Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Έκλεισα τα μάτια και είδα

Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα νεαρό να περπατά στο δάσος στάζοντας αίμα,
και γύρω του μιλιούνια ανθρώπους να αργοπεθαίνουν.
Ρώτησα το γέροντα ποιος ήτανε
«Ο έρωτας», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
ένα άγριο θεριό
να διαβαίνει βιαστικά μέσα
από το δάσος των ψυχών σκορπίζοντας
στάχτη,
και πίσω του μιλιούνια ανθρώπους με πάθος να το κυνηγάνε.
Ρώτησα το γέροντα τι ήταν.
«Το χρήμα», μου αποκρίθηκε.
Έκλεισα τα μάτια και είδα,
μια γυναίκα με πρόσωπο από μετάξι
να διασχίζει με αργόσυρτο βήμα
το δάσος του πόνου,
και να χύνει δάκρυα φτιαγμένα
απ’ όλου του κόσμου το αίμα.
Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν.
«Η ψυχή μας», μου αποκρίθηκε.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ερνέστο Σάμπατο: Μετά θάνατον προφήτης...

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Πριν το τέλος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη και, όπως θα αντιληφθείτε, παρ' ότι γραμμένα πριν από 13 χρόνια εξακολουθούν να παραμένουν τραγικά επίκαιρα.


«…Όταν με σταματάνε στο δρόμο, σε καμιά πλατεία ή στο τρένο για να με ρωτήσουν ποια βιβλία να διαβάσουν, πάντα τους λέω: Διαβάστε αυτό που θα σας κάνει να παθιαστείτε, είναι το μόνο που θα σας βοηθήσει να υπομείνετε το βάρος της ύπαρξης».

«Παρ’ ότι φαίνεται τρομερό, αν το καλοσκεφτείς, η ζωή γράφεται στο πόδι και δεν μας επιτρέπει να παρέμβουμε στο κείμενό της».

«Εκείνα τα ταπεινά πλάσματα, αυτοί οι αγράμματοι και γεμάτοι καλοσύνη, και οι νέοι με τις αθώες ελπίδες τους είναι αυτοί που θα με σώσουν».

«Ενώ οι πιο άτυχοι πνίγονται στα βαθιά νερά, σε κάποια γωνιά, κάνοντας τους εντελώς ανυποψίαστους για την καταστροφή, στο κέντρο ενός χορού μεταμφιεσμένων, οι άνθρωποι της εξουσίας εξακολουθούν να χορεύουν, σκασμένοι στα γέλια από τις ίδιες τους τις χοντράδες».

«Οφείλουμε ν’ αντισταθούμε στο άδειασμα της κουλτούρας μας, της ρημαγμένης από κείνους τους οικονομολόγους που το μόνο που καταλαβαίνουν είναι το Ακαθόριστο Εγχώριο Προϊόν».

«Η εκπαίδευση είναι ό,τι λιγότερο υλικό υπάρχει, αλλά και η πλέον καθοριστική για το μέλλον ενός λαού, δεδομένου ότι αποτελεί το πνευματικό του προπύργιο».

«Για τους απόκληρους δεν υπάρχει δικαιοσύνη να τους υπερασπιστεί».

«Και τότε αναρωτήθηκα τι είδους κοινωνία είναι αυτή, τι δημοκρατία έχουμε όταν οι διεφθαρμένοι ζούνε μέσα στην ατιμωρησία, ενώ η πείνα του λαού θεωρείται υπονομευτική».

«Η σοβαρότητα της κρίσης μας επηρεάζει κοινωνικά και οικονομικά. Και ακόμα χειρότερα: ο ουρανός και η γη έχουν αρρωστήσει. Η φύση, αυτό το αρχέτυπο ομορφιάς, διαταράχτηκε».

«Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο και η μοναδικότητά του είναι ιερή. Τώρα ο άνθρωπος κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλώνο κατά παραγγελία: συμπαθητικός, με γαλάζια μάτια, δραστήριος, αναίσθητος στον πόνο ή τραγικά έτοιμος να γίνει σκλάβος».

«Οι νέοι υποφέρουν: δεν θέλουν πλέον ν’ αποκτήσουν παιδιά. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερος σκεπτικισμός».

«Η αγιοποίηση της ευφυΐας μάς έσπρωξε στο χείλος του γκρεμού… Μέσω της λογικής καταλήξαμε στην απόλυτη άγνοια».

«Οποιαδήποτε εξιστόρηση των προσδοκιών και των συμφορών έστω κι ενός μόνο ανθρώπου, ενός απλού άγνωστου αγοριού, μπορεί να περιέχει ολόκληρη την ανθρωπότητα».

«Τούτο είναι που αγνοούν όλοι αυτοί οι εξουσιαστές μας. Δεν ξέρουν ότι και τα δικά τους παιδιά βρίσκονται στην ίδια άσχημη θέση».

«Πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχουμε αποτύχει. Αλλιώς θα συντριβούμε από τους προφήτες της τηλεόρασης, από αυτούς που γυρεύουν τη σωτηρία στην πανάκεια της υπερανάπτυξης. Η κατανάλωση δεν αποτελεί υποκατάστατο του παραδείσου».

«Κατανοώ τη θλίψη σου, καθώς και την αβεβαιότητά σου να ζεις σε μια εποχή στη διάρκεια της οποίας έχουν πέσει μεν τα τείχη, αλλά ακόμα δεν διακρίνονται οι νέοι ορίζοντες. Ψεύτικες αντανακλάσεις προσπαθούν να αιχμαλωτίσουνε τη θέλησή σου μέσα από τις οθόνες».

«Μόνο αυτό που γίνεται παθιασμένα δικαιούται τον ενθουσιασμό μας, τα υπόλοιπα δεν αξίζουν τον κόπο».

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος και ο Ουρανός

Μια φορά κι έναν καιρό, αιώνες κι αιώνες πριν, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος, ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Άνεμος, πήραν πρόσκληση για να πάνε να δειπνήσουν με τον θείο και τη θεία τους, την Βροντή και την Αστραπή (Τώρα θα μου πείτε: μα πώς μπορεί η Βροντή να είναι άντρας; Κι εγώ θα σας πω ότι αυτό είναι ένα ινδικό παραμύθι, και στην ινδική παράδοση όλα είναι διαφορετικά. Εντάξει;). Η μητέρα τους, η Ουρανός (έτσι ακριβώς), τους ευλόγησε προτού να φύγουν και τους ευχήθηκε να περάσουν καλά. Εκείνη θα παρέμενε εκεί για να τους περιμένει.
     Τώρα, ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν άπληστα πολύ αγόρια και εγωιστές, έτσι όταν κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν όλες τις λιχουδιές που τους προσέφεραν ο θείος και η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη τους μητέρα, που καθόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η μικρή ευγενική Σελήνη δεν την ξέχασε. Κι έτσι, από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της, κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μανούλα της.
     «Λοιπόν, τι μου φέρατε;» ρώτησε με ανυπομονησία η μητέρα, όταν επέστρεψαν το βράδυ στο σπίτι.
     «Τι εννοείς, γυναίκα;», ρώτησε με θράσος ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί. «Τι περίμενες δηλαδή από μένα να σου δώσω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό; Εξάλλου, δεν θα μπορούσες ποτέ εσύ, με τους άξεστους τρόπους σου, να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας κέρασαν».
     «Ακριβώς», πήρε αμέσως το λόγο ο Άνεμος. «Δεν ξέρεις πώς να τρως, αλλά πώς να φας κιόλας, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα! Κι εξάλλου, με τι μυαλά μπορούσες να περιμένεις από μας να καταστρέψουμε τα σικάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες τους με φαγητά για σένα; Αλλά, εκτός απ’ το πιο πάνω, θα ήταν αναίδεια κιόλας, αν γεμίζαμε τα μαντηλάκια μας με φαγητό. Αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στους καλύτερους κύκλους της κοινωνίας. Βέβαια, δεν θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα σαν κι εσένα, να γνωρίζει την αξία των καλών ρούχων και των κοσμημάτων! Και τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;»
     «Μην είστε τόσο αγενείς, χτήνη», δεν άντεξε και πετάχτηκε στη μέση η καλοσυνάτη και υπάκουη Σελήνη. «Μού φαίνεται ότι είστε εσείς που δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος». Μετά, στράφηκε προς την ηλικιωμένη γυναίκα θέλοντας να την παρηγορήσει. «Έλα μητέρα», της είπε, «δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα για σένα λίγο απ’ το καθετί που μας έδωσαν».
     «Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου», ευχήθηκε η γριά και την ευλόγησε. Και μετά στράφηκε προς τους γιους της. «Οι κατάρες της Ουρανού θα πέσουν βαριές στα άδεια σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις, που το έριξες στη μάσα και δεν σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, που βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα τσουρουφλίζουν όποιον τις αγγίζει. Και οι άνθρωποι θα σε μισούνε πιο πολύ ακριβώς όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη τη μεγαλοπρέπειά σου. Άνεμε, μικρό μου κάθαρμα, εσύ που είσαι τόσο άπληστος κι εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα μαραίνεις, θα καταστρέφεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται κάθε φορά που θα δίνεις το παρόν σου. Όσο για σένα κόρη μου, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου πάντοτε θ’ ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι ψυχές των ανθρώπων θα πλημμυρίζουν από αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν και θα σε αποκαλούν ευλογημένη».
     Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους.

Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Ινδία, μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Διαγωνισμός Παραμυθιού από το eBooks4Greeks.gr

Το eBooks4Greeks.gr διοργανώνει διαδικτυακό διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. Ο διαγωνισμός είναι ένα κάλεσμα προς όλους για να αναδειχτούν τα παραδοσιακά παραμύθια του τόπου μας, παραμύθια που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, παραμύθια υπέροχα από όλα τα μέρη της Ελλάδας που πιθανόν ξεχνιούνται μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

Στον διαγωνισμό μπορούν ελεύθερα να συμμετάσχουν άτομα ανεξαρτήτου ηλικίας, κάτοικοι Ελλάδος, Κύπρου και εξωτερικού.

Μετά το τέλος της υποβολής των παραμυθιών θα δημοσιευθούν στο διαδίκτυο όλα τα παραμύθια και θα διεξαχθεί ανοιχτή διαδικτυακή ψηφοφορία, για την ανάδειξη των 5 νικητών.

Μετά το τέλος του διαγωνισμού θα δημιουργηθεί ένα ψηφιακό βιβλίο (e-book) με τα παραμύθια που θα επιλεγούν, το οποίο θα επιμεληθεί η ομάδα του eBooks4greeks. Η αναπαραγωγή και διανομή του ψηφιακού βιβλίου θα είναι ελεύθερη και εντελώς δωρεάν.

Χορηγοί του διαγωνισμού είναι οι: ΒΟΟΚΕΕΝ GREECE (www.bookeen.gr), Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ (www.minoas.gr), Βορειοδυτικές Εκδόσεις (www.voreiodytikes.blogspot.com), Susaeta Εκδοτική (www.susaeta.gr), Open Book - Ανοικτή Λογοτεχνία (www.openbook.gr), Δημιουργική ομάδα "Στη γιορτή" (www.stigiorti.gr).

Αναλυτικές πληροφορίες για τους όρους συμμετοχής στον Διαγωνισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο www.ebooks4greeks.gr και στο e-mail, mail@ebooks4greeks.gr .

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Ψηφίδα

Μόνο από πείσμα παραμένω ζωντανός
Ή μάλλον από τύψεις.
Απ’ τις τύψεις του τι και πόσα δεν θα ζήσω
Αν πεθάνω μια ανέφελη βραδιά,
Απ’ τις τύψεις γι’ αυτούς που θ’ αφήσω
Πίσω μου κι αλλά,
Για τα ανεκπλήρωτά μου θέλω.
Ο θάνατος κάθε τόσο με καλεί ερωτικά
Μια κάποια λύτρωση υπόσχεται
Απ’ όσα με βαραίνουν,
Τα λόγια του γίνονται όλο και πιο πειστικά
Καθώς το μέσα μου αργά το αναδεύουν.
Αλλά του αντιστέκομαι,
Κι από πείσμα παραμένω ζωντανός,
Διατηρώντας ίσως μια κρυφή ελπίδα και
Τηρώντας μιαν υπόσχεση
Που δεν έδωσα ποτέ μου.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Το λιοντάρι και η γίδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγέλη από γίδια που συνήθιζε να πηγαίνει για βοσκή σ’ ένα μεγάλο δάσος.
     Κάποια καλή μέρα, ή μάλλον σούρουπο ήταν, καθώς επέστρεφαν στα λημέρια τους, ένα μέλος του κοπαδιού, μια πολύ γριά γίδα, κουράστηκε και ξάπλωσε να ξαποστάσει. Ωστόσο έμεινε πίσω πολύ και σε λίγο άρχισε να νυχτώνει. Μια και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της στο σκοτάδι, αποφάσισε να ξοδέψει τη νύχτα σε μια σπηλιά που εντόπισε λίγο πιο κάτω. Φανταστείτε, όμως, την έκπληξή της όταν, μπαίνοντας μέσα, είδε να κάθεται πέρα στο βάθος της ένα λιοντάρι. Ένιωσε να τη ζώνει ο τρόμος, αν μπορούσε θα τα έκανε πάνω της, και στάθηκε για λίγο ακίνητη, παγωμένη. Αλλά ύστερα, επιστρατεύοντας όλο το θάρρος και τη λογική της, άρχισε να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να σωθεί. Αν προσπαθήσω να τρέξω, σκέφτηκε, το λιοντάρι σίγουρα θα με πιάσει και θα με κατασπαράξει, αλλά αν δείξω γενναιότητα και τσαμπουκά απέναντί του, ίσως και να τη βγάλω καθαρή.
     Έτσι, άρχισε να περπατά με άνεση, με αναίδεια σχεδόν, προς το μέρος του λιονταριού, χωρίς να δείχνει το παραμικρό ίχνος φόβου. Το λιοντάρι βλέποντάς την δεν μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του. Την κοιτούσε και την ξανακοιτούσε απορημένος, μέχρι που το πλησίασε πολύ. Δεν ήξερε τι να υποθέσει σχετικά με το θάρρος αυτής της συνηθισμένης γίδας, που δεν έμοιαζε σε τίποτα στη συμπεριφορά με τα άλλα μέλη της φυλής της. Οι άλλες όταν τον έβλεπαν γίνονταν καπνός αλλά αυτή… Τελικά σκέφτηκε ότι δεν ήταν γίδα, δεν θα μπορούσε να είναι, αλλά κάποιο άλλο παράξενο ζώο, που δεν είδε ποτέ ξανά.
     «Ποια είσαι γριά μου;» τη ρώτησε ευγενικά.
     «Είμαι η βασίλισσα των γιδιών», απάντησε. «Λατρεύω τον θεό Σίβα, και έχω πάρει όρκο να καταβροχθίσω εκατόν τίγρεις, εικοσιπέντε ελέφαντες και δέκα λιοντάρια προς τιμήν του. Έχω ήδη φάει τις εκατόν τίγρεις και τους εικοσιπέντε ελέφαντες και τώρα βγήκα στη γύρα για να βρω τα λιοντάρια».
     Το λιοντάρι αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας αυτά τα λόγια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Ωστόσο, πιστεύοντας απόλυτα ότι αυτή όντως πήγε εκεί για να το καταβροχθίσει, γλίστρησε αμέσως έξω από τη σπηλιά λέγοντας ότι ήθελε να πάει να νιφτεί στο ποτάμι.
     Καθώς έσπευδε να απομακρυνθεί συνάντησε ένα τσακάλι, που βλέποντας τον βασιλιά των ζώων πανικόβλητο, θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.
     Το λιοντάρι του περιέγραψε με λίγα λόγια τα καθέκαστα, για τη συνάντησή του δηλαδή μ’ ένα παράξενο ζώο, που μοιάζει πολύ με γίδα, αλλά δεν φέρει κανένα απολύτως ίχνος απ’ τη δειλία της τελευταίας, αλλά αντίθετα είναι πολύ γενναία και, σχεδόν, τρομακτική.
     Το τσακάλι ήταν ατσίδας και κατάλαβε αμέσως ότι εκείνο που προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση ήταν μια δυστυχής γριά γίδα. Προσπάθησε λοιπόν να πείσει το λιοντάρι γι’ αυτό, λέγοντάς του ότι όλη τούτη η ιστορία δεν ήτανε παρά ένα κόλπο που εμπνεύστηκε ένα αδύναμο γέρικο ζώο, για να σώσει το τομάρι του.
     «Άντε αδελφέ», είπε στο λιοντάρι, «πάρε κουράγιο απ’ τα λόγια μου, σκέψου την τιμή σου και γιγάντωσε το θάρρος σου, κι έλα μαζί μου πίσω στη σπηλιά. Θα δεις ότι έχω δίκιο και μετά θα απολαύσεις ένα εξαίσιο γεύμα, καταβροχθίζοντας αυτή την υποκρίτρια».
     Το λιοντάρι ακολούθησε τη συμβουλή του κι έτσι επέστρεψαν μαζί στη σπηλιά.
     Μόλις η γριά γίδα είδε το λιοντάρι να επιστρέφει, κατάλαβε ότι πίσω απ’ αυτή την απρόσμενη εξέλιξη κρυβόταν το τσακάλι που το συνόδευε. Ωστόσο δεν έχασε ούτε την πόζα, αλλά ούτε και το θάρρος της. Περπάτησε με ύφος σχεδόν βασιλικό προς το μέρος τους και υιοθετώντας μια αξιοπρεπή και αφ’ υψηλού στάση, είπε στο τσακάλι:
     «Μ’ αυτό τον τρόπο ακολουθείς τις διαταγές μου; Σε έστειλα να μου φέρεις δέκα λιοντάρια για να τα φάω όλα μαζί, κι εσύ μου έφερες μόνο ένα; Βρε τεμπέλη. Βρε αχαΐρευτε. Θα σε γδάρω ζωντανό γι’ αυτή σου την αμέλεια!»
     Ακούγοντας αυτά τα λόγια το λιοντάρι οργίστηκε πολύ, αφού σκέφτηκε ότι το τσακάλι που του το έπαιζε ντε και καλά φίλος, τον πρόδωσε, έτσι ρίχτηκε πάνω του και άρχισε να το κατασπαράζει. Ήταν μάλιστα τόσο εκνευρισμένος, αλλά και τόσο αφοσιωμένος την ίδια ώρα στο γεύμα του, που δεν πρόσεξε ότι η γίδα κατάφερε να ξεγλιστρήσει αθόρυβα έξω από τη σπηλιά και να εξαφανιστεί, γλιτώνοντας έτσι απ’ τα σαγόνια του.

Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Κάστρα στον αέρα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Ινδία ένας βραχμάνος που δεν δούλευε καθόλου, και το μόνο που έκανε ήτανε να κτίζει κάστρα στον αέρα. Κάποια μέρα, κάλλιο αργά παρά ποτέ, η μάνα του πήρε ανάποδες μ’ αυτόν τον αχαΐρευτο κι αποφάσισε να τον βάλει σε μια τάξη. Δεν θα του επέτρεπε πια να ξοδεύει το χρόνο του έτσι, έπρεπε αμέσως να βρει μια δουλειά. Ευτυχώς, ένιωθε κι ο ίδιος αηδιασμένος με τον εαυτό του και την παροιμιώδη τεμπελιά του, κι έτσι δεν δίστασε ούτε στιγμή να ακολουθήσει τη συμβουλή της ή μάλλον να υπακούσει στη διαταγή της. Αλλά, εδώ σε θέλω μάγκα μου, ποιο επάγγελμα θα μπορούσε άραγε να εξασκήσει; Τις γνώσεις για να γίνει ιερέας δεν τις είχε και ήταν πολύ αργά για να τις αποκτήσει, ήταν πολύ αδύνατος σωματικά -απ’ την πολλή ακινησία- για να καταταχτεί στο στρατό, και σίγουρα δεν θα μπορούσε να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτης αφού ήταν βραχμάνος. Έτσι αποφάσισε να πέσει κατ’ ευθείαν στα βαθιά και να γίνει επιχειρηματίας.
     «Τι θα ήθελες να πουλάς;» τον ρώτησε όλο ενθουσιασμό η μάνα του. Άρχισε να του εισηγείται διάφορα πράγματα: σπόρια, φρούτα, λαχανικά, ρούχα, φαγητά, παπούτσια κτλ, αλλά αυτός απέρριψε δίχως καλά καλά να το σκεφτεί όλες τις εισηγήσεις της. Ήθελε να πουλά λαμπερά κόκκινα βραχιόλια και όμορφα σχεδιασμένα πήλινα δοχεία, της είπε.
     Η μητέρα του τού έδωσε τα λεφτά που χρειαζόταν για να επενδύσει στην επιχείρηση. Πήγε λοιπόν αυτός και αγόρασε ένα μεγάλο καλάθι με γυαλικά, με πήλινα δοχεία και διάφορα μπιχλιμπίδια και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την πλατεία της αγοράς. Εκεί βρήκε μια γωνιά, κάθισε, και περίμενε όλο αγωνία τον ερχομό των πρώτων πελατών του.
     Τα εξαίσια χρώματα της πραμάτειας πλημμύριζαν με ομορφιά τον ορίζοντά του, ειδικά όταν ο ήλιος έπαιζε μαζί τους. Οι αχτίδες του, που αντανακλούνταν εκεί, κάποια στιγμή σαν να τον υπνώτισαν, και παρέσυραν τις σκέψεις του πέρα, μακριά, στον ουρανό εκεί ψηλά. «Θα πουλήσω αυτά τα πράγματα με κέρδος δέκα τοις εκατό σήμερα», σκέφτηκε. «Μ’ αυτά τα λεφτά θ’ αγοράσω όμορφα μα ψεύτικα μαργαριτάρια, τα οποία θα πουλήσω για αληθινά. Σίγουρα θα κερδίσω, έτσι στα γρήγορα, εκατό ρούπιες μ’ αυτό τον τρόπο. Με τα κέρδη που θα βγάλω θ’ αγοράσω μερικές κατσίκες, οι οποίες θα γεννούν κάθε έξη μήνες, και έτσι προτού περάσει και πολύς καιρός θα έχω ένα ολόκληρο κοπάδι. Πουλώντας τις κατσίκες σε μια καλή τιμή, με τα λεφτά που θα εισπράξω θα μπορέσω ν’ αγοράσω αγελάδες. Μετά, αφού σίγουρα θ’ αποκτήσω μοσχάρια, θα τα πουλήσω κι αυτά και τις αγελάδες και θα πάρω βουβάλια. Θα τα κρατήσω για λίγο καιρό και μετά θα τα μεταπωλήσω πιο ακριβά και με τις εισπράξεις μου, που σίγουρα δεν θα είναι ευκαταφρόνητες, θ’ αγοράσω φοράδες. Αυτές θα γεννήσουν σύντομα πουλάρια, κι έτσι θ’ αποκτήσω ένα σωρό άλογα. Θα τα πουλήσω κι αυτά με τη σειρά τους και θα πάρω άφθονο χρυσάφι. Με τόσο χρυσάφι στην κατοχή μου, θα μπορέσω να κτίσω ένα κάστρο στην κορυφή του βουνού, το οποίο θα είναι περιτριγυρισμένο από αμπελώνες. Θα είναι τόσο μεγαλοπρεπές που σίγουρα θα εξαπλωθεί η φήμη του παντού και θα φτάσει μέχρι και τα αυτιά του Μαχαραγιά της Χαστιναπούρα, ο οποίος θα μου προσφέρει το χέρι της κόρης του Καουσάλια σε γάμο, μαζί με μια μεγάλη προίκα φυσικά. Εγώ θα δεχτώ να την παντρευτώ και μετά θ’ αποκτήσω μαζί της ένα γιο. Όταν το αγόρι θα είναι πια αρκετά μεγάλο ώστε να μπορεί να χοροπηδά πάνω στα πόδια μου, θα καθίσω μια μέρα στην αυλή του παλατιού μου και θα το προσκαλέσω να έρθει να παίξει μαζί μου. Σύντομα όμως θα αρχίσω να εκνευρίζομαι με τις ζαβολιές του, θα το επιπλήξω και θα του ρίξω και δυο-τρία χαστούκια ώστε να μάθει να συμπεριφέρεται σωστά. Θ’ αρχίσει λοιπόν να κλαψουρίζει σαν γυναικούλα και θα φωνάξω τη μάνα του να έρθει να το μαζέψει. Εκείνη όμως θα είναι απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού κι έτσι, όλο νεύρα, θα πάω εγώ να τη βρω, και θα της δώσω μια τόσο δυνατή κλωτσιά, που τα κόκαλά της δεν θα γνωρίσουν ποτέ ξανά αναπαμό…»
     Η δύναμη και η βιαιότητα αυτού του συναισθήματος μετέτρεψε, χωρίς καν να το αντιληφθεί, το ονειροπόλημά του σε πράξη, και έτσι έδωσε μια τόσο οργισμένη κλωτσιά στο καλάθι του, που και αυτό και όλη η πραμάτεια του εκσφενδονίστηκαν για λίγο ψηλά στον αέρα, προτού πέσουν ξανά στη γη και γίνουν χίλια κομμάτια, μπρος στα ίδια του τα μάτια.

Ένα παραδοσιακό ινδικό παραμύθι μεταφρασμένο από τα αγγλικά

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο Άγιος Πότης - Διηγήματα

Ο Άγιος Πότης είναι μια συλλογή από ιστορίες. Ιστορίες σοβαρές ή και λίγο αστείες.
Ιστορίες για τον έρωτα, το ροκ, τον πόλεμο, τα λάθη και τα πάθη.
Το βιβλίο μάς ταξιδεύει στη Βενετία και στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Λευκωσία, στην Ινδία και την Ταϊλάνδη, όπου ανακαλύπτουμε θαυμαστούς καινούριους κόσμους. Παρέα με τη Μήδεια φτάνουμε μέχρι και την αρχαία Ελλάδα.
Οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο σ’ αυτές τις ιστορίες.  Κάποιοι απ’ αυτούς βρίσκουν διά μέσω τους τις απαντήσεις που ζητούν και κάποιοι όχι. Ορισμένοι αγγίζουν την ευτυχία και άλλοι την αφήνουν να ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά τους. Μερικοί ονειρεύονται. Κι ο τροχός της ζωής εξακολουθεί να γυρίζει… με κινητήρια δύναμη την αλήθεια του κάθε ήρωα, αλλά και του καθενός από μας.

Αυτά από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πάργα στη Λευκωσία και το οποίο σύντομα θ’ αρχίσει να διατίθεται και σε επίλεκτα βιβλιοπωλεία στην Ελλάδα.
Ο Άγιος Πότης θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί ένα «βιβλίο ζωής» για μένα. Κι αυτό γιατί οι ιστορίες του γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε σχεδόν χρόνων, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η πρώτη ήταν ο «Έρωτας στη Βενετία» και η τελευταία «Η θυσία». Και κατέχοντας τη θέση που κατέχουν σ’ αυτή τη μακρά διαδρομή θα έλεγα ότι είναι οι πιο ξεχωριστές για μένα. Η μια μιλά για ένα ματαιωμένο έρωτα που γνώρισε με μεγάλη καθυστέρηση την άνθισή του και η άλλη για την ύστατη θυσία που μπορεί να κάνει κάποιος για μια ψυχή που αγαπά. Η μια γραμμένη στο πρώτο πρόσωπο, η άλλη στο τρίτο. Η μια το 1995 η άλλη το 2009.
Ανάμεσά τους κόβουν βόλτες πολλές άλλες ιστορίες, που μοιάζουν να χαράζουν τα μονοπάτια τους στις αναμνήσεις μου. Λίγο αυτοβιογραφικές όπως πάντα, περισσότερο φανταστικές όπως σχεδόν πάντα. Ποιες ξεχωρίζω; Η απάντησή μου θα είναι υποκειμενική φυσικά αλλά η αιρετική «Απολογία της Μήδειας» και «Ο περιττός» είναι οι αγαπημένες μου.
Οι παλιοί επισκέπτες σ’ αυτό το μπλογκ θα έχουν διαβάσει τις περισσότερες από τις 29 ιστορίες που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή. Όλες έχουν γραφτεί ξανά και ξανά και παρά το ό,τι έχουν πια εκδοθεί δεν αποκλείεται να τις επισκεφθώ και πάλι στο μέλλον. Ίσως κάποιες απ’ τις παλιές αγάπες να πηγαίνουν όντως στον παράδεισο, αλλά οι περισσότερες απ’ αυτές παραμένουν εδώ και ακολουθούν το κάθε μας βήμα.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Πάργα που αποφάσισαν να εκδώσουν μια συλλογή διηγημάτων σ’ αυτούς τους χαλεπούς, εκδοτικά, καιρούς, την Ντίνα Παμπαλλή για την επιμέλεια, τη Γιαννούλα Μπανάσιου, που μετά την «Αγγελική», μου χάρισε και πάλι ένα υπέροχο εξώφυλλο και για την Άνα Ρακέλ Ζουμάνη για το βίντεο που ακολουθεί.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Γαλανή & Λεύκιος. Δωρεάν eBook

Το βιβλίο αυτό φιλοξενεί μια συλλογή από ιστορίες. Από Αληθινές Μυθιστορίες. Ιστορίες για άντρες παράξενους και για γυναίκες ξωτικά. Ιστορίες για κόσμους μυστικούς και για της ζωής τη μεγάλη φάρσα. Ιστορίες για τη χαρά του τώρα και την πίκρα του χθες.

     Μύθος και πραγματικότητα γίνονται ένα μέσα απ’ αυτές τις αφηγήσεις, και ταξιδεύουν τον αναγνώστη προς όνειρα ανείπωτα και παραδείσιους τόπους. Του μιλάνε γι’ αυτά που ίσως κι ο ίδιος σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει.

Από το οπισθόφυλλο.

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν το πυρετικό καλοκαίρι του 2002 και κυκλοφόρησαν σε μια κακοτυπωμένη έκδοση το χειμώνα του 2003, στην οποία δε θέλησα να κάνω καμία διόρθωση ή αλλαγή. Σκέφτηκα πολλές φορές ότι έπρεπε να καθίσω να τις ξαναγράψω, να τους δώσω νέα πνοή, αλλά κάτι το ότι άρεσαν σε όσους τις διάβασαν όπως ακριβώς είναι, κάτι οι νέες ιστορίες που ζητούσαν την προσοχή μου, κάτι το ότι… βαριόμουνα, ποτέ δεν το έκανα. Αν και προσπάθησα. Κάθισα και ξανάγραψα τρεις από αυτές, αλλά δε θέλησα να τις βάλω στη θέση των πρωτότυπων σ’ αυτή την ηλεκτρονική έκδοση. Αντίθετα, αφαίρεσα μια ιστορία που ένιωσα ότι δε συμβάδιζε με το πνεύμα του βιβλίου.
     Τώρα, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή, αυτές οι ιστορίες που θυμίζουν πολύ παραμύθια, εξακολουθούν να είναι από τις αγαπημένες μου. Η τρελή του χωριού, Ο γέρος που σκέφτεται, Το στοιχειωμένο σπίτι, η Σάριτα, Το Τάμα, Ο αληθινός, Το αίμα της Ερατώς, Η Λουτσία και τα μάτια της (Για τα μάτια της Λουτσίας), Το τίμημα, Το μυστικό του παππού, Το χωριό φάντασμα και η Γαλανή και (ο) Λεύκιος, έχουν χαράξει βαθιά τους δρόμους τους μέσα μου. Κι οι ήρωές τους είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Επειδή δεν είναι σε τίποτα συνηθισμένοι. Γιατί τολμούν. Επειδή ερωτεύονται παράφορα. Και διότι κυνηγούν τα όνειρά τους.

Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Το λάθος πάθος, δωρεάν eBook

«Οι ώρες, οι μέρες και οι νύχτες, περνούν πολύ γρήγορα εδώ. Τις παρασύρει στο μηδέν και στο άπειρον το ποτάμι του χρόνου, που στο πέρασμά του δεν αφήνει τίποτα όρθιο, παρά μόνο κάποιες αναμνήσεις. Με τις αναμνήσεις ζούμε, με τις αναμνήσεις πεθαίνουμε. Μια ανάμνηση κι εμείς, που κάποτε θα σβήσει και θα χαθεί.
     Κάθομαι εδώ και μιλώ στην ψυχή σου Ελένη, όχι τόσο για να με ακούσεις εσύ, όσο για να με ακούσουν κάποιες άλλες ψυχές, για να γίνουν αυτές οι σιωπηλοί εξομολογητές και παρηγορητές μου.
     Σαν ένας γάμος του ουρανού και της κόλασης είναι οι στιγμές που ζω εδώ, όπως θα έλεγε και ο Ουίλιαμ. Ουρανός εσύ, κόλαση η απουσία σου».
   
     Η αγαπημένη πεθαίνει, κι ο νέος κάθεται πάνω από τον τάφο της και μιλά με το πνεύμα της…

     Μια ιστορία για την αιώνια αγάπη, για τον πόνο που συνοδεύει την απώλεια, για τον έρωτα που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες, και για κείνους που δεν ξεχνούν ότι: ζωή, γυναίκα και αγάπη είναι ένα και το αυτό.

Αυτά διαβάζει κανείς στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2000 από τις Εκδόσεις Γη στη Λευκωσία. Δεν μπήκα στον κόπο να το ξαναδιαβάσω και να κάνω διορθώσεις στα τυπογραφικά ή ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Το άφησα έτσι όπως ακριβώς είναι, επειδή απλά δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Οι γραφές της αθωότητας δεν κάνει ν’ αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου.
     Αναφέρω ότι σε δευτερεύοντες ρόλους σ’ αυτή τη νουβέλα συναντάμε τους ποιητές Ουίλιαμ Μπλέικ, Έμιλι Ντίκινσον, Κώστα Καρυωτάκη και Μαρία Πολυδούρη, απ’ την οποία δανείστηκα και αρκετές «ατάκες».

Κατεβάστε το δωρεάν από εδώ