Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Bangkok... Breaking news

Όπως φαίνεται η ώρα μηδέν για την οποία γράφαμε στην προηγούμενη ανάρτηση έφτασε. Αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα στην Μπανγκόκ μεγάλη επιχείρηση του στρατού για καταστολή των διαδηλώσεων. Μέχρι στιγμής έχουν σκοτωθεί τέσσερα άτομα, αλλά ο αριθμός των τραυματιών δεν είναι ακόμη γνωστός -ανάμεσα στους διαδηλωτές και τους στρατιώτες- ενώ οι υλικές ζημιές φαίνονται να είναι πολύ μεγάλες, αφού οι... κόκκινοι έβαλαν φωτιά σε δεκάδες καταστήματα στο κέντρο της πόλης, κατέστρεψαν διαφημιστικές πινακίδες, τηλεφωνικούς θαλαμούς και οχήματα. Ένα από τα τηλεοπτικά κανάλια της χώρας ανέστειλε προσωρινά τη λειτουργία του, ενώ εκκενώθηκαν και τα γραφεία της αγγλόφωνης Bangkok Post, αφού βρίσκονταν στο δρόμο των εκδιωχθέντων διαδηλωτών.
Λίγο μετά την έναρξη της επιχείρησης εφτά από τους ηγέτες των κόκκινων πουκαμίσων παραδόθηκαν στις αρχές, οι οποίες χθες διέρρευσαν στη δημοσιότητα βίντεο που δείχνει ένοπλους διαδηλωτές, αλλά και μικρά παιδιά πίσω από τα οδοφράγματα.
Η αστυνομία διερευνά τις ενέργειες πέρα των εκατόν εμπορικών επιχειρήσεων, που σύμφωνα με τα στοιχεία χρηματοδοτούν τους διαδηλωτές, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Τάκσιν Σιναούατρα αρνείται και πάλι οποιαδήποτε δική του εμπλοκή στα γεγονότα.
Στην Τσιανγκ Μάι η ζωή συνεχίζεται ως συνήθως. Πέρασα χθες το βράδυ από το ναό όπου σταθμεύουν οι κόκκινοι και τους είδα να κάθονται παρέες-παρέες σε τραπέζια, να τρώνε και να πίνουν. Λες κι εδώ είναι μια άλλη χώρα...

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Ταϊλάνδη, ώρα μηδέν;

Πού θα πάει το πράμα στην Ταϊλάνδη; Ιδού η απορία. Εκεί που όλα έμοιαζαν να έχουν πάρει το δρόμο τους για εθνική συμφιλίωση οι πολιτικοί τα έκαναν και πάλι… του απόπατου! Μέχρι στιγμής μετράμε 31 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες από τις συγκρούσεις των τελευταίων πέντε ημερών στην Μπανγκόκ και αν δεν υπάρξει παρέμβαση από το βασιλιά ή η απαραίτητη πολιτική βούληση από κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα πράγματα αναμένεται να πάνε από το κακό στο χειρότερο.
Σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν περαιτέρω συγκρούσεις και θύματα η κυβέρνηση κήρυξε αυτό το διήμερο αργία στην Μπανγκόκ, ενώ κάποιες περιοχές θυμίζουν νεκρή ζώνη. Τα κόκκινα πουκάμισα, αφού θέλοντας να τα πάρουν όλα έχασαν την ευκαιρία των εκλογών που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, τώρα ζητούν τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών για την αποφυγή νέας αιματοχυσίας.
Στο μεταξύ σήμερα το πρωί πέθανε κι ένας από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, ο στρατηγός Σε Νταένγκ, ο οποίος νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση σε νοσοκομείο της πρωτεύουσας, αφού δέχθηκε πυρά από ελεύθερο σκοπευτή, κάτι που αναμένεται να οξύνει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα.
Τώρα εκφράζονται φόβοι ότι οι ταραχές θα εξαπλωθούν και στο βορρά της χώρας, όπου μέχρι τώρα δεν άνοιξε μύτη. Εδώ στην Τσιανγκ Μάι μαζεύονται κάθε βράδυ σ’ ένα ναό και διαδηλώνουν ειρηνικά γύρω στους 300-400 υποστηρικτές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι λένε ότι αν υπάρξει βίαιη καταστολή των συγκεντρώσεων στην Μπανγκόκ θα αντιδράσουν δυναμικά.
Μ’ αυτά κι αυτά οι αφίξεις τουριστών στη χώρα, που είχαν ήδη πληγεί από τις διαδηλώσεις του 2008, παρουσιάζουν κατακόρυφη πτώση, και στελέχη της τουριστικής βιομηχανίας μιλάνε ήδη για μια καταστροφική χρονιά. Ακόμη κι εδώ, στην ειρηνική Τσιανγκ Μάι, σε σχέση με παλιά, δε μοιάζει να κινείται τίποτα. Τα πανδοχεία μισοάδεια, τις νύχτες οι δρόμοι σχεδόν ερημικοί.
Κι όμως το ταϊλανδέζικο μπατ εξακολουθεί να κινείται στα υψηλότερα επίπεδα της δεκαετίας, φτάνοντας τα 39 ανά ευρώ.
Με δεδομένα τα πιο πάνω για ένα μόνο πράγμα μπορεί να είναι κανείς σίγουρος: για το ότι δεν μπορεί να είναι για τίποτα σίγουρος!

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Μεταλλαγμένα μυαλά


Το πιο κάτω το είχα γράψει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Είχα ξεχάσει σχεδόν την ύπαρξή του. Η τύχη ή η ατυχία το οδήγησε σήμερα, μέσα από τα στενά του ίντερνετ, στο δρόμο μου. Είναι λίγο κουφό, ή μάλλον πολύ, ωστόσο κατά κάποιο τρόπο παραμένει επίκαιρο.

Μεταλλαγμένα μυαλά

εκκωφαντικές σιωπές

το τηλέφωνο

οι ένοχοι στο οστεοφυλάκιο

χαμηλωμένα βλέμματα

κουρδισμένα απόβλητα

το χρονόμετρο το χρονόμετρο

δυο λεπτά για να ζήσουμε

αναισθησιογόνες κραυγές

παράλογα κυβικά

τρύπες του όζοντος

γύπες του όζοντος

γόπες ευτυχίας

φανατισμένοι ειρηνιστές

σάπιες αντιλήψεις

και η αγάπη του άνθρακα

τρέξε τρέξε σε κυνηγά

η ψυχή σου

κι ένα αστέρι πέφτει πέφτει

έπεσε

μα είναι μακρύς ο δρόμος

φυλές ξεφτίλας

απόψεις από σκορδόψωμο

ψιχάλες αντίληψης

απόκληροι του έρωτα

πτήση για την κόλαση

εκεί βαθιά στον ουρανό

καβουρδισμένες ταυτότητες

πλήθος από αυταπάτες

θάνατος της ζωής

προ του θανάτου

και το παιδί κλαίει για

το χαμένο του τόπι

ανάσα

μάτια ανοικτά που τίποτα

δε βλέπουν

μάτια κλειστά πολύ κλειστά

ακοή

φύλλα χλοής σε μαύρο χρώμα

το παράπονο του ανέμου

πικροθάλασσα δακρύων

αίσθηση

ερωτικό άγγιγμα

παράδεισος από ψέματα

πτώση

και η φωτιά καίει

στης μοναξιάς την εστία

προσοχή προσοχή

ο αγώνας αρχίζει

το μέλλον είναι εδώ

και το σκοτάδι

αδιαπέραστο

πίστη

γονάτισε ευλαβικά και

προσκύνα το κάτουρο

ανακούφιση

ημέρα της σωτηρίας

δικαιοσύνη

αδικία

και το δάκρυ αναβλύζει

από αστείρευτη πηγή

στείρων οφθαλμαπατών

φώναξε

το μαχαίρι το μαχαίρι

βαθιά στην πληγή

που δεν υπάρχει

άφθονο αίμα μολυσμένο

από κούφια πιστεύω

ένα δύο τρία…

βήματα καταστροφής

μιζέρια

μπλαβίς ήλιος

κιαρόσκουρη σελήνη

σκοτειναστεριά

άνοιξαν οι κρούνοι

του αθέλητου θέλω

σκύψε

η άλλη ζωή είναι εδώ

εσύ είσαι αλλού

ψευδαισθήσεις ελευθερίας

ανθρωπόμορφα τέρατα

κανίβαλοι

αστραπές σκοτίζουν το φως

βροντές ράβουν τη γη

κεραυνοί ζωντανεύουν τον πλανήτη

χιόνι από στάχτη

κοίτα

κάποτε ήταν η γη

πάει το τρένο

μην κλαις που πήρες λάθος

δώρο απλά δεν

ήξερες να παίξεις

μια φορά και ένα καιρό

και άλλα παραμύθια

που έγιναν εφιάλτες

το μεγάλο ΑΧ

μετά

εγένετω φως εκ φωτός

αλλά έσβησε ο πυρσός

πίσω

στο χρόνο πίσω

στο τότε που ήταν αλλιώς

αλλιώς

σκάσε

κάπνισε παρηγοριά

πιες λησμόνια

φάε τα σκατά

τα δικά σου σκατά

και δόξασε τον Κύριο

αμήν

αλλά όλα τώρα αρχίζουν

τώρα που είναι αργά

έκπληκτα βλέμματα

υπόνοια θλίψης

κατάλαβες

δεν κατάλαβες

πύρινη κόλαση δροσιάς

μιλάει στα χαμένα

ατιμία

ήχοι νεκρού τυμπάνου

πολεμιστές του σκότους

μαύρο αίμα

το πνεύμα της λίμνης

πέθανε νωρίς

έμεινε άνεργος ο χάρος

γεννιούνται όλοι νεκροί

ξωτικά

διασχίζουν τα άλλοτε δάση

για να συναντήσουν

τους άλλοτε ονειροδοσμένους

αλλοπαρμένους ανθρώπους

πεθαίνουν κι αυτά

θόρυβος

δε χάσαμε τίποτα

δεν είχαμε τίποτα

είμαστε ελεύθεροι

ελεύθεροι στο κλουβί μας

σιγή

άχρωμη καρδιά

στις όχθες της αχερουσίας

κυνηγάει μες στην ερημιά

νόημα ύπαρξης

απογοήτευση

οι ποιητές πήραν επίδομα ανεργίας

άσχετο

η συνέχεια

κάποτε ήταν ένα δάσος

κάποτε υπήρχανε ζώα

κάποτε κυλούσαν ποτάμια

κάποτε υπήρχανε ψάρια

κάποτε

νοσταλγώ

το χαμένο χαμόγελο

τα φλογισμένα μάτια

τις καυτές ανάσες

τα ανάλαφρα χάδια

τα παθιασμένα φιλιά

τα λάθη μου

μετά βγήκαν τα φίδια

πήραν ψυχές

έδωσαν χρήμα

κι ασφάλειες ζωής

στους νεκρούς

φχαριστώ δε θα πάρω

πήρα

πήρα και πήγα και

πέταξα τα δώρα τους

στο λάκο με τις υποσχέσεις

έλεος

τα τζιτζίκια δε λένε

πια το τραγούδι τους

τα πουλιά δε μας

χαρίζουν μελωδίες

κι ο πετεινός ξυπνάει

πια το βράδυ

ανατροπή

ό,τι δεν είναι γίνεται

και ό,τι ήταν όχι

αναπόφευκτη έλξη

προς τη φθορά

τάξη

νόμος

πειθαρχία

στ’ αλήθεια

αταξία

ανομία

απειθαρχία

κι ακόμη

διαφθορά

διαπλοκή

διακαής πόθος μου είναι

να ζήσω

κοτσάνα

ήταν κάποτε η μέρα

και άλλες αναμνήσεις

πόνος

ένα κοριτσάκι παίζει

με μια κούκλα δίχως χέρια

η φωτιά καίει τα

εναπομείναντα αποκαϊδια

ο λοχαγός εκτελεί το

φαντάρο που θέλησε να

λιποτακτήσει προς

τη συνείδησή του

οίκτο

κυρίες και κύριοι

ζούμε μια ιστορική στιγμή

το θάνατο της ιστορίας

ο καθένας είναι ό,τι λέει

ο καθένας λέει ό,τι θέλει

ο καθένας θέλει ό,τι δεν έχει

ο καθένας

ο κανένας

επιστροφή στη φύση

το νέο σύνθημα

πάμε θερμοκήπιο

αμάν

το καφέ αμάν

προσφέρει καφέδες σε χάπι

προσεχώς και σε προφυλακτικό

πλήξη

κατάργησαν τους πολέμους

οι νεκροί δεν πεθαίνουν

επανάληψη

για δες πως λάμπει ο ήλιος

σ’ αυτή την παλιά φωτογραφία

κλεμμένη στιγμή

θάμβος

ήταν ένα μικρό καράβι κι

άλλα ανθρωποφαγικά τραγούδια

το χρέος το χρέος

προς τη μαμά πατρίδα

και τον μπαμπαχρήμα

οδηγώ οδηγώ μες στο δάσος

όταν ο μπάτσος δεν είν’ εδώ

μπάτσε μπάτσε είσ’ εδώ

η κοκκινοσκουφιτσά έγινε

κοκκινοφωτίτσα

κόκκινη κλωστή δεμένη σε

διαφήμιση τυλιγμένη

έκτακτη επικαιρότητα

μείνετε μαζί μας για

να δείτε

πόσοι πέθαναν

πόσοι ακρωτηριάστηκαν

πόσα δάση κάηκαν

πόσες λίμνες ξεράθηκαν

πόσα ποτάμια στέρεψαν

πόσα πουλία και ζώα εξαφανίστηκαν

καλά να περνάτε

κίνδυνος

θα χαθεί το έθνος

γραφείο απολεσθέντων η μύγα

για δες καιρό που διάλεξε

ο χάρος να με πάρει

τώρα που τρώνε τα κλαριά

και πίνουν το χορτάρι

ανωρθώγραφως

τωτίς
ποτίς

χασής

γκρίζαραν τα όνειρα

τα πρόσωπα ντύθηκαν τη θλίψη

η μουσική έγινε άηχη

βάλτος

βγαίνουμε για βόλτα

στους υπονόμους με

τους λογιστές

υπολογιστές

ανθυπολογιστές

ληστές του κάρμα

τι κι αν όλα είναι ένα ψέμα

φτάνει που είμαστε ευτυχισμένοι

ευθυ-χεσμένοι

λέξεις

κλεμμένες από άλλες εποχές

ριγμένες τυχαία στο

όχι του χρόνου

άδεια σελίδα

έρημος από χιόνι

σε σεληνιακό τοπίο

τα άγρια μωρά άγρια καίγονται

μαμάάάάάάάά

η ηδονή έγινε οδύνη

η οδύνη πρέπει

το πρέπει θηλιά

η θηλιά στο λαιμό

που μας πνίγει και

μας παίρνει την

κάθε δανεικιά ανάσα

βαθιά αναπνοή

κιχ κιχ νέφος

αφουγκράσου

ένας ψίθυρος

κάποτ’ εδώ ήταν η ζωή

τώρα το πείραμά της

κλωνοποιηθείτε

ανοιγώ τις φτερούγες μου

πηδάω απ’ το παράθυρο

και πετάω

από το μηδέν προς το μηδέν

σύγκρουση

σύγκριση

με δυο λόγια άλλα λόγια

αλκοόλ

αφήνομαι στην αγκαλιά σου

γλυκιά αποχή απ’ το όχι μου

δήμιος του δεσμοφύλακα

της ελεύθερης σκέψης μου

το κλειδί

για να ανοίξουμε τις θύρες

της αντίληψης

για να μακελέψουμε

την ασφάλειά τους

για να κλέψουμε

τα χρώματα του ουρανού

που ’ναι από χρόνια στο μπαούλο τους

για να ανοίξουμε τις

σκουριασμένες καρδιές

… τέσσερα πέντε έξι

στη σειρά

όλα με το ίδιο πρόσωπο

τα ίδια ρούχα

τα ίδια εξαθλιωμένα βλέμματα

γίνε κι εσύ κάποιος άλλος

μπεεεεεεεεεεεε

ντόλι ντόλι τον καημό μου

τρέχω

πέφτω

σηκώνομαι

αντέχω

αδράχνω

τη μέρα

μα φεύγει

σα σφαίρα

κυρτό κάτοπτρο

κυρτές φάτσες

κυρτές ράτσες

κυράτσες

άσχετο δύο

σπασμένο γυαλί

η λογική μας

μας πάει στης

αβύσσου το αύριο

ζήτω ζητώ

για να ζήσω

αλλά

η στιγμή χάθηκε μαζί

με τη γυμνή γυναίκα

που έφαγε ένα μήλο

επειδή τα αχλάδια

ήταν άγουρα

ο παράδεισος χάθηκε

για ένα φρούτο εποχής

καθώς

ο άνθρωπος τολμούσε

να είναι ελεύθερος

στη μάσα

τώρα εξασκημένες μασέλες

τρώνε τα πάντα

όνειρα

συνειδήσεις

χαμό-γελά

τρούφες

και άλλα γλυκά

οι πανφάγοι γύρισαν

κι όλοι

τους γλύφουν τους κώλους

μπας και γιατρευτούν

οι αιμορρόιδες

και κείνοι τους χαρίζουν

γενναιόδωρα πορδές

σε βρόμικο κόσμο

βρόμικα ζούμε

σταθείτε

συνεχίστε

παιχνίδια της σκέψης

παιχνίδια αγγέλων

παιχνίδια πολέμου

σήψη

στο βατερλώ του κορμιού μου

αποσύνθεση

ο καλύτερος κόσμος

φαγητό για όλους

στέγη για όλους

μόρφωση για όλους

ευτυχία για όλους

είν’ εδώ

ξύπνησα

τι εφιάλτης κι αυτός

καίω

τα χαρτιά της μοίρας

ένα ένα

αφήνω το αύριο στους ειδικούς

διπλωματοθείτε

ποτέ μη λέτε τι σκέφτεστε

ποτέ μην κάνετε αυτά που θέλετε

ποτέ μη θέλετε ό,τι δεν πρέπει

ποτέ μην είστε εσείς

η πεμπτουσία της ευδαιμονίας

άγνοια

ο γέρος που κάθεται

στη γωνιά του δρόμου

ζητιανεύοντας αγάπη

αθλιότης

μας χαλά την εικόνα

σκοτώστε το ζωγράφο

φονιάδες των λαών

καλλιτέχνες

πανέμορφες θάλασσες

καθαροί ουρανοί

κρυστάλλινα ποτάμια

θεσπέσιες λίμνες

και άλλα ανέκδοτα

ο δρόμος περνά απ’ το μυαλό

ένα καλώδιο χάσκει ασύνδετο

στον τεχνικό στον τεχνικό

καλωδιωθείτε

η απώλεια μνήμης και ενέργειας

τιμωρείται

με διαγραφή από

το σωματείο

η καλή αγέλη

άρχοντά μου και θεέ

συγχώρεσέ με

πάρε κατσαβίδι

ουφ γλίτωσα

ακούω τα κοτσύφια

να τραγουδούν έξω

απ’ το παράθυρό μου

σε ζωντανή ηχογράφηση

απ’ τον περασμένο αιώνα

ειρωνία

κάνουμε ό,τι μισούμε

φρίκη

κάηκε το ψάρι που

φιλούσα σαν ανάμνηση

στο ψυγείο της

κρυογενετικής

τικ τακ τικ τακ

παρακαλώ ελάτε αργότερα

είμαι στο φορτιστή

πήρα τηλέφωνο στο φυτώριο

και παράγγειλα παιδί

δεν έχουν πολλές ποικιλίες

η μαμά έβαλε πέντε

διαφορετικά πιάτα με

χάπια στο τραπέζι για

το μεσημεριανό φαγητό

η γάτα είναι ακόμη στην πρίζα

μετά από το χθεσινό ατύχημα

τράκαρε με μια ιδέα

στον υπολογιστή

την καημενούλα

αρκετά

όχι δεν είναι αρκετά

τα πρόβατα να ακολουθήσουν

τον οδηγό με τη σημαιούλα

μπλέξαμε τα μπούτια μας

αλλαγή πορείας

τρέχουμε μέ’ σ’ ένα λαβύρινθο

όπου όλα μοιάζουν να είναι τα ίδια

καιόλαενώνονταισεένακαιάντεναβγεις

βλέπουμε ένα φωτάκι

το ακολουθάμε

μας οδηγά σ’ ένα άλλο φωτάκι

το οποίο ακολουθά

τους τελευταίους από μας

γύρω γύρω όλοι και

στη μέση η πανώλη

μοιάζει μάταιη τούτη η

περιπλάνηση στις ψευδαισθήσεις

αφού

όλοι ξέρουμε ότι

είμαστε κάπου αλλού

το λέω

πέφτει η σιωπή

σπάει το κεφάλι της

στην οροφή

σκουλήκια

αρχίζουν να ξεπροβάλλουν

απ’ τα κεφάλια μας

δεν τρομάζουμε

τα κουβαλάμε αιώνες τώρα

σκουλήκια της μη γνώσης

πρέπει να βγούμε

κινάω μπροστά

δεκάδες φωτοκόπια όντα

από πίσω μου

μα ο λαβύρινθος είναι

απέραντος

ο λαβύρινθος είναι

στο μυαλό μας

ο λαβύρινθος είναι

το μυαλό μας

η μόνη διέξοδος να

το αφήσουμε ελεύθερο

μιλάω και πάλι

με ακούνε

με σκυμένο το κεφάλι

κάτι λάμπει

για μια μονάχα στιγμή

στα μάτια τους

μα σβήνει αμέσως

σημάδια ζωής

κάθομαι

στη στάση του λωτού

που απ’ ό,τι διάβασα

παλιά ήταν λουλούδι

κλείνω τα μάτια

διώχνω τους ήχους

προσπαθώ να ξεχάσω

τις σκέψεις του σήμερα

να δω τον κόσμο

με την εσωτερική όραση

ένα φως αρχίζει να

αχνοφέγγει στο σκοτάδι

της μνήμης

ξαφνικά

φωνές ποδοβολητά

μας βρήκαν

κατάλαβαν τι προσπαθούμε

να κάνουμε

είναι αργά για να συνεχίσουμε

σηκωνόμαστε πάνω

καθώς φθάνουν οι

μπάτσοι του νου

είμαστε υπάκοοι

είμαστε υπήκοοι

μπεεεεεεεεε

και η ζωή συνεχίζεται

αφύπνιση

δεν μπόρεσα να δω

επειδή δεν ήξερα

τι ήθελα να δω

τρόμος

ξύπνησα και με είδα

να κοιμάμαι

αυτόφωτοι τοίχοι

με κλείνουν μέσα τους

σπασμοί

θέλω ν’ αφήσω στεντόρεια

βαρβαρική κραυγή

θέλω να ζήσω

ματαιότης ματαιοτήτων

τα πάντα ματαιότης

ένα κερί ένα κερί

μια ελπίδα

που σβήνει με ένα φύσημα

δώστε μου

μια ιδέα

κάτι για να πιστεύω

όχι

δώστε μου μαχαίρι

να με βγάλω

απ’ τη μιζέρια μου

ή καλύτερα βγάλτε με

απ’ την πρίζα

… εφτά, οκτώ, εννιά

ώρες μέρες χρόνια

περιμένω να βρω

σωτηρία

υπάρχω για τους αριθμούς

υπάρχω στους αριθμούς

υπάρχω άραγε

νόβα νόβα σούπερ νόβα

μανιτάρια από θειάφι

φύτρωσαν παντού

δε φοβάμαι τίποτα

είμαι ο φόβος

κοίτα

το παιδί με τα δύο κεφάλια

τα μαύρα βουνά

την κόκκινη θάλασσα

το πύρινο ποτάμι

το μόνιμα γκρίζο ουρανό

τι άλλο να με τρομάξει

αφού

όλα είναι τρόμος

όλα είναι θάνατος

κι εγώ

ένα απλό πιόνι

στη μεγάλη σκακιέρα

του σύμπαντος

όπου οι άλλοι κάνουν παιχνίδι

…δέκα δευτερόλεπτα πριν το τέλος

σας χαιρε-


Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...


Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Βγαίνει απ’ την κρίση η Ταϊλάνδη;

Απ’ ό,τι φαίνεται ναι. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης συμφώνησαν με τον οδικό χάρτη για τη διενέργεια εκλογών στις 14 Νοεμβρίου που κατάρτισε ο πρωθυπουργός της χώρας, ο πρώην πρωθυπουργός Τάκσιν Σιναουάτρα έκανε μια μάλλον υποτονική τηλεφωνική παρέμβαση, τα υπόλοιπα κόμματα δε διαφωνούν, κι έτσι τα πράγματα, προς το παρόν τουλάχιστον, δείχνουν να οδηγούνται προς εκτόνωση. Το μόνο αγκάθι στο δρόμο για την κοινωνική ειρήνη, αποτελεί το θέμα της διάλυσης της βουλής. Η αντιπολίτευση ζητά από την κυβέρνηση να αφήσει την εκλογική επιτροπή ν’ αποφασίσει πότε θα γίνει αυτό.
Κατά τα άλλα, οι ξένοι έχουν κάθε δικαίωμα ν’ απορούν: «Μα τι συμβαίνει στην Ταϊλάνδη τελικά». Κι αυτό αφού, παρά την πτώση του τουρισμού, οι ρυθμοί ανάπτυξης αυτό το χρόνο αναμένεται να φτάσουν το 4%, το ταϊλανδέζικο μπατ είναι πιο ισχυρό από ποτέ (η αξία του ανέβηκε σχεδόν 20% σε σχέση με το ευρώ τα τελευταία δύο χρόνια) και η βιομηχανική παραγωγή είναι στα πάνω της. Η απάντηση είναι απλή: οι ταϊλανδέζοι δουλεύουν πολύ. Οι περισσότεροι εφτά ημέρες τη βδομάδα. Οι μονάδες παραγωγής ρουχισμού, παρασκευής χαρτιού και συσκευασίας τόνου, εξαγωγικών δηλαδή κυρίως προϊόντων, λειτουργούν 24 ώρες το 24ωρο και η ανεργία, παρά τις όποιες δυσκολίες, δε φαίνεται να ανεβαίνει.
Στο μεταξύ αύριο είναι η Μέρα της Στέψης και πολλοί περιμένουν βαρυσήμαντες ανακοινώσεις, τόσο από την κυβέρνηση, όσο κι από το παλάτι. Για να δούμε τι θα δούμε.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Για την κατάσταση στην Ταϊλάνδη

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα συμβεί στην Ταϊλάνδη. Τη μια μέρα τα πράγματα αγριεύουν, την επόμενη ηρεμούν, έχουμε εκρήξεις, συγκρούσεις, υποχωρήσεις και τα… χρώματα αλλάζουν. Έτσι μετά από τα κίτρινα φακελάκια, που παρέλυσαν τη χώρα το 2008 προκαλώντας την κατάρρευση της κυβέρνησης, φέτος έχουμε τα κόκκινα που προσπαθούν να διαλύσουν τη νέα, αυτή που προέκυψε από τις τότε εκλογές.
Οι Κόκκινοι, που αποτελούνται κυρίως από μέλη της αγροτικής τάξης, φέρονται να στηρίζουν και να στηρίζονται από τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας Τάκσιν Σιναουάτρα, για τον οποίο εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, μετά και τη δήμευση της προσωπικής του περιουσίας, ύψους 17 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο Σιναουάτρα εθεωρείτο ένας από τους πρωθυπουργούς που ήταν κοντά στο λαό, κι ας σημαδεύτηκε η θητεία του από πολλά σκάνδαλα. Εκείνο που τον έκανε αρχικά δημοφιλή ήταν το ότι προσέφερε φτηνή περίθαλψη στους φτωχούς που, μετά το πραξικόπημα που τον ανέτρεψε, μετατράπηκε σε δωρεάν, ενώ λέγεται ότι η προεκλογική του εκστρατεία, στη διάρκεια της οποίας φέρεται να εξαγόρασε τις ψήφους των φτωχών, ήταν εκείνη που του εξασφάλισε την επανεκλογή.
Οι διαδηλωτές με τα κόκκινα φανελάκια ζητούν τη διάλυση της βουλής και την άμεση προκήρυξη εκλογών, κάτι που απορρίπτει το κυβερνών κόμμα, το οποίο υπόσχεται νέες εκλογές το φθινόπωρο.
Στο μεταξύ τα πράγματα μετά τις συγκρούσεις των διαδηλωτών με την αστυνομία και το στρατό στην Μπανγκόκ μοιάζουν σιγά-σιγά να ξεφεύγουν. Χθες είχαμε εκρήξεις χειροβομβίδων σε σταθμό του μετρό της πρωτεύουσας που προκάλεσαν το θάνατο ενός ανθρώπου και των τραυματισμό δεκάδων άλλων. Από σήμερα πέντε σταθμοί δε λειτουργούν για προληπτικούς λόγους, ενώ ακυρώθηκε και η διεθνής έκθεση τροφίμων που θα λάμβανε χώρα τον ερχόμενο Ιούνιο.
Σήμερα το απόγευμα θα κάνουν την εμφάνισή τους στους δρόμους της περιοχής Σιλόμ αντιδιαδηλωτές με… άχρωμα φανελάκια, οι οποίοι θα εκφράσουν μ’ αυτό τον τρόπο την αντίθεσή τους σε όλα αυτά που συμβαίνουν.
Τα προβλήματα, ως συνήθως, συνεχίζονται και στο νότο της χώρας, όπου χθες αποσχιστές μουσουλμάνοι πυροβόλησαν και τραυμάτισαν δύο δασκάλους.
Σε ό,τι αφορά την πόλη μου, την Τσιανγκ Μάι, τα πράγματα συνεχίζουν να ακολουθούν τους ίδιους ατάραχους ρυθμούς, κι ας θεωρείται προπύργιο του Τάκσιν, μια και κατάγεται από εδώ. Τον τελευταίο μήνα είχαμε δύο εκρήξεις χειροβομβίδων και μια επίθεση με μολότοφ σε τηλεφωνικό θάλαμο, αλλά σε πολιτικά τεταμένες καταστάσεις όπως οι σημερινές, τέτοια γεγονότα δεν είναι ασυνήθιστα. Σημειώνω ότι δε σημειώθηκε κανένας τραυματισμός πέρα από κάποιες μικρές υλικές ζημιές. Η μόνη ουσιαστική αλλαγή που έχει συμβεί είναι ότι το κτήριο του Δημαρχείου μοιάζει πια με οχυρό, αφού θεωρείται πιθανός στόχος. Όσο για τη ζωή στην πόλη, μετά την επέλαση των… αγρίων για τη Γιορτή του Νερού, τη βουδιστική δηλαδή πρωτοχρονιά, βρήκαμε και πάλι την ησυχία μας.
Πού θα πάει το πράγμα; Θα δείξει. Λογικά κάποια στιγμή θα επέμβει ο βασιλιάς, θα προκηρυχθούν πιο πρόωρες από τις πρόωρες εκλογές και θα επέλθει ηρεμία. Ωστόσο κάποιοι εκφράζουν φόβους για το ξέσπασμα εμφυλίου πολέμου. Φόβους τους οποίους δε συμμερίζομαι.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Το Πάσχα του παλιάτσου

Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει, και που, όλα ή μάλλον όλοι τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.
«Παράξενο», έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε-δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. «Επιτέλους, είμαι ελεύθερος», σκέφτηκε.
Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. «Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου», θα τον παρακαλούσε, «βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι».
Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. «Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν», σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. «Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα».
Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο, αφού τα είχε «χαμένα ο καημένος», όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. «Πρέπει να κάνω κάτι», σκεφτόταν πού και πού, «πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς;» Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. «Σε αποκαλούν τρελό», του είπε, «εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό…» Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. «Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος», αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, «θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή». Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, «θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών», τους απαντούσε.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. «Φτάνω στο τέλος,» σκεφτόταν, «απόψε θα πεθάνω κι εγώ». Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.

Δημοσιεύθηκε στην πασχαλινή έκδοση της Καθημερινής Κύπρου

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Πριν την... Πρωτοχρονιά

Σε τέσσερις μέρες θ' αρχίσουν οι εορτασμοί για την ταϊλανδέζικη Πρωτοχρονιά, ή αν προτιμάτε τη Γιορτή του Νερού, και όλα εδώ στην Τσιανγκ Μάι μοιάζουν να κυλούν σε πολύ νωχελικούς, σε σχέση με το παρελθόν ρυθμούς. Η πολιτική αναταραχή στην Μπανγκόκ δε φαίνεται να μας αγγίζει, αλλά ο τουρισμός είναι πολύ πεσμένος και ο καιρός... Τι να πω για τον καιρό; 42 βαθμοί υπό σκιά και πλήρης άπνοια. Ωστόσο λογικά τα πράγματα θα αλλάξουν μετά από το τρελό τριήμερο του νεροπόλεμου που ξεκινά από την Τρίτη, αφού από τότε αρχίζει επίσημα και η περίοδος των βροχών. Θα δείξει.
Κατά τα άλλα παρακολουθώ με ενδιαφέρον το "σάλο" που ξέσπασε στη Βρετανία για την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Φίλιπ Πούλμαν "Ο καλός άνθρωπος Ιησούς και το κάθαρμα ο Χριστός". Ο συγγραφέας έχει δεχτεί, ως συνήθως άλλωστε, τόνους λάσπης από τους αμερικανούς συντηρητικούς, αλλα παραδόξως βρήκε στήριξη από τον επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ένα πρώην Επίσκοπό... Λέω παραδόξως, αφού δεν μπορώ να φανταστώ καν τι θα γινόταν αν τολμούσε έλληνας συγγραφέας να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Ας μη ξεφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι ο πρώτος, ο αρχιεπίσκοπος, πήρε άδεια για ένα χρόνο για να γράψει ένα βιβλίο για τον Ντοστογιέφσκι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δράση της Αρουντάτι Ρόι, που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ, για το "Θεό των μικρών πραγμάτων". Αντί να εκμεταλλευθεί τη φήμη της και να συνεχίσει να γράφει λογοτεχνία, αποφάσισε να τη θέσει στην υπηρεσία των... μικρών ανθρώπων, εκείνων που δεν έχουν φωνή. Έτσι πρώτα έγραψε κάποια δοκίμια για την αιώνια εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους και την καταστροφή των φυσικών πόρων της χώρας, ενώ πρόσφατα βρέθηκε στη συντροφιά των Μαοϊστών ανταρτών της Ινδίας, που εδώ και χρόνια πολεμούν το επίσημο Κράτος, μια και στο 90% της επικράτειας αυτής της χώρας, που θεωρείται η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, επικρατεί πάντοτε το δίκαιο του ισχυροτέρου. Διαβάστε το οδοιπορικό της εδώ...
Για μια ημέρα μου κράτησε οδυνηρή συντροφιά η Γουάρις Ντίρι και "Τα παιδιά της ερήμου". Το βιβλίο μιας ακόμη δυναμικής γυναίκας που χρησιμοποιεί τη φήμη της για καλό σκοπό: την κατάργηση της κλειτοριδεκτομής.
Νομίζω ότι έχει φτάσει πια ο καιρός να ασχοληθώ με τις γειτονιές μου και τη θηλυκή εκδοχή του Γκάντι στη Βιρμανία, την Αούνγκ Σαν Σου Κι. Προσεχώς...

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη

«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι αυτές τις μέρες;» αναρωτιέται η Ελπίδα. Γιατί; Μα δε ρωτά, αφού ξέρει την απάντηση. Αφού και πέρυσι και πρόπερσι το ίδιο πράγμα συνέβαινε: όλοι ήταν λυπημένοι. Όλοι οι μεγάλοι. Όχι τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Επειδή πλησίαζε το Πάσχα κι αυτά είχαν διακοπές. Αλλά…
«Το Πάσχα δεν είναι όπως παλιά…» γκρίνιαζε η γιαγιά της, Ελπίδα με τ’ όνομα κι αυτή. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε. Και κάθε χρόνο η μικρή Ελπίδα τη ρωτούσε το γιατί. Αλλά όχι φέτος. Αφού ήξερε. Το Πάσχα δεν είναι πια όπως παλιά επειδή χάθηκε η άνοιξη και μαζί της χάθηκε και η γοητεία του Επιτάφιου.
«Τα παλιά χρόνια, κόρη μου, έμπαινες στην εκκλησιά και μοσχοβολούσε ο τόπος, χαιρόταν η ψυχή σου. Τώρα πας και μαραίνεται η καρδιά σου. Τα λουλούδια έχασαν τη μυρωδιά τους, την κάσα του Χριστούλη μας τη ραντίζουν με χημικά, αντί με την ομορφιά της φύσης. Δες τα χωράφια μας. Ξέραναν. Όλα πια τα φτιάχνουν στα εργοστάσια. Κανείς δε νοιάζεται…»
Έκλαιγε η γιαγιά, και μαζί της έκλαιγε και η Ελπίδα, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά το γιατί. Αυτή πάντα έτσι τα θυμότανε τα χωράφια, ξερά. Τα δέντρα πορτοκαλοκίτρινα. Τον ουρανό γκρίζο. Αλλά λουλούδια υπήρχαν. Αφού τα έβλεπε παντού. Στα μαγαζιά, στα εστιατόρια, στους βοτανικούς κήπους, που τα έκρυβαν κάτω από το θόλο τους. Το μόνο που δε μύριζαν. Όμως, τι σημασία έχει αυτό; Αφού ποτέ δε μύριζαν. Αν μύριζαν θα… Θα ήταν πιο ωραία άραγε; Ίσως! Για να το λέει η γιαγιά.
Ουφ, σκέφτεται, και πάλι ουφ. Δεν μπορεί να βλέπει την αγαπημένη της γιαγιά να είναι τόσο λυπημένη. Καλά, κι ο παππούς είναι λυπημένος, αλλά αυτός προσπαθεί να μη το δείχνει, κι ας το καταλαβαίνει αυτή. Όλα τα καταλαβαίνει αυτή. Είναι έξυπνη. Και διαβάζει, ή μάλλον ακούει και βλέπει. Ακούει και βλέπει βιβλία. Παλιά τα διάβαζαν, τα πολύ παλιά χρόνια, όπως έμαθε στο σχολείο, αλλά τώρα όλα πια τα παρακολουθούν. Τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Και ναι, ο κόσμος τον καιρό που ήταν νέα η γιαγιά έδειχνε πιο ωραίος. Αλλά πρέπει να ήταν βαρετός. Βα-ρε-τόόόός. Αφού… Αφού… Πώς όμως ήταν, λένε, πιο ευτυχισμένοι; Πώς ζούσαν χωρίς τα ρομποτάκια που τους βοηθάνε όλους με τις δουλειές στην πόλη και τις αυτόματες νταντάδες, που ξέρουν και τα κάνουν όλα; Παράξενο!
«Μη σκοτίζεσαι μ’ αυτά που λέει η γιαγιά σου, κόρη μου», της λέει ο παππούς και στρίβει το μουστάκι του χαμογελώντας. Πάντα χαμογελά αυτός, όταν τον βλέπει. Γιατί άμα δεν τον βλέπει, κι αυτός λυπημένος είναι. Άμα νομίζει πώς δεν τον βλέπει. Τότε τα μάτια του γυαλίζουν και αρχίζουν να τρέχουν.
Πρέπει να κάνει κάτι. Δεν μπορεί να τους βλέπει τόσο λυπημένους. Τους αγαπά πολύ-πολύ. Ίσως πιο πολύ κι από τη μαμά και τον μπαμπά, αφού αυτούς δεν τους βλέπει και τόσο συχνά. Όλο δουλεύουν και δουλεύουν. Και την αφήνουν μόνη με την επαναφορτιζόμενη νταντά.
«Τι είναι η άνοιξη;» ρωτά τον παππού.
«Η άνοιξη, κόρη μου. Αχ, η άνοιξη…». Σιωπά για λίγο. Σα να προσπαθεί να θυμηθεί πώς ήταν, και θυμάται. «Η άνοιξη ήταν η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Τότε γεμίζαν τα χωράφια, οι αγροί, κι οι γλάστρες με λουλούδια. Πρασίνιζε όλη η φύση. Έρχονταν τα χελιδόνια και έκτιζαν τις φωλιές τους στα σπίτια μας. Έβγαινες μια βόλτα το πρωί ή το δειλινό, χαιρόσουν τη δροσιά και νόμιζες ότι ήσουν στον παράδεισο. Τόσο όμορφα ήταν όλα. Και το Πάσχα, όταν μάζευαν τα κορίτσια τα λουλούδια και στόλιζαν τον Επιτάφιο, τότε ήταν σαν να γίνονταν η Δευτέρα Παρουσία. Λες κι ο Χριστός κατέβαινε στη γη, έστω και για λίγο, για να τη χαρεί μαζί μας. Χάθηκε η άνοιξη, χάθηκαν όλα…» Χαμογέλασε λυπημένα. «Αλλά κι οι άλλες εποχές όμορφες ήταν. Το καλοκαίρι μας τραγουδούσαν τα τζιτζίκια, τρώγαμε φρέσκα φρούτα, είχαμε για λίγο καιρό αναπαμό απ’ τις δουλειές. Και το φθινόπωρο, φυσούσε το αεράκι, άλλαζε ο καιρός και φορεσιά τα δέντρα. Το χειμώνα έβρεχε παντού και στα βουνά έριχνε χιόνι. Ενώ τώρα…».
Ενώ τώρα όλα μοιάζουν ίδια. Πάντα ο ίδιος κιτρινιάρης ουρανός, ο ντυμένος με τη σκόνη, καθόλου βροχή, ιδέα από χιόνι, τα δέντρα ξερά και τα λουλούδια σαν πλαστικά, σκέφτεται η Ελπίδα μα δεν το λέει. Ωστόσο ρωτάει: «Δηλαδή όλες οι εποχές ήταν ωραίες;»
«Ναι, κόρη μου, μα σαν την άνοιξη άλλη καμιά…»
Πρέπει να τη βρει. Οπωσδήποτε. Αν μη τι άλλο για να δει πως μοιάζει. Αλλά πού να τη ψάξει; Μάλλον κανείς δεν ξέρει. Αν ήξεραν θα πήγαιναν να τη βρουν. Δε θα πήγαιναν; Θα πήγαιναν. Εκτός κι αν δεν μπορούνε. Επειδή γέρασαν. Ναι. Ναι, γι’ αυτό! Θα ρωτήσει τον παππού κι αυτός θα της πει. Και αύριο πρωί-πρωί θα πάει να τη βρει. Μεγάλη Πέμπτη αύριο. Αν τα καταφέρει μόλις και θα προλάβουν να στολίσουν τον επιτάφιο, και όπως λέει κι η γιαγιά, η εκκλησιά θα μοσχομυρίζει.
«Πού είναι η άνοιξη, παππού;» ρωτά σοβαρά και με μια λάμψη στο βλέμμα.
«Δεν ξέρω πια. Πάνε χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που την είδα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ξέρεις εσύ. Εμένα είδανε πολλά τα μάτια μου, γέμισαν σκιές, μα τα δικά σου λάμπουν. Αν τα κλείσεις για καμπόση ώρα σίγουρα θα μπορέσεις να τη δεις».
Τι να κάνει λοιπόν η Ελπίδα μας; Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Και περίμενε. Και περίμενε κι άλλο. Και περίμενε για λίγο ακόμη. Μα η κυρά άνοιξη δεν έλεγε να φανεί. Βαρέθηκε. Μα πείσμωσε. «Θα σε δω», ψιθύριζε ξανά και ξανά στον εαυτό της, «θα σε δω άγνωστη δεσποινίδα». Της άρεσε αυτή η λέξη: δε-σποι-νί-δα, αφού της θύμιζε μια νέα όμορφη γυναίκα, να σαν κι εκείνη, αλλά όχι μόνο δέκα χρονών, πιο μεγάλη. Ίσως δεκαπέντε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η δεσποινίδα δεν ήθελε να τη δει κανείς, κι έτσι δεν της φανερώθηκε.
Ήταν πολύ λυπημένη εκείνη τη νύχτα. Πιο λυπημένη κι απ’ τη γιαγιά. Της μιλούσαν και δεν απαντούσε. Της έβαζαν φαγητό στο πιάτο και δεν έτρωγε. Της χάιδευαν τα μαλλιά και δε χαιρόταν. Προσπαθούσαν να της πουν παραμύθια, ιστορίες απ’ τα παλιά, μα έκλεινε τ’ αυτιά. Τελικά της είπαν να πάει για ύπνο και υπάκουσε.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με σοφίτα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, φόρεσε τις πολύχρωμες πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με μάτια ορθάνοικτα την κουβέρτα του ουρανού, την οποία ποτέ της δεν είδε να στολίζουν τ’ άστρα. Μονάχα ένα χλωμό φεγγάρι, με πόρους από σκόνη, έκανε εκεί πού και πού την εμφάνισή του.
Τίποτα δεν είναι όμορφο, σκεφτόταν η Ελπίδα. Μόνο οι πιτζάμες μου έχουν χρώματα. Τίποτα άλλο.
Ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο κι ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι. Τι να δει; Μια γάτα! Τίποτα ασυνήθιστό δηλαδή. Και όμως. Αυτή η γάτα δεν έμοιαζε με άλλη καμία. Όλες τώρα πια ήταν άσπρες ή μαύρες. Ενώ αυτή… Ενώ αυτή, ήταν ντυμένη με όλα τα χρώματα της πιτζάμας της. Με όλα. Θα μιλούσαμε για τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά, βλέπετε, εκείνη δεν είχε δει ποτέ κάποιο στη μικρή ζωή της.
Ταράχτηκε το κορίτσι, αλλά όχι πολύ. Μίλησε στη γάτα.
«Έλα εδώ», την παρακάλεσε, κι αυτή υπάκουσε. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι, κι έτσι, απρόσκλητη, πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Μα τι ωραία που ήταν! Μα πόσο τρυφερά την ένιωθε! Μα τι όμορφα που μύριζε! Σαν την άνοιξη. Ναι, σαν την άνοιξη, κι ας μην την είχε μυρίσει ποτέ της.
Τα μάτια της σιγά-σιγά άρχισαν να κουράζονται, να μισοκλείνουν, να ανοίγουν ξαφνικά και να κλείνουν και πάλι, καθώς προσευχόταν: «Θεούλη μου, στείλε μου την άνοιξη… Στείλε μου την άνοιξη…». Αποκοιμήθηκε. Κι έμοιαζε σα μια ζωγραφιά. Με τις πιτζαμούλες της, με τα μελένια της μαλλιά να φωτίζουν το πρόσωπο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που της χάρισε η γάτα σταθερά ζωγραφισμένο στα χείλη, με το δωμάτιό της και το ανοιχτό παράθυρο, που θύμιζε εικόνα ενός παλιού παραμυθιού.
Έτσι τη βρήκε όταν την επισκέφθηκε η άνοιξη στο όνειρό της. Και τι παράξενο όνειρο ήταν αυτό! Έβλεπε λέει τον εαυτό της να κοιμάται, και την άνοιξη να στέκεται από πάνω της και να την παρατηρεί. Κι ύστερα να κάθεται δίπλα της στο κρεβάτι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά σκεφτική. Ναι, σκεφτική. Σκεφτόταν και χαμογελούσε.
«Τι σκέφτεσαι κυρά άνοιξη;» ήθελε να τη ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Ίσως να έμεινε άφωνη από την ομορφιά της, αφού ακριβώς όπως την περίμενε ήταν: όμορφη νέα γυναίκα, με μαύρα μακριά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα γαλανό φουστάνι που έμοιαζε υφασμένο από τους αγγέλους, τόσο ωραίο ήταν.
Πόση ώρα κράτησε το όνειρο, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει, αφού μόνο η άνοιξη θα μπορούσε να κρατήσει χρόνο. Στο τέλος του όμως, η Ελπίδα την είδε να σκύβει στο αυτί της και να της ψιθυρίζει κάτι. Τι όμως; Τι; Μόλις της το είπε, το ξέχασε. Δεν πρόλαβε καν να ξυπνήσει και να το γράψει. Δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ουφ και πάλι ουφ.
Ύστερα από λίγη ή πολλή ώρα -ποιος ξέρει;- ένιωσε κάτι να αναδεύεται στα πόδια της και ξύπνησε. Ήταν η γάτα. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον αυτή δεν ήταν όνειρο, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Και μετά τρόμαξε. Τρόμαξε αφού η γάτα της μίλησε.
«Μην ξεχάσεις τα λόγια της άνοιξης», της είπε και πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι κι έξω απ’ το παράθυρο και χάθηκε. Πετάχτηκε απ’ τα στρώματα το κορίτσι κι έτρεξε να την προλάβει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κοιτάζοντας τον ουρανό διέκρινε στην άκρη του ορίζοντα τα πρώτα σημάδια μιας καινούριας γκρίζας μέρας. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια της άνοιξης. Και κάθισε αμέσως και τα έγραψε. Κι ύστερα ντύθηκε στο άψε σβήσε, πήρε κάτι από ένα κουτάκι, κατέβηκε κάτω, κρυφοκοίταξε στην κάμαρα του παππού και της γιαγιάς, που έμοιαζαν να κοιμούνται βαθιά, και βγήκε αθόρυβα έξω. Και άρχισε να τρέχει.
Όλο έτρεχε, και έτρεχε, και έτρεχε η Ελπίδα, χωρίς σταματημό. Έπρεπε να πάει εκεί που της είπε η άνοιξη, έπρεπε να προσφέρει το μικρό της, μα υπερπολύτιμο δώρο, θυσία στο βωμό της αιώνιας ομορφιάς. Πού και πού ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα πόδια της να κουράζονται, μα δεν το έβαζε κάτω. Είχε μια αποστολή αυτή. Ήταν η Ελπίδα κι έπρεπε να φέρει στον κόσμο ελπίδα. Αν δεν τα κατάφερνε ποιος ξέρει πότε θα δινόταν και πάλι σε κάποιον η ευκαιρία να το κάνει αυτό; Όχι, έπρεπε να τα καταφέρει. Το χρωστούσε στη γιαγιά και στον παππού, το χρωστούσε στην άνοιξη.
Ο ίδιος νωχελικός ήλιος, ο μόνιμος σωτήρας και δυνάστης της κάθε μέρας, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει πάνω απ’ το βουνό, όταν ξέπνοη σχεδόν έφτασε στη μαγική πηγή, την οποία της είχε υποδείξει η μεγάλη κυρά. Σωριάστηκε στο χώμα δίπλα της, έβγαλε απ’ την τσέπη το κουτάκι που είχε πάρει απ’ το σπίτι, και από κει μέσα, το σταυρουδάκι που της χάρισε όταν ήταν πολύ μικρή η γιαγιά: το πιο πολύτιμο απόκτημά της.
Το βούτηξε τρεις φορές στο γλυφό νερό και το έβγαλε ξανά επαναλαμβάνοντας αυτά τα λόγια: «Για σένα Χριστούλη μου, για τον Επιτάφιό σου. Για σένα κυρά άνοιξη, για τη ζωή που μας χαρίζεις». Στο τέλος το άφησε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της και να χαθεί στα βάθη της μικρής πηγής. Λίγο λυπήθηκε που το έχασε, αλλά πιο πολύ χάρηκε, αφού κράτησε την υπόσχεσή της. Και αν και είχε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της, ήταν σίγουρη ότι τώρα πια όλα θα πήγαιναν μια χαρά.
Σηκώθηκε από χάμω και δίχως να σταματήσει στιγμή για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες απ’ τα ρούχα της, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε σαν τρελή, σαν κυνηγημένη, ακόμη πιο γρήγορα κι από πριν, αφού ο χρόνος γοργοκυλούσε, κι αυτή είχε να κάνει κάτι ακόμη προτού ο κόσμος ξυπνήσει.
Μπήκε φουριόζα στο σπίτι, ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το δωμάτιό της και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά της άρχισαν να χορεύουν στα πλήκτρα. Έμπαινε σε όλες τις σελίδες στο ίντερνετ, όπου προλάβαινε, όπου μπορούσε και μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα: «Η άνοιξη σήμερα επιστρέφει», έγραφε, «μαζί και οι άλλες εποχές. Αν δεν σταματήσουμε να κάνουμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, να καταστρέφουμε τη φύση, θα φύγουν και πάλι, μα αυτή τη φορά για τα καλά».
Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα από παντού. Πλημμύρισε ο ιστός. Άλλοι την κορόιδευαν, ενώ άλλοι, πιο αισιόδοξοι, και με μεγαλύτερη καρδιά την πίστευαν κι αναμετέδιδαν αυτά που έγραφε.
Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι όλος ο κόσμος πια μιλούσε για το παράξενο εκείνο μήνυμα που τάραξε τα νερά της αιώνιας απάθειας των ανθρώπων, χαρίζοντας αλλού εκνευρισμό κι αλλού ελπίδα. Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι, ο μόνιμα γκρίζος ουρανός άρχισε να πλημμυρίζει με σύννεφα και η σχεδόν παντοτινά ψηλή θερμοκρασία να πέφτει. Ο ήλιος κρύφτηκε. Τους ουρανούς άρχισαν να ξεσκίζουν οι αστραπές και να δονούν οι βροντές. Και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε να βρέχει.
Ήταν μια βροχή απαλή, σαν τραγούδι. Για δυο ώρες έπεφτε και δρόσιζε τη γη, άνοιγε τους πόρους της, την αναζωογονούσε. Και σαν σταμάτησε, όταν διαλύθηκαν τα σύννεφα, οι άνθρωποι είδαν για πρώτη φορά, μετά από χρόνια πολλά, να ξεπροβάλλει από πίσω τους το γαλάζιο τ’ ουρανού, ενώ ένιωσαν σχεδόν τη φύση να ανασταίνεται κάτω από τα πόδια τους, ν’ αποκτάει και πάλι ζωή. Πρώτα είδαν το χορτάρι, πράσινο σαν όνειρο, να κάνει την εμφάνισή του στους αγρούς, κι ύστερα είδαν τα φύλλα να ξεγλιστρούν λες μες απ’ τους κορμούς και να στολίζουν τα δέντρα. Τελευταία έκαναν την εμφάνισή τους τα λουλούδια, που κρυμμένα καθώς ήταν για τόσο καιρό μέσα σε κάποια σπόρια, έμοιαζαν να περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή να ανθίσουν. Σαν τραγούδι έμοιαζε όλη η πλάση.
Εκείνη η νύχτα, της Μεγάλης Πέμπτης, η κανονικά τόσο λυπημένη, ήταν η πιο ευτυχισμένη στη μικρή ζωή της Ελπίδας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Και το επόμενο πρωί, της Μεγάλης Παρασκευής, ήταν απλά μαγικό. Όλοι ξεχυθήκαν στα χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια κάθε λογής και κορίτσια όμορφα σαν την άνοιξη, βάλθηκαν να στολίσουν με δάχτυλα επιδέξια και χαρά μεγάλη τους Επιτάφιους σε όλη τη γη.
Το ευλογημένο έτος 2040, η Ανάσταση ήρθε πρόωρα, για ν’ αλλάξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, για να τους θυμίσει τις αξίες τους, για να τους προειδοποιήσει.
Η Ελπίδα δε μίλησε ποτέ σε κανένα, γι’ αυτά που προηγήθησαν της Ανάστασης. Εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα. Ο Χριστούλης και η άνοιξη τα έκαναν όλα. Κάποια φορά μάλιστα που η γιαγιά τη ρώτησε τι απέγινε το σταυρουδάκι της, της είπε πως το έχασε. Κι εκείνη αντί να νευριάσει και να της βάλει τις φωνές, απλά χαμογέλασε. Λέτε να ήξερε; Ήξερε δεν ήξερε, δεν έχει σημασία. Φτάνει που επέστρεψε η άνοιξη, και που με την άφιξή της οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να εκτιμούν της καλής καρδιάς τα δώρα.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...