

Γράφω για την απουσία. Την απουσία της γραφής...
Μία ακόμη είδηση για την αγγελικά πλασμένη κυπριακή κοινωνία, όπου η λέξη Ντροπή δεν έχει πια καμιά αξία:Η Επίτροπος Διοικήσεως καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους να ρυθμίσουν νομοθετικά τα θέματα που αφορούν την προστασία της μητρότητας για τις αλλοδαπές οικιακές βοηθούς και να μην εξαιρούνται αυτές από ευνοϊκές ρυθμίσεις
Τον δρόμο για τη δικαστική τιμωρία εκείνων των χωρών που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη δράση των κυκλωμάτων εμπορίας ανθρώπων άνοιξε, χθες, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταδικάζοντας Κύπρο και Ρωσία για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τη ζωή μιας εικοσάχρονης κοπέλας, που είχε πέσει στα δίχτυα ενός παράνομου κυκλώματος τράφικινγκ.
Εκδικάζοντας την υπόθεση Ραντσέβα κατά Κύπρου και Ρωσίας, το Δικαστήριο καταδίκασε την Κύπρο για παραβιάσεις στο δικαίωμα της ζωής, στο δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια καθώς και για παραβιάσεις που σχετίζονται με τη μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας, ενώ καταδίκασε και τις δύο χώρες για παραβιάσεις σχετικά με την απαγόρευση της δουλείας και της καταναγκαστικής εργασίας.
Υποχρέωσε δε την Κύπρο να καταβάλει στον ενάγοντα-πατέρα της νεαρής 40.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.150 ευρώ για έξοδα, και τη Ρωσία να του καταβάλει 2.000 ευρώ για ηθικές ζημίες.
Η συνέχεια στην Ελευθεροτυπία
Με λένε Σάντρα και είμαι τυφλή. Δεν ήμουνα πάντα, αλλά τώρα είμαι. Εδώ και δέκα χρόνια. Από τα δύο μου δηλαδή. Είμαι τυφλή, αλλά όχι δυστυχισμένη, αφού έχω τη μάνα μου που πάντα στέκεται δίπλα μου και με ενθαρρύνει, τον μπαμπά που όλο δουλεύει από δω κι από κει και σπάνια μένει στο σπίτι, και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου που είναι μεγαλύτερα από μένα και βλέπουν. Τι ακριβώς βλέπουν; Δεν ξέρω. Υποθέτω αυτά που μου περιγράφει από τότε που έχασα το φως μου η μαμά. Δηλαδή το νερό, τα σπίτια, τον ουρανό, τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους.
Ιωάννα,
Είμαι ένας άνθρωπος που έχει μια αποστολή στη ζωή του, ή που τουλάχιστον είχε κάποτε. Το όνομά μου είναι Απόστολος, αλλά οι φίλοι μου με φωνάζαν Αποστόλη. Ο Αποστόλης με την αποστολή! Αστείο δεν ακούγεται; Ακούγεται, αλλά αστείο δεν είναι.
Το φθινόπωρο άρχισε όμορφα, στη χαραυγή φαινομενικά ενός καινούριου κόσμου. Το φθινόπωρο τέλειωσε άσχημα, με το θάνατό του. Όχι του κόσμου, αλλά του κόσμου μου. Ο Άντι πέθανε. Τη νύχτα κάναμε έρωτα, το πρωί ήταν νεκρός. Τον χτύπησε ένα διερχόμενο αμάξι καθώς πήγαινε προς το πανεπιστήμιο και έκοψε το νήμα της ζωής του, εκείνο που μας ένωνε, αυτό που αόρατο πια δε θα μας χώριζε ποτέ. Ήτανε hit and run, είπαν οι αστυνομικοί και μάλλον θα ήταν αδύνατο να βρούνε ποιος τον σκότωσε. Τον σκότωσε!
Γεια σας! Με λένε Μαρκ και ζω στην Μπαμπάνε της Σουαζιλάνδης. Α, όχι, δεν είμαι μαύρος, αν ήμουνα δε θα είχα τόσο συνηθισμένο όνομα. Λευκός είμαι και μάλιστα εγγλέζος. Βρέθηκα εδώ τυχαία πριν από μερικά χρόνια, ερωτεύτηκα μια πολύ όμορφη γυναίκα που άκουγε στο όνομα Κοράλλι, την Μαρτζιάνι, και κόλλησα. Από τότε ζω σ’ αυτό το πανδοχείο στην κορυφή του λόφου, το οποίο αγόρασα και εξόπλισα πουλώντας ό,τι είχα και δεν είχα στη χώρα μου.
Ζω στη Λούανγκ Πραπάνγκ, την ομορφότερη πόλη στον κόσμο, τουλάχιστον για μένα. Είμαι σχεδόν πενήντα χρονών και τ’ όνομά μου είναι Σαϊσάνα, που σημαίνει «να νικάς». Καλό έτσι; Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω γιατί αποφάσισαν να μου δώσουν αυτό το όνομα, όχι στα σίγουρα. Σύμφωνα με τον πατέρα μου ήταν ιδέα της γιαγιάς, την οποία δε θυμάμαι ποτέ να έχω συναντήσει, αφού πέθανε πολύ νέα. Ωστόσο η μητέρα μου λέει μια άλλη ιστορία. Τ’ όνομα της το υπέδειξε λέει ένας βουδιστής μοναχός, αφού διέβλεψε ότι ήμουνα γεννημένος νικητής.
Είμαι δεκαεφτά χρονών και εδώ και δύο χρόνια ζω στο περιθώριο. Όχι της ζωής, της κοινωνίας. Τ’ όνομά μου είναι Χιμίκο, που σημαίνει Αυτή που βλέπει φωτιές. Ταιριαστό κι αταίριαστο είναι αφού δεν είμαι εκείνη που βλέπει φωτιές, αλλά μάλλον εκείνη που τις βάζει. Τι εννοώ; Μεγάλη ιστορία, κι ίσως κάποια μέρα να σας την αφηγηθώ, αλλά όχι σήμερα. Ή -γιατί όχι;- ίσως και σήμερα! Ναι, σήμερα. Περιληπτικά.