Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Μεταχρονολογημένο

Μετά από πεντέμισι μήνες σ’ ένα αεροδρόμιο ξανά λοιπόν. Με προορισμό και πάλι την αγαπημένη μου πόλη, την Τσιανγκ Μάι. Κατά ένα μεγάλο μέρος βασανιστικά παρά ευχάριστα πέρασε όλος αυτός ο καιρός στην Κύπρο. Από τη μια το άγχος και η ευγενής υποκρισία της Δύσης, από την άλλη η νοσταλγία για ένα πολιτισμό αλλιώτικο, γαλήνιο, πιο ανθρώπινο. Οι αναλαμπές με κράτησαν στο νησί μέχρι τώρα. Εκείνες οι όμορφες μικρές αναλαμπές που έσπαγαν λίγο τη μονοτονία, που έκαναν τη ζωή να μοιάζει πολύχρωμη. Μα οι αναλαμπές μού σώθηκαν, το ίδιο κι η υπομονή. Γι’ αυτό και αποφάσισα να πάρω το δρόμο το γνωστό, τον αβέβαιο, τον για μένα όσο κανέναν άλλο σίγουρο. Ίσως ετούτη τη φορά η απόφασή μου για φυγή να στεναχώρησε κάποιους – λυπάμαι, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Τα τελευταία τρία χρόνια ζωή χωρίς δημιουργία για μένα δε νοείται και δεν είμαι διατεθειμένος να απολογηθώ για το είναι μου. Κάθε φορά που πηγαίνω (έρχομαι) στην Τσιανγκ Μάι, προκύπτει κάτι καλό. Το ίδιο είμαι σίγουρος ότι θα συμβεί κι αυτή τη φορά. Και όχι μόνο ένα. Πολλά πράγματα έχω στο μυαλό μου, τα οποία θα χρειαστούν πολύ χρόνο για να πραγματοποιηθούν, τον οποίο είμαι πρόθυμος να διαθέσω. Όπως λένε, μια ζωή την έχουμε. Αν δεν τη ζήσουμε όπως θέλουμε, αν δεν την εκμεταλλευτούμε όπως μπορούμε, όταν το μπορούμε, τότε δε θα έχει καμία απολύτως αξία. Όπως καμία αξία δεν είχαν αυτές οι τελευταίες βδομάδες, οι στεγνές, οι λειψές από χαρά και έμπνευση εδώ (εκεί) στην Κύπρο. Στη διάρκειά τους ήταν που οι μέσα μου σιωπές άρχισαν να γίνονται κραυγές και να με πνίγουν. Έτσι, λίγο πριν την έκρηξη, αποφάσισα να φύγω. Για να πάω (έρθω) εκεί (εδώ) όπου οι κραυγές μεταμορφώνονται σε χαμόγελα και γαλήνια περισυλλογή.

Αεροδρόμιο Λάρνακας. Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Παρουσιάζοντας στην Κύπρο τον Όμηρο Αβραμίδη




Το πρώτο βιβλίο του Όμηρου Αβραμίδη που διάβασα ήταν το τρίτο και το στερνό το δεύτερο. Ανάμεσα στο «Με τα μάτια της ψυχής» και το «Ο δρόμος του φεγγαριού» είχα την ευκαιρία να βυθιστώ αρκετές ακόμη φορές στα ταξίδια στην αγάπη που τόσο γενναιόδωρα μας χαρίζει ο συγγραφέας. Ναι, ταξίδια στην αγάπη, αυτό ακριβώς είναι οι ιστορίες του. Στην παρατημένη αγάπη, στην αγάπη που γεννιέται και ξεψυχά, στην αγάπη που θριαμβεύει, κι ας συχνά-πυκνά χάνει το αντικείμενό της. Στην αγάπη και στο θάνατο.
Ο θάνατος και η αγάπη μοιάζουν να πηγαίνουν χέρι-χέρι στα βιβλία του Όμηρου. Οι ήρωές του ζουν με πάθος, αγαπούν απελπισμένα και κάποιοι απ’ αυτούς πεθαίνουν πριν να δουν τον έρωτά τους να φτάνει στο αποκορύφωμά του. Όχι, η ζωή δεν είναι ένα κουτί με σοκολατάκια, όπως επιμένει ο κύριος Φόρεστ Γκαμπ. Η ζωή είναι αγώνας κι αγωνία, άνοδος και πτώση, κακία και καλοσύνη. Η ζωή είναι ο άνθρωπος με τα θετικά και τα αρνητικά του, με τους πόθους και τα πάθη του, με τις μικροπρέπειες και τα κουσούρια του. Ο άνθρωπος, που σε μια ιστορία βλέπουμε να δείχνει της ψυχής του την όμορφη ουσία, απ’ την πρώτη στιγμή ως την τελευταία, και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του μια «Ακριβή κληρονομιά», κι ας αδυνατεί η κοινωνία να του συγχωρέσει το παρελθόν του. Ο άνθρωπος που σε μια ιστορία διαφορετική αγωνίζεται με νύχια και με δόντια ν’ απελευθερώσει την πατρίδα του, που γίνεται θύμα και θύτης στο βωμό μιας «Κίτρινης Σημαίας». Ο άνθρωπος που στέκεται σθεναρά δίπλα στον αγαπημένο ή την αγαπημένη του, για ν’ ακούσουν συντροφιά το «Τραγούδι της βροχής», που περισσότερο με καταιγίδα μοιάζει. Ο άνθρωπος, που πέφτει με τα μούτρα στη δίνη του έρωτα, που αψηφά θεούς και δαίμονες για να ζήσει με της ψυχής του το ομορφότερο μισό, εκείνο που εξωγενείς παράγοντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια, με μίσος και βία να του στερήσουν.
Θύματα θυμίζουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές στο έργο του Όμηρου Αβραμίδη. Θύματα και ήρωες. Μα ήρωες ανθρώπινους. Ήρωες που γνωρίζουν τι πάει να πει πόνος, που τον έζησαν από πρώτο χέρι, που γεύτηκαν χάρη σ’ αυτόν την πίκρα της ζωής. Ήρωες της διπλανής πόρτας. Γι’ αυτό και οι αναγνώστες ταυτίζονται τόσο συχνά μ’ αυτούς. Γι’ αυτό τους αγαπούν. Αυτός/αυτή, θα μπορούσα να είμαι εγώ, σκέφτονται, κι έτσι μπορούν και νιώθουν βαθιά μέσα τους το φανταστικό, μα ωστόσο, βαθιά πραγματικό τους δράμα, και τη δημιουργημένη από τη γραφίδα του συγγραφέα και της ζωής, χαρά.
«Αν θες να σ’ αγαπούν οι άνθρωποι, μάθε να τους αγαπάς» διαβάζουμε σ’ ένα από τα έντεκα απανθίσματα ζωής στο «Η αγάπη είναι το μυστικό.» Κι αυτό ακριβώς είναι το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα: γράφει για την αγάπη – με τρόπο άμεσο, προσπαθώντας να πορευτεί με ηρεμία και ανησυχία στις ψυχές των ανθρώπων, να βρει που θα τον πάνε «Οι δρόμοι της καρδιάς». Αυτοί οι επίφοβοι δρόμοι, με τα κρυφά μονοπάτια και τις κρυμμένες στις στροφές τους οδύνες. Αυτοί που μπορεί να οδηγήσουν στη φυγή, ή και στην αναπότρεπτη επιστροφή. Αυτοί που ίσως σε κάνουν να πετάξεις στα ουράνια, «Με τα φτερά της ελπίδας» ή να σε ρίξουν στο βάραθρο ύστερα από μια «Ανοιξιάτικη μπόρα.»
Η ζωή είναι ένα ταξίδι: όμορφο, οδυνηρό, ονειρικό, εφιαλτικό. Ένα ταξίδι σε τόπους, ψυχές και στου καθενός την άγνωστη ουσία. Κι οι ήρωες των ιστοριών, που είχαμε την τύχη να διαβάσουμε, ταξιδεύουν ακατάπαυστα. Στην Κύπρο, στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Και παντού χαίρονται το ίδιο. Και παντού πονάνε το ίδιο. Και πεθαίνουν παντού. Ναι, ο συγγραφέας, με τρόπο τρυφερά σκληρό, σκοτώνει ξανά και ξανά τους ήρωες, τα δημιουργήματά του. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι δεν έχει σημασία το αν κάποιος ζει και πεθαίνει, μα το πώς έζησε και τι άφησε πίσω του πεθαίνοντας. Κι αυτή, η άκρως αντιεμπορική επιλογή πετυχαίνει. Αυτή χαρίζει στις ιστορίες του το ιδιαίτερο χρώμα τους, αναδεικνύουν την ουσία. Και καταρρίπτει τους μύθους. Και τους καταρρίπτει επειδή τους απορρίπτει. Απορρίπτει την ιδέα της εικονικής ευτυχίας και επικεντρώνει στα πιο σημαντικά, κι ας είναι οδυνηρά. Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο πράγμα στη ζωή, φαίνεται να είναι το μότο του Αβραμίδη, και οι αναγνώστες προφανώς συμφωνούν μ’ αυτό.
Ο θάνατος, που δίνει επιβλητικά το παρόν του και στο νέο μυθιστόρημά του, το «Τρίτο πρόσωπο», στο οποίο παρατηρούμε μια μικρή στροφή στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία. Κι αυτό επειδή, για πρώτη φορά, η αγάπη δεν μοιάζει να έχει το πάνω χέρι στην υπόθεση, ή, ίσως, και να το έχει. Εκείνο που κάνει ετούτο το γραπτό να διαφέρει από τα προηγούμενα είναι ότι ξεχειλίζει από αναπάντητα ερωτήματα, το διατρέχει απ’ άκρη ως άκρη, μια αύρα μυστηρίου. Όχι, μην ανησυχείτε, το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Είναι ωστόσο μια ιστορία γραμμένη κινηματογραφικά, με καταιγιστικούς ρυθμούς, που δεν σε αφήνουν στιγμή να την παρατήσεις, που δεν το κάνει η καρδιά σου να την αφήσεις στη μέση, μέχρι να μάθεις τι πραγματικά έχει συμβεί.
Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε το συγγραφέα, να εγκαταλείψει φαινομενικά την επιτυχημένη του συνταγή, και να προσπαθήσει να πορευτεί σε κάποια δήθεν άγνωστα μονοπάτια; Τίποτα. Γι’ αυτό και το δήθεν που ανέφερα πιο πάνω. Το μυστήριο δεν είναι κάτι καινούριο στα μυθιστορήματα του Αβραμίδη. Το μόνο που αυτή τη φορά είναι έντονο. Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο δυνατό στοιχείο στο «Τρίτο πρόσωπο». Για να το πω απλά: η συνταγή έμεινε η ίδια, ωστόσο το φαγητό έγινε πιο εύγευστο, χάρη στα νέα καρυκεύματα.
Ας πάμε όμως στην ιστορία μας, που παίρνει μπρος δυναμικά, με ένα φονικό. Ένας άντρας, ο Νικηφόρος, συνέρχεται μετά από μια λιποθυμία, για να αντιληφθεί με τρόμο ότι η γυναίκα με την οποία στιγμές πριν έκανε έρωτα είναι νεκρή. Και το χειρότερο; Στα χέρια του κρατά σφικτά το φονικό όπλο. Μέσα στη δίνη του πανικού εγκαταλείπει βιαστικά τη σκηνή και βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι του. Κάθεται εκεί, στα όρια της απελπισίας, και προσπαθεί να τιθασεύει τις σκέψεις του, να τις κουμαντάρει, για να θυμηθεί τι συνέβη, μα δεν τα καταφέρνει. Προτού καν συνέλθει από το σοκ, τίθεται υπό κράτηση για την εν ψυχρώ δολοφονία της Μαρίας Μαρκαντώνη, μιας επιτυχημένης επιχειρηματία. Τα στοιχεία που υπάρχουν εναντίον του είναι συντριπτικά, κι οι πιθανότητες να μπορέσει ν’ αποδείξει την αθωότητά του ισχνές. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα. Κι ο Νικηφόρος, που παρά την όποια ατυχία του, στάθηκε αφάνταστα τυχερός στη ζωή του, έχει γύρω του κάποιους που τον πιστεύουν και τον εμπιστεύονται με κλειστά μάτια, κάποιους που είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν την αθωότητά του.
Όσο το νήμα της ιστορίας ξετυλίγεται, τόσο περισσότερο περιπλέκεται, αφού για κάθε μία απάντηση προκύπτουν δύο νέα ερωτήματα και οι ανατροπές είναι στην ημερησία διάταξη. Ποιος κρύβεται πίσω από το φονικό; Γιατί σκότωσε τη γυναίκα; Ποιος είχε να κερδίσει κάτι από το θάνατό της; Τι τους ώθησε να τον ενοχοποιήσουν; Πόσα διαφορετικά μονοπάτια μπορεί να διασχίσει μια βασανισμένη ψυχή;
Ο συγγραφέας πλέκοντας έντεχνα το μύθο του φτιάχνει μια ιστορία για τον έρωτα και το θάνατο που διαβάζεται απνευστί. Οι γρήγοροι, κοφτοί ρυθμοί της αφήγησης, το μυστήριο, τα αδιόρατα μυστικά και τα πάθη των ηρώων, καθιστούν «Το τρίτο πρόσωπο» ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία θυμίζει σύγχρονο αστυνομικό αφήγημα, επηρεασμένο από την αμερικανική παράδοση. Ετούτο το μυθιστόρημα αποδεικνύει ότι το ερωτικό και το αστυνομικό μπορούν να συνυπάρξουν άνετα σε μια ιστορία, χαρίζοντάς της αναπάντεχα μια άγρια ομορφιά.
Η ανανέωση είναι πάντα ένα στοίχημα για τους συγγραφείς, κι ο Όμηρος Αβραμίδης, αυτό το στοίχημα, σιγά-σιγά, μοιάζει να το κερδίζει. Και το πιο σημαντικό: οι αναγνώστες επιβραβεύουν αγοράζοντας τα βιβλία του, αυτούς τους ακροβατισμούς. Οι αναγνώστες. Όχι οι κριτικοί. Αυτοί επιμένουν να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του, αφού προφανώς η επιτυχία του, δεν συμβαδίζει με τα κριτήριά τους. Εδώ πιστεύω ισχύει εκείνο το αρχαίο κινέζικο ρητό που αναφέρεται στο δάχτυλο και το φεγγάρι, για το τι έχει τη δυνατότητα να δει ο καθένας δηλαδή. Οι κριτικοί κοιτάνε το δάχτυλο, οι αναγνώστες το φεγγάρι. Κι αν ο συγγραφέας δεν δικαιώνεται στα έντυπα, κερδίζει το στοίχημα στις καρδιές. Εκεί όπου απ’ την αρχή στόχευε.
Διαβάζω, με το φτωχό μου ύφος, μα με συγκίνηση, ένα μικρό απόσπασμα από το «Η αγάπη είναι το μυστικό» - αυτό με το οποίο κλείνει το βιβλίο:
«Η αγάπη είναι το μυστικό. Τόσο απλό. Τόσο θαυματουργό. Γυρίζω την πλάτη μου στη μούχλα του χειμώνα, τραβάω για τον κόσμο που μ’ έκλεισε έξω, που τον έκλεισα έξω. Βγάζω το κλειδί και ξεκλειδώνω. Τόσο απλό. Το είχα πάντα μέσα μου. Σκουριασμένο από την αχρησία, χαμένο μέσα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από την απληστία, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τη ματαιότητα. Ανασύρω το χρυσό κλειδί από το σωρό, το ξεπλένω και λάμπει, όπως πάντα το χρυσάφι. Κι ο κόσμος μου γεμίζει φως.»
Με περισσότερο από μισό εκατομμύριο αντίτυπα σε πωλήσεις και αμέτρητους αναγνώστες να πίνουν νερό και -προπάντων- κρασί στο όνομά του, με βιβλία βαθιά ανθρώπινα και μυθιστορήματα που ασχολούνται σε βάθος με την πονεμένη ιστορία του νησιού μας, ο Όμηρος Αβραμίδης είναι με διαφορά ο πιο άξιος εκπρόσωπος της μπανανίας της Κύπρου στο ψευδοκράτος των Αθηνών. Εύχομαι κάποια μέρα ο τόπος του να τον τιμήσει, όπως τον τιμάει αυτός, χαμηλόφωνα, χωρίς φανφάρες, με μια πρόποση στη δημιουργική του παρουσία.
Με το πιο πάνω κείμενο παρουσίασα τον πιο επιτυχημένο κύπριο συγγραφέα, Όμηρο Αβραμίδη, στο αναγνωστικό κοινό της Κύπρου στις 17 και 19 Ιουνίου. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στα βιβλιοπωλεία Πάργα, Λευκωσίας και Λάρνακας και σ' αυτές μίλησε και η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου (τρίτη φωτογραφία).

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Κι αν ήταν αλήθεια...

Αγαπημένε μου Άρθουρ,
Όταν θα διαβάζεις αυτό το γράμμα, ξέρω πως κάπου βαθιά μέσα σου θα είσαι θυμωμένος μαζί μου, επειδή σου έπαιξα αυτό το βρώμικο παιχνίδι. Άρθουρ, αυτό είναι το τελευταίο μου γράμμα και συνάμα η διαθήκη της αγάπης μου.
Η ψυχή μου πετάει με όλη την ευτυχία που μου έδωσες. Η ζωή είναι υπέροχη, Άρθουρ. Μόνο όταν απομακρύνεται στις μύτες των ποδιών το αντιλαμβάνεται κανείς, αλλά τη ζωή τη γεύεται κανείς καθημερινά.
Κάποιες στιγμές μας κάνει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, μην κατεβάσεις ποτέ τα χέρια, καρδιά μου. Από τη μέρα που γεννήθηκες βλέπω αυτό το φως στα μάτια σου, αυτό που σε κάνει ένα αγόρι διαφορετικό από τα άλλα. Σε είδα να πέφτεις και να σηκώνεσαι σφίγγοντας τα δόντια, εκεί όπου κάθε παιδί θα είχε κλάψει. Το κουράγιο αυτό είναι η δύναμή σου αλλά συνάμα και η αδυναμία σου. Πρόσεχε, οι συγκινήσεις φτιάχτηκαν για να μοιράζονται, η δύναμη και το κουράγιο είναι όπως δυο μπαστούνια που μπορούν να στραφούν ενάντια σ’ αυτόν που τα χρησιμοποιεί άσχημα. Οι άντρες έχουν κι αυτοί το δικαίωμα να κλαίνε, Άρθουρ, οι άντρες γνωρίζουν κι αυτοί την οδύνη.
Από εδώ και στο εξής δε θα βρίσκομαι εδώ για να απαντώ στις ερωτήσεις σου. Ήρθε η στιγμή που πρέπει να γίνεις ένας μικρός άντρας.
Στο μεγάλο περίπλου που σε περιμένει μη χάσεις ποτέ την παιδικότητα από την ψυχή σου, μην ξεχάσεις ποτέ τα όνειρά σου. Θα είναι η κινητήρια δύναμη της ύπαρξής σου, θα σχηματίσουν τη γεύση και την οσμή των πρωινών. Θα γνωρίσεις μια άλλη μορφή αγάπης απ’ αυτή που έχεις για μένα. Όταν έρθει αυτή η μέρα, μοιράσου τη μ’ αυτή που θα αγαπήσεις. Τα κοινά όνειρα είναι οι πιο όμορφες αναμνήσεις. Η μοναξιά είναι ένας κήπος όπου η ψυχή μαραίνεται, τα λουλούδια που φυτρώνουν εκεί δεν έχουν μυρωδιά.
Η αγάπη έχει μια υπέροχη γεύση, να θυμάσαι πως πρέπει να δώσεις για να λάβεις. Να θυμάσαι πως πρέπει να είσαι ο εαυτός σου για να μπορέσεις να αγαπήσεις. Έχε εμπιστοσύνη στο ένστικτό σου, να είσαι πιστός στη συνείδηση και στη συγκίνηση, ζήσε τη ζωή σου, έχεις μία μονάχα. Στο εξής είσαι υπεύθυνος του εαυτού σου κι αυτών που θα αγαπήσεις. Να είσαι άξιος, αγάπα, μη χάσεις αυτό το βλέμμα που μας ένωνε τόσο όταν μοιραζόμασταν τις αυγές. Θυμήσου τις ώρες που περάσαμε φροντίζοντας τα τριαντάφυλλα, παρατηρώντας το φεγγάρι, μαθαίνοντας το άρωμα των λουλουδιών, ακούγοντας τους θορύβους του σπιτιού για να τους καταλάβουμε. Πρόκειται για πράγματα απλά, ίσως ξεπερασμένα, αλλά μην αφήσεις ποτέ τους πικρόχολους ανθρώπους να διαστρεβλώσουν αυτές τις στιγμές που είναι μαγικές γι’ αυτόν που ξέρει να τις ζήσει. Οι στιγμές αυτές έχουν ένα όνομα, Άρθουρ, «έκσταση», και από σένα εξαρτάται να είναι η ζωή σου έκσταση. Είναι η πιο μεγάλη νοστιμάδα του ταξιδιού που σε περιμένει.
Μικρέ μου, σε αφήνω. Κρατήσου σε τούτη τη γη που είναι τόσο όμορφη. Σ’ αγαπώ, ήσουν ο λόγος για τον οποίο ζούσα. Ξέρω πως κι εσύ με αγαπάς. Φεύγω με ήσυχο το πνεύμα. Είμαι περήφανη για σένα.

Η μαμά σου

Από το υπέροχο μυθιστόρημα του Μαρκ Λεβί που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Οι δεντροφάγοι κυβερνούν την Κύπρο


Η Ομάδα Προστασίας Αιωνόβιων Δένδρων (ΟΠΑΔΕ) καταδικάζει δριμύτατα την κοπή, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση απαιτούμενης άδειας, δύο συστάδων Κυπαρισσιών που λειτουργούσαν ως ανεμοθραύστες και κοσμούσαν επί δεκαετίες τον δρόμο Πάφου-Έμπας, για χάρη της ανάπτυξης ιδιωτικού τεμαχίου γης.
Μετά από επιτόπια έρευνα η ΟΠΑΔΕ προέβηκε σε τηλεφωνική καταγγελία στο Τμήμα Δασών Πάφου, λειτουργός του οποίου μετέβηκε στην περιοχή και αφού επιθεώρησε τα δεκάδες κομμένα Κυπαρίσσια δεν διαπίστωσε καμιά... παρανομία!!
Έπειτα από παραστάσεις και προειδοποιήσεις προς το Τμήμα Δασών ότι θα καταγγελθούν για συγκάλυψη παρανομιών, εκπρόσωπος της ΟΠΑΔΕ μετέβηκε εκ νέου στην συγκεκριμένη τοποθεσία και υπέδειξε στους λειτουργούς του Τμήματος Δασών τις πασιφανείς παρανομίες και τους κάλεσε να καταγγείλουν τον ιδιοκτήτη.
Η στάση του Τμήματος Δασών είναι λυπηρή και συνάμα εξοργιστική. Η λογική του «αν ζητούσαν άδεια κοπής των Κυπαρισσιών θα τους την δίναμε», δείχνει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και την λογική των «εξυπηρετήσεων» που επικρατεί στο αρμόδιο για την προστασία των δένδρων και των δασών Τμήμα.
Η Ομάδα Προστασίας Αιωνόβιων Δένδρων καλεί τον Υπουργό Γεωργίας να προβεί σε αυστηρές συστάσεις προς την διοίκηση του Τμήματος Δασών και να δοθούν οδηγίες για να εξαλειφθούν τα συνεχή φαινόμενα ανοχής και συγκάλυψης που παρατηρούνται στο εν λόγω Τμήμα και τα οποία συμβάλουν στην απερήμωση του νησιού μας, οδηγώντας στον πλήρη αφανισμό της περιβαλλοντικής μας κληρονομιάς.


Μιχάλης Ονησιφόρου
ΟΠΑΔΕ (Ομάδα Προστασίας Αιωνόβιων Δένδρων)
www.aiwnobia.org

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Καθώς πέφτει ο ήλιος

Βίντεο για σήμερα, αφού οι υποχρεώσεις που "ξεφύτρωσαν" απ' το πουθενά σχεδόν, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να κάνω το κάτι παραπάνω.

Οι φωτογραφίες δικές μου, η επεξεργασία της Άνα...

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Στον απόηχο μιας παρουσίασης

Το κοινό. Μπροστά- μπροστά η φίλη συγγραφέας Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ο Νικόλας Θεοφάνους
Ελένη Σιούφτα και Μαρία Έκτορος




Οι παρουσιάσεις βιβλίων δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά για πρωτάρηδες σαν κι εμένα. Ωστόσο, στο τέλος-τέλος ίσως να μην αποτελούν παρά μια μοναδική στο είδος της σχολή: αυτή της διαχείρισης του άγχους. Ενός άγχους που τελικά εκτονώνεται αφήνοντάς σε ν’ αναπνεύσεις ξανά, να χαμογελάσεις πλατιά αφού όλα τα κακά που προφήτευες δεν ήρθαν, αφού όλα πήγαν καλά – καλύτερα κι απ’ ό,τι έλπιζες, ή ίσως και όχι.
Σαν ένα νόμισμα με δύο διαφορετικές όψεις ήταν η προχθεσινή εκδήλωση, την οποία τώρα μπορώ και αντικρίζω με πιο καθαρό βλέμμα, με πιο γαλήνιο μυαλό. Στην αρχή ήταν η αγωνία, η ανυπομονησία, η μερική απογοήτευση. Κι ύστερα ήρθε η ποίηση, η συγκίνηση, το μεγαλείο μιας μοναδικής για σένα στιγμής. Και στο τέλος, η αμηχανία – του νομίσματος η κόψη, η αθέατη όψη. Η αμηχανία του να στέκεσαι μπροστά από ένα, ολιγάριθμο έστω κοινό, και να μην ξέρεις τι να πεις. Τα λόγια να φτάνουν στα χείλη σου και να μη βρίσκουν εύκολα διέξοδο. Να κοιτάς αυτούς τους φίλους που ανέλαβαν να «σε φωτίσουν» και να μη βρίσκεις λέξεις αρκετά δυνατές, αναγκαία επουσιώδεις για να τους ευχαριστήσεις. Κι όλο να σκέφτεσαι: δεν μου αξίζει αυτό… δεν μου αξίζει αυτό… Αλλά να μην το λες.
Κι ύστερα η επαφή. Η επαφή με ανθρώπους άγνωστους, με τους οποίους ωστόσο πολλά σε δένουν: κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιες αγωνίες, η αγάπη για το θαύμα των λέξεων και των έντονων συναισθημάτων. Τυχερός είμαι, σκέφτεσαι, καθώς με ταραχή υπογράφεις το ένα μετά το άλλο τα αντίγραφα του βιβλίου – πολύ τυχερός: για την ευλογία και την κατάρα της συγγραφής, για τους φίλους που έχεις, γι’ αυτούς που νιώθεις απ’ τη μια στιγμή στην άλλη πώς απέκτησες.
Έγινε το πρώτο βήμα, το πιο δύσκολο. Κάποια άλλα θα ακολουθήσουν…

Ευχαριστίες:
Στην Ελένη Σιούφτα. Οργάνωσε την εκδήλωση, μίλησε για το βιβλίο, έγραψε και τραγούδησε δυο κομμάτια εμπνευσμένα απ’ αυτό. Πάντα ψηλά, φιλαράκι, πάντα ψηλά!
Στην Μαρία Έκτορος: Διάβασε αποσπάσματα. Με τη βελούδινη φωνή της έδωσε σάρκα και οστά στις Γυναίκες της συγνώμης. Ταπεινά σ’ ευχαριστώ, άγνωστη!
Στον Νικόλα Θεοφάνους: Μελοποίησε τα τραγούδια, είπε κάποια άλλα, μας ταξίδεψε με τις μουσικές του. Ήσουν υπέροχος, άνθρωπέ μου!
Στα παιδιά του Ανεμοδείκτη στη Λευκωσία: Πάντα φίλοι. Πάντα καλά!

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Ένα (μη) κείμενο για τις "Γυναίκες της συγνώμης"

Απ' τη χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία:

Απολογούμαι, αλλά έπρεπε να αφαιρέσω το κείμενο από το μπλογκ αφού σαν ανυπόφορα αφηρημένος και ξεχασιάρης τύπος που είμαι ξέχασα ότι θα δημοσιευόταν σε μια εφημερίδα εδώ στην Κύπρο. Θα το αναρτήσω και πάλι μετά τη δημοσίευση.
Ναι, το ξέρω, είμαι απαράδεκτος...