Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010
Μια συνέντευξη αλλιώτικη...
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
Συνέντευξη με τον Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες
Η Αβάνα είναι ο τόπος όπου συνήθως κόβουν βόλτες, συναντιούνται και χάνονται οι ήρωές του, μια πόλη όπως όλες τις άλλες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και διαφορετική, μια πόλη σκληρή και πολύχρωμη, γεμάτη μουσικές και σιωπές, ερωτική κι απελπισμένη, που παρά τις όποιες δυσκολίες παραμένει ζωντανή, ακροβατώντας στο σκοινί που ενώνει το σήμερα με το χθες.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο συγγραφέας μας μιλά -με τη βοήθεια της μεταφράστριας των βιβλίων του στην Ελλάδα, Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη- για την πόλη του και τους ανθρώπους της, για το σεξ, τα βιβλία και την ευτυχία.
Η συνέχεια εδώ
Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010
Η "Αγγελική" στην εφημερίδα "Αλήθεια"
Έκανε, πάλι, το θαύμα του ο Λάκης Φουρουκλάς. Βύθισε τα πλήκτρα των ανησυχιών του στο βυθό και ανέσυρε ζαφείρια. Βέβαια, πόνος και ζαφείρια δεν έχουν μεγάλη συνάφεια. Ή μήπως έχουν; Εάν κρίνω από την αντοχή της ηρωίδας του, αλλά και από τον περίτεχνο, μέσα στη λιτότητά του, τρόπο γραφής του συγγραφέα, τότε, ναι, έτσι έχουν τα πράγματα. Ένα άλλο συγγραφικό τέχνασμα που ανεβάζει περισσότερο την αξία του βιβλίου είναι η σπαρακτική, μα λυρική, αφήγηση εκ μέρους της Αγγελικής, αφού νιώθει ότι μόνο έτσι θα εισπράξει την κατανόηση της κόρης της, η οποία, στο μεταξύ, έχει μεγαλώσει και δραπέτευσε από τις ετικέτες που φυλακίζουν τους ανθρώπους.
Η Αγγελική, το ημερολόγιο μιας πόρνης, εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία, πέφτει στην καρδιά μας σαν πιστολιά. Οπωσδήποτε όμως, είναι ένα μυθιστόρημα που χειρουργεί τον κάλπικο ντουνιά μέσα στον οποίο ζούμε. Τόσο κάλπικο που, ενώ πουλάει την ψυχή του στο διάβολο, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή η Αγγελική, ή κάποια Αγγελική, πουλάει το σώμα της στο διάβολο, μολονότι το κάνει, αν μη τι άλλο, με εντιμότητα και για καλό σκοπό.
*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος.
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Μια κριτική για το τελευταίο μου βιβλίο από το Diavasame.grΠολλοί συγγραφείς κατά καιρούς εμπνεύστηκαν λογοτεχνικά από τη ζωή των γυναικών που υπηρετούν την ''πάνδημο Αφροδίτη'', είτε από ανάγκη (οι περισσότερες) είτε από επιλογή - η ''δημόσια γυναίκα'' αποτελεί ένα πολύ ισχυρό τόσο κοινωνικό όσο και ψυχολογικό στερεότυπο. Η Αγγελική, η πόρνη στο μυθιστόρημα του Κύπριου συγγραφέα Λάκη Φουρουκλά, αν και ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη γνωστή πορεία αυτών των γυναικών, είναι ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη περίπτωση: πρόκειται για ένα ξεχωριστό και ευαίσθητο πλάσμα, με όνειρα και φιλοδοξίες, που καταλήγει όμως, λόγω των συνθηκών, να εκπορνεύεται για να επιβιώσει. Όταν αυτή η σκοτεινή παράκαμψη στο δρόμο της τελειώσει και ξαναπιάσει το κομμένο νήμα της ζωής της, αποφασίζει -με τη μορφή μιας γραπτής εξομολόγησης-, να διηγηθεί στην ενήλικη πια κόρη της Ιωάννα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε αυτή την ιδιότητα της μητέρας της, τα όσα βίωσε...
Το κείμενο, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, παρά το σκληρό του θέμα είναι τρυφερό και συναισθηματικά φορτισμένο: ίσως γιατί η αφηγήτρια απευθύνεται στην κόρη της και προσπαθεί να της μεταφέρει μόνο την απολύτως απαραίτητη για την αλήθεια της αφήγησής της ασχήμια που συνάντησε σ' αυτό το μονοπάτι. Ο συγγραφέας προσεγγίζει με κατανόηση και ανθρωπιά την ιστορία της Αγγελικής, αποφεύγοντας το μεγάλο σκόπελο της ανδρικής ψυχολογίας, τη διάκριση δηλαδή των γυναικών σε αγίες και πόρνες - άλλωστε η δική του ηρωίδα είναι και τα δύο, μια ''αγία εν αναμονή'', όπως τη χαρακτηρίζει.
Η γραφή του Λάκη Φουρουκλά διακρίνεται από εκείνη την ιδιαίτερη ποιότητα της ευαισθησίας, την οποία συναντάς σε άντρες που σέβονται και εκτιμούν το γυναικείο φύλο εν γένει (γιατί έχουν αγαπήσει τις γυναίκες της ζωής τους κι έχουν αγαπηθεί απ' αυτές). Γι' αυτό και κατορθώνει με επιτυχία ν' αναδείξει τόσο τις σκοτεινές πτυχές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης όσο και το ηθικό μεγαλείο για το οποίο είναι ικανή η γυναίκα. Αλλά πάνω απ' όλα το βιβλίο με κέρδισε για το μήνυμά του: πως, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν εκατοντάδες τρόποι να ξεπέσεις και να υποβιβαστείς σε αντικείμενο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος -υπό οποιεσδήποτε συνθήκες-, να είσαι άνθρωπος...
Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010
Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010
Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010
Τις φέρνουν, τις βιάζουν, τις πετάνε...
Μία ακόμη είδηση για την αγγελικά πλασμένη κυπριακή κοινωνία, όπου η λέξη Ντροπή δεν έχει πια καμιά αξία:Η Επίτροπος Διοικήσεως καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους να ρυθμίσουν νομοθετικά τα θέματα που αφορούν την προστασία της μητρότητας για τις αλλοδαπές οικιακές βοηθούς και να μην εξαιρούνται αυτές από ευνοϊκές ρυθμίσεις
Αλλοδαπή, οικιακή βοηθός και έγκυος από συγγενή της εργοδότριάς της. Το «τέλειο» θύμα για την άμεμπτη κοινωνία μας. Απελύθη και ζήτησε στήριξη από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες της έκλεισαν την πόρτα προβάλλοντας νόμους εδάφια και υποπαραγράφους... Της ίδιας «ευαίσθητης» αντιμετώπισης έτυχε και ακόμα μία αλλοδαπή οικιακή βοηθός, η οποία παρουσίασε επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της και με οδηγίες τους γιατρού δεν επιτρεπόταν να εργαστεί. Και για τις δύο περιπτώσεις υπέβαλλε παράπονο στην Επ. Διοικήσεως η ΚΙ.Σ.Α.. Η Ηλιάνα Νικολάου μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι το νομοθετικό μας πλαίσιο αφήνει απροστάτευτες τις αλλοδαπές εγκύους από τρίτες χώρες και πάσχει σοβαρά... όπως και η ευαισθησία μας. Και τα δύο παράπονα αφορούν το 2006.
Η συνέχεια στον Πολίτη
Κάτι μου λέει ότι και πάλι δε θα ιδρώσει κανενός το αυτί...
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010
Επιτέλους... καταδικαστηκαμε!
Τον δρόμο για τη δικαστική τιμωρία εκείνων των χωρών που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη δράση των κυκλωμάτων εμπορίας ανθρώπων άνοιξε, χθες, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταδικάζοντας Κύπρο και Ρωσία για την αποτυχία τους να προστατεύσουν τη ζωή μιας εικοσάχρονης κοπέλας, που είχε πέσει στα δίχτυα ενός παράνομου κυκλώματος τράφικινγκ.
Εκδικάζοντας την υπόθεση Ραντσέβα κατά Κύπρου και Ρωσίας, το Δικαστήριο καταδίκασε την Κύπρο για παραβιάσεις στο δικαίωμα της ζωής, στο δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια καθώς και για παραβιάσεις που σχετίζονται με τη μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας, ενώ καταδίκασε και τις δύο χώρες για παραβιάσεις σχετικά με την απαγόρευση της δουλείας και της καταναγκαστικής εργασίας.
Υποχρέωσε δε την Κύπρο να καταβάλει στον ενάγοντα-πατέρα της νεαρής 40.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.150 ευρώ για έξοδα, και τη Ρωσία να του καταβάλει 2.000 ευρώ για ηθικές ζημίες.
Η συνέχεια στην Ελευθεροτυπία
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Μια σημείωση...
Αν θέλετε ρίξτε μια ματιά στη "Ματιά" που φιλοξενεί μια παρουσίαση της "Αγγελικής"
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Στα βιβλιοπωλεία η "Αγγελική"
«Σπαραχτικό και την ίδια στιγμή λυτρωτικό, κεντημένο με ψήγματα λεπτής ειρωνείας ακριβώς στα σημεία εκείνα όπου ο αναγνώστης το έχει ανάγκη, για να μπορέσει να συνεχίσει το "σκάψιμο" στα συντρίμμια μιας ζωής».
Αναστασία Καλλιοντζή
συγγραφέας
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένας δρόμος-πόνος ήταν για χρόνια πολλά η ζωή της Αγγελικής. Γι’ αυτό και δεν θέλησε ποτέ μέχρι τώρα να μιλήσει στην κόρη της γι’ αυτή. Δεν ήθελε να μάθει η Ιωάννα της πόσα πέρασε, πόσο στ’ αλήθεια υπέφερε ώσπου να βρει λίγη χαρά που να διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Μέσα στο σκοτάδι όπου ζούσε, η κόρη της ήτανε πάντα το φως και δεν μπορούσε να της ματώσει την ψυχή λέγοντάς της τις πικρές της αλήθειες.
Ωστόσο, να που έφτασε ο καιρός ν’ ανοίξει την καρδιά της και να μιλήσει για όλ’ αυτά που την πλήγωσαν, για το φευγιό από έναν άντρα τύραννο και από μια κοινωνία καταπιεστική, για τον αγώνα της για επιβίωση και για την πτώση της στην πορνεία.
Λίγες μικρές χαρές και πολλές μεγάλες λύπες σημάδεψαν τον δρόμο της. Η κόρη της την έσωσε από τον ολοκληρωτικό χαμό και κάποιοι από μηχανής θεοί τη βοήθησαν να βρει και πάλι τη χαρά της ζωής.
Αυτή είναι η ιστορία της πόρνης, της Αγγελικής, μιας αγίας εν αναμονή.
Έγραψαν για το βιβλίο
«Έχω διαβάσει όλα σχεδόν τα βιβλία του Λάκη Φουρουκλά και ποτέ δεν έπαψε να με συναρπάζει η σαφής, εναργής και φιλοσοφημένη γραφή του και ο έντεχνος λόγος του. Γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, ο συγγραφέας εισχωρεί βαθιά στην ψυχολογία των ηρώων του και βγάζει με πολλή μαεστρία τα εσώψυχά τους στο φως της μέρας, οδηγώντας τον αναγνώστη σε ταύτιση και ενδοσκόπηση».
Όμηρος Αβραμίδης, συγγραφέας
«Ο τρόπος που γράφει ο Φουρουκλάς είναι περίτεχνος. Δεν περιορίζεται στην επιφάνεια, αλλά βουτάει στον βυθό.
Δεν κάνει διαρκώς βουτιές στον βυθό, αλλά τις ντύνει με πρωταγωνιστικούς ρόλους».
Αντρέας Κούνιος.
Εφημερίδα «Αλήθεια» - Κύπρος
Τίτλος:
ΑΓΓΕΛΙΚΗ
το ημερολόγιο μιας πόρνης
Συγγραφέας:
ΛΑΚΗΣ ΦΟΥΡΟΥΚΛΑΣ
Είδος: μυθιστόρημα
Σελίδες: 192
Σχήμα: 14 Χ 21
Κατηγορία: Ελληνική λογοτεχνία
ISBN 978-960-98547-2-6
Τιμή: 13 ,00 €
Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε το 1970 από Κύπριους γονείς. Μεγάλωσε στην Κύπρο. Έζησε στην Αθήνα για μερικά χρόνια και τώρα μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην αγροτική Κύπρο και την Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης.
Δούλεψε σε διάφορες εφημερίδες και ραδιοσταθμούς στο νησί.
Έχει εκδώσει τρία βιβλία στην Κύπρο και δύο στην Ελλάδα. Από τις εκδόσεις Γη στη Λευκωσία κυκλοφόρησαν οι συλλογές διηγημάτων «Αιώνια Αγαπημένη» και «Γαλανή & Λεύκιος», καθώς και η νουβέλα «Το λάθος πάθος». Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου» κι από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική οι «Γυναίκες της Συγνώμης».
Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Να ένα μήλο και Ρωγμές, στην Ελλάδα, και στο περιοδικό Εξάγγελος, στην Κύπρο, καθώς και σε διάφορες λογοτεχνικές ιστοσελίδες όπως οι: www.anemolologio.gr, www.flytoistros.com, www.refene.com, www.peri-grafis.com, www.elogos.gr και άλλες.
Διατηρεί προσωπικό μπλογκ στη διεύθυνση: http://lakisf.blogspot.com. Δικό του είναι και το αγγλόφωνο http://lakisf2.blogspot.com. Επίσης έχει ένα μπλογκ με φωτογραφίες από τα ταξίδια του, που μπορείτε να βρείτε εδώ: http://adais.blogspot.com, καθώς και ένα με βιβλιοπαρουσιάσεις http://lakisf3.blogspot.com
Φωτογραφίες του δημοσιεύθηκαν σε εκπαιδευτικά βιβλία και ταξιδιωτικούς οδηγούς του εξωτερικού.
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009
Το μελαγχολικό τραγούδι της Σάντρας
Με λένε Σάντρα και είμαι τυφλή. Δεν ήμουνα πάντα, αλλά τώρα είμαι. Εδώ και δέκα χρόνια. Από τα δύο μου δηλαδή. Είμαι τυφλή, αλλά όχι δυστυχισμένη, αφού έχω τη μάνα μου που πάντα στέκεται δίπλα μου και με ενθαρρύνει, τον μπαμπά που όλο δουλεύει από δω κι από κει και σπάνια μένει στο σπίτι, και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου που είναι μεγαλύτερα από μένα και βλέπουν. Τι ακριβώς βλέπουν; Δεν ξέρω. Υποθέτω αυτά που μου περιγράφει από τότε που έχασα το φως μου η μαμά. Δηλαδή το νερό, τα σπίτια, τον ουρανό, τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους.Ό,τι όμως δεν μπορώ να δω το ζωγραφίζω μέσα μου. Το ξέρω ότι οι περισσότερες από τις ζωγραφιές μου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά δε με νοιάζει, αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τις βλέπει. Εξάλλου, όπως λέει κι ο μπαμπάς, όλη η ομορφιά του κόσμου κρύβεται στην ψυχή μου και να υμνώ τον Κύριο γι’ αυτό. Ναι, τον υμνώ, παρά το κακό που με βρήκε. «Ευλογία είναι, κόρη μου, αυτό που σου συνέβηκε», επιμένει η μαμά, «ευλογία, αφού δεν μπορείς πια να δεις την ασχήμια αυτού του κόσμου». Κι όμως εγώ πιστεύω ότι ο κόσμος είναι όμορφος, αλλά να, οι άνθρωποι τον χαλάνε, και τον κάνουν να μοιάζει πολύ λυπημένος.
Ακόμη και η μαμά λυπημένη είναι, κι ας μην το λέει. Από τότε που ήρθε εκείνος ο τυφώνας, η Κατρίνα, και βύθισε το σπίτι μας -ή ίσως και να το παρέσυρε, δεν ξέρω- έχει αλλάξει η φωνή της, έχει γίνει πιο σιγανή, πιο αδύναμη. Ωστόσο, «φανήκαμε τυχεροί», υποστηρίζει, «αφού τουλάχιστον εμείς σωθήκαμε». Ναι, τυχεροί, και γι’ αυτό υμνούμε τον Κύριο αλλά, όπως και να το κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι πια η ίδια. Φτωχοί ήμασταν πριν, φτωχοί είμαστε και τώρα, αλλά τουλάχιστον πριν είχαμε το σπίτι μας, ενώ τώρα δεν έχουμε σχεδόν τίποτα – πέρα από ο ένας τον άλλο δηλαδή.
Κάθε τόσο, καθώς τριγυρνώ με τη μαμά και τα αδέλφια μου από δω κι από κει, σ’ αυτό το άγνωστο μέρος που μας φιλοξενεί, κρυφακούω κουβέντες από φωνές δίχως πρόσωπο, που πιότερο μου ματώνουν την καρδιά. Όλοι μιλάνε γι’ αυτά που έχασαν, γι’ αυτούς που πέθαναν, για την προηγούμενή τους ζωή και προβλέπουν μεγαλύτερα δεινά για το μέλλον. «Μην ακούς τις Κασσάνδρες», μου ψιθύρισε κάποια φορά ο μεγαλύτερός μου αδελφός, κι εγώ αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν σ’ ετούτο τον τόπο να έχουν όλοι, άντρες και γυναίκες, το ίδιο όνομα. Τον ρώτησα λοιπόν και άρχισε να γελά και δεν σταμάτησε μέχρι που φτάσαμε στο σπίτι – αν μπορεί να αποκαλέσει δηλαδή κανείς σπίτι ετούτη τη μικρή κάμαρα όπου μας έχουν στοιβάξει όλους.
Ώρες-ώρες νιώθω να πνίγομαι, νιώθω κάτι να μου λείπει, εκτός από την όρασή μου φυσικά, αλλά δεν ξέρω τι. Και τότε, αν δεν έχω καμία άλλη επιλογή, αρχίζω να γράφω μέσα μου στίχους και να τους ψιθυρίζω σαν τραγούδια.
Πολύ λυπημένα είναι τα τραγούδια μου. Μιλάνε για μια ομορφιά που χάθηκε χωρίς ποτέ ν’ αντικρίσω, για την πόλη μου που βούλιαξε κάτω από τα νερά του ωκεανού, για τις ψυχές που σβήσανε.
Κάποια φορά, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, πήρα να τραγουδώ με δυνατή φωνή, ένα κομμάτι που έμοιαζε με γκόσπελ, και σαν το τέλειωσα, άκουσα μια γυναίκα να μου λέει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό ότι πολύ την συγκίνησα. Κι ύστερα άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα από πριν ότι ήταν εκεί και όταν το έμαθα δεν ήξερα που ακριβώς ήταν. Έτσι ακολούθησα τους λυγμούς της. Πήγα και στάθηκα λοιπόν μπροστά της και την παρακάλεσα να σταματήσει να κλαίει, της είπα να υμνεί τον Κύριο, και όλα θα πάνε καλά. «Είσαι ένας άγγελος», μου αποκρίθηκε. «Το ξέρεις;» «Πώς είναι οι άγγελοι;» τη ρώτησα και άκουσα ένα γελάκι να ξεφεύγει απ’ τα χείλη της, κι αμέσως μετά ένα επιφώνημα, έκπληξης ίσως. Ή ξέχασε ή δεν ήξερε ότι ήμουν τυφλή. Μετά από μια στιγμή, που μου φάνηκε πώς κράτησε πολύ, μου είπε: «Όμορφοι είναι, σαν και σένα. Και τραγουδάνε όμορφα, ακριβώς όπως κι εσύ. Αλλά όχι τόσο μελαγχολικά. Ωστόσο…» Σώπασε. Άφησε την πρότασή της στη μέση. Ωστόσο, «αυτοί δεν τραβούν τα ζόρια που τραβάμε εμείς», είμαι σίγουρη ότι αυτό θα μου έλεγε. Την άκουσα να σηκώνεται από εκεί που καθόταν, κάπου στο κοινόβιό μας σαλόνι, και την ένιωσα να με αγκαλιάζει. «Συνέχισε να τραγουδάς μικρή», μου ψιθύρισε, «είναι μεγάλο το χάρισμα που έχεις». Αλήθεια; Ήθελα να τη ρωτήσω, αλλά δεν το έκανα, παρέμεινα μονάχα σιωπηλή κι απορημένη. Ήταν όντως ωραία η φωνή μου, όμορφο το λυπημένο μου τραγούδι; Με απελευθέρωσε από τη μεγάλη αγκαλιά της και άκουσα τα βήματά της να κατευθύνονται βαριά προς την πόρτα. Κάθισα επιτόπου, στο πάτωμα, και βυθίστηκα στις σκέψεις μου.
Το ίδιο βράδυ, καθώς τρώγαμε το λιτό μας δείπνο, περιέγραψα στους δικούς μου το πιο πάνω περιστατικό, και με κάποια έκπληξη άκουσα τον συνήθως αμίλητο μπαμπά μου να με παροτρύνει: «Άντε λοιπόν τραγούδα, να σε ακούσουμε κι εμείς». Υπάκουσα. Τους είπα το λυπημένο μου τραγούδι, και μετά, αφού μου ζήτησαν κι άλλο, συνέχισα να τους τραγουδώ. Όλοι οι στίχοι που έγραφα μέσα μου, έμοιαζαν μεμιάς να παίρνουν ζωή, να αποκτούν υφή και μια αλλιώτικη ουσία. Όσο πιο πολύ τραγουδούσα, όσο μεγάλωνε το πάθος και δυνάμωνε η φωνή μου, τόσο περισσότερο ένιωθα ν’ απλώνεται γύρω μου η σιγή, αλλά και κάτι να αλλάζει στην ατμόσφαιρα, που σιγά-σιγά γινόταν πιο ζεστή, σαν μια μεγάλη αγκαλιά και μια ανάσα. Σαν πέρασε η ώρα και κουράστηκα σταμάτησα και τους ρώτησα πως τους φανήκαν τα τραγούδια μου. Στην αρχή μου απάντησε η σιωπή κι αμέσως μετά ένιωσα πολλά ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω μου, να με τρυπάνε λες με την επιμονή τους, προτού χέρια γνωστά και άγνωστα αρχίσουν να με χειροκροτούν. Ένα μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί εκεί, παρασυρμένο απ’ τη φωνή μου.
Από τότε η τύχη μας άλλαξε, ή μάλλον η δική μου τύχη, αφού απέκτησα επιτέλους ένα σκοπό στη ζωή, μια και μπορούσα πια να προσφέρω στους άλλους κάτι. Ναι, τώρα το νιώθω επιτέλους κι εγώ και, υμνώντας τον Κύριο, μπορώ να το πω, ότι είμαι στ’ αλήθεια ευλογημένη. Η φωνή μου είναι η ευλογία μου, τα τραγούδια που γράφω μέσα μου και ποτέ δεν ξεχνώ η περιουσία μου, η παρηγοριά που χαρίζουν στους άλλους της φτωχής μου ζωής η δικαίωση.
Όλα ξεκίνησαν την ημέρα εκείνη, που το φως μου πήρε να τρεμοσβήνει, τότε που άρχισε στης μικρής μου ψυχής το τετράδιο να γράφεται, το μελαγχολικό τραγούδι της Σάντρας.
«Τραγούδα, κόρη μου», μού λέει η μαμά. «Τραγούδα να κάνεις πιο όμορφο τον κόσμο!»
Πρώτη γραφή
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009
Αγγελική. Το ημερολόγιο μιας πόρνης
Ιωάννα,Καλό μου παιδί, Ιωάννα μου! Να, που σου κάνω ένα δώρο -αν κι εγώ δεν το θεωρώ τέτοιο- το δώρο που πάντα ζητούσες, την ιστορία της ζωής μου! Συγχώρεσέ με, ψυχή μου, που διάλεξα αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο για να στην πω, όμως αλλιώς δε γινόταν. Δε θα μπορούσα να τη διηγηθώ διαφορετικά. Δε θα είχα τα λόγια. Δε θα είχα τον τρόπο. Ελπίζω να με καταλάβεις. Ή μάλλον, ξέρω ότι θα με καταλάβεις, κι απλά ελπίζω να μη σε πληγώσω, γιατί δε σου πρέπει. Όχι, δε σου πρέπει, καρδούλα μου. Εσένα σου πρέπουνε μόνο το χαμόγελο και η χαρά, η ευτυχία.
Ένας δρόμος πόνος ήταν η ζωή η δικιά μου για χρόνια πολλά, Ιωάννα, ένας δρόμος πόνος. Γι’ αυτό και δε θέλησα ποτέ πριν να σου μιλήσω γι’ αυτή. Δεν ήθελα να μάθεις τι πέρασα, πόσα πέρασα, πόσο υπέφερα, ώσπου να βρω λίγη χαρά που να διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν ήθελα να έχεις ιδέα καμιά για το φαρμάκι της ζήσης μου -όχι ακόμη. Και χαίρομαι στ’ αλήθεια πολύ που εσύ δε θα περάσεις ποτέ απ’ τα μονοπάτια που περπάτησα, που ποτέ δε θα ζήσεις το δράμα το δικό μου. Μέσα στο σκοτάδι όπου ζούσα, πάντα ήσουνα το φως. να το ξέρεις αυτό, καλή μου.
Τώρα, καθώς τα χρόνια πέρασαν, καθώς οι πληγές λίγο πολύ επουλώθηκαν, καθώς οι μνήμες πήραν σιγά σιγά να ξεθωριάζουν, τώρα νιώθω πως όλα έγιναν όπως ακριβώς έπρεπε να γίνουν. Και δε μετανιώνω για τίποτα, για τίποτα απ’ αυτά που έκανα. Και δε διαγράφω τίποτα, τίποτα απ’ αυτά που έπαθα, καθώς έμαθα. Έμαθα τα μαθήματά μου. Έμαθα να εκτιμώ το καθετί σαν κάτι το μοναδικό, σα μια ξεχωριστή πράξη, σα μια ιδιαίτερη στιγμή, σα μια ακόμα σημαντική ψηφίδα στο πολύχρωμο μωσαϊκό της ύπαρξής μου.
Αλλά, ας αφήσω τις φιλοσοφίες, κι ας σου μιλήσω απλά, όπως μου έρχεται, απ’ την καρδιά μου. Ας μιλήσω για να σου πω πως σ’ αγαπώ απέραντα, απεριόριστα, σαν τη ζωή μου την ίδια, για να σου πω πως είσαι η ζωή μου η ίδια και πως είμαι περήφανη για σένα πιο πολύ απ’ ό,τι τα λόγια τα φτωχά θα μπορούσαν ποτέ να περιγράψουν. Είμαι περήφανη για την ψυχή σου και την καλοσύνη της. Εσύ είσαι το καλύτερό μου «έργο», το μεγάλο «κόλπο» μου. ένα ηχηρό χαστούκι στα πρόσωπα των ψεύτικων θεών των μεγάλων, στους οποίους θέλω να πω, να βροντοφωνάξω: «Να, φάτε στη μούρη ετούτη την όμορφη, την κόρη μου, εσείς όλοι οι τρανοί και μεγάλοι, που για χρόνια ολόκληρα μου κάνατε τη ζωή ποδήλατο. Φάτε τη στη μούρη, αφού η αφεντιά σας ποτέ της δε θα κατάφερνε να δημιουργήσει κάτι τόσο όμορφο και τόσο καλό όσο αυτό το κορίτσι, δε θα μπορούσε να φτιάξει τέτοιο θαύμα!»
Ναι, ναι, ξέρω τι σκέφτεσαι: τα παραλέω. Τα παραλέω όντως, αλλά τα εννοώ. Την κάθε λέξη, την κάθε υπερβολή! Γι’ αυτό, σε παρακαλώ πολύ, μην αφήσεις ποτέ κάποιον να σε μειώσει, να σε κάνει να νιώσεις λιγότερο ξεχωριστή απ’ ό,τι είσαι.
Με μια συμβουλή θα κλείσω αυτό το γράμμα, ψυχή μου, με μια συμβουλή που αν τηρήσεις, που αν ακολουθήσεις πιστά, δύσκολα θα πληγωθείς, θα είσαι πάντα λίγο ή πολύ προστατευμένη απ’ τα δεινά αυτού του κόσμου: να προσέχεις απ’ τους καλούς ανθρώπους, Ιωάννα μου, απ’ αυτούς να προσέχεις. Αυτοί μπορούν να σε πληγώσουν ξαφνικά και δίχως λόγο, να σε στήσουν απροσδόκητα στον τοίχο. Ενώ οι άλλοι, οι κακοί, οι άτιμοι, είναι πιο τίμιοι -πιο τίμιοι με τους εαυτούς τους και με τους άλλους- αφού από δαύτους ξέρεις τι να περιμένεις. Να φυλάγεσαι, λοιπόν, απ’ τους καλούς ανθρώπους και τις καλές τους προθέσεις.
Θα σε αφήσω τώρα, καλή μου. Θα σε αφήσω να διαβάσεις την ιστορία μου, να κάνεις μακροβούτι στο χθες μου, να μάθεις ό,τι ποτέ δε σου είπα, να με κρίνεις για ό,τι ποτέ δεν έμαθες. Ναι, να με κρίνεις αμείλικτα, αλλά να με κρίνεις μ’ αγάπη, με της καρδιάς σου όλη τη ζεστασιά.
Σ’ αγαπώ! Να προσέχεις.
Η μαμά,
Αγγελική
ΥΓ. Συγχώρεσέ με, αλλά δεν μπόρεσα να γράψω την ιστορία μου στο πρώτο πρόσωπο. Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι, αφού τα μυθιστορήματα, τα παραμύθια, δεν πληγώνουν τόσο πολύ, δεν αιμορραγούν όπως οι προσωπικές μαρτυρίες.
Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία


