Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει και που όλα, ή μάλλον όλοι, τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
     Παράξενο, έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. Επιτέλους, είμαι ελεύθερος, σκέφτηκε.
     Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου, θα τον παρακαλούσε, βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι.
     Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν, σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα.
     Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο αφού, τα είχε χαμένα ο καημένος, όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. Πρέπει να κάνω κάτι, σκεφτόταν πού και πού, πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς; Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
     Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. Σε αποκαλούν τρελό, του είπε, εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό… Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
     Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος, αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή. Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
     Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών, τους απαντούσε.
     Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. Φτάνω στο τέλος, σκεφτόταν, απόψε θα πεθάνω κι εγώ. Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
     Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
     Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Μια περσινή ιστορία σε νέα προβολή


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Στιλέτο - Κεφάλαιο 1

Στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Πάλι. Εδώ και χρόνια το ίδιο πρόβλημα – από τότε που μπήκε στο Σώμα δηλαδή. Το αστυνομικό. Τα δοκίμασε όλα. Τσάι βασιλικό, βότανα Withana Somnifera, βαλεριάνα, βάλιουμ, αλλά τίποτα. Σκέφτεσαι πολύ, του είπε ο γιατρός και τον φόρτωσε με ζάναξ. Αυτά βοηθάνε, αλλά όχι πολύ. Με μισό χαπάκι κοιμάται μισού ανθρώπου ύπνο, αλλά και πάλι ξυπνάει. Με το παραμικρό. Ακούει την ανάσα της γυναίκας του ανάλαφρη δίπλα του. Στρέφεται προς το μέρος της, αλλά μόλις που τη διακρίνει στο κρεβάτι. Θέλει να την αγγίξει μα δεν το κάνει για να μην την ξυπνήσει. Κοιτάει το ταβάνι. Δεν το βλέπει. Διάβολε, σκέφτεται, κουράστηκα. Κουράστηκε. Ο λίγος ύπνος, οι πολλές ώρες της δουλειάς, η αδυναμία του να γαληνέψει. Πάντα είναι ανήσυχος. Λες και ο κόσμος θα σταματήσει να γυρίζει χωρίς αυτόν. Το τηλέφωνο χτυπάει -ο κακός μπελάς, όπως το αποκαλεί η γυναίκα του- και βιάζεται να το απαντήσει. Απ’ το τμήμα καλούν.
     «Ποιος;»
     «Φάγανε τον ψηλό…»
     Κατεβάζει το ακουστικό. Ο ψηλός. Ο Κωνσταντίνου.  Ποτέ του δεν τον συμπάθησε, αλλά δε χάρηκε που πέθανε κιόλας. Ανάβει το πορτατίφ κι η γυναίκα του πάει να ανακαθίσει στο κρεβάτι, αλλά ξαπλώνει ξανά. Κάτι μοιάζει να μουρμουρίζει. Της χαϊδεύει τα κοντά κυμματιστά καστανά της μαλλιά και της λέει να κοιμηθεί. Αυτός πρέπει να φύγει. Του απαντάει κάτι ακατάληπτο. Τη βλέπει και χαμογελά. Η Γεωργία. Με τα χρονάκια της και τα παχάκια της και την αμίλητη περηφάνια για την οικογένειά της. Όταν την παντρεύτηκε ήτανε μια μορφονιά. Και τώρα όμορφη είναι, αλλά διαφορετικά. Στα πενήντα της μοιάζει να βγάζει ακόμη μια παιδικότητα. Ενθουσιάζεται εύκολα, γελάει πολύ, κλαίει κάθε τόσο δίχως λόγο. Τουλάχιστον δίχως λόγο που να μπορεί ο ίδιος να καταλάβει. Δακρύζει για τις επιτυχίες των παιδιών τους στα θρανία, παρακολουθώντας σαπουνόπερες και σαχλά σώου, πολλές φορές για τον πόνο των άλλων. Μεγάλη ψυχή με σχεδόν μόνιμα βρεγμένους τους καφέ καθρέφτες-μάτια της. Παραμένει για λίγο ακίνητος να την παρατηρεί, ασυναίσθητα χαμογελά και σηκώνεται απ’ το κρεβάτι. Πηγαίνει στο μπάνιο. Κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Χρειάζεται επειγόντως ξύρισμα μα δε βαριέσαι. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του λέει τίποτα. Είναι παλιοσειράς. Τον σέβονται οι παλαιότεροι κι οι συνομήλικοί του, τον περιφρονούν οι περισσότεροι απ’ τους νεώτερους, αλλά αυτό δεν τον πειράζει, αφού τους περιφρονεί κι ο ίδιος.
     «Α, ρε Πέτρο», λέει στο είδωλό του στον καθρέφτη, «πότε θα τα παρατήσεις επιτέλους;»
     Πότε; Αυτό τον ρωτάει κι η γυναίκα του συχνά κι απάντηση δεν παίρνει, μόνο της χαμογελά. Να τα παρατήσεις ή να πάρεις προαγωγή, του λέει εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλει να τα παρατήσει, αλλά ούτε να προαχθεί τον ενδιαφέρει, κι ας περνάει αμείλικτα ο χρόνος. Στα πενήντα πέντε του πια, δεν μπορεί να προσφέρει και πολλά, αλλά πάντα προσφέρει ουσιαστικά. Πηγαίνει εκεί όπου δεν μπορούνε να πάνε οι άλλοι, έχει μάτια και αυτιά παντού και το μισογερασμένο του μυαλό εξακολουθεί να τρέχει με χίλια. Οι άλλοι ψάχνουν, αυτός βρίσκει. Γι’ αυτό κι έχει το ακαταλόγιστο. Γι’ αυτό τον ανέχονται ακόμη.
     Α, ρε Πέτρο! Πέτρος Ιωάννου, αυτό είναι το όνομά του, οι πολλοί τον ξέρουν απλά σαν χοντρό, αλλά κάποιοι για πλάκα τον αποκαλούν Κρυφό. Και γι’ αυτά που κάνει, αλλά και γιατί κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τον τρόπο που σκέφτεται. Πέτρος Κρυφός, σαν όνομα συγγραφέα ακούγεται αυτό, σκέφτεται και χαμογελά. Πλένει το πρόσωπό του. Η τριών ημερών γενειάδα, τα κοντά γκρίζα μαλλιά του και οι ρυτίδες στα μάγουλα του χαρακώνουν τις παλάμες. Δείχνει μεγαλύτερος από την ηλικία του, αλλά το πρασινωπό του βλέμμα μοιάζει να ξεχειλίζει από νεανική ορμή. Επιστρέφει με βήματα βαριά προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει αθόρυβα τη ντουλάπα. Ως συνήθως δεν του παίρνει και πολλή ώρα να ντυθεί. Αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του και το φοράει. Ένα τζιν παντελόνι κι ένα ριγωτό κοντό πουκάμισο είναι σήμερα η στολή του. Αν μη τι άλλο τονίζουν τα πάχη του. Η κανονική του στολή δεν έχει ιδέα που βρίσκεται πια. Κάπου θα την καταχώνιασε η Γεωργία, που έτσι κι αλλιώς την απεχθανόταν. Ήταν περήφανη για τον άντρα της τον αστυνομικό, αλλά δεν ήθελε να βλέπουν οι γειτόνισσες τον μπάτσο να μπαίνει στο σπίτι της. Παράξενη γυναίκα. Την ημέρα που της είπε ότι δε θα χρειαζόταν να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς ξανά μόνο που δεν πέταξε απ’ τη χαρά της. Σα να έφυγε από πάνω τους το στίγμα.
     Βγαίνει έξω. Μόλις που γλυκοχαράζει. Πέντε σχεδόν το πρωί μιας μέρας στις αρχές του Ιούνη, που δεν προβλέπεται ιδιαίτερα ζεστή. Κάποια πουλιά που βρήκαν καταφύγιο στο προάστιο της Λευκωσίας όπου ζει, τη Λακατάμια, τον καλημερίζουν. Προσπαθεί να τα διακρίνει στα δέντρα, αλλά δεν μπορεί. Αλλά και να τα έβλεπε τι θα καταλάβαινε; Αφού δεν μπορεί να τα ονοματίσει. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, με όλα τα πράγματα και όλους τους ανθρώπους. Πες του ονόματα δέκα πουλιών, δέκα δέντρων, δέκα λουλουδιών, δέκα ανθρώπων και θα τα ξεχάσει αμέσως. Πες του ένα μυστικό ή κάποια λεπτομέρεια απ’ τη ζωή σου και θα τα θυμάται για πάντα. Επιλεκτική μνήμη, λέει, θυμάται μόνο τα σημαντικά. Διασχίζει την αυλή. Ανοίγει την καγκελόπορτα και μπαίνει στο λευκό του σκαραβαίο. Το πρώτο του αμάξι. Δεν τον πρόδωσε ποτέ, κι αυτός με τη σειρά του δε λέει να το παρατήσει με τίποτα. Έχουν αναπτύξει μια σχέση ζωής. Βάζει το κλειδί στη μίζα, το γυρίζει και παίρνει μπρος με την πρώτη. Τώρα είναι η ώρα της αναμονής μέχρι να ζεσταθεί η μηχανή. Ένα λευκό φορτηγάκι περνά με ταχύτητα από δίπλα του. Βρίζει τον οδηγό μέσα από τα δόντια του. Είναι κατοικημένη περιοχή μαλάκα, του φωνάζει άηχα. Ευτυχώς, σκέφτεται, που δε δούλεψα ποτέ στην τροχαία, αφού αν το έκανε πολύ πιθανόν να έχανε γρήγορα τη δουλειά του ή να κατέληγε και στη φυλακή. Το μόνο πράγμα που τον εκνευρίζει, εκτός από τους πολιτικούς και τους παπάδες φυσικά, είναι ο τρόπος που οδηγούν οι κύπριοι στο δρόμο. Παντελώς αδιάφοροι για τους άλλους, αγνοώντας συστηματικά τα σήματα της τροχαίας, μεθυσμένοι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον συγκράτησε με το ζόρι η γυναίκα του ή με τη βία οι συνάδελφοί του από το να κατέβει απ’ τ’ αμάξι και να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.
     Ευτυχώς αυτή την ώρα δεν έχει κίνηση προς το κέντρο. Τα λιγοστά αμάξια που συναντάει στο δρόμο έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Επαγγελματίες που μόλις σχόλασαν ή και που μόλις αρχίζουν δουλειά έξω απ’ την πόλη. Κάποιοι ξενύχτηδες επίσης.
     Ποιος να τον έφαγε και γιατί; αναρωτιέται καθώς είναι ακινητοποιημένος σε ένα σταυροδρόμι σχεδόν έρημο, στα φώτα Γαβριηλίδη, κοντά στο κέντρο της πόλης, όπου έφτασε σ’ ελάχιστα λεπτά. Δεν του φαίνονταν από κείνους τους τύπους που δημιουργεί εχθρούς ο Κωνσταντίνου. Αλλά, από την άλλη, ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε. Συνήθως τους μπάτσους τους τρώνε τα τσιράκια των αφεντικών του υπόκοσμου. Γι’ αυτό τον κάλεσαν μάλλον. Το φανάρι γίνεται πράσινο. Βάζει μπρος, προχωράει λίγα μέτρα και σταματάει και πάλι στο επόμενο κόκκινο, στη Θεμιστοκλή Δέρβη. Σκέφτεται τον νεκρό συνάδελφό του, σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Αποστασιοποιείται. Πράσινο. Ξεκινάει. Κόκκινο και πάλι. Γωνία Θεμιστοκλή Δέρβη και Ευαγόρου. Υπάρχει περισσότερη κίνηση εδώ. Πρωινοί διανομείς, θαμώνες των καμπαρέ και της πλατείας, πελάτες νυχτερινών κέντρων που έπρεπε να κλείσουν πριν από μια-μιάμιση ώρα. Τα κόκκινα φανάρια τον κατατρέχουν, δίχως να τον καταπιέζουν, μέχρι που φτάνει στην Πύλη Πάφου.
     Καθώς οι άλλοι του χαρίζουν νυσταγμένες καλημέρες, αυτός σε πλήρη διαύγεια κατευθύνεται προς το γραφείο του διευθυντή. Το τμήμα, απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, μοιάζει σαν παραφωνία στον κόσμο του σήμερα. Συρτάρια και γραφεία στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, χαρτολόι, μούχλα, μια επιμελής εγκατάλειψη. Σταματάει μπροστά από τη μηχανή του καφέ, ρίχνει τον οβολό του και παίρνει αντί αυτού ένα μικρό χάρτινο ποτήρι με κάτι που θυμίζει νεσκαφέ. Για την ώρα του κάνει. Αργότερα θα πάει στο καφενείο για τον μερακλίδικό του – πολύ αργότερα μάλλον. Ανοίγει την πόρτα του διευθυντή και μπαίνει μέσα χωρίς να χτυπήσει πρώτα.
     «Καλώστον χοντρό».
     Κάθεται σε μια μαύρη δερμάτινη καρέκλα, που είδε καλύτερες ημέρες, απέναντί του. Με γκρίζα μαλλιά, ψηλός και λεπτός και με μάτια διαπεραστικά, ο μάστορας διαθέτει μια επιβλητική παρουσία. Πάντα τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Μιλούσαν στα ίσια και δεν άφηναν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που ο Σωτηρίου τον κάλυψε και τον στήριξε σε κάποιες από τις ανορθόδοξες έρευνές του. Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα στους άλλους: στην μικρή, την Ντίνα, στα είκοσι εφτά της, με μαύρα ίσια μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, προς το ψηλό, και με μελιά μάτια – ωραία γυναίκα, τον Κακογιάννη, όνομα και πράμα, χοντρό, ψηλό, φαλακρό, με διπλοσάγονο και δυο μικρά γαλάζια μάτια που μοιάζουν να κρύβονται ανάμεσα στα μάγουλα και το μέτωπό του, και τον οποίο παρά τα είκοσι χρόνια γνωριμίας του στάθηκε αδύνατο ποτέ να συμπαθήσει, και τον Αργυρίου, ένα σαραντάχρονο μικροκαμωμένο ρεμάλι, με ψιλοκουρεμένα καστανά μαλλιά κι ένα βλέμμα σκοτεινό κι αξεδιάλυτο, υπολογιστικό και θυμωμένο την ίδια ώρα.
     «Ακούω».
     «Τον βρήκε η γυναίκα του νεκρό στο σαλόνι του σπιτιού τους στις τέσσερις το πρωί. Είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι -μάλλον από κηροπήγιο- και καρφωμένο στο στήθος ένα στιλέτο μ’ ένα σημείωμα. Η βάρδια του είχε τελειώσει τα μεσάνυχτα, οπότε…»
     «Τι έλεγε;»
     «Το σημείωμα; Ανίκανος!»
     Ανίκανος. Το στριφογυρνάει στο μυαλό του. Η γυναίκα του αποκλείεται να το έκανε – την αθωώνει αμέσως. Κι ο διευθυντής συμπληρώνει τη σκέψη του.
     «Δεν νομίζω να τον σκότωσε αυτή. Ήταν σε σοκ, δεν παρίστανε τη σοκαρισμένη. Πρέπει να βρούμε τις απαντήσεις όσο πιο σύντομα μπορούμε, γιατί όπου να ’σαι θ’ αρχίσουν να χτυπάνε τα τηλέφωνα και…»
     «Θα πάμε στο σπίτι του με την Ντίνα».
     Δεν του άρεσε να έχει συνέταιρο, αλλά πάντα τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας τις διερευνούσαν δυο-δυο ή τρεις-τρεις μαζί. Περισσότερα μάτια, περισσότερα μυαλά, όλο και κάτι θα ανακάλυπταν. Εξάλλου η Ντίνα του άρεσε. Δούλεψαν κι άλλες υποθέσεις μαζί και κρυφά τη θαύμαζε. Ήταν νέα, ξύπνια, κι έμοιαζε να νοιάζεται γι’ αυτό που κάνει. Αυτή ήταν που τον έπεισε να πάρει κινητό τηλέφωνο -ήταν ο τελευταίος που το έκανε, και με κάποια χρόνια καθυστέρηση- αυτή ξεφορτωνόταν τα έγγραφα που μαζεύονταν κάθε τόσο στοίβες στο γραφείο του, αυτή ήταν που τον έβαζε σε τάξη. Αν έβρισκε και κάνα γκόμενο; σκέφτονταν εκείνος κάθε τόσο και χαμογελούσε, αλλά τώρα τελευταία δεν έβρισκε. Τους τρόμαζε τους άντρες. Όμορφη, ξύπνια και αστυνομικός. Φοβερός συνδυασμός.
     Συνήνεσε ο Σωτηρίου.
     «Αργυρίου. Κακογιάννη. Ξεθάψτε τις τελευταίες του υποθέσεις μήπως και βρείτε κάτι εκεί. Και κάντε μια προσπάθεια να ανακαλύψετε τι έκανε από την ώρα που σχόλασε, μέχρι που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι».
     «Τα σαΐνια μας;» ρώτησε ο Ιωάννου – σαΐνια, έτσι αποκαλούσε τους κύπριους συλλέκτες στοιχείων από χώρους εγκλημάτων. CSI’ s της κακιάς ώρα τους χαρακτήριζαν κάποιοι άλλοι, αλλά αυτός τους σεβόταν. Όσο και να μην καταλάβαινε τα περισσότερα απ’ αυτά που έκαναν, πολλές φορές αυτοί ήταν που έκλειναν τις υποθέσεις. Κάπου κάπου έπιανε τον εαυτό του να τους λυπάται. Πάνε χαμένοι εδώ μέσα, σκεφτόταν.
     «Είναι ήδη εκεί. Ίσως και να τελειώσουν μέχρι να φτάσετε, αν και δεν το νομίζω. Βλέπετε…»
     «Ναι. Ξέρω…» Στράφηκε προς την Ντίνα. «Πάμε;» Δεν ήπιε ούτε μια γουλιά από το νερουλιαστό καφέ του.
     Όταν βγήκαν έξω είχε ξημερώσει πια για τα καλά. Και μάλλον έπεσε έξω. Η μέρα τώρα προμηνυόταν ζεστή. Η γυναίκα, λες και μάντεψε τη σκέψη του τού είπε:
     «Πάμε με το δικό μου αυτοκίνητο. Δεν έχω καμία διάθεση να ψηθώ μέσα στη σαρακάκα σου στο δρόμο της επιστροφής».
     Συμφώνησε σιωπηλά. Το αμάξι της ήταν ένα μικρό Χόντα, διακριτικά γκρίζο, αγορασμένο δεύτερο χέρι από την Ιαπωνία. Κάθισε αβίαστα στη θέση του συνοδηγού κι άνοιξε το παραθύρι. Ήτανε πολύ νωρίς ακόμη για κλιματισμό και δεν ήταν πολλά τα πράγματα που του άρεσαν τόσο όσο η πρωινή δροσιά.
     «Θέλω καφέ», της είπε προτού προλάβουν καν να βγουν από την πύλη, έτσι μόλις που πρόλαβε να στρίψει δεξιά με προορισμό την Πλατεία Σολωμού. Εκεί όπου βρισκόταν το αγαπημένο του καφενεδάκι. Είχε ήδη μαζευτεί κόσμος εκεί. Ξένοι εργάτες, κάποιοι ηλικιωμένοι, λίγοι μαθητές. Το περίπτερο στη γωνία άλλαζε τους πελάτες της νύχτας μ’ αυτούς της μέρας.
     «Δεν έχουμε χρόνο για κυπριακό. Θα σου πάρω ένα φραπέ και θα φύγουμε αμέσως. Μείνε εδώ», τον πρόσταξε και βιάστηκε να κατεβεί.
     Δεν έφερε αντίρρηση. Χαμογέλασε. Σαν παιδί της τον είχε και σαν πατέρα της. τον ήξερε τόσο καλά. Γι’ αυτό και δεν τον ρώτησε άλλωστε για τη δοσολογία. Μαύρο με ολίγη. Ο γιατρός του είπε να κόψει εντελώς τη ζάχαρη, αλλά όσο κι αν προσπαθεί δεν το μπορεί. Τη μείωσε ωστόσο, από τα δύο κουταλάκια στο μισό. Πώς να δουλέψει το μυαλό χωρίς ζάχαρη; Πώς; Και τον καφέ τον μείωσε. Κάποτε έπινε εφτά οκτώ την ημέρα. Τώρα ένα φραπέ κι ένας κυπριακός του φτάνει. Γερνάει.
     Ακούει την πόρτα ν’ ανοίγει ξαφνικά και βγαίνει απ’ τις σκέψεις του. Δυο πλαστικά ποτήρια προσγειώνονται στα χέρια του. Βάζει το δικό της στην υποδοχή, κάτω από το ραδιόφωνο, και φέρνει το δικό του στα χείλη. Εκείνη δε θα πιει γουλιά μέχρι να φτάσουνε στον προορισμό τους, αφού δεν επιβάλλει τους νόμους μοναχά, αλλά τους εφαρμόζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

υ.γ. Το πρώτο μου αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα δημοσιεύσω μόνο τέσσερα κεφάλαια από αυτό.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 2

Θέλει να του γράψει. Να του γράψει και να του ζητήσει να γυρίσει πίσω. Έτσι, απλά! Αλλά, δε θα το κάνει. Γιατί αν το κάνει, ίσως εκείνος σπεύσει να εκπληρώσει την επιθυμία της, κι αυτό δεν το θέλει η Μάγια. Όχι, δεν το θέλει. Της πήρε πολλή χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα της απουσίας του. Θα της πάρει άλλο τόσο ν’ αλλάξει τη ζωή της.
«Τι είναι τέσσερις μήνες; Τίποτα!» σκέφτεται. Μα, οι τέσσερις μήνες που πέρασαν από τότε που έφυγε ήταν οδυνηροί, οι τέσσερις που θα ακολουθήσουν θα είναι επίσης, αλλά είναι σίγουρη πως η ζωή της θα πάρει μια αποφασιστική στροφή προς το καλύτερο.
«Τι να κάνει, άραγε; Πώς να είναι;» συλλαμβάνει πού και πού τον εαυτό της να αναρωτιέται. Θα ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να μάθει τα νέα του, ν’ ακούσει τη φωνή του. Το μόνο που εκείνος δεν έχει κινητό. Αν είναι δυνατόν! Αλλά, έχει, όπως έμαθε, υπολογιστή. Το μόνο που δεν έχει λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Αντί αυτού του αρέσει να γράφει μακροσκελή γράμματα. Μα, σε πια εποχή ζει, επιτέλους;
«Στη δική του εποχή ζει ο Νικόλας. Όχι στη δική μου, όχι στη δική τους. Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησα τόσο, επειδή δε θυμίζει σε τίποτα τους άλλους ανθρώπους!»
Ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησε τόσο, αλλά ίσως και γι’ αυτό να πρέπει να τον ξεχάσει, όσο μπορεί να τον ξεχάσει. Ήταν ο άνθρωπός της. Κάποιος άλλος πρέπει και μπορεί κάποτε να πάρει τη θέση του. Όχι πως το επιδιώκει. Απλά τον τελευταίο καιρό έχει πάψει να παριστάνει την ερημίτισσα. Άρχισε να βγαίνει λίγο έξω, να γνωρίζει -όχι πολλή- κόσμο, να μαζεύει σταγόνες ζωής. Μόνο αυτό. Δεν ψάχνει κάτι, δεν ψάχνει κανένα, όχι τώρα, όχι ακόμη. Ο έρωτας μπορεί να περιμένει.
Στη δουλειά τα πάει καλά, αλλά δύσκολα τα βγάζει πέρα. Η τηλεόραση της πρόσφερε πολύ χρήμα, πολλές ανέσεις, τώρα πρέπει να συνηθίσει να ζει με λιγότερα. Κανένα πρόβλημα! Πού και πού μόνο, όταν στενεύουν λίγο τα πράγματα, κάνει καμιά διαφήμιση για το ραδιόφωνο, ενώ της έχουν προτείνει και μια εκπομπή. Το σκέφτεται. Δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα. Θα συμπληρώνει το εισόδημά της, χωρίς να ξοδεύεται ψυχικά. Αν ήταν εκεί ο Νικόλας θα την υποστήριζε σίγουρα σε μια τέτοια απόφαση.
Αλλά, δεν είναι! Κι έτσι τώρα δεν έχει κανένα με τον οποίο να μιλήσει γι’ αυτά που την απασχολούν, ή, μάλλον, σχεδόν κανένα. Κάθε τόσο συναντά την Αριάδνη, την παλιά φίλη του καλού της, και μ’ αυτή συζητά τα πάντα. Ακούγεται τρελό, αλλά την εμπιστεύεται. Νιώθει σίγουρη πως ό,τι κι αν της πει, δε θα το ακούσει ποτέ κανείς άλλος απ’ τα χείλη της, ούτε καν ο Νικόλας. Κάηκε η Αριάδνη, κάηκε κι αυτή, πολλές φορές, κι έμαθε. Έμαθε να διαβάζει τους ανθρώπους και να εκτιμά απεριόριστα τη φιλία. Παλιά, της εκμυστηρεύτηκε, ήταν αλλιώς. Πίστευε πολύ τους ανθρώπους, αγαπούσε πολύ και πληγωνόταν πολύ. Είδε κι έπαθε μέχρι να καταλάβει μια μέρα ξαφνικά ότι για κάποια πράγματα δεν αξίζει καθόλου να ξοδεύεται κανείς. Σ’ αυτήν πρωτοείπε, λοιπόν, το μυστικό της, και είναι σίγουρη πως το κράτησε. Αλλιώς ο Νικόλας θα της κτυπούσε εδώ και καιρό την πόρτα.
Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να αλλάζει η Μάγια, να γίνεται όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο κοντινή κι απόμακρη απ’ τους ανθρώπους, ν’ αγκαλιάζει τη μοναξιά της, να την αγκαλιάζει και την κάνει δημιουργία. Η αυτοπεποίθησή της πήρε ημέρα με την ημέρα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Άρχισε να ζωγραφίζει και πάλι, κι οι πίνακές της δε θυμίζουν πια εφιάλτες. Γράφει στίχους και τα τραγούδια της δε μιλάνε πια για τη λύπη και το χωρισμό. Βγάζει και φωτογραφίες, αιχμαλωτίζει στο βλέμμα και στο χαρτί την ομορφιά της φύσης, που της έχει λείψει τόσο από την ημέρα που έφυγε εκείνος.
«Α, ρε Μάγια!» κοιτά τον εαυτό της στον καθρέφτη, κάθε τόσο, και λίγο χαμογελά, «Α, ρε Μάγια, πόσο άλλαξες, πόσο όμορφα αλλάζεις!»
«Ομορφαίνεις τον κόσμο, καλή μου, με την παρουσία σου!» της είπε κάποτε η Αριάδνη, που ποτέ, είτε καλά, είτε κακά, δε μασάει τα λόγια της. «Έτσι ωραία που μεταμορφώνεσαι εσύ, κοίτα να μεταμορφώσεις και τους γύρω σου. Έχεις ιδέα, βρε κουτό, πόση θετική ενέργεια εκπέμπεις; Σχεδόν βλέπω την αύρα σου. Για δες το πρόσωπό σου πόσο λάμπει, κι ας ραγίζει το βλέμμα. Για δες πως αυτό που σου συμβαίνει σε λούζει στο φως. Να μην κλαις για τίποτα, καλή μου, για τίποτα και για κανένα. Μόνο από χαρά, μόνο απ’ τα γέλια...»
Ποια χαρά; Ποια γέλια; Όσο καλύτερα κι αν νιώθει τώρα, της είναι ακόμη αδύνατον να βουτήξει βαθιά στα νερά της ζωής εκεί έξω. Κάνει ένα-ένα, σιγά-σιγά, τα βήματα που θα τη βγάλουν οριστικά από την απομόνωση. Μπορεί να ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, αλλά τους χρειάζεται. Δεν μπορεί να ζει πια μόνο με τα φαντάσματά της, τα βαρέθηκε πολύ. Είναι αυτάρκης, αλλά δεν είναι. Διχασμένη προσωπικότητα είναι. Όπως κανείς. Όπως όλοι.
Το μόνο της πρόβλημα, το μόνο πραγματικά μεγάλο της πρόβλημα, είναι οι γονείς της. Οι γονείς της κι οι πρώην φίλοι. Αυτοί που την οδήγησαν στην καταστροφή. Όλο της τηλεφωνούν για το ένα και το άλλο, όλο την πιέζουν να κάνει αυτό που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Κι όλοι, μα όλοι, ξέρουν τι είναι καλύτερο για τον εαυτό της, εκτός από την ίδια. Κάθε φορά που τους συναντά, κάθε φορά που τους ακούει -όχι δεν τους μιλά, δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να πετά λόγια στον αέρα- φουντώνει μέσα της μια επιθυμία άγρια, μια επιθυμία να τους πει να πάνε όλοι στο διάολο, κι αυτοί και οι ιδέες τους, αλλά δεν το κάνει. Τους ακούει μόνο, λίγο χαμογελαστά λίγο θλιμμένα, και κοιτάει στο υπερπέραν. Όχι, αυτό δε θα τους περάσει, σκέφτεται. Δε θα τους περάσει. Αρκετά τη σκότωσαν. Τα λάθη της από δω κι εμπρός θα είναι δικά της. Είτε τους αρέσει, είτε όχι.
Πού και πού τα βάζει ακόμη με τον εαυτό της η Μάγια, με την παθητικότητά της, με τη δειλία της. Αν και δεν είναι ακριβώς δειλή, απλά, παρόλα τα βάσανά της, παρόλ’ αυτά που έζησε και έπαθε, η καρδιά της ξεχειλίζει από καλοσύνη. Έτσι, όσο κι αν την πλήγωσαν οι άλλοι, ποτέ δε θα έκανε κάτι για να τους το ανταποδώσει. Θα μπορούσε να τους αποφύγει, ωστόσο, αλλά ούτε κι αυτό το κάνει.
Αξιολύπητο! Έτσι νιώθει κάποτε τον εαυτό της, αλλά και τι μ’ αυτό;
Ένα μικρό αγκάθι, ωστόσο, της χαρακώνει την ψυχή: ο θάνατος της Μαρίας. Θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτόν. Επειδή δεν προσπάθησε, δεν προσπάθησε να τη σώσει. Όχι πως θα μπορούσε, αλλά τουλάχιστον θα ήταν εκεί. Δε θα πέθαινε μόνη κι αβοήθητη.
Πηγαίνει κάθε βδομάδα στον τάφο της, πάντα κάποιο πρωινό καθημερινής που δεν βρίσκεται κανείς άλλος στο νεκροταφείο, πηγαίνει και κάθεται εκεί μπροστά του και της μιλά. Της λέει τα νέα της, λες και είναι ζωντανή, λες και μπορεί να την ακούσει, της μιλά για τον Νικόλα που δε δίνει στην ίδια σημεία ζωής, για τα θολά μα ζωντανά της όνειρα για το μέλλον και της ζητά να τη συγχωρέσει, κι ας μην ήταν ποτέ στ’ αλήθεια φίλες. «Όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά!» ψιθυρίζει πάνω από το νοτισμένο χώμα, το οποίο πήραν να στολίζουν κάποια αγριολούλουδα.

Είναι άνοιξη. Η γη πρασίνισε. Τα χελιδόνια πήραν να επιστρέφουν. Ένα ποτάμι λείπει μόνο για να της ζωγραφίσει με χρώματα ευωδιαστά της ζωής της το τοπίο, ετούτο το πρωινό. Ένα ποτάμι! Μα, που να βρεθεί τέτοιο σ’ ετούτη την άχρωμη πόλη;
Μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει ένα σι ντι με τραγούδια από το Πράσινο Ακρωτήρι να παίζει και κινά για τα βουνά. Το κινητό κλειστό, η ψυχή ανοιχτή. το ποτάμι, το μακρινό μονοπάτι της φύσης, κι ο αγαπημένος της καταρράκτης την περιμένουν. Επιστροφή στην αρχή. Στο αύριο...

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Μέρος Β' 1

Πρέπει να την ξεπεράσει. Και να προχωρήσει. Αυτό πρέπει να κάνει. Κι ας του λείπει. Αφόρητα. Αποπνιχτικά.
Ώρες-ώρες νιώθει να τρελαίνεται. Ακούει φωνές που μοιάζουν πολύ στη δική της, με ανοικτά τα μάτια τα βράδια, βλέπει διάφανες οπτασίες που φέρουν τη μορφή της, να διασχίζουν νωχελικά το κενό του μοναχικού του δωματίου. Αλλά, πολεμά. Τους πολεμά τους δαίμονές του. Και θα τους νικήσει. Ακόμη μία φορά.
Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς την κάθε ώρα του, την κάθε του στιγμή μέσα στις αναμνήσεις, να ερωτοτροπεί με την τρέλα. Όμως αυτός, προς το παρόν, δεν έχει άλλη επιλογή. Νιώθει σπασμένος, ηττημένος, αλλά αποφασισμένος για τη φυγή προς τα μπρος.
Ζωγραφίζει... Ζωγραφίζει την εικόνα της μέσα του. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη φωτογραφία της στο φορητό υπολογιστή, που μόλις αγόρασε, να κοιτά με θλιμμένο, λες, βλέμμα το κενό. Της χαϊδεύει νοητικά τα μαλλιά, της ζεσταίνει μ’ ένα αδιόρατο φιλί το μάγουλο. Πόσο τη θέλει! Πόσο δε θέλει πια να την έχει!
Αλήθειες πικρές τον ζώνουν από παντού, του χαρακώνουν από άκρη σ’ άκρη την ψυχή, συνεχώς του δείχνουν το σκοτάδι. Κι αυτός προσπαθεί να τις πνίξει, να πάρει ένα σφουγγάρι και να τις σβήσει. Πίνει χάπια για να κοιμηθεί, οινόπνευμα για να ξεχάσει. Κοιμάται λίγο. Ξεχνάει ακόμη λιγότερο.
Μα, δε θέλει να στρέψει το χρόνο πίσω. Να το σπρώξει, να πάει μπροστά, αυτό θέλει. Κι ας ξέρει. Ξέρει ότι πάντα, ή σχεδόν πάντα, αυτό που πιο πολύ θέλουμε να γίνει, αυτό που βιάζουμε να συμβεί, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται. Όταν ψάχνει κανείς, δε βρίσκει.
Προσπαθεί σκληρά, πολύ, να αφήσει και πάλι τον εαυτό του ελεύθερο, να ξεφύγει από τη σκιά της, να ξεφύγει από τη μαγεία της Μάγιας, της γλυκιάς του ψευδαίσθησης, της υπόσχεσης που δεν έμελλε να βγει αληθινή.
Κάθε στίχος τραγουδιού τη θυμίζει, κάθε ανάγνωση βιβλίου τη ζωντανεύει. Κι αυτός δίχως τα τραγούδια και τα βιβλία δεν μπορεί. Πώς να μπορέσει μακριά της;
Τα μάτια του έχουν ξεσυνηθίσει πια τη θέα των ανθρώπων. Έχουν γίνει μια σπηλιά που εκεί μέσα βρίσκεται πια βαθιά χωμένος. Τα μαλλιά του μάκρυναν πολύ, στο πρόσωπό του κάνει κατάληψη μια, τόπους-τόπους γκρίζα, αγριωπή γενειάδα. Γερνάει επιτυχώς.
Πάνε τέσσερις μήνες από τότε που έφυγε. Τέσσερις μήνες που είναι απόλυτα μόνος και δεν μπορεί ούτε μια στιγμή να τη ξεχάσει. Τέσσερις μήνες που δεν έχει μιλήσει στ’ αλήθεια σε κανένα.
Μόνο όταν πνίγεται πολύ, όταν δεν μπορεί πια να ανασάνει από τον πόνο και τη μοναξιά, μόνο τότε επιτρέπει στον εαυτό του να βγει έξω στο φως της νύχτας, να αναμιχθεί για λίγο με τις φυλές των ανθρώπων, να μυριστεί τα χνώτα τους, να μοιραστεί -σχεδόν απαρατήρητος- μαζί τους κάποιες στιγμές.
Δεν ξέρει κανένα, δεν τον ξέρει κανείς. Κι αυτό είναι θάνατος, κι αυτό είναι σωτηρία.
Πάντα στους ίδιους δρόμους τριγυρνά, πάντα στα ίδια μέρη πάει. Εκεί, που κάποιο χειμώνα, που τώρα φαντάζει στα μάτια του απέραντα μακρινός, γνώρισε μια αγάπη μεγάλη. Κι εκεί που την έχασε.
Πίνει πολύ, μεθάει αργά, με σύστημα. Ποτέ δε ξεφεύγει. Πάντα έχει τον έλεγχο του εαυτού του. Παρατηρεί με προσοχή τους ανθρώπους, αλλά τώρα πια δεν τους βλέπει. Δεν τους βλέπει όπως παλιά, όπως τότε που ήταν ο εαυτός του – που κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα μπλοκάκι σημειώσεων και σκάρωνε στο πι και φι για τον καθένα τους μια ιστορία. Δεν μπορεί να γράψει πια. Στέρεψε. Εκείνα τα δύο γράμματα στην αγαπημένη, εκείνα ήταν τα τελευταία του γραπτά. Τώρα γράφει απουσίες.

Αλλά, δεν περνά τόσο απαρατήρητος όσο πιστεύει, ή όσο θέλει να πιστεύει. Ένα ζευγάρι μάτια τον παρακολουθεί στενά κάθε φορά που πηγαίνει στο αγαπημένο του ήσυχο και ημιφωτισμένο μπαράκι. Το πρόσωπο που φωτίζουν γεύτηκε το δικό του μερίδιο στον πόνο, πέρασε πολλά, έχασε πολλά, αγάπησε λίγο, αγαπήθηκε λίγο, έχασε πολύ.
Τον ξέρει, τον ξέρει καλά αυτό τον άνθρωπο η Νάζια, τον αναγνωρίζει, σα μέσα από ένα όνειρο, σαν κάποιο που της μοιάζει πολύ. Καταλαβαίνει τη μοναξιά του, διαβάζει την απόγνωση στο βλέμμα του, νιώθει τον πόνο του και την απέλπιδα προσπάθειά του να κρατηθεί από τη ζωή. Εδώ και τέσσερις μήνες βρίσκεται εκεί. Πηγαίνει μέρα παρά μέρα, κάθεται στην πιο απόμακρη και σκοτεινή πλευρά του μπαρ και πίνει σιγά-σιγά, αμίλητα, τα ποτά του. Σαν έκπτωτος άγγελος και σαν κλοσάρ της αγάπης.
Κάτι την σπρώχνει να τον πλησιάσει, να του μιλήσει, να τον ακούσει, ακριβώς όπως έκανε παλιά ένας άλλος άγνωστος για κείνη, κάποιος που την έσωσε. Αλλά, πώς να το κάνει αυτό; Πώς; Μοιάζει τόσο απρόσιτος, που λίγο την τρομάζει. Όχι, δεν είναι κακός άνθρωπος, από δαύτους γνώρισε πολλούς, αυτό το καταλαβαίνει, αλλά, να, σα να μη θέλει να βγει από τη μοναξιά του, σα να τρέφει τον πόνο του εθελοντικά, πεισματικά. Και, σα να μη βλέπει τους άλλους ανθρώπους. Τα μάτια του λες και κοιτάν μόνο προς τα μέσα.
Μια φορά μόνο προσπάθησε να τον πλησιάσει, αλλά όχι πολύ, μια φορά που είδε τα μάτια του σχεδόν να αιμορραγούν από τον πόνο. Πέρασε από πίσω του αλαφροπατώντας σαν αερικό και του ψιθύρισε στ’ αυτί: Ό,τι είναι θα περάσει! κι απομακρύνθηκε. Όταν γύρισε σε λίγο το βλέμμα της προς τα κει, της φάνηκε ελαφρά έκπληκτος και μετά κάπου απογοητευμένος, λες και του είχε μιλήσει κάποιο φάντασμα.
Από τότε, τίποτα. Δεν προσπάθησε ξανά να βρεθεί κοντά του, κι ούτε καν να του ρίξει κάποιο βλέμμα στα φανερά. Σκέφτηκε ότι όσο δεν το αποφάσιζε ο ίδιος να βγει απ’ το ματωμένο του κλουβί, κανείς δε θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Μα, να που απόψε... Απόψε της φαντάζει κάπως διαφορετικός. Λίγο πιο ζωντανός. Κι ας μη φαίνεται να το καταλαβαίνει. Μια μικρή σπίθα, τοσοδούλα, πάει να του φωτίσει το βλέμμα, αν και η θλίψη εξακολουθεί να του χαράζει το πρόσωπο.
«Βγαίνει στο φως!» σκέφτεται μ’ ένα κρυφό χαμόγελο η Νάζια. «Επιτέλους, βγαίνει στο φως...»
Κι η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συμβαίνει. Για πρώτη φορά από τη μέρα που πάτησε το πόδι του στα Χανιά νιώθει κάπως διαφορετικά. Το μέσα του ελαφρά χαμογελά. Και δεν ξέρει καν το γιατί. Αλλά, δε χρειάζεται να το ξέρει κιόλας. Απλά, η αρρώστια πάντα έρχεται γρήγορα κι οδυνηρά, κι η γιατρειά αργά κι αβίαστα.
Θέλει! Θέλει να χαμογελάσει πλατιά στη ζωή εδώ και τώρα, αλλά δεν μπορεί. Είναι ακόμη νωρίς. Μα, έγινε η αρχή. Το νιώθει μέσα του, του το λένε τα σωθικά του.
Ξαφνικά νιώθει μια σκιά δίπλα του, από πάνω του. Ανασηκώνει το βλέμμα. Βλέπει δυο φωτισμένα μάτια να τον παρατηρούν, ένα χέρι να του προτείνει ένα σφηνάκι ρακή. Το παίρνει. Κρατά κι εκείνη ένα. Τα τσουγκρίζουν.
«Στο αύριο!» εύχεται εκείνη και του χαμογελά, παίρνει τα άδεια ποτηράκια και νωχελικά απομακρύνεται.
Εκείνος παραμένει εκεί, στη θέση του, ακίνητος, για λίγο σαστισμένος. Σύντομα, όμως, βγαίνει απ’ το τριπάκι του, σηκώνεται σιγά-σιγά και φεύγει.
Σε λίγα λεπτά βρίσκεται στο δωματιάκι του, ξαπλωμένος σ’ ένα παλιό κρεβάτι που τρίζει. Φοβάται πως από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστούν τα φαντάσματά του, αλλά δεν το κάνουν. Γαληνεύει.
«Στο αύριο!» σκέφτεται και σύντομα αποκοιμιέται. Βλέπει όνειρα πολύχρωμα που δεν καταλαβαίνει.

Συνεχίζεται


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Δυο φωνές και μια σιωπή - Περίληψη και απόσπασμα

Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους, για τα λάθη και τα πάθη τους.
     Είναι η ιστορία του Αντρέα, που θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένος, ο οποίος όμως τα τίναξε όλα στον αέρα για μια εκ φύσεως μοιραία γυναίκα. Της Αναστασίας, που για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσισε να κάνει κάτι εγωιστικό και τώρα είναι αναγκασμένη να πληρώσει το ακριβό τίμημα της αμαρτίας της. Της Βασιλικής, μιας παθιασμένης γυναίκας, με πολλά μυστικά, που πάντα θέλει να γίνεται το δικό της, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες στις ζωές των άλλων. Της Δανάης, μιας ψυχής χωρίς ψευδαισθήσεις, που τώρα -που έχουν περάσει πια τα χρόνια- το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να αποκατασταθεί, να φτιάξει επιτέλους οικογένειας.
     Επίσης είναι η ιστορία του Γιώτη, που μετά από εφτά χρόνια στη φυλακή επιστρέφει στην Αθήνα για να συμμαζέψει τα συντρίμμια απ’ τις ζωές των φίλων του. Της συντρόφου του, της Ελένης, ενός φευγάτου αέρινου πλάσματος, ενός ελεύθερου πνεύματος, που καταφέρνει με μαγικό λες τρόπο να χαρίζει αγάπη και ζεστασιά στους άλλους. Της Μαίρης, ή Μέρρι, που βγαίνει σαν τζίνι από το μπουκάλι και χαρίζει σε δυο ψυχές τις λύσεις που αναζητούν. Αλλά και του Αλέξη, του πιο τραγικού χαρακτήρα σ’ αυτή την αφήγηση, ενός παιδιού που καλείται να πληρώσει με τρόπο τραγικό των γονιών του τα κρίματα.
     Ο έρωτας, το μισός, η αληθινή αγάπη, η φιλία, η προδοσία και η ανάγκη για εκδίκηση είναι τα κυρίαρχα στοιχεία εδώ. Κάποιοι από τους ήρωες μοιάζουν να ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί πάνω από μια ανείπωτη άβυσσο, ενώ κάποιοι άλλοι δείχνουν έτοιμοι από στιγμή σε στιγμή να τους βάλουν τρικλοποδιά, να κόψουν το σκοινί και να τους τσακίσουν.
     Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» θα μπορούσε να διαβαστεί σα μια ιστορία έρωτα, γεμάτη ανατροπές, αλλά προς το τέλος και σαν ένα θρίλερ. Οι πρωταγωνιστές της περιφέρονται από σπίτια σε νυχτερινά μαγαζιά, από νοσοκομεία σε καφενεία, συζητούν, φιλοσοφούν, συμφωνούν και διαφωνούν, και πολλές φορές συνωμοτούν ακόμη, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους. Όπως και στην πραγματική ζωή το καλό και το κακό δίνουν τη μάχη τους. Και κάθε μάχη, ακόμη κι αν στο τέλος δεν αναδείξει νικητή, πάντα έχει τις παράπλευρες απώλειές της.

Κυκλοφορεί αποκλειστικά μορφή e-book pdf από το Lulu στην τιμή των 3.50 ευρώ μόνο.

Μικρό απόσπασμα

Μάθε να βλέπεις, θα έπρεπε να ήταν τα πρώτα λόγια που θ’ ακούγαμε πηγαίνοντας στο σχολείο.
Μάθε ν’ ακούς, τα δεύτερα.
Εκείνος που μαθαίνει από παιδί να βλέπει και ν’ ακούει πραγματικά,
αποκλείεται να χάσει ποτέ το δρόμο του,
αφού θα τον έχει καλά σημαδεμένο,
χαραγμένο μέσα του με δυο αισθήσεις.
Άλλοι λένε πώς ένα ταξίδι είναι η ζωή και άλλοι πώς είναι κύκλος.
Έχουν όλοι δίκιο, μα και άδικο.
Μια αλήθεια είναι απλά η ζωή και έτσι πρέπει να την παίρνουμε,
για να μη βουλιάζουμε στις εναλλακτικές της ψευδαισθήσεις.
Αλλά, την ίδια ώρα, είναι και βεγγαλικό,
και σαν τέτοιο πρέπει να φτάνουμε να το χαιρόμαστε σε όλα τα χρώματά του, προτού σβήσει στον ουρανό,
να το αφήνουμε να χαράζει την ομορφιά του μέσα μας
και να τη μεταμορφώνει σ’ αγάπη.
Κι αυτή την αγάπη να τη μοιραζόμαστε σα νέκταρ που ποτέ δεν τελειώνει,
με τους γύρω μας.
Η κάθε εποχή έχει το τέλος της, κι η κάθε εποχή την αρχή της.
Στο χέρι μας είναι να βάψουμε την καθεμιά με όποια χρώματα της ταιριάζουν.
Να τη ζωγραφίσουμε σαν τον κόσμο των ονείρων μας
ή να τη χαράξουμε σαν τους εφιάλτες που μας κατατρέχουν.

Αγορά: http://www.lulu.com/product/ebook/Δυο-φωνές-και-μια-σιωπή/15233861

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Γιατί e-book…

Όπως θα παρατηρήσατε δίπλα έχω μόλις κυκλοφορήσει το πρώτο μου e-book. Η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόμουνα εδώ και καιρό αλλά δεν το έπαιρνα απόφαση να προχωρήσω στην ηλεκτρονική έκδοση κάποιου από τα βιβλία μου, απλά και μόνο επειδή δηλώνω φανατικός οπαδός του έντυπου λόγου. Ωστόσο, καθώς αλλάζουν οι καιροί οφείλουμε ν’ αλλάζουμε κι εμείς, δοκιμάζοντας τις νέες εναλλακτικές επιλογές. Επιλογές που σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία συμφέρουν το συγγραφέα, και σε ό,τι αφορά το οικονομικό τον αναγνώστη, αλλά και το συγγραφέα.
     Πρώτα στα του συγγραφέα. Η ηλεκτρονική έκδοση του προσφέρει τη δυνατότητα να εκδώσει από μόνος το βιβλίο του, επιλέγοντας ο ίδιος τίτλο και εξώφυλλο, που να τον εκφράζουν, αλλά ορίζοντας και την τιμή πώλησης που φτάνει μέχρι και το 25% της κανονικής. Το «Δυο φωνές και μια σιωπή» διατίθεται για 3.50 ευρώ μόνο σε μορφή pdf. Παραδέχομαι ότι η συγκεκριμένη πρακτική κάνει λίγο πιο δύσκολη τη ζωή του συγγραφέα αφού πρέπει να διορθώνει ξανά και ξανά το κείμενό του, μέχρι να φτάσει στην… άπιαστη τελειότητα, αλλά από την άλλη τον προστατεύει κι από πολλά βάσανα, όπως: α) Την μακροχρόνια αναμονή για την απάντηση των εκδοτών, που πολλές φορές ποτέ δεν έρχεται. β) Την αναμονή της έκδοσης, που συνήθως καθυστερεί. γ) Τις αλλαγές που θα γίνουν στο κείμενό του, τις οποίες ουσιαστικά δε γουστάρει, αλλά είναι αναγκασμένος να αποδεχτεί, και δ) Την άγνοιά του για τις πραγματικές πωλήσεις των βιβλίων του, αλλά και τον εκνευρισμό για την ασυνήθιστα ψηλή τιμή τους.
     Σε ό,τι αφορά τον αναγνώστη, όπως και να το κάνουμε, τα πράγματα είναι απλά: άλλο είναι το να πληρώνεις 3-4 ευρώ για ένα βιβλίο, κι άλλο από 12 μέχρι και 30 ευρώ.
     Όταν αποφάσισα να κυκλοφορήσω e-book καταρχήν επικοινώνησα με δύο ελληνικά ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία. Το ένα συνεργαζόταν μόνο με εκδότες, και το άλλο ζητούσε ποσοστό, χρονιαία συνδρομή κτλ. Προσθέστε στα πιο πάνω και το εξωφρενικό ποσό του ΦΠΑ, 23%, και η τιμή πώλησης θα έφτανε στα 9-10 ευρώ. Η τιμή του δηλαδή θα ήταν ψηλότερη από αυτήν που πληρώνουν οι ξένοι για να αγοράσουν ένα χαρτόδετο βιβλίο.
     Μ’ αυτά κι αυτά, έγινα αμερικανάκι. Το βιβλίο διατίθεται από το Lulu

Αύριο θα αναρτήσω την περίληψη του βιβλίου και ένα απόσπασμα. Στο μεταξύ κάθε σχόλιο, ακόμη και αρνητικό, είναι ευπρόσδεκτο.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Κενζαμπούρο Όε - «Να µην προδώσουµε τη µνήµη των θυµάτων»


Ο νοµπελίστας Λογοτεχνίας Κενζαµπούρο Οέ, «συνείδηση» της Ιαπωνίας, υπενθυµίζει σε συνέντευξή του στη γαλλική εφηµερίδα «Λε Μοντ» µε αφορµή την πυρηνική κρίση στον σταθµό της Φουκουσίµα, το καθήκον της πίστης στη µνήµη των νεκρών και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Ποια είναι κατά τη γνώµη σας η σηµασία της καταστροφής που ζει σήµερα η Ιαπωνία για τη σύγχρονη Ιστορία;
Εδώ και µερικές ηµέρες, οι ιαπωνικές εφηµερίδες δεν µιλούν παρά για την καταστροφή που ζούµε και κατά τύχη ένα άρθρο µου, το οποίο έγραψα την παραµονή του σεισµού, δηµοσιεύθηκε στην απογευµατινή έκδοση της εφηµερίδας «Ασάχι» στις 15 Μαρτίου. Αναφερόµουν στη ζωή ενός ψαρά της γενιάς µου, ο οποίος είχε προσβληθεί από ραδιενέργεια κατά τη δοκιµή της βόµβας υδρογόνου στην ατόλη Μπικίνι. Τον είχα συναντήσει όταν ήµουν 18 ετών. Στη συνέχεια, αφιέρωσε τη ζωή του να καταγγέλλει την απάτη του µύθου της πυρηνικής αποτροπής και την αλαζονεία αυτών που τον προέβαλλαν. Ηταν άραγε ένα σκοτεινό προαίσθηµα αυτό που µε ώθησε να αναφερθώ σε αυτό τον ψαρά ακριβώς την προηγουµένη της καταστροφής; Ο άνθρωπος αυτός είχε αγωνιστεί επίσης κατά των πυρηνικών σταθµών και είχε καταγγείλει τους κινδύνους που υπάρχουν.

Φλερτάρω πολύ καιρό µε το σχέδιο να ανατρέξω στη σύγχρονη Ιστορία της Ιαπωνίας θεωρώντας σηµεία αναφοράς τρεις οµάδες ανθρώπων: τους νεκρούς των βοµβαρδισµών στη Χιροσίµα και το Ναγκασάκι, αυτούς που µολύνθηκαν από τη ραδιενέργεια στο Μπικίνι και τα θύµατα των εκρήξεων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις. Αν εγκύψει κάποιος στην Ιστορία της Ιαπωνίας µε το βλέµµα αυτών των νεκρών, των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, η τραγωδία τους γίνεται φανερή.

Σήµερα διαπιστώνουµε πως ο κίνδυνος των πυρηνικών σταθµών έχει γίνει πραγµατικότητα. Οποια και να είναι η έκβαση της καταστροφής που σηµειώνεται τώρα και µε όλο τον σεβασµό που τρέφω στις ανθρώπινες προσπάθειες που καταβάλλονται για τον περιορισµό της, η σηµασία της είναι αναµφισβήτητη: η Ιστορία της Ιαπωνίας έχειµπει σε νέα φάση και ακόµη µία φορά βρισκόµαστε κάτω από το βλέµµα των θυµάτων της πυρηνικής ενέργειας, αυτών των ανδρών και γυναικών που επέδειξαν µεγάλο θάρρος µέσα στον πόνο τους. Το δίδαγµα που θα αντλήσουµε από αυτή την καταστροφή θα εξαρτηθεί από τη σταθερή απόφαση των επιζώντων να µην επαναλάβουν τα ίδια λάθη.

Η συνέχεια στα Νέα

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 2

«Θυμάσαι τι όμορφη νυχτιά ήταν εκείνη που σε γνώρισα; Μια νύχτα δροσερή τ’ Αυγούστου, με ένα ανάλαφρο αεράκι να χαρακώνει τις αισθήσεις, με τα αστέρια λαμπερά στην κουβέρτα τ’ ουρανού σα μια ψευδαίσθηση, με το νεογέννητο φεγγάρι να κάνει μετά βίας αισθητή την παρουσία του, με μια απροσδιόριστη μουσική να φτάνει στ’ αυτιά μας από κάπου πολύ μακριά, μα τόσο κοντά... με... με... με...
Καθόσουνα μόνη, αφόρητα και τελεσίδικα μόνη, σε μια απόμακρη γωνιά του πάρκου, αργά, πολύ αργά εκείνο το βράδυ, κάπνιζες νευρικά ένα τσιγάρο και έβρεχες με δάκρυα το χώμα κάτω από τα πόδια σου. Εγώ, αιώνιος ξενύχτης και δεινός περιπατητής, άκουσα καθώς περνούσα τους πνιχτούς σου λυγμούς και σε πλησίασα. Ήθελα να δω αν μπορούσα να κάνω κάτι για σένα, αν και ήμουν σίγουρος πως έτσι κι αλλιώς θα αρνιόσουν τη βοήθειά μου. Είδα τα δάκρυα ρυάκια να κυλούν, τις γραμμές του πόνου να χαράζουν αμείλικτα το πρόσωπό σου, και κατάλαβα πως η πηγή θα αργούσε πολύ να στερέψει ακόμη.
Προχώρησα σιωπηλά και κάθισα σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα. Το τραγούδι των λυγμών σου θα ήταν ο μοναδικός ήχος που θα έφτανε στ’ αυτιά μου, αν δεν περνούσαν πού και πού κάποια τροχοφόρα ψυχοφθόρα οχήματα, κι αν δεν ξέφευγε και καμιά νότα απ’ τα κοντινά νυχτερινά μαγαζιά.
Αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω και δε βιαζόμουν να πάω πουθενά, βυθίστηκα απαλά στις σκέψεις μου, που όλο μου ξέφευγαν, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα, να επικεντρώσω την προσοχή μου όλη, προσπαθώντας ωστόσο να μην το δείξω, στο πρόσωπό σου. Στο πρόσωπο που δε φαινόταν καλά στο μισοφωτισμένο εκείνο τοπίο. Έτσι, σκυφτή καθώς ήσουνα και κάπνιζες, δεν μπορούσα να διακρίνω τα μάτια σου, παρά μόνο ένα χλωμό μάγουλο και τα βαμμένα ολόισια μαύρα και κομμένα στο ύψος του ώμου σου μαλλιά. Αμέσως ένιωσα κάποια ανεξήγητη συμπάθεια για σένα, μια τρυφερότητα που δεν υπήρχε λόγος να είναι εκεί. Λες και κάποια έκτη αίσθηση με προειδοποιούσε ότι, να, ότι κάπου πάω...
Ω, δεν έχω τα λόγια, δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως ένιωσα εκείνη τη νύχτα που σε γνώρισα. Χαρά; Ίσως. Απορία; Σίγουρα. Αβεβαιότητα; Και βέβαια. Ένιωσα πολλά, κι ένιωσα λίγα. Και οι λέξεις δεν είναι ικανές να βάλουν τις σκέψεις μου σε τάξη...
Παρέμεινα λοιπόν εκεί και σε παρατηρούσα. Σε παρατηρούσα και περίμενα. Τι ακριβώς; Δεν είχα ιδέα. Ή ίσως και να είχα, αφού ήμουνα σίγουρος πως κάποια στιγμή θα έκανες εσύ την πρώτη κίνηση, πως θα μου μιλούσες. Για τι και γιατί, αυτά είναι που δεν ήξερα.
Δε θα πέρασε πολλή ώρα όταν σε άκουσα να με πλησιάζεις σιγοπατώντας. Ευτυχώς πρόλαβα και απέσυρα το βλέμμα μου στο... υπερπέραν. Στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες, σιγαλά κι ευγενικά, ένα τσιγάρο. Δεν είχα αλλά, σαν σύγχρονος πεζός ιππότης, προσφέρθηκα να πάω να σου φέρω. Δεν πειράζει φίλε, μου είπες, αλλά εγώ επέμεινα κι υποχώρησες. Σε λίγο, όταν επέστρεψα, στεκόσουν ακόμη εκεί, ακριβώς στην ίδια θέση, κοιτώντας το σκοτάδι με μάτια που δεν έβλέπαν. Κάνουν; σε ρώτησα, προτείνοντάς σου το πακέτο και βγάζοντάς σε, την ίδια ώρα, από τον απόμακρό σου κόσμο. Είχα ξεχάσει να σε ρωτήσω ποια τσιγάρα προτιμούσες, κι έτσι πήρα τα πρώτα που είδα μπροστά μου. Κάνουν! απάντησες, χαρίζοντάς μου ένα μισό θλιμμένο χαμόγελο.
Κάθισες στο παγκάκι, άναψες ένα παρηγορητή κι έμεινες για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας τη φωτιά να το καίει, τον καπνό ν’ ακολουθεί τ’ αχνάρια του ανέμου. Σε ρώτησα αν θες να μείνεις μόνη κι απάντησες μ’ ένα σχεδόν άηχο και κάπως τρομαγμένο, όχι. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα σου, κρυφακούγοντας την ανάσα που έβγαινε απ’ τα στήθια σου απαλή, σαν το τραγούδι των βότσαλων. Σου έριξα, τώρα που μπορούσα, μια καλύτερη, πιο ενδελεχή ματιά. Όμορφο πρόσωπο, πολύ, αν και πονεμένο. Μάτια μαύρα βαθιά, έντονα εκφραστικά, μάτια που μιλούσαν. Ένα κορίτσι της θλίψης.
Τελείωσε το τσιγάρο και το έσβησες, όπως κάθε χαμένη στιγμή. Άναψες ένα ακόμη και με ρώτησες: Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, δεν υπάρχει λόγος που βρέθηκα εδώ, απλά συνέβηκε, σου απάντησα. Όσο για τα τσιγάρα, σου τα έφερα επειδή τα είχες ανάγκη. Αναστέναξες βαθιά και μετά μου χάρισες ένα μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, ψιθύρισες. Και για πες μου: Πάντα τρέχεις να εκπληρώσεις τις επιθυμίες των άλλων; βιάστηκες να ρωτήσεις. Όχι πάντα. Μου πρότεινες να περπατήσουμε για λίγο. Δέχτηκα. Εξάλλου για να περπατήσω βγήκα έξω νυχτιάτικα. Αλλά, δεν στο είπα αυτό. Σου είπα μόνο: Ό,τι επιθυμείτε, κυρία! Ένα δειλό γελάκι σου ξέφυγε απ’ τα χείλη και για μια στιγμή η γκριζοσυννεφιά φάνηκε να εγκαταλείπει το πρόσωπό σου...»

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' αγαπώ απελπισμένα - Κεφάλαιο 1

Λένε πως τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πάντα γρήγορα τελειώνουν. Ή κι ότι πολλές φορές δεν προλαβαίνουν καν να αρχίσουν. Κι έχουν δίκιο. Απόλυτο! Αφού και των δικών τους ζωών οι καλύτερες στιγμές, οι λίγες που χάρηκαν, έφτασαν πριν από όχι πολλή καιρό, σ’ ένα απότομο -μα όχι αναπάντεχο- τέλος. Σ’ ένα τέλος απότομο, αλλά στην πορεία καλά σχεδιασμένο. από τους άλλους. Από εκείνους τους άλλους, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο μοιάζουν πάντα να ξέρουν -ή που νομίζουν πώς ξέρουν, τέλος πάντων- τι είναι καλύτερο για μας, ποιος άνθρωπος και ποια ζωή μας ταιριάζει. Όχι πως αφήνει τον εαυτό της απ’ έξω, κάθε άλλο. Κι εκείνη έφταιξε, ή, μάλλον, εκείνη έφταιξε περισσότερο απ’ τον καθένα. Εκείνη κι οι φοβίες της. Εκείνη κι οι δολερές της ανασφάλειες. Εκείνη, που τώρα τα βάζει αμείλικτα, μ’ οργή κι ένα δάκρυ, με τον εαυτό της: «Τον έχασα... Τον έχασα ακριβώς επειδή ήταν αυτό που πάντοτε ζητούσα, αυτό που πάντοτε ποθούσα. ένας άνθρωπος αληθινός. τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος.»
Τώρα, κάθεται μοναχή σ’ ένα καναπέ ανέραστο κι απολαμβάνει με νοσταλγία πικρή την ανάμνησή του. κάθεται και θρηνεί την απουσία του. κάθεται και με αμείλικτο πείσμα αυτομαστιγώνεται, αυτοτιμωρείται. Βουλιάζει στις σκιές, που τώρα καλύπτουν την άλλοτε κοινή τους ζωή και ψάχνει απεγνωσμένα το νήμα, εκείνο που κάποτε τόσο στέρεα τους ένωνε, μήπως και μπορέσει να τον φέρει πίσω.
Αλλά, γιατί να γυρίσει; Έφυγε επειδή δεν ήταν πια αυτή. έτσι της είπε: Φεύγω επειδή δεν είσαι πια εσύ! Κι είχε δίκιο. Το ξέρει. Και τότε το ήξερε, αλλά να, δεν το παραδεχόταν, δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Έτσι τον άφησε να φύγει. Δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, για να τον σταματήσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη τον αγαπούσε με μια αγάπη τυφλή, μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη, τον αγαπούσε και τον φοβότανε. Φοβότανε τη δύναμη, την εξουσία που είχε πάνω της, το πως μπορούσε -έτσι απλά- να διαβάζει μ’ ένα βλέμμα την ψυχή της ως τα τρίσβαθά της, τον τρόπο με τον οποίο μάντευε τα πιο κρυφά της μυστικά. Πάντα, από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν, μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις και τα μάτια της, ή μάλλον τις σκέψεις στα μάτια της, και να προβλέπει τις αντιδράσεις της, όλες! Έμπαινε λες μες στο μυαλό της και σαν τετράδιο το φυλλομετρούσε, καταλάβαινε τα πάντα, όλα τα έβλεπε, και αν και σπάνια έκανε λάθος, εκείνη υποστήριζε πώς έκανε πάντα, αναγκάζοντάς τον ξανά και ξανά, μισοτρυφερά και μισοειρωνικά να χαμογελάσει. Ξέρετε τι τρομακτικό πράγμα είναι να εισβάλλει κάποιος ορμητικά στο μέσα σου και να σε κάνει να νιώθεις ευανάγνωστο σαν παιδικό βιβλίο; Έτσι την έκανε να νιώθει, δίχως άμυνες, ευανάγνωστη! Φυσικά δεν το έκανε σκόπιμα -πάντα, έλεγε, μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στα μάτια των ανθρώπων- αλλά εκείνη και πάλι την τρόμαζε.
Όταν συνέβαινε κάτι κακό, και συνέβαινε συχνά, έτρεχε και κρυβότανε βαθιά στην αγκαλιά του, για να ξορκίσει τους φόβους της, για να νιώσει καλύτερα και να ξεπεράσει αυτό που την απασχολούσε. Αλλά, το λιμάνι της ήταν κι η ανησυχία της καθώς, όσο βρισκόταν εκείνος στη ζωή της δεν ένιωθε ούτε στιγμή πώς ήταν μόνη, ακόμη ούτε και μέσα στο μυαλό της. Σα να κρυβόταν πίσω από τις σκέψεις της, κι άλλοτε τις διαμόρφωνε, ή, τις περισσότερες φορές απλά τις παρατηρούσε. Τρελό δεν ακούγεται; Αλλά, κι εκείνη τώρα τρελή νιώθει. τρελή επειδή τον έδιωξε. Μα, τον έδιωξε επειδή την τρέλαινε, αλλά και γιατί βαρέθηκε. Βαρέθηκε τη δύναμη που είχε πάνω στη ζωή της. Βαρέθηκε τη σιωπηλή του αυταρέσκεια – που φρόντιζε να μη δείχνει, την οποία, όμως, εκείνη ξεκάθαρα διέκρινε. Βαρέθηκε το γεγονός ότι είχε σχεδόν πάντα δίκιο, αλλά και το θάρρος του να παραδέχεται τα λάθη του όταν είχε άδικο. Βαρέθηκε την απόλυτα εκνευριστική του ηρεμία, την απερίγραπτη γαλήνη του. Βαρέθηκε τη μοναδική του ικανότητα να κατευθύνει τις σκέψεις των άλλων και τον αμείλικτο αυτοσαρκασμό του. Όλα τα βαρέθηκε, κι ακόμη περισσότερα. Όλα τα βαρέθηκε και τώρα όλα βασανιστικά της λείπουν.
Της λείπουν οι στιγμές που περνούσανε μαζί προτού ραγίσει το γυαλί, το τρυφερό χαμόγελο και τα γιομάτα κατανόηση βλέμματά του, το ισοπεδωτικό του χιούμορ και ο τρόπος με τον οποίο κάποια όμορφα βράδια, καλοκαιρινά, ζωγράφιζε στο μέσα της έναν παράλληλο, παραμυθένιο κόσμο. Της λείπουν ακόμη και τα ελαττώματά του – ναι, ακόμη κι αυτά, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του εαυτού του, του εαυτού της.
Τώρα; Τώρα βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά της. Πήρε τη μοτοσικλέτα και το σακίδιό του, λίγα βιβλία και τη φωτογραφική του μηχανή, ανέβηκε σ’ ένα καράβι κι έφυγε για την Κρήτη. Τον έχασε, αλλά δε χαθήκανε, ακριβώς όπως της είχε υποσχεθεί. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ!» της είπε αντί για αντίο, τη θλιβερή εκείνη μέρα κι έφυγε. «Δε θα σε εγκαταλείψω ποτέ,» της είπε και τον πίστεψε, αφού αυτός πάντοτε εννοούσε αυτά που έλεγε και πάντοτε έλεγε αυτά που εννοούσε. Έφυγε, λοιπόν, μακριά, αλλά ποτέ από κοντά της, καθώς τον συναντά συχνά-πυκνά στα γράμματα που της στέλνει απ’ την αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά. στα γράμματα όπου με τρυφερότητα πολλή και οδυνηρό ρεαλισμό αναπολεί το χθες τους. Τον συναντά στις αναμνήσεις της, που αναβιώνουν μέσα απ’ αυτά, που παίρνουν ζωή και τη στοιχειώνουν. Τον συναντά στους δρόμους της άχαρης πόλης, που τώρα κάθε βράδυ διασχίζει μοναχή ακούγοντας μουσική. Τον συναντά στην καθημερινή μισερή και μίζερη ύπαρξή της. Τον συναντά και τον μισεί. Τον μισεί επειδή στα γράμματά του δεν της κλαίγεται, επειδή δεν της ζητά να σμίξουν και πάλι των ζωών τους τις μοναξιές. Τον μισεί επειδή μετά τη φουρτούνα που πέρασαν αυτός μοιάζει να είναι απόλυτα ήρεμος, γαλήνιος όσο παίρνει, ενώ εκείνη παραδέρνει ακόμη στης καταιγίδας τα κύματα. Τον μισεί επειδή δεν αναλύει τα πράγματα, δεν απολογείται, δεν ψάχνει δικαιολογίες. Και τον μισεί και γι’ αυτά ακόμη τα γράμματά του, που καταντάνε εκνευριστικά -νοητικές μαχαιριές- καθώς της έχουν καταντήσει τη ζωή χώρο αναμονής. Τον μισεί και τον αγαπά. Τον αγαπά περισσότερο απ’ ό,τι τον είχε ποτέ αγαπήσει όσο ήτανε μαζί. Αγαπά την ιδέα και μόνο της παρουσίας του, κάπου εκεί έξω. Τον αγαπά για όλ’ αυτά που της έχει χαρίσει και για όσα της πήρε. Τον αγαπά και μισεί τον εαυτό της και τον αγαπά... Παραληρεί!
Παραληρεί καθώς ένας παραλογισμός έχει καταντήσει η ζωή της όλη. Τίποτα πια δεν της αρέσει. Τίποτα δεν τη συγκινεί. Ζει μες στις αναμνήσεις, τρέφεται απ’ αυτές, κι ελπίζει σ’ ένα αύριο, το οποίο εκείνη η ίδια τόσο επιδέξια και με απαράμιλλη οργή, με τα ίδια της τα χέρια στραγγάλισε. Τον θέλει να γυρίσει πίσω. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο θέλω στη ζωή της. Τον θέλει να γυρίσει πίσω, για να πιάσουνε ξανά μαζί το κομμένο νήμα, το μαγικό. Το νήμα στο οποίο κεντήσανε νύχτες έρωτα και μέρες σιωπής. Το νήμα που αν και σε νάρκη ποτέ δεν κόπηκε – που διατηρείται ακόμη ζωντανό μέσα από την ιστορία τους, την οποία πήρε εκείνος να αφηγείται, κομμάτι το κομμάτι, λεπτό το λεπτό, μέσα από τα γράμματά του.
Με τούτα τα γράμματα αγκαλιά γλυκά κοιμάται, μ’ αυτά πικρά ξυπνά, κι ας μην το λέει σε κανέναν. Σε ποιον να το πει, άλλωστε; Αφού τώρα πια δεν έχει φίλους ή έστω κάποιον για να μιλήσει τέλος πάντων, αφού πραγματικούς φίλους δεν είχε στ’ αλήθεια ποτέ – αν και άργησε πολύ να το αντιληφθεί αυτό. Εκείνοι που άλλοτε θεωρούσε φίλους ήταν οι ίδιοι εκείνοι που την πρόδωσαν. Εκείνοι που την ακολούθησαν με ψεύτικα χαμόγελα στην άνοδο, δεν την ακολούθησαν μ’ αληθινά στην πτώση. Ερωτεύτηκαν φευγαλέα την εικόνα της και μόνο, εκείνη που έβλεπαν, που τους έδινε αξία. Αγάπησαν τη διασημότητά της, το περιτύλιγμα που ποτέ δε θέλησε, μα που εκείνοι κάποτε την έπεισαν πώς ακριβώς αυτό ζητούσε. Ναι, αγάπησαν το περιτύλιγμά της και όχι την ίδια, γι’ αυτό τους παράτησε.
Ο Νικόλας, μονάχα αυτός, την αγάπησε βαθιά και άδολα, γι’ αυτά που έκρυβε πίσω από τα λόγια και τις σιωπές της, στης ψυχής το μεγάλο μπαούλο. Κι ας ήταν όμορφη πολύ, κι ας είναι όμορφη πολύ ακόμη. Εκείνος έβλεπε τη σοκολάτα, κι όχι το χαρτί που την κάλυπτε.
Ω, δε θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό της για τα λάθη του -είναι σίγουρη γι’ αυτό- για τα λάθη που την έσπρωξαν να χάσει ό,τι ένιωσε ποτέ πιο πολύ δικό της.
Το μόνο που της απομένει τώρα πια είναι η εξιλέωση, η εξόφληση των γραμματίων από το παρελθόν, μήπως και μπορέσει και βαδίσει με βήματα πιο σίγουρα, πιο σταθερά, στα μονοπάτια του μέλλοντος, μήπως και προσχωρήσει στο αύριο. Κι άλλο τρόπο δεν έχει για να το κάνει αυτό από το να καθίσει και να γράψει με το δικό της ιδιαίτερο, φτωχό και άτεχνο τρόπο αυτή την ιστορία, την ιστορία τους, μια ιστορία συναισθημάτων. Θα κλέψει στιγμές από τα γράμματά του, θα ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της, και θα προσπαθήσει να αναστήσει μια εποχή, που στα μάτια της τώρα φαντάζει μακρινή σαν την αιωνιότητα, κοντινή σαν την ίδια της την αναπνοή.
Θα τα καταφέρει άραγε; Δεν ξέρει. Έτσι κι αλλιώς πιστεύει πώς αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ν’ αδειάσει το μέσα της, να ξεφορτωθεί το ψυχικό βάρος που κουβαλεί με περίσσιο κόπο, μήπως και ξαποστάσει, μήπως κι αναγεννηθεί. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο Νικόλας.
«Σ’ αγαπώ απελπισμένα!» της είχε πει κάποτε, κι εκείνη γέλασε. Γέλασε κι αυτός. Και να που σήμερα τον αγαπά κι εκείνη το ίδιο, απελπισμένα, και δίχως ελπίδα – αν και δε βγαίνει νόημα απ’ αυτό το τελευταίο.
Αλλά, αρκετά για κείνη. Έφτασε πια η ώρα να πάρει ο Νικόλας το λόγο, εκείνος που τόσο αγάπησε, και να μας ταξιδέψει με τη μηχανή του χρόνου στης πικρής ζωής τους το γλυκό χθες...

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ