφη
Πλην καταπιεσμένη και καταφρονημένη μέχρι τώρα
Παρουσία της.
Αν εκραγεί…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ματαιότης


Προσπαθώ να φτιάξω το ολόγραμμα
Του μελλοντικού εαυτού μου
Αλλά μου βγαίνει θολό
Σχεδόν σαν ένα όνειρο της μέρας που
Διαλύεται στο πρώτο φύσημα του
Ανέμου μιας ζεστής νύχτας.
Σκέφτομαι, κοιτώ μπροστά, σχεδιάζω,
Επιστρέφω στο σήμερα απογοητευμένος
Αλλά έχοντας κάθε φορά επίγνωση:
Δεν θα αλλάξω ποτέ,
Όχι όσο το επιδιώκω.
Η αλλαγή είναι εύκολη μόνο στα λόγια.
Οι εξωτερικές συνθήκες διαφοροποιούνται συχνά
Αλλάζουν δέρμα και υφή αλλά
Οι εσωτερικές παραμένουν πάντα οι ίδιες.
Λες:
Δεν είμαι λυπημένος επειδή είμαι μονάχος
Είμαι μονάχος επειδή είμαι λυπημένος.
Κι αυτή η λύπη μοιάζει ανίκητη.
Αναζητώ αυτό που δεν μπορώ να βρω,
Βρίσκω αυτό που δεν αναζητώ,
Της ζωής μου η ιστορία εν συντομία,
Αλλά και της κάθε ζωής.
Ξανά και ξανά λέω τα ίδια λόγια
Σε διαφορετικούς ανθρώπους,
Ξανά και ξανά ακούω τα ίδια λόγια,
Από διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο κύκλος της ζωής;
Η ζωή δεν κινείται σε κύκλους,
Αλλά ανάλογα με το άτομο ακολουθεί
Εντελώς διαφορετικές πορείες:
Πάνω, κάτω και ζιγκ-ζαγκ και η σκέψη
Ότι θα μπορούσε κανείς να της
Αλλάξει φορά παραμένει μονάχα αυτό:
Μια σκέψη.
Η ζωή γράφει τους κανόνες,
Αυτή τους εφαρμόζει.
Κι η κάθε προσπάθεια για ανατροπή τους
Αποδεικνύεται μάταιη.
Όπως κι η ζωή η ίδια,
Θα προσέθεται κάποιος απαισιόδοξος.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Οι χαμένες στιγμές


…Οι αμέτρητες.
Αυτές που χαραμίσαμε στο τίποτα
Και στο πουθενά,
Αυτές που ποτέ πίσω δεν θα γυρίσουν,
Και που τόσο στο πέρασμα του χρόνου θα μας λείψουν.
Αυτές που δεν χαρήκαμε,
Αφού ήμασταν πολύ απασχολημένοι κυνηγώντας
Το χρήμα, τη φήμη, την υστεροφημία.
Ποτέ δεν καταλάβαμε ότι για μας είναι ήδη αργά,
Και πώς αύριο θα είναι ακόμη αργότερα.
Δεν καβαλήσαμε ποτέ εκείνη τη μοτοσικλέτα που θέλαμε,
Δεν ταξιδέψαμε στα νησιά των ονείρων μας,
Δεν γνωρίσαμε τους ανθρώπους που θα μπορούσαν
Να μας δώσουν κάτι και να πάρουν κάτι από μας.
Πάντα σκεφτόμασταν το αύριο
Και παντοτινά μας ξέφευγε το σήμερα.
Και τα χρόνια περνούσαν
Και τα χρόνια πέρασαν.
Και συνεχίζουμε να έχουμε τα θέλω μας
Και εξακολουθούμε να εκφράζουμε τα θα μας.
Αλλά κι αυτά ακόμη τα θέλω και τα θα
Μένουν ανικανοποίητα, λειψά.
Αφού δεν ξέρουμε, ίσως να μη μάθαμε ποτέ,
Πώς να χαμογελάμε πλατιά,
Κι οι ανάσες μας πλέον θυμίζουν
Όλα αυτά που χάσαμε.
Το δίδαγμα;
Δίδαγμα δεν υπάρχει.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα πια είναι
Μια σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια
Ώστε οι στιγμές που μας απομένουν να
Ντυθούν της χαράς τα χρώματα.
Άλλο τίποτα.



Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Τ' όνομά της είναι Θλίψη


Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Το τέλος


Νόμιζα ότι θα τον έχανα μετά την εξομολόγησή μου, καταριόμουνα τον εαυτό μου ακόμη και τη στιγμή που την έκανα, αλλά δεν τον έχασα. Μάλλον τον κέρδισα, μ’ αγάπησε ακόμη πιο πολύ όταν έμαθε όλη την ιστορία μου. Μα είχε ένα παράπονο: Έπρεπε να μου το πεις, Χαρά. Έπρεπε να μου το πεις. Πάντα ήξερα ότι μου έκρυβες κάποιο φοβερό μυστικό, αλλά δεν ήξερα τι, κι αυτό με τυραννούσε. Απολογήθηκα χαμηλόφωνα και κρύφτηκα στην αγκαλιά του. Όταν σήκωσα ξανά το βλέμμα είδα δυο φωτεινά ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε με ζεστασιά, κι ένα παραπονεμένο. εκείνο του Γιάννη – είχε χάσει την αποκλειστικότητα. Του το είπα. Γέλασε. Και συμφώνησε. Δεν έχεις ιδέα πόσα με δίδαξες μικρή, συνέχισε. Εσύ με έμαθες να βλέπω την κάθε στιγμή ξεχωριστά. Πάντα κοιτούσα το αύριο και έχανα το σήμερα. Γνώριζα γυναίκες και σκεφτόμουνα ότι δε χωράνε στα σχέδιά μου και τις έχανα, ο μαλάκας. Τώρα ακολουθώ τα σχέδια της ζωής και προσπαθώ όσο μπορώ να τα προσαρμόζω στα μέτρα μου. Αν δεν ήσουνα εσύ, δε θα υπήρχε η Αντωνία, δε θα υπήρχαμε εμείς. Είσαι το νήμα που μας δένει. Δεν είπα τίποτα. Τα είχα χαμένα. Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου σαν εκείνο το πλάσμα που χρειαζότανε μόνιμα τους άλλους. Για να το φιλοξενήσουν, για να το ακούσουν, για να το παρηγορήσουν. Ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι άλλο τόσο χρειάζονταν οι άλλοι εμένα. Δε με ρώτησες ποτέ γιατί σε φίλησα εκείνη τη μέρα, πετάχτηκε στη μέση η Νάντια, βγάζοντάς με από τη μια αμηχανία και βάζοντάς με στην άλλη. Γέλασε ο Αλέξης. Ρίχτηκες στο κορίτσι μου; τη ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. Την πήρε όμως. Ναι, της ρίχτηκα, αφού την αγαπώ. Με έσωσε. Αν δεν ήταν αυτή θα ήμουνα ακόμη με τον ακατονόμαστο. Με έκανε να καταλάβω ότι τα ζόρια μου δεν ήταν ζόρια και σιγά-σιγά ξύπνησα. Και μένα…, πήγε να πει ο Αλέξης, αλλά δεν πρόλαβε. Σε ξεζούμισε, πετάχτηκε στη μέση ο Γιάννης προκαλώντας ακράτητα γέλια. Εκείνο που ήθελα να πω Χαρά είναι ότι μόνο με σένα μπορώ να είμαι στ’ αλήθεια ο εαυτός μου. Όταν δεν ήμουνα μαζί σου ένιωθα σαν κάποιος ξένος, μια μαριονέτα στα δάχτυλα των άλλων. Εγώ σε μισώ, πήρε τελευταία το λόγο η Αντωνία, αφού αν πιστέψω τα λόγια του εσύ φταις που μου φορτώθηκε. Και τον φίλησε. Παράξενη νύχτα, παράξενη και μαγική. Εντελώς ανάλαφρο, χωρίς κρυμμένα μυστικά κι αχρείαστες ενοχές θα ξεκινούσε για μένα το φθινόπωρο.

     «Δεν είμαστε μια ανέραστη γενιά, όπως μας κατηγορείς», λέει ο Αλέξης, «απλά είμαστε μια γενιά συγχυσμένη. Μεγαλώσαμε στη σκιά των γονιών μας και τις ψεύτικες αλήθειες τους, τη νερωμένη ηθική τους. Προσπάθησαν να μας κάνουν αντίγραφά τους. Ήθελαν και θέλουν να συμπεριφερόμαστε όπως εκείνοι, να πατάμε επί πτωμάτων στη ζωή, να δείχνουμε στους άλλους το καλό μας πρόσωπο, κι ας κρύβουμε ένα τέρας μέσα μας. Αυτοί φταίνε για όλα. Για όσα έπαθες εσύ, για την ατελείωτη μοναξιά της Νάντιας, για το δικό μου ζόρι, αφού δεν τόλμησα να τους αντισταθώ. Μας σκοτώνουν οι γονιοί, μας κλέβουν τη ζωή προτού καλά-καλά αρχίσει…»
     Του έδωσα να διαβάσει αυτές, της μικρής μου ζωής τις καταγραφές, μόλις επιστρέψαμε από το τριήμερο στα Πλατάνια. Δεν είχα τίποτα να του κρύψω πια. Του είπα να διαβάσει την ιστορία μου, την ιστορία μας, για να με μάθει πιο καλά, για να δει πως ακριβώς βλέπω εγώ τον κόσμο. Τη διάβασε, έμαθε νέα πράγματα, θυμήθηκε παλιά, ξεκαθάρισαν πολλά στη σκέψη του. Κι ύστερα μου είπε τα πιο πάνω. Και μάλλον είχε δίκιο. Τι ήξερα όταν άρχισα να γράφω αυτό το χρονικό; Τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Στη διάρκεια της συγγραφής του, του ταξιδιού, έμαθα πολλά. Κι αναρωτιέμαι πόσα έχω να μάθω ακόμη. Η οπτική μου γωνία αλλάζει συνεχώς. Τα αποκλείεται μου γίνονται ίσως, τα ίσως ναι, τα ναι όχι. Κι αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ, όπως λέει και το τραγούδι, ή μάλλον το ποίημα. Βλέπω τους ανθρώπους στο δρόμο, στη σχολή, στα στέκια. Έχουν βάσανα στα λόγια, λύνουν τα προβλήματα με τα λόγια, μόνο στα λόγια υπάρχουν. Λόγια πίτουρα. Ξεχνάνε τους φίλους όταν αυτοί τους έχουν πιότερο ανάγκη, επενδύουν σε εφήμερες σχέσεις, ντύνουν με ρούχα ακριβά τα φτηνά κορμιά τους. Και προδίδουν τόσο συχνά ο ένας τον άλλο, κι όλοι μαζί τους εαυτούς τους, που αυτή η προδοσία έχει πια καταντήσει τρόπος ζωής, κανείς δεν την προσέχει. Παντρεύονται από συνήθεια, κάνουν παιδιά επειδή πρέπει, απατούν κατ’ επανάληψη τους συντρόφους τους, αφού η ευτυχία που ποθούσαν κάπου τους ξέφυγε στην πορεία. Ωστόσο πιστεύουν, βαθιά. Στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Στα λόγια και πάλι. Λυπούνται για τη φτώχεια των γύρω τους και την εξαλείφουν από προσώπου γης πίνοντας πανάκριβους καφέδες σε πολυτελείς καφετέριες και πολύχρωμα κοκτέιλ σε ιν κλαμπ και μπαράκια. Πηγαίνουν στις κηδείες και κλαίνε γι’ αυτούς που δεν αγάπησαν ποτέ και δίνουν όρκους πως δε θα τους μοιάσουν ποτέ. Και δεν τους μοιάζουν. Η υποκρισία έχει πολλά πρόσωπα. Δηλώνουν ολιγαρκείς μα δε σταματούν στιγμή ν’ αγοράζουν, να ξοδεύουν λεφτά για τα μάτια του κόσμου, να τα πετάνε στο τραπέζι ενός κέντρου διαλαλώντας: εν να πληρώσω εγώ κουμπάρε! Και ύστερα να κατηγορούν τον κουμπάρο επειδή δεν πλήρωσε στη γυναίκα τους και στους άλλους. Λόγια. Λόγια. Κουράστηκα πια να τα ακούω. Κουράστηκα και να τα γράφω. Πρέπει να το κάνω, λέει ο Αλέξης. Πρέπει, αλλά μέχρι πότε; Δεν είπα άραγε όσα είχα να πω; Τι να προσθέσω; Κι αν προσθέσω τι θα αλλάξει; Τίποτα. Θα συνεχίσουμε όλοι να περιπλανιόμαστε από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, μέχρι να πάρει τη σκυτάλη η επόμενη γενιά, κι ύστερα αυτή που θα ακολουθήσει. Ο χρόνος θα περνά, η γη θα αλλάζει και θα πεθαίνει, κι εμείς θα συνεχίσουμε να μιλάμε και να χανόμαστε. Τελικά ναι, η στιγμή, αυτή μονάχα είναι που μετρά, και άλλη καμία. Αυτή η στιγμή που κάθομαι εδώ με τον Αλέξη, βυθισμένος ο καθένας στις σκέψεις του. Η στιγμή που θα κάνουμε έρωτα. Η στιγμή που κάποιος θα προσφέρει τη βοήθειά του σε κάποιον άλλο δίχως να περιμένει αντάλλαγμα. Η στιγμή που γεννιέται ένα παιδί. Η στιγμή που πεθαίνει ένας νέος ή ένας γέρος. Η στιγμή που θέλεις ν’ αγκαλιάσεις όλο τον κόσμο. Η στιγμή που βλέπεις κάτι και αγαλλιάζει η ψυχή σου. Η στιγμή που συναντάς στο πρόσωπο κάποιου άγνωστου ένα πλατύ χαμόγελο. Η στιγμή που κλείνεις στην αγκαλιά σου ένα φίλο. Η στιγμή που συμφιλιώνεσαι με τη μάνα σου. Η στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο μικρή είναι η ζωή και έτσι δεν πρέπει ν’ αφήνεις τη στιγμή να πηγαίνει χαμένη. Η στιγμή που ανακαλύπτεις το δρόμο σου. Η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι μες στη φτώχεια σου πόσα πολλά έχεις. Η στιγμή που κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και του λες, Καλά τα κατάφερες, και το εννοείς. Η στιγμή που αλλάζουν οι εποχές και τα χρόνια. Η στιγμή που το κρεβάτι του πόνου μεταμορφώνεται σε κρεβάτι της χαράς. Η στιγμή που ο παραμορφωτικός φακός χάνεται και τα λάθη σου γίνονται σωστά. Η μεγάλη στιγμή που ο πόνος γίνεται λύτρωση επειδή τον μοιράζεσαι με κάποιο άλλο. Η στιγμή που ονειρευόσουνα μα ποτέ σου δεν περίμενες να ’ρθει. Η στιγμή που μια λέξη σου αλλάζει τη ζωή: Δίχως έρωτα πριν, Με έρωτα μετά. Η στιγμή!

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 20


Την επομένη έφυγα πρωί-πρωί για τη δουλειά -με πήγε εκείνη- κι επέστρεψα το βράδυ, αφού συνάντησα για λίγο τον Αλέξη, ακριβώς όπως της είχα υποσχεθεί. Ήθελε να μιλήσουμε, ήθελα κι εγώ. Μού έφτιαξε ένα από τα αγαπημένα μου φαγητά -ρολό- καθίσαμε, φάγαμε, χορτάσαμε. Και μετά βγήκαμε στη βεράντα. Το πιο κοντινό σπίτι ήταν αρκετά μέτρα μακριά και ήμουνα σίγουρη ότι αν μιλούσαμε εκεί κανείς δε θα μας άκουγε. Κάτι από τη νύχτα που έφυγα θύμιζε το όλο σκηνικό. Εμείς, οι άσπρες πλαστικές καρέκλες, το τραπέζι μες στη μέση, η ησυχία, τ’ αστέρια και το φεγγάρι στον ουρανό. Πέρασε πολλή ώρα χωρίς να τολμά καμία από τις δύο να μιλήσει. Το θέμα μας έκαιγε. Έπρεπε να κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και να προχωρήσουμε, δε γινόταν αλλιώς. Έκανα το πρώτο βήμα. με άτσαλο τρόπο, αλλά το έκανα.
     «Τον σκότωσα», της είπα, και σήκωσα τα μάτια για να δω την αντίδρασή της. Απολύτως καμία. Σα να μην άκουσε τι της είπα. Άπλωσα το χέρι, την άγγιξα στο μπράτσο. «Μάνα…».
     «Σε άκουσα. Αλλά το ήξερα. Από την πρώτη στιγμή. Κι ας μην ήθελα να το παραδεχτώ. Συγγνώμη…»
     «Εγώ τον σκότωσα μάνα, εγώ. Όχι εσύ…»
     «Συγγνώμη που δεν τον σκότωσα στη θέση σου, ήθελα να πω. Του άξιζε, του κερατά, του άξιζε. Όπως άξιζε και σε μένα. Τόσα χρόνια…». Την άκουσα να πνίγεται σχεδόν, να χάνει τις ανάσες της, να ξεροκαταπίνει. Και μετά να κοιτάει το κενό και να επανέρχεται. Τα μάτια της δεν έμοιαζαν να βλέπουν τίποτα. Σαν τυφλή ήταν. «Τόσα χρόνια και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω. Τον αγαπούσα και τον φοβόμουνα τόσο πολύ…»
     «Περασμένα ξεχασμένα, μάνα!» Αυτό το είπα αυθόρμητα, χωρίς να το καλοσκεφτώ, μάλλον για να εμποδίσω την αμηχανία που με πλημμύριζε να βγει στο φως. Κάπου ένιωθα δικαιωμένη, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να τη βλέπω να αυτομαστιγώνεται. Αρκετά υπέφερε κι αυτή η κακομοίρα. Εκείνη την ώρα δεν ένιωθα ούτε οργή ούτε αγάπη για κείνη, απλά ένα συναίσθημα συνενοχής. «Όλα πια θα πάνε προς το καλύτερο, είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
     «Θα πάνε, Χαρά μου; Μακάρι. Σου χρωστώ. Όχι, μη μιλάς ακόμη, άσε με να τελειώσω. Μια ζωή σου χρωστώ. Μια ζωή καινούρια. Ζήτα μου ό,τι θες και θα το έχεις. Φτάνει να είσαι ευτυχισμένη. Δε σου ζητώ να γυρίσεις στο σπίτι, δε σου ζητώ να με καταλάβεις, ένα κόκαλο σου ζητώ, μια ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα θα φτιάξουν μεταξύ μας. Ελπίζω να μην είναι πια πολύ αργά…»
     «Είναι και δεν είναι», τη διέκοψα. «Υπέφερα πολλά μάνα, πιο πολλά απ’ αυτά που ξέρεις. Κι όμως, κάθε μέρα που περνά με πείθει όλο και πιο πολύ ότι χωρίς αυτές τις πληγές δε θα γινόμουνα αυτή που είμαι σήμερα. Τον σκότωσα κι απέκτησα ζωή, έφυγα απ’ εδώ κι απέκτησα σπίτι, κι ας μην έχω στ’ αλήθεια που να μείνω. Σπίτι μου έγιναν οι φίλοι μου, ζωή μου κάποιος που βασάνισα πολύ με τους φόβους μου και που με δέχτηκε γι’ αυτό που είμαι. Το ξέρω ότι πάντα θα κουβαλώ μαζί μου το βάρος της αμαρτίας μου, αυτού που έκανα αλλά, για να σου πω την αλήθεια, ενοχές δε νιώθω, ποτέ δεν ένιωσα. Μόνο πού και πού λυπόμουνα για σένα που σε άφησα μόνη…».
     «Δε μου αξίζει η λύπη σου, τίποτα δεν μου αξίζει. Όπως δεν αξίζει και στις άλλες. Ξέρεις ποιες εννοώ; Βγήκαν τόσα πολλά στη φορά αυτές τις μέρες, που μόνο και μόνο που τα σκέφτομαι ανατριχιάζω. Τόσα θύματα. Ο πατέρας σου δεν ήταν μόνος στη διαστροφή του. Βιαστές, παιδεραστές, κακοποιοί μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Η αγία κυπριακή οικογένεια…»
     «Χα. Τώρα σαν τον Γιάννη ακούγεσαι – ο Γιάννης είναι ένας απ’ τους φίλους μου. Αυτός λέει ότι τόσα χρόνια κρύβαμε τα πράγματα κάτω από το χαλί, κι επειδή δεν τα έβλεπε κανείς κάναμε πως δεν υπάρχουν. Αλλά κάποιοι άρχισαν να σηκώνουν τα χαλιά, να κοιτάνε από κάτω και να βρίσκουν τις κρυμμένες αλήθειες και να τις βγάζουν στο φως. Η φίλη μου, αυτή που πέθανε, μέχρι και στο δικαστήριο οδήγησε τον πατέρα της. Κι εκεί τον αθώωσαν, επειδή μαρτύρησε υπέρ του η μάνα της. Ωστόσο, συνέχισε να τον βασανίζει, να παίρνει την εκδίκησή της ως την τελευταία στιγμή. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό, αλλά θαυμάζω το κουράγιο της. Στο τέλος όμως…». Ένιωσα τους λυγμούς να ανεβαίνουν στο λαιμό, η μορφή της πήρε σχήμα μέσα μου υγρή και αλμυρή και ξεχείλισε από τα μάτια. Η μάνα μου σηκώθηκε αθόρυβα απ’ την καρέκλα της, ήρθε και γονάτισε μπροστά μου και μ’ αγκάλιασε. Την αγκάλιασα κι εγώ. Ήθελα να νιώσω την ξεχασμένη, απ’ τα παιδικά χρόνια, ζεστασιά της. Δε μου πήρε και πολύ να συνέλθω. Εξάλλου την είχα κλάψει ήδη πολύ. Χωμένη ακόμη στην αγκαλιά της μάνας μου είπα ό,τι είχα να πω. «Στο τέλος όμως ηττήθηκε. Τη νίκησε ο ίδιος ο εαυτός της. Αυτός που κατασκεύασε για να ξεφύγει απ’ την πίκρα των εφηβικών της χρόνων…»
     «Αυτοκτόνησε;» άκουσα τη φωνή της να με ρωτάει απαλά. Δεν είμαι σίγουρη, αυτό ήθελα να της πω, αλλά κάτι άλλο βγήκε απ’ τα χείλη μου.
     «Αυτοκτονούσε κάθε νύχτα, ανασταινόταν κάθε πρωί. Όπως κι εγώ, μέχρι πρόσφατα…». Ένιωσα το κορμί της να σφίγγεται. Το κράτησα κι εγώ πιο σφικτά. Μάλλον την πλήγωσαν τα λόγια μου, μα δεν το ήθελα. Πρέπει να μάθω επιτέλους να κουμαντάρω τη γλώσσα μου, σκεφτόμουνα, προτού αρχίσει να με βάζει σε άλλους μεγάλους μπελάδες. Ήθελα να απολογηθώ, αλλά τα λόγια δεν έβρισκαν το δρόμο προς τα χείλη. Έτσι παραμείναμε για ώρα πολύ εκεί σιωπηλές, σα μια πονεμένη ανάσα, να πνιγόμαστε στους λυγμούς και τις σκέψεις, να σκεφτόμαστε το χθες και ν’ αναρωτιόμαστε για το αύριο. Κάποτε σηκώθηκε. Σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάτια. Πήγε και κάθισε και πάλι στην καρέκλα της. Η νύχτα ήταν φωτεινή. Στα χωράφια χάραζε μονοπάτια ένα ολόγιομο σχεδόν φεγγάρι.
     «Και τώρα τι θες να κάνεις;» με ρώτησε.
     «Αυτό που κάνω ήδη. Να συνεχίσω τις σπουδές μου, να εξακολουθήσω να ψάχνω το δρόμο μου, να περνώ καλά με τους φίλους μου, να σου μιλώ και να σε ακούω…» Πάλι δάκρυσε, αλλά χωρίς λυγμούς και δράματα.
     «Πού ζεις τώρα;»
     «Στο σπίτι του Γιάννη, σ’ ένα παλιό κτήριο που κάναμε κατάληψη, κάθε τόσο στη φίλη μου τη Νάντια. Δε μένω κάπου σταθερά, αλλά δεν παραπονιέμαι. Και μην ανησυχείς, είμαι απόλυτα ασφαλής».
     «Θα μπορούσα να σου νοικιάσω διαμέρισμα».
     «Δεν είν’ ανάγκη μάνα, μια χαρά είμαι και τώρα. Τι να ξοδεύεσαι…»
     «Μα το δικαιούσαι. Δικά σου είναι τα λεφτά. Η γιαγιά σου τα άφησε όλα σε σένα, αφού δεν έχει άλλη εγγονή, κι ο παππούς σου είναι πολύ γέρος και δε χρειάζεται τόσα λεφτά. Το ξέρω, μου το είπες, ότι δε θα έπαιρνες χρήματα από μένα, αλλά αυτά έτσι κι αλλιώς σου ανήκουν».
     «Τότε…»
     «Τότε;»
     «Αν τα λεφτά είναι αρκετά, θα μπορούσαμε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα στην παλιά πόλη με τη Νάντια. Το είχε βάλει στο μάτι από καιρό και μού είπε ότι θα μπορούσα να ζω μαζί της χωρίς να χρειάζεται να πληρώνω νοίκι, αλλά δε μου άρεσε η ιδέα, αφού τότε θα εξαρτιόμουν απόλυτα από κείνη. Ενώ τώρα… Εξάλλου, ίσως είναι καιρός ν’ αδειάσουμε τη γωνιά και στον Γιάννη, αρκετά μας ανέχτηκε…»

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 15


Τα πήγα καλά στις εξετάσεις, πιο καλά απ’ ό,τι περίμενα. Ίσως να τις φοβόμουνα περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, ίσως να έμαθα πιο πολλά απ’ όσα πίστευα. Το τέλος τους με βρήκε ανακουφισμένη και το τέλος της μέρας που βγήκαν τα αποτελέσματα με βρήκε σε μια ταβέρνα με τον Γιάννη και τη Νάντια. Ναι, ο μονόχνοτος και μοναχικός άντρας αποφάσισε να βγει για μια φορά απ’ το κλουβί του, κι είπε να μας κάνει το τραπέζι για να γιορτάσουμε το τέλος των προσωρινών μας σκοτούρων και την αρχή του καλοκαιριού. Καθόμαστε γύρω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, πάνω σε εξίσου παλιές ψάθινες καρέκλες. Πίνουμε μπύρα, τσιμπάμε απ’ τους μεζέδες, που πηγαίνουν και έρχονται με τα γκαρσόνια, και συζητάμε για τα σχέδιά μας για το άμεσο μέλλον. Η Νάντια κράτησε την υπόσχεσή της. Μέσω των γονιών της εξασφάλισε για λίγες μέρες ένα σπιτάκι στις Πλάτρες. Θα πάμε να μείνουμε οι δυο μας εκεί καθώς ο Γιάννης δεν μπορεί να πάρει άδεια τώρα. Ωστόσο θα έρθει το Σαββατοκύριακο. Ανυπομονούμε κι οι δυο, λέμε, να πάμε εκεί. Ανυπομονώ κι εγώ να σας ξεφορτωθώ, λέει αυτός, αλλά τώρα πια τον μάθαμε και μας έμαθε, το ξέρουμε ότι δεν το εννοεί. Θα του λείψουμε κι ας μην το παραδέχεται.
     Ένα πρωινό Τετάρτης βάζουμε λίγα ρούχα σε μια κοινή βαλίτσα, φτιάχνουμε κι ένα κιβώτιο με προμήθειες και επιβιβαζόμαστε σ’ ένα λεωφορείο. Πλάκα έχει. Οι περισσότεροι επιβάτες είναι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι, κι ο οδηγός αρχαίος σαν την ιστορία. Θα πάρει ώρες η διαδρομή καθώς θα περάσουμε από χωριά και χωριουδάκια, συνταξιδεύοντας με κιβώτια, ανθρώπους, δέματα και το ταχυδρομείο. Όταν επιτέλους φτάνουμε στον προορισμό μας είναι πολύ αργά το απόγευμα, αλλά δεν είμαστε καθόλου κουρασμένες. Εξάλλου καλά περάσαμε στη διαδρομή. Γνωρίσαμε κόσμο, απαντήσαμε σε ερωτήσεις, γελάσαμε, και ναι, τραγουδήσαμε. Η Νάντια άρχισε να λέει ένα παλιό παιδικό τραγούδι και την ακολούθησα, έτσι για την πλάκα, και σύντομα έγινε ο χαμός. Κανείς δεν μας είπε τίποτα κακό, κανένας δεν παραπονέθηκε στον οδηγό, απλά απόλαυσαν την παράσταση, όπως κι εμείς.
     Το σπιτάκι ήταν υπέροχο. Μικρό, αλλά καινούριο και σε εξαιρετική κατάσταση. Ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα και κατελάμβανε δύο στενούς ορόφους, ενώ είχε και μια μικρή βεράντα, που ήταν όλα τα λεφτά. Το ερωτευτήκαμε από την πρώτη στιγμή. Βάλαμε τα πράγματα στο ψυγείο, πετάξαμε τα ρούχα μας στη ντουλάπα, κάναμε ένα ντους και βγήκαμε για μια βόλτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη για να μαζέψει κόσμο πολύ εκεί -η τουριστική σεζόν δεν είχε καν αρχίσει- έτσι μοναχά αραιά και πού βλέπαμε να περνάει ένα αυτοκίνητο, ή κάποιον να περπατάει στο δρόμο. Δεν πήγαμε και πολύ μακριά, αφού η νύχτα έμοιαζε σιγά-σιγά να πλησιάζει. Φτάσαμε ωστόσο σ’ ένα ξέφωτο και καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι ν’ απολαύσουμε τη θέα. Ένα δάσος από δέντρα από κάτω και γύρω μας, ένα άγνωστο χωριό στο βάθος του ορίζοντα κι ένα καταπράσινο βουνό αντίκρυ. Σκέτη μαγεία. Δε μιλούσαμε. Καθόμασταν μοναχά εκεί οι δυο μας αγκαλιασμένες κι αφήναμε τα βλέμματά μας λεύτερα να ρουφήξουν εικόνες, τα πνευμόνια μας να χορτάσουν αέρα καθαρό, τη φύση να μας κλείσει τρυφερά στα προαιώνια σπλάχνα της. Είμαι ευτυχισμένη, ψιθύρισε κάποια στιγμή η Νάντια, και ήταν σα να με ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. Άνοιξα τα μάτια στον πραγματικό κόσμο, την κοίταξα. Τα δικά της μάτια υγρά, αλλά φωτισμένα, σα να αντανακλούσαν το ηλιοβασίλεμα που μας έκρυβε η ίδια η φύση. Έσκυψα και τη φίλησα στα μάτια. Έσβησα τα δάκρυά της. Κι εκείνη, σήκωσε το κεφάλι και φίλησε εμένα, στα χείλη. Ξαφνιάστηκα, αλλά δεν αντέδρασα. Δεν την έσπρωξα. Δεν τη ρώτησα τι κάνει. Ούτε καν αναρωτήθηκα. Απλά της ανταπόδωσα το φιλί, με την ίδια θέρμη, και συνέχισα να το κάνω. Εκείνη τη στιγμή όλοι μου οι φόβοι χάθηκαν, τα λάθη έγιναν σωστά. Ίσως αυτό να χρειαζόμουνα τελικά, ακριβώς αυτό. Τώρα, καθώς το σκέφτομαι στη σιγαλιά της νύχτας, σιωπηλά γελάω. Τι τρέλα! Κι όμως μου άρεσε. Όσο κράτησε μου άρεσε. Λες και σήκωσε ένα βάρος απ’ την ψυχή μου εκείνο το φιλί, σα να έσβησε μεμιάς το χθες μου. Δε μιλήσαμε γι’ αυτό μετά, δεν το συζητήσαμε. Σα να ήταν μια ακόμη στιγμή όπως όλες τις άλλες που είχαμε ζήσει, την αφήσαμε να περάσει στο άλμπουμ με τις αναμνήσεις μας. Ήθελα να υπάρξει συνέχεια; Ίσως και να το ήθελα. Όπως τη βλέπω να κοιμάται τώρα στο διπλανό μονό κρεβάτι σκέφτομαι πως ναι, θα το ήθελα. Αλλά, μετά τι; Αν προχωρούσαμε πού θα πηγαίναμε; Κι αν τα πράγματα στράβωναν, τότε τι; Θα συνεχίζαμε να είμαστε φίλες; Πολύ το αμφιβάλλω. Καλύτερα λοιπόν. Καλύτερα που μείναμε στο φιλί και τη φιλία, αν και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτό το γεγονός θα αποδειχτεί ένα από τα πιο σημαντικά στη ζωή μου.

Σαν ένα όνειρο πέρασαν οι επόμενες δυο μέρες, σα μια ευχάριστη συνεχής έκπληξη οι νύχτες. Κοιμόμασταν αργά, ξυπνούσαμε νωρίς, περπατούσαμε με τις ώρες στα μονοπάτια της φύσης, βγάζαμε φωτογραφίες, κάναμε μπάνιο στα παγωμένα νερά των καταρρακτών των Καληδονίων και του Μοιλλομέρη, ετοιμάζαμε αυτοσχέδιους μεζέδες στη σχάρα, πίναμε καλό χωριάτικο παγωμένο κρασί που αγοράσαμε από ένα -τον μοναδικό εναπομείναντα ίσως- πλανόδιο έμπορα, δροσιζόμασταν με τη γεύση του καρπουζιού και το κρύο ακόμη αεράκι της νύχτας. Ναι, ένας παράδεισος είναι η Κύπρος, ένας παράδεισος που επιμένουμε πεισματικά να καταστρέφουμε, ένα νησί ονειρικό, που σιγά-σιγά, με τις πυρκαγιές και την ανάπτυξη αρχίσαμε να μετατρέπουμε σε κρανίου τόπου.
     Το Σάββατο δεν άργησε να ’ρθει και μαζί του ο Γιάννης. Και μαζί του η Αντωνία. Την ξέραμε μόνο σαν πρόσωπο. Τη βλέπαμε πολλές φορές στο Καφενείο να κάθεται μόνη της και να διαβάζει κάτι, ή να κρύβεται ανάμεσα στο πλήθος ανώνυμων μεγάλων συντροφιών. Τη γνώρισε τις προάλλες μας είπε ο Γιάννης. Κάθονταν κι οι δυο εκεί μόνοι, μέσα στη βράση του μεσημεριού, και χάρη στο πέρασμα μιας πρωτότυπης ζητιάνου άρχισαν να μιλούν. Και συνέχισαν, για πολύ. Και συναντήθηκαν ξανά την επόμενη μέρα. Και να τους τώρα εδώ. Μας τη σύστησε, την περιεργαστήκαμε. Μετρήσαμε η μια την άλλη. Θα ’ταν γύρω στα τριάντα πέντε, μεγαλύτερη δηλαδή από κείνον. Φορούσε μια πλατιά φούστα που έφερνε κάτι από τις κουρτίνες της μάνας μου και μια πουκαμίσα που έκρυβε το κορμί της, που ωστόσο δεν ήταν χοντρό, κανονικό ήταν. Είχα μακριά ολόισια καστανά μαλλιά και επίσης μακριά λεπτά δάχτυλα. Ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα πάνω της, τα δάχτυλα. Μουσικός θα ’ναι, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Πιανίστρια. Τα μάτια της έσταζαν και στάζουν ακόμη μυστήριο. Δεν μπορώ να τα διαβάσω. Ούτε ποιο είναι το χρώμα τους μπορώ να πω με σιγουριά. Σίγουρα είναι σκουρόχρωμο, αλλά μέχρι εκεί. Σα φιγούρα από κόμικς μοιάζει. Στην αρχή νιώσαμε αμήχανα, αλλά σιγά-σιγά η γλώσσα άρχισε να λύνεται, και ο χρόνος και τα γεγονότα να κυλάνε ατάραχα. Δεν έγινε εκείνο που φοβόμασταν. Δεν άρχισε να μας μιλά σαν κάποια μεγαλύτερη και σπουδαιότερη από μας, και δεν έμοιαζε να προσπαθεί να το κάνει. Σα να διέθετε μια φυσική καλοσύνη, σαν έκτη αίσθηση, που τη βοηθούσε να προσαρμόζεται στις περιστάσεις. Ύστερα από λίγη ώρα νιώθαμε ότι ήταν από πάντα εκεί. Και σύντομα πήραμε τους δρόμους. Ήτανε ακόμη δέκα και κάτι το πρωί, έτσι είχαμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας. Βάλαμε πλώρη για τον Άγιο Νικόλαο, κι από κει χαράξαμε πορεία για το αρχαίο γεφύρι του Τσιελεφού, το μεγαλύτερο ίσως και ομορφότερο της περιοχής. Παρά το ότι είναι Ιούνιος τρέχει ακόμη πολύ νερό στο ποτάμι, καθώς οι φετινές βροχές του χάρισαν μια νέα ζωή, που θύμιζε την παλιά καλή του. Περπατήσαμε λίγο στις όχθες, καθίσαμε, μιλήσαμε, βγάλαμε φωτογραφίες εμάς, τα δέντρα, τα νερά, το γεφύρι και τα βατράχια και φύγαμε. Ακολουθήσαμε το χωματόδρομο που οδηγεί στο χωριό Μηλικούρι. Ο Γιάννης οδηγούσε ασυνήθιστα αργά. Συνήθως δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει τις ικανότητές του σαν οδηγός της Φόρμουλα (καν) Ένα, αλλά σήμερα σκεφτόταν αλλιώς. Όμορφη διαδρομή, μέσα στο δάσος, στου ποταμού το πλάι, αλλά πολύ κουραστική. Όταν φτάσαμε στο Μηλικούρι σταματήσαμε έξω απ’ την εκκλησούλα (του Αγίου Γεωργίου νομίζω) για να ξεμουδιάσουμε τα πόδια μας και να βγάλουμε φωτογραφίες. Η ώρα περνούσε, η πείνα μεγάλωνε, κινήσαμε για τον Πρόδρομο. Φτάσαμε εκεί νωρίς το απόγευμα και καθίσαμε για φαγητό σ’ ένα από τα κέντρα στην πλατεία. Αν μας έβλεπε κανείς θα σκέφτονταν: όλοι οι τρελοί εδώ μαζεύτηκαν σήμερα! Τόσο πολύχρωμοι, χαρούμενοι, κουρασμένοι και φωνακλάδες ήμασταν. Ο μάστορας ήρθε μέσα στην καλή χαρά να μας πάρει παραγγελία. Τέσσερα διαφορετικά πιάτα ζητήσαμε, ένα για τον καθένα, μαζί με μια κοινή μεγάλη σαλάτα. Ήθελε να μας πασάρει τους μεζέδες, τα φαγητά της ημέρας, και άλλα πολλά τραγικά, μα δεν του πέρασε. Δίπλα μας καθόταν ένας ωραίος τύπος. Αγρότης παλιάς κοπής, αλλά όχι μεγάλος, στην ηλικία της Αντωνίας μάλλον. Ίσως γι’ αυτό κάθε τόσο της έκλεινε το μάτι και μας έστελνε μπύρες γελώντας δυνατά και φωνάζοντας στο μάστορα να βιαστεί λίγο με το φαγητό, προτού ξεμείνει από χρήμα. Ο Γιάννης τον προσκάλεσε στο τραπέζι μας, αλλά αρνήθηκε να έρθει. Περίμενε την κυρά του είπε και δεν έκανε να τον δει στο τραπέζι μ’ έναν ασκημομούρη και τρεις ομορφονιές. Και όντως σε λίγο ήρθε. Ωραία γυναίκα, ξένη. Ρωσίδα, ουκρανέζα, δεν ξέρω. Μια από εκείνες τις γυναίκες που εγκαταλείπουν τις χώρες τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η συμπεριφορά του με που την είδε άλλαξε, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του απάλυναν, η φωνή του έχασε τα ντεσιμπέλ της. Ήταν φανερό πόσο την αγαπούσε. Κι αν με παρατηρούσε κανείς εκείνη την ώρα θα έβλεπε ότι ήταν φανερό πόσο τη ζήλευα. Θέλω κι εγώ κάποιον να με αγαπάει έτσι, σκεφτόμουνα. Η Νάντια είδε τα μάτια που άρχισαν να υγραίνονται, μου έπιασε το χέρι κάτω από το τραπέζι και το έσφιξε, προτού οι σκέψεις γίνουν δάκρυα και κυλήσουν στα μάγουλά μου. Γύρισα προς το μέρος της και χαμογέλασα μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή με τα ψυχολογικά μου. Μετά το φαγητό ευχαριστήσαμε το μάστορα και τον ερωτευμένο άντρα και κινήσαμε για το δήθεν στοιχειωμένο ξενοδοχείο Βερεγγάρια, μια βόλτα πέντε μόλις λεπτών από κει που βρισκόμασταν. Ανεβήκαμε στο λόφο, φωτογραφίσαμε το παλιό κτήριο απ’ έξω και τη φύση που απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας και μπήκαμε μέσα. Για ώρα πολλή τριγυρνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο από όροφο σ’ όροφο. Παίζαμε με τις σκιές και τις σιωπές, κρυφοκοιτάζαμε έξω από τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρά του, αναρωτιόμασταν σε ποιους ανήκαν τα φαντάσματα που έλεγαν ότι το στοιχειώνανε. Λίγο προτού πέσει το σκοτάδι πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαμε ζήσει μια μέρα γεμάτη, ανυπομονούσαμε για μια νύχτα μαγική, ή έστω ωραία. Με ιστορίες τελικά θα την ξοδεύαμε. Με ιστορίες που θα έλεγαν ο Γιάννης κι η Αντωνία, εκείνη από τη δική της ζωή, κι εκείνος από τη δική του κι από άλλες. Εμείς μονάχα ακούγαμε και ρωτούσαμε, κι ανάλογα με το που μας έπαιρνε η αφήγηση, ταξιδεύαμε, σε όλ’ αυτά που μαθαίναμε, στα πολλά που δεν ξέραμε. Ναι, τελικά, με τον τρόπο της αποδείχτηκε μαγική η νύχτα.
     Την Κυριακή την περάσαμε τριγυρνώντας από χωριό σε χωριό στους πρόποδες του Τροόδους, ανακαλύπτοντας, μαθαίνοντας, φωτογραφίζοντας. Προτού πέσει η νύχτα ο Γιάννης και η Αντωνία είχαν φύγει. Εμείς θα παραμέναμε εκεί για τρεις ακόμη μέρες, που πέρασαν γρήγορα, σαν όλα και σαν τίποτα.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 10


Το καλοκαίρι με βρήκε έτοιμη και απροετοίμαστη. Έτοιμη για να κάνω τα πρώτα μεγάλα ανεξάρτητά μου βήματα στη ζωή, απροετοίμαστη για να το πράξω. Ευτυχώς με έσωσε ο Γιάννης, με μια απλή χειρονομία, μου εξασφάλισε προσωρινή εργασία εκεί που δούλευε. Δεν ήταν κι άσχημα. Ήταν ένα μεγάλο γραφείο, που λίγο θύμιζε πολυεθνική εταιρεία. Εκείνος ήταν κάτι σαν το παιδί για όλες τις δουλειές, ενώ εμένα μου ανέθεσαν να οργανώσω το αρχείο, να απαντώ τα τηλέφωνα, να οδηγώ τους επισκέπτες στον προορισμό τους. Ήμουνα κάτι σα γραμματέας, αλλά όχι ακριβώς. Δούλευα μονάχα τα πρωινά, αλλά λόγω του ότι είχα ελάχιστα έξοδα, ενώ πήγαινα για λίγες ώρες τη βδομάδα και στην άλλη δουλειά, τα λεφτά που έβγαζα ήταν αρκετά.
     Σαν ένα σχολείο ήταν για μένα εκείνη η δουλειά, ένα σχολείο της ζωής. Με έμαθε να διαβάζω τους ανθρώπους, να επικοινωνώ μαζί τους, να χαμογελώ ψεύτικα πλην ευγενικά, μου άνοιξε τα μάτια στον κόσμο των ενήλικων. Μια-δυο φορές, ακριβώς όπως με είχε προειδοποιήσει ο Γιάννης, κάποιοι μου την έπεσαν, αλλά δε δυσκολεύτηκα να τους κόψω τη φόρα. Απλά φόρεσα το παλιό μου οργισμένο προσωπείο και μεμιάς χάθηκαν. Λες κι άνοιξε η γραφειούχα γη και τους κατάπιε.
     Σαν ένα ζων φάντασμα πέρασα από εκεί, μια παρατηρήτρια. Άνοιγα τα μάτια κι έβλεπα τις λυκοφιλίες, άνοιγα τ’ αυτιά και άκουγα όλα όσα έλεγε ο ένας για τον άλλο πίσω απ’ την πλάτη του. Φίλε μου. Αγάπη μου. Καλή μου. Τα γλυκόλογα έδιναν κι έπαιρναν δημόσια, η χολή έσταζε ακράτητη στις μικρές ιδιωτικές στιγμές. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν έμοιαζαν να με βλέπουν, ήμουνα απλά μια παραφωνία που σύντομα θα τέλειωνε, ένα παράσιτο που θα απομακρυνόταν, δεν είχαν χρόνο για μένα. Κάποια δροσερή και υγρή νύχτα, καθώς καθόμασταν με τον Γιάννη και πίναμε μπύρα στην αυλούλα του, τού είπα τι παρατήρησα, κι αυτός αντέδρασε με μια λακωνική δήλωση:
     «Καλωσόρισες στον κόσμο μου», είπε.
     «Μα πώς αντέχεις εκεί μέσα;»
     «Αργά ή γρήγορα αντιλήφθηκα ότι κάπου έπρεπε να συμβιβαστώ. Κουράστηκα ν’ αλλάζω συνεχώς δουλειά, να κοιμάμαι εργάτης και να ξυπνώ άνεργος. Από τότε που το πήρα απόφαση ηρέμησα, τώρα βρίσκω χρόνο για όλα. Και για τη δουλειά, και για τον εαυτό μου. Μακάρι τα πράγματα να ήταν αλλιώς, αλλά δεν είναι».
     «Κι εγώ έτσι βλέπω τη δουλειά, σαν ένα συμβιβασμό, αλλά και σαν ανεξαρτησία. Δε θα ήθελα με τίποτα να ζητήσω τη βοήθεια της μάνας μου. Και δε θα τη δεχόμουνα ακόμη κι αν ερχότανε η ίδια προσωπικά να μου την προσφέρει. Δεν μπορώ να τη συγχωρέσω γι’ αυτό που έκανε, ή μάλλον που δεν έκανε…»
     «Οι γυναίκες που αγαπούν πολύ… Σαν ασθένεια είναι», είπε αινιγματικά και χαμογέλασε. «Το πιστεύεις ότι η μοναδική γυναίκα που άντεξε μαζί μου για πολύ ήταν εκείνη που πιο πολύ βασάνισα, με τις απόψεις και τα πείσματά μου, με τις γκρίνιες και τον εγωισμό μου. Φυσικά έχω αλλάξει, αν τη γνώριζα σήμερα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αλλά…» Πάντα εκείνο το αλλά. Το ίδιο και αλλιώτικο. Των ενοχών και των παραδοχών, της μνήμης και της θλίψης.
     «Από τα λάθη μας μαθαίνουμε, όπως μού λες ξανά και ξανά. Ίσως να ήταν ανάγκη να γίνει αυτό».
     «Σκέφτεσαι πολύ για την ηλικία σου κι αυτό είναι κακό. Και, εδώ που τα λέμε, γιατί κάθεσαι τώρα και σπαταλάς το χρόνο σου μαζί μου; Θα έπρεπε να είσαι με τους άλλους, να μιλάς και να γελάς, να αλητεύεις φρόνιμα από δω κι από κει…»
     «Τους βαριέμαι. Όλο τα ίδια και τα ίδια λένε. Κάθε νύχτα οργανώνουν μια επανάσταση, την οποία ξεχνάνε ως το άλλο πρωί. Δεν έχω όρεξη να δω και τη Νάντια απόψε. Μου σπάει τα νεύρα μ’ αυτή την επιμονή της να βλέπει τον Βαγγέλη, και μετά να κάθεται και να κλαίει».
     «Αυτό που έλεγα πριν: οι γυναίκες που αγαπάνε πολύ. Ίσως και να τον αγαπά από συνήθεια. Μπορεί, αν κάποτε της ανταποδώσει την αγάπη, απλά να τον παρατήσει. Είστε μυστήρια πλάσματα εσείς οι γυναίκες. Όχι πώς εμείς πάμε πίσω, αλλά δεν τυραννάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας. Όλο αναζητάτε την ασφάλεια, αλλά δεν μπορείτε να ζήσετε χωρίς την ανασφάλεια. Καλό, ε;» Χαμογέλασε ειρωνικά, ως συνήθως, και τού έριξα μια αδύναμη καρπαζιά στο κεφάλι, όχι ως συνήθως.
     «Δεν ξέρω τι να σου πω. Εγώ ακόμη μαθαίνω τον εαυτό μου. Βιολογικά έγινα γυναίκα πολύ νωρίς, ψυχολογικά είμαι ακόμη παιδί. Έχασα πολλά χρόνια».
     «Κι αυτοί που δεν τα χάσανε τι κατάλαβαν; Είναι σε καλύτερη μοίρα από σένα; Και βέβαια όχι. Κανείς δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να γίνονται αρεστοί. Και είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα ώστε να το καταφέρουν αυτό. Δεν έχουν αρχές, μόνο τέλη έχουν… κυκλοφορίας!» Αυτή τη φορά δεν άντεξα και γέλασα. Όχι νευρικά, αλλά για πολύ. Το είχα ανάγκη.
     «Εσύ και τα λογοπαίγνιά σου», του είπα τρυφερά όταν κατάφερα ν’ ανακτήσω και πάλι τις ανάσες μου. «Αλλά, δίκιο έχεις. Όλα ένα ψέμα είναι, όλοι φοράνε προσωπεία. Ίσως γι’ αυτό και υποφέρει τόσο πολύ η Νάντια. Αυτή ό,τι νιώθει το λέει, δεν κρατάει τίποτα για τον εαυτό της. Είναι τόσο ειλικρινής που τους τρομάζει. Εμένα, όπως σου είπα δε με τρομάζει, απλά με εκνευρίζει. Θυμάσαι; Θυμάσαι που λίγο έλειψε να μας χαλάσει ακόμη κι εκείνη την εκδρομή στον Πωμό με τη λύπη της. Θυμάσαι που έκλαιγε επειδή ο Βαγγέλης δεν ήταν εκεί, ενώ εκείνος γινόταν λιώμα με τους φίλους του κάπου αλλού; Ευτυχώς που ήσουνα κι εσύ μαζί, αλλιώς πολύ φοβάμαι ότι δε θα άντεχα και θα τη χτυπούσα…»
     «Δε θα το έκανες. Την αγαπάς πάρα πολύ για να το κάνεις. Κι ας παραπονιέσαι γι’ αυτή. Όπως είπες, είναι απλά ο εαυτός της -ένας τρελός, είν’ η αλήθεια, και παράλογος εαυτός- και πρέπει να την αποδεχτείς γι’ αυτό που είναι. Όπως αποδέχεσαι και μένα…»
     «Κι εσύ εμένα…»
     «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα…»
     «Κι εγώ δεν έχω για νοίκι…» Αλήθεια ήταν. Αρχίσαμε να γελάμε κι οι δυο, ταράζοντας τη σιωπή της νύχτας, προκαλώντας την περιέργεια των γατιών που μας παρατηρούσαν από ψηλά και σίγουρα σκέφτονταν ότι: Όντως τρελοί είναι τελικά όλοι οι άνθρωποι.

Και να που ξαφνικά ερωτεύτηκα – αν είναι έρωτας δηλαδή αυτό που νιώθω. Όχι τόσο ξαφνικά, όσο αναπάντεχα, και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Τον Αλέξη ερωτεύτηκα. Κι αυτό το κατάλαβα μονάχα όταν είδα τη Μαρίνα να τον φλερτάρει. Ζήλεψα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα αυτό το ξένο και παράξενο συναίσθημα. Άρχισε σαν ένας κόμπος στο λαιμό, συνέχισε σαν ένα παγωμένο φύσημα στην καρδιά, μέχρι που έκανε κατάληψη στο μυαλό και την ψυχή μου. Είναι δυνατόν; αναρωτιόμουνα. Είναι δυνατόν να είμαι ερωτευμένη; Έτσι είν’ ο έρωτας; Γεμάτος πόνο και απόγνωση; Και τώρα τι κάνω; Πώς να μιλήσω, σε ποιον να μιλήσω και τι να πω, αφού σ’ εκείνον δεν μπορώ; Σε κανέναν, ούτε ακόμη και στον Γιάννη. Θα γελούσε, κι ας μη με περιγελούσε. Θα θυμόταν που ορκίστηκα ότι δε θα ερωτευτώ ποτέ ξανά, η ηλίθια. Χα. Πώς την πάτησα έτσι; Η Μαρίνα δε θα τον αφήσει να της ξεφύγει. Σα φρέσκο κρέας είναι στα μάτια της. Σαν ένα ακόμη κορμί που πρέπει να εξερευνήσει. Αλλά αυτός δεν είναι σαν και τους άλλους, αυτός είναι ευαίσθητος, θα τον πληγώσει. Μα πώς να του το πω αυτό; Πώς να τον προστατέψω δίχως να προδοθώ;
     Τώρα όταν δεν είναι μαζί μου ή την παρέα, όλο μαζί της τον βλέπω. Δεν ξέρω αν συνέβηκε κάτι ακόμη, αλλά και να μην έγινε είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα συμβεί. Δεν έχει υπομονή εκείνη. Όλα τα θέλει εδώ και τώρα. Κάπου-κάπου συλλαμβάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να τη μισήσει, αλλά μάταια. Ήταν ένα από τα λίγα άτομα που, έστω με το δικό τους ιδιόρρυθμο τρόπο, μου στάθηκαν πολύ και δεν μπορώ να νιώσω παρά αγάπη και οργή γι’ αυτήν. Αγάπη για όσα μου έδωσε, οργή που δεν της μοιάζω. Στο κάτω-κάτω της γραφής τι φταίει αυτή που εγώ δεν ξέρω πώς να εκφράσω τα συναισθήματά μου, που δεν έχω ιδέα πώς να φλερτάρω; Αν άνοιγα το στόμα μου σίγουρα θα πέταγα καμιά κουταμάρα, ή θα έλεγα μεμιάς ό,τι θα ήθελα να πω και μετά θα το έβαζα στα πόδια. Φαντάζομαι τη σκηνή. Εκείνον να κάθεται στην Καφετέρια του Πανεπιστημίου κι εγώ να τον πλησιάζω οργισμένη και βιαστική και να τον ρωτώ: Θες να είμαστε μαζί; Ναι ή όχι; Και μετά να σηκώνομαι και να φεύγω. Ναι, κάτι τέτοιο θα έκανα στα σίγουρα, αφού είμαι ντροπαλή. Ακόμη κι όταν τον αγγίζω κατά λάθος, αποτραβιέμαι αμήχανα, ακόμη κι όταν τον αγκαλιάζω φοβάμαι ότι δεν ανήκω εκεί, κι ας το ξέρω ότι εκεί ακριβώς ανήκω.
     Θα ήταν ίσως καλό να μιλήσω στη Μαρίνα. Αν δεν έγινε κάτι… Αν δεν έγινε κάτι, τότε κάτι θα μπορούσε να γίνει. Θα με καταλάβει αυτή. Και δε θα θυμώσει. Το πολύ, αν τον θέλει όντως σαν το νέο παιχνίδι της, να μου πει ότι δεν έχω ελπίδα. Μα φοβάμαι, έστω κι αυτή τη μικρή λεκτική καταδίκη. Τι να κάνω άραγε;
     Τώρα θέλω να βάλω τα γέλια, και τα κλάματα. Να γελάσω με τα χάλια μου, να κλάψω γι’ αυτά. Σαν τη Νάντια κατάντησα. Μάταια ερωτευμένη! Αλλά τουλάχιστον εκείνη μιλά, αδειάζει και ξαναγεμίζει το ντεπόζιτο με τα συναισθήματα, εκείνη ξέρει την καταδίκη της, εγώ απλά την αναζητώ.
     Τι παράξενο! Τι παράξενο να κοιμάσαι με μια μορφή στη σκέψη σου το βράδυ και να ξυπνάς με την ίδια το πρωί. Τι παράξενο που είναι να χαμογελάς μόλις αντικρίζεις κάποιον. Τι παράξενο να νιώθεις μια τέτοια μεγάλη ταραχή, μια τόσο τρομερή ανατριχίλα όταν τον νιώθεις κοντά σου. Είναι σα να κοιμάσαι δαίμονας και να ξυπνάς άγγελος. Σα να κοιτάς γκρίζους ουρανούς και να ζωγραφίζεις γαλανούς και το φεγγάρι.
     Μα δεν το βλέπει; Δεν βλέπει πόσο τον θέλω; Δεν βλέπει πόσο υποφέρω για κείνον; Εκτός… Εκτός κι αν είναι σαν κι εμένα. Που ίσως και να είναι, τώρα που το σκέφτομαι. Ντροπαλός, συνεσταλμένος. Ίσως να περιμένει από μένα να κάνω την πρώτη κίνηση. Πώς όμως; Πώς; Τα βιβλία που διαβάζω, οι ταινίες που βλέπω, οι συζητήσεις μου με τους άλλους δε μου προσφέρουν τις απαντήσεις. Ίσως να έχει δίκιο ο Γιάννης που λέει ότι, ο καθένας έχει τη δικιά του αλήθεια. Έτσι θα είναι. Δεν έχω τις συμβουλές τους ανάγκη, αλλά λίγο θάρρος, μια στάλα τόλμη. Κι αν φάω τα μούτρα μου, αυτή δε θα είναι η πρώτη φορά. Κι αν πληγωθώ, και πάλι τίποτα νέο. Πρέπει να σκοτώσω την αβεβαιότητα που με σκοτώνει.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 5


Καθόμαστε σε μια ερημική τοποθεσία ανάμεσα στην Πόλη της Χρυσοχούς και το Λατσί και κοιτάμε τα κύματα. Ο ήλιος καίει, αλλά δε μας νοιάζει. Το αεράκι ζεστό και τρυφερό φυσάει απ’ το νότο, αλλά ευτυχώς δε φέρνει σκόνη. Ήρεμη σήμερα η θάλασσα, να σαν και τη νωχελική αυτή ώρα του μεσημεριού. Θέλουμε να μπούμε μέσα ν’ απολαύσουμε τη δροσιά των γαλαζοπράσινων νερών της, αλλά δεν το τολμάμε, αφού εδώ είναι βαθιά, και κανείς απ’ τους δυο μας δεν κολυμπάει. Παράξενο δεν είναι;
     «Έρχομαι εδώ για να ηρεμήσω και να σκεφτώ», μου λέει. Δεν του απαντώ αμέσως. Αφού πάντα ήρεμος και σκεφτικός είναι, εκτός όταν σκοτεινιάζει το βλέμμα του. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω τη συμπεριφορά αυτού του άνθρωπου. Δεν είναι όμορφος εξωτερικά, αλλά τα καστανά του μάτια μοιάζουν να μιλάνε – να μου μιλάνε. Το κορμί του, χαλαρό όπως είναι τώρα στην αμμουδιά, λίγο άχαρο μοιάζει. Δεν είναι ούτε κοντός ούτε ψηλός και έχει κοιλίτσα, ενώ τα μαλλιά του έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να αραιώνουν. Όπως μου είπε, αν δε βαριόταν ν’ ασχολείται με τρίχες θα ξύριζε το κεφάλι. Και είναι μοναχικός. Ακόμη πιο πολύ κι από μένα. Σα να μην έχει τίποτα να πει στους ανθρώπους, αν και όταν τους συναντά τις περισσότερες φορές τους φέρεται ζεστά. Μόνο σ’ ένα δε μιλά, στο βιαστή μου, τον οποίο -όπως μου είπε- αν γνώριζε λίγα χρόνια πριν ίσως και να τον σκότωνε. Τον πιστεύω. Είμαι σίγουρη ότι έκανε πολλά. Πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέρω, πιο πολλά απ’ όσα θα παραδεχόταν ποτέ.
     «Μα, πάντα είσαι ήρεμος και σκεφτικός», του λέω με χρονοκαθυστέρηση. Με κοιτάει για μια στιγμή απορημένος και ύστερα χαμογελά.
     «Όπως κι εσύ», απαντά, «σε ό,τι αφορά το δεύτερο κομμάτι. Έχεις τόση οργή μέσα σου». Λες και δεν το ξέρω. «Πρέπει να κάνεις κάτι. Δε συνηθίζω να στα πρήζω, αλλά δεν μπορώ να σε βλέπω πια σ’ αυτή την κατάσταση».
     «Να κάνω τι, Γιάννη; Τι θα μπορούσα να κάνω;»
     «Δεν μπορώ να σου προσφέρω λύσεις, Χαρά, ούτε απαντήσεις. Μόνη σου πρέπει να τις βρεις. Πιστεύω σε σένα. Είσαι δυνατή. Όταν εγκατέλειπες το σπίτι σου πριν ένα χρόνο, πίστευες ότι θα πετύχαινες ό,τι πέτυχες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;»
     Η αλήθεια είναι ότι όχι, δεν το πίστευα. Αλλά, ό,τι πέτυχα το πέτυχα από πείσμα και μόνο. Πείσμα γεννημένο από το μίσος και το θυμό. Μίσος για τον πατέρα μου, θυμό για τη μάνα μου. Σα να ήθελα να αποδείξω στον μακαρίτη και στη ζωντανή-νεκρή ότι δεν τους χρειαζόμουνα, πώς θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα μια χαρά και χωρίς εκείνους. Και τα κατάφερα. Πρώτα βρήκα μια δουλειά μερικής απασχόλησης σ’ ένα μαγαζί με εξωτικά αξεσουάρ και ύστερα πήρα την απόφαση να γίνω η καλύτερη μαθήτρια στην τελευταία τάξη του σχολείου. Και έγινα, σχεδόν. Η δεύτερη ή η τρίτη καλύτερη, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Από το δεκαπέντε που ήταν ο γενικός μου έφτασα στο δεκαεννιά. Και ήμουνα ανάμεσα στους πρώτους επιτυχόντες στις προεισαγωγικές εξετάσεις του πανεπιστημίου Κύπρου. Θα σπούδαζα και θα συνέχιζα να δουλεύω, θα τα έκανα όλα μόνη, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Αλλά πάντα θα κουβαλούσα πίσω μου τα βάρη από το παρελθόν. Είχε δυστυχώς δίκιο. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα ξεφορτωθώ, αλλά πώς; Τώρα πια γνώριζα πολύ καλά ότι η μεγαλύτερη τιμωρία δεν είναι εκείνη που επιβάλλει κανείς, αλλά εκείνη που οι άλλοι φοβούνται. Άσε τους να ζούνε με το φόβο, κι αυτό είναι αρκετό. Όπως άφησα εκείνον, τον δεύτερο.
     «Θα μπορούσες…». Σκέφτεται. Σιωπά. Με κοιτάει στα μάτια, σα να διαβάζει μέσα τους εκείνα που ήδη γνωρίζει. «Θα μπορούσες να καθίσεις και να γράψεις την ιστορία σου», συνεχίζει τελικά, «κι ας μην τη διαβάσει ποτέ κανείς. Φτάνει να…». Να εξορκίσω τους δαίμονές μου; Να φύγει από πάνω μου; Να την ξεφορτωθώ; Εύκολο είναι; Δεν είναι. Κι όμως, κι εγώ το σκέφτηκα. Το προσπάθησα κιόλας μια-δυο φορές, αλλά δε μου έβγαινε, σαν ψεύτικα ήταν τα λόγια μου, ξένες οι σκέψεις, λες και τη ζωή μου την έζησε κάποιος άλλος. Όσο όμως περνάει ο καιρός, τόσο νιώθω κάτι να αλλάζει μέσα μου, να ωριμάζει. Είμαι το ίδιο ευαίσθητη όπως πάντα, αλλά σιγά-σιγά σα ν’ άρχισε να καθαρίζει η ματιά μου, ο κόσμος δε μου φαίνεται πια σα μια αλληλουχία αποχρώσεων του μαύρου. Δεν έγιναν όλα πολύχρωμα, ούτε κατά διάνοια, απλά πού και πού διακρίνω λίγο γκρίζο, μια ιδέα από καφέ.
     «Νομίζεις ότι μπορώ; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη…» Έχω απόλυτη ανάγκη την επιβεβαίωσή του. Το ξέρω ότι τα λόγια δε σημαίνουν τίποτα, αλλά τα χρειάζομαι.
     «Εγώ είμαι. Τα διαβάζω όλ’ αυτά που γράφεις. Όλα! Στους τοίχους του καφενείου, στα τραπέζια, στα παγκάκια στην πλατεία, στα τετράδιά σου. Είναι μικρά-μικρά κομμάτια από την ψυχή σου, μιλάνε γι’ αυτή, αλλά δεν αφήνουν να φανεί ποια είσαι. Είμαι σίγουρος ότι αν το πάρεις απόφαση θα μπορέσεις να γράψεις για όλ’ αυτά που σε σημάδεψαν. Θα πονέσεις, αυτή είναι η αλήθεια, αλλά αμέσως μετά θα νιώσεις να σε τυλίγει στην αγκαλιά της η ανακούφιση. Και στο λέω ξανά: δεν είναι ανάγκη να τα διαβάσει κανείς. Φτάνει να αδειάσεις εσύ…»
     Δίκιο έχει, αλλά δεν του το λέω. Είναι μια απ’ τις πολλές του παραξενιές αυτή. Δε θέλει να συμφωνούν οι άλλοι μαζί του, γι’ αυτό και συνήθως δε μιλά πολύ. Εκτός από σήμερα. Σήμερα όλα είναι αλλιώς. Σωπαίνω λοιπόν. Μετακινώ το κορμί μου λίγο πιο κοντά στο δικό του, χώνομαι στην ιδρωμένη αγκαλιά του. Η ανάσα του μυρίζει βαριά τσιγάρα και καφέ. Δεν υπάρχει τίποτα ερωτικό στο άγγιγμά μας. Ποτέ δεν τον είδα ερωτικά, κι εκείνος -όπως υποστηρίζει- ποτέ δεν ερωτεύεται. Αλλά, δε με χαλάει αυτό. Τι να τον κάνω τώρα τον έρωτα; Τι θα μπορούσε να μου προσφέρει; Ο έρωτας δε σβήνει τη μοναξιά, την κάνει πιο επώδυνη, ενώ η φιλία την απαλύνει, την κρύβει για λίγο πίσω από τις συννεφιές του μέσα σου.
     Ας γράψω λοιπόν την ιστορία μου. Το παίρνω απόφαση. Θα τη γράψω σαν ποίημα, σα μονόλογο ή σα διήγημα. Ο τρόπος δεν έχει σημασία. Φτάνει να πω όσα θέλω να πω. Φτάνει το χαρτί να ακούσει τη φωνή μου, να βραχεί από τις αλμυρές στάλες των ματιών μου.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η στιγμή - Κεφάλαιο 1


Την εν λόγω νουβέλα την έγραψα σε πυρετικούς ρυθμούς πριν από δύο ακριβώς χρόνια και την ανέβασα με ψευδώνυμο και διαφορετικό τίτλο σ' ένα μπλογκ που τώρα πια δεν υπάρχει. Σ' αυτή τη μικρή απάτη είχα συνένοχους: δυο φίλες, που η μία μού δάνεισε το όνομά της και που η άλλη έφτιαξε ένα προφίλ στο Facebook ώστε να "ψαρέψει" αντιδράσεις. Η βοήθειά τους ήταν υπερπολύτιμη, αφού σ' αυτό το κείμενο προσπάθησα για πρώτη φορά να "κατοικήσω" στο μυαλό μιας νέας γυναίκας, μιας έφηβης. Δύο άλλοι φίλοι διάβασαν το τελειωμένο κείμενο και μού είπαν ότι είναι το πιο "αυθεντικό" που έγραψα ποτέ. Τα κατάφερα όμως; Κατάφερα να μπω στο μυαλό αυτής της έφηβης και να μιλήσω για το πώς νιώθει και τι σκέφτεται; Έχω τις αμφιβολίες μου. Οφείλω να αναφέρω ότι δεν ήταν μέσα στα σχέδιά μου να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο κάτω από το όνομά μου. Οι προσωπικές μου καταστάσεις έχουν ωστόσο αλλάξει και ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Έτσι καθημερινά θ' ανεβαίνει εδώ αυτόματα (αν τα καταφέρω) μία ανάρτηση με ένα νέο κεφάλαιο. Αυτή τη φορά όμως δεν θα το διαφημίζω στο Facebook και στο Twitter, οπότε όποιος θέλει να το διαβάσει θα πρέπει να παρακολουθεί το μπλογκ. Εξάλλου αυτή είναι μια ιστορία που λειτουργεί καλύτερα μέσα στη σιωπή. Αν υπάρχουν κάποια σχόλια θα τα απαντώ όποτε μπορώ, αλλά αυτό ίσως να μη συμβαίνει συχνά. Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι στη διάρκεια της συγγραφής έκανα μία προσπάθεια να ξεφύγω απ' το γνωστό μου (σε πολύ λίγους) ύφος. Ελπίζω, αυτό τουλάχιστον, να το έχω καταφέρει. Καλή ανάγνωση.


Η ακόλουθη ιστορία αποτελεί προϊόν φαντασίας. Οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα, που απασχόλησαν και απασχολούν την κυπριακή επικαιρότητα, είναι εντελώς συμπτωματική, εκτός από το ένθετο χρονολόγιο, που θυμίζει ειδησεογραφική καταγραφή.



Βρήκαν το πόδι του να επιπλέει κάπου στα ανοικτά της Πάφου. Και ταράχτηκα. Πολύ. Ξύπνησαν πάλι μέσα μου οι πικρές αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν, εκείνο που προσπαθούσα τόσο να ξεχάσω, αλλά που ήταν πολύ νωρίς για να το κάνω. Θα με βρούνε τώρα, σκεφτόμουνα, και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στάλα-στάλα απ’ τα μάτια μου, να με γεμίζουν τρόμο. Θα με βρούνε, και τότε τι;
     Ήτανε αργά τη νύχτα, καθόμουνα σ’ ένα παγκάκι, κάτω από ένα δέντρο στην Πλατεία Φανερωμένης στη Λευκωσία κι έκλαιγα. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Αραιά και πού κάποιοι άγνωστοι περνούσαν, με κοιτούσαν κι έφευγαν, κανείς δεν κοντοστεκόταν για λίγο, κανείς δεν τολμούσε να μου μιλήσει. Φοβούνται τόσο πολύ το θρήνο οι άνθρωποι, που προτιμούν να κρύβονται πίσω από ψεύτικα χαμόγελα παρά να δείξουν τι πραγματικά νιώθουν. Εγώ δεν είμαι έτσι. Αλλά κι εγώ έχω μυστικά. Φοβερά μυστικά. Τα οποία μέχρι τώρα δε μοιράστηκα με κανένα. Ή σχεδόν.
     Άκουσα βήματα να με πλησιάζουν πατώντας ανάλαφρα στο κιτρινισμένο από τα φώτα της νύχτας πλακόστρωτο. Τα νυχτοπούλια πετούσαν γύρω από τα δέντρα, πάνω απ’ το καμπαναριό της Παναγιάς και κυνηγούσαν τις σκιές τους στο φεγγάρι. Κάποιος κάθισε δίπλα μου. Δε γύρισα. Ήξερα ποιος ήταν. Τον ένιωσα. Εκείνος! Η παραφωνία της παρέας. Η παραφωνία επειδή δεν ανήκε εκεί. Δε μου μίλησε. Δε με άγγιξε. Με άφησε να στεγνώσω από δάκρυα, ν’ αφήσω ένα βαρύ αναστεναγμό και μετά, πολύ μετά, μου είπε: «Πάμε!»
     Σηκώθηκα. Αρχίσαμε να περιπλανιόμαστε αργά και σιωπηλά, ο ένας δίπλα από τον άλλο, στα στενά της παλιάς πόλης. Σχεδόν παντού ερημιά, εκτός από τις γειτονιές των μεταναστών. Εκεί περιπλανιόνταν ακόμη μυρωδιές, έβλεπες άντρες και γυναίκες να κάθονται σε παγκάκια και να μιλάνε χαμηλόφωνα, όπως το απαιτούσε η ώρα. Μού άρεσαν αυτές οι γειτονιές, ειδικά στη διάρκεια της ημέρας. Τότε που τα παιδιά των ξένων πλημμύριζαν τους δρόμους, που έμοιαζαν τόσο ευτυχισμένα μέσα στη φτώχεια τους, τότε που τα κορίτσια της νύχτας κάθονταν στις εξώπορτες, καλώντας τους περαστικούς στο Σπίτι τους, για να περάσουν ωραία. Τότε ένιωθα λες και ζούσα μέσα σε κάποιο παραμύθι, σε κάποια άλλη χώρα, και κάποια άλλη εποχή.
     Η Κύπρος είναι η κατάρα μου, έλεγα πού και πού, κι ας την αγαπούσα τόσο. Και το λέω ακόμη. Διχασμένη χώρα, όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και σαν προσωπικότητα. Όλοι δείχνουν τίμιοι, μα η ατιμία είναι ο κανόνας. Όλοι δηλώνουν πιστοί χριστιανοί, αλλά οι πλείστοι πηγαίνουν στην εκκλησιά μια-δυο φορές το χρόνο. Όλοι ξέρουν ποιο είναι το σωστό, μα λίγοι το πράττουν. Ώρες-ώρες νιώθω ν’ απελπίζομαι, με πιάνει το παράπονο, κλαίω και το ξεπερνάω. Πώς είμαι έτσι; Πώς είναι τα κορίτσια της γενιάς μου; Σα φαντάσματα περιπλανιόμαστε στις γειτονιές των ανθρώπων. Κακέκτυπα. Οι μισοί των γονιών τους, οι υπόλοιποι κάποιων άλλων. Και κλαίμε. Κλαίμε πολύ. Στο σχολείο, στο σπίτι, σ’ ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο. Ο κόσμος μας είναι ξένος. Προσπαθούμε να τον αλλάξουμε, να τον κάνουμε δικό μας, αλλά αυτός έχει το πάνω χέρι. Κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο φορώντας ρούχα πολύχρωμα, κάνοντας ψιλές και επαναστατώντας στα λόγια. Ναι, αυτό ακριβώς κάνουν οι φίλοι μου, αυτό κάνω κι εγώ, επαναστατούμε στα λόγια, πατώντας στα σίγουρα, εξασφαλισμένοι από τα λεφτά του μπαμπά. Τζάμπα μάγκες. Εντάξει, εγώ μπορεί να μην έχω λεφτά, ούτε και μπαμπά, αλλά και πάλι…
     Φτάσαμε στο σπίτι του. Ένα σπίτι παλιό, με τοίχους χαρακωμένους από τη χρόνια υγρασία. Με άφηνε να μένω πού και πού εκεί, αφού δεν είχα πού αλλού να πάω. Δεν είχα σπίτι εννοώ. Εδώ και ένα χρόνο. Κοιμόμουνα στα σπίτια των γνωστών ή σ’ ένα ερείπιο στο οποίο κάναμε κατάληψη, για να κάνουμε τα δικά μας. Τα δικά μας που δε διέφεραν και πολύ από εκείνα των άλλων. Όλα τα κάναμε εκεί. Όλα! Μόνο έρωτα δεν κάναμε. Λες και η ερωτική έλξη πέθανε, λες και κανείς δε θέλει να νιώσει πολύ κοντά του κάποιον άλλο, λες και το σεξ είναι αμαρτία. Συναντιόμαστε, αγκαλιαζόμαστε, φιλιόμαστε, μα δεν κάνουμε έρωτα, αλλά ούτε και τον νιώθουμε. Ίσως επειδή ξέρουμε ότι αυτός πληγώνει. Πάντα πληγώνει. Δεν μπορούμε να ερωτευτούμε, εγώ κι οι φίλοι μου, μόνο να περιπλανιόμαστε και να μιλούμε ξέρουμε. Κι ας προτιμώ τη σιωπή.
     Σιωπή! Έτσι με αποκαλεί αυτός, ο Γιάννης. Καληνύχτα Σιωπή, μου είπε και πήγε στο δωμάτιό του. Πήγα κι εγώ σ’ εκείνο όπου θα ξόδευα τη νύχτα. Ευτυχώς που με βρήκε, σκεφτόμουνα. Δεν ήθελα να συναντήσω κόσμο. Θα μ’ έπρηζαν με τα γιατί τους, κι αυτό δε θα το άντεχα.
     Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Είχε μονάχα ένα στρώμα πεταμένο στο υγρό πάτωμα και μια μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί μέσα μου άρεσε να χώνομαι πού και πού και να ταξιδεύω με τα παραμύθια. Τα παραμύθια δεν τα πίστευα, τα μισούσα, αλλά τα είχα ανάγκη. Στους κόσμους τους ξεχνιόμουνα, κι εκείνο το βράδυ δεν είχα τίποτα περισσότερο ανάγκη από το να ξεχαστώ. Πήρα ένα βιβλίο στα χέρια μου. Το δέντρο που έδινε. Πολύ παιδικό και όμορφα εικονογραφημένο. Μού θύμισε το δέντρο στην πλατεία, το δέντρο μου. Το διάβασα σε λίγα λεπτά. Χαμογέλασα. Και μετά παρέμεινα ξαπλωμένη στο στρώμα να κοιτάω το ταβάνι. Ψηλό ταβάνι, όπως σε όλα τα παλιά σπίτια της πόλης. Κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και έβλεπα την ίδια εικόνα, αυτή που έκοβε από νωρίς το απόγευμα βόλτες στους κόσμους της σκέψης μου, το πόδι του. Λες; αναρωτιόμουνα. Λες να πάνε και πάλι όλα στραβά;
     Όλα στραβά! Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του βιβλίου της ζωής μου. Αν δεν μου πήγαιναν όλα στραβά, δε θα έκανα όσα έκανα, δε θα ήμουνα τόσο λυπημένη, δε θα με αποκαλούσε ο Γιάννης Σιωπή, αλλά Κραυγή, ίσως και Χαμόγελο. Ο Γιάννης, που κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο. Αυτός που ήξερε όλα μου τα μυστικά. Ο μόνος που εμπιστευόμουνα κι εμπιστεύομαι ακόμη. Αυτός που μου είπε ότι, καλά του έκανα του μπάσταρδου και τον σκότωσα. Τον σκότωσα. Εκείνον του οποίου ανακαλύψανε το πόδι σήμερα. Εκείνον που για χρόνια και χρόνια μου έκανε τη ζωή ποδήλατο, που δε μου επέτρεψε ποτέ να μάθω πώς να χαμογελώ, που με έκανε από εφτά χρονών να χάσω την πίστη μου στους ανθρώπους, που θα με έκανε χρόνια μετά να επιβάλω τη δική μου σκληρή δικαιοσύνη. Τον άνθρωπο που μου χάρισε ζωή. Αυτόν που μου την πήρε. Το βιαστή μου. Τον πατέρα μου.
     Με λένε Χαρά, κι αυτή είναι η ιστορία μου.

Συνεχίζεται

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Νέοι σύνδεσμοι για τα δωρεάν eBooks


Οι σύνδεσμοι στο Λούλου όπου διέθετα δωρεάν τα βιβλία μου ψόφησαν, έτσι είπα να σας δώσω τους νέους.

Το Λάθος Πάθος μπορείτε να το βρείτε εδώ.
Η Γαλανή και ο Λεύκιος ακουμπάνε εδώ.
Και, τέλος, το Δυο φωνές και μια σιωπή κόβει βόλτες εδώ και εδώ.

Ίσως πολύ σύντομα να προσφέρω και κάποια άλλα βιβλία δωρεάν στο διαδίκτυο.