Τρίτη 14 Απριλίου 2015

'Αννα Αχμάτοβα - Σαν ένα ποτάμι


Σαν ποτάμι, παρεκτράπηκα απ' την πορεία μου
εξαιτίας αυτής της αιμοβόρας και κτηνώδους εποχής.
Η ζωή μου πλαστογραφήθηκε και έρρευσε
σε ένα άλλο κανάλι πέρα απ' το καθορισμένο.
Ποτέ δε γνώρισα τις γενέθλιές μου όχθες.
Ω, πόσα θεάματα έχασα,
οι αυλαίες σηκώθηκαν χωρίς εμένα
και χωρίς εμέ έπεσαν. Πόσους φίλους
μου, στη διάρκεια της ζωής μου, ποτέ δε συνάντησα
και πόσες των πόλεων οριζοντογραμμές δεν αντίκρισα
που θα μπορούσαν να μου φέρουν δάκρυα,
αλλά ξέρω μοναχά μια πόλη στον κόσμο όλο,
και μπορώ να τη βρω, ακόμη και στα τυφλά, σ' ένα όνειρο.
Πόσα ποιήματα δε συνέθεσα.
Η κρυφή τους χορωδία με περικυκλώνει τώρα
και, μια ωραία μέρα, ίσως και να
με στραγγαλίσει…
Γνωρίζω όλες τις αρχές, όλα τα τέλη,
και τη ζωή μετά το τέλος, και κάτι άλλο,
το οποίο, προς το παρόν, δε θα αναφέρω.
Υπάρχει μια άλλη γυναίκα που έχει σφετεριστεί
το μόνο μέρος που μπορούσα να διεκδικήσω,
και τώρα φέρει το νόμιμο όνομά μου,
αφήνοντάς μου ένα ψευδώνυμο μοναχά, με το οποίο
έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα ή έλπιζα να κάνω.
Ο τάφος στον οποίο θα ξαπλώσω δε θα είναι ο δικός μου.
Αλλά έρχονται στιγμές που άγρια της άνοιξης φυσήματα,
ή συνδυασμοί λέξεων σ' ένα συνηθισμένο βιβλίο,
ή τα χαμόγελα κάποιων ξαφνικά με παρασέρνουν
πίσω στη ζωή που ποτέ δεν υπήρξε.
Σε μια χρονιά σαν και τούτη αυτό θα μπορούσε να συμβεί,
κι αυτά επίσης: να ταξιδέψω, ν' αναλογιστώ, να δω,
και να θυμηθώ, και να εισέλθω σε μια νέα αγάπη,
όπως μπαίνει κανείς σ' ένα καθρέφτη, με οξεία επίγνωση
της προδοσίας και της ρυτίδας που δεν υπήρχε
την προηγούμενη μέρα…
Αλλά αν, μέσω της ζωής που έχασα,
μπορούσα να κοιτάξω και να δω την παρούσα ζωή μου,
θα μπορούσα επιτέλους να αντιληφθώ τι είναι στ' αλήθεια η ζήλια…

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.
Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ 
 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Βδομάδα 14


«Τι κάνω εγώ εδώ;» μοιάζει ν’ αναρωτιέται. Της αρέσει ο χώρος, της αρέσει η τέχνη, και λατρεύει τα συναισθήματα που γεννούν μέσα της των άλλων τα έργα, αλλά… Αλλά αυτή είναι κάπου αλλού.

«Πού να ’ναι εκείνος, άραγε;» Πού να ’ναι; Και γιατί δεν είναι εκεί; Γιατί δεν είναι σχεδόν ποτέ εκεί; Του ζήτησε να τη συνοδεύσει σ’ αυτό το μικρό ταξίδι, αλλά δεν της έκανε τη χάρη. Ίσως επειδή δεν ήθελε. Ίσως επειδή τα ενδιαφέροντά της δεν είναι και δικά του.

«Είσαι γάτα…», της είπε κάποιος κάποτε. «Μια γάτα ηλίθια», σκέφτεται τώρα αυτή καθώς σκαρφαλώνει στην οροφή του αυτοκινήτου και αφήνει το βλέμμα της, λίγο φωτεινό, λίγο υγρό, να περιπλανηθεί στο μέσα της.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Ο Γκοτζίλα στο Μεξικό του Ρομπέρτο Μπολάνιο


Άκου με προσεκτικά, γιε μου: βόμβες έπεφταν
πάνω από την πόλη του Μεξικού
αλλά κανείς δεν το είχε καν προσέξει.
Ο αέρας μετέφερε δηλητήριο ανάμεσα
στους δρόμους και τα ανοικτά παράθυρα.
Είχες μόλις τελειώσει το φαγητό σου κι έβλεπες
κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση.
Διάβαζα κάτι στο διπλανό δωμάτιο
όταν αντιλήφθηκα ότι θα πεθαίναμε.
Παρά τη ζαλάδα και τις αναγούλες έσυρα τον εαυτό μου
μέχρι την κουζίνα όπου σε βρήκα στο πάτωμα.
Αγκαλιαστήκαμε. Ρώτησες τι συνέβαινε
και δε σου είπα ότι ήμασταν στο καλεντάρι του θανάτου
αλλά ότι θα πηγαίναμε σ' ένα ταξίδι,
μαζί, σ' ένα ακόμη, και δε θα έπρεπε να φοβάσαι.
Όταν έφυγε, ο θάνατος δεν μπήκε καν στον κόπο
να μας κλείσει τα μάτια.
Τι είμαστε; ρώτησες μια βδομάδα ή ένα χρόνο μετά,
μυρμήγκια, μέλισσες, λάθος νούμερα
στη μεγάλη σάπια σούπα του πεπρωμένου;
Είμαστε άνθρωποι, γιε μου, σχεδόν πουλιά,
περίφημοι ήρωες και μυστικά.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά
Η εικόνα παρμένη από εδώ
 

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Σκάσε


Μη μου μιλάς για το τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω.
Όλα τα μπορώ.
Από πάντοτε.
Αλλά αυτό που πάνω απ' όλα μετράει για μένα είναι
η στιγμή.
Κι η κάθε στιγμή είναι διαφορετική.
Τη μια με οδηγεί από δω και την άλλη από κει.
Τα όνειρά μου μπορούν να περιμένουν.
Μα όχι για πολύ.
Τα όνειρά σου για μένα ας περιμένουν
δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ.
Γεννήθηκα ελεύθερος αφέντης του εαυτού μου
και όχι υποτακτικός σου.
Κι αν επέλεξα κάποιες σκλαβιές αυτές ήταν
της μαθητείας μου
μιας μαθητείας που δε λέει ακόμη να φτάσει
στο τέλος της.
Δεν ξέχασα τα λόγια και τις προτροπές σου
αλλά ποτέ δε θέλησα να γίνω κοινωνός
στο μυστικό της καθημερινής μιζέριας
που αποκαλείς ζωή.
Ξέρω ότι θες το καλύτερο για μένα αλλά
το δικό μου καλύτερο δε θα μπορούσε να είναι
πιο διαφορετικό απ' το δικό σου.
Εσύ σκέφτεσαι εφήμερα μόνο το σήμερα και
την πρόσκαιρη δικαίωση
των προσδοκιών σου.
Εγώ σκέφτομαι το χθες
μελετώ το σήμερα
οραματίζομαι δίχως να προσπαθώ
το αύριο.
Βγάλε λοιπόν τον σκασμό και
άσε με να είμαι ο εαυτός μου
να με ορίζω
κι αν τα όνειρά σου για μένα δε βγουν αληθινά
μη ανησυχείς
τα δικά μου κάποτε θα το κάνουν.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Ποίημα για την ψήφο στον Χ της Χόλι Πόετρι


αν δεν έχεις ανάγκη τις δημόσιες συγκοινωνίες
αν ποτέ δε στηρίχτηκες στο ΕΣΥ
αν δεν πήγες ποτέ σε δημόσιο σχολείο
αν ποτέ σου δεν πλήρωσες νοίκι
αν δεν έκανες ποτέ κάποια σκατοδουλειά
και δε χαμογέλασες σε βλάκες μέσα από τα δόντια
αν ποτέ δε χρειάστηκε να μαγειρέψεις ή να σφουγγαρίσεις
να υπολογίσεις την κάθε δεκάρα για τα ψώνια της βδομάδας
δεν καταλαβαίνω πως
το βιογραφικό σου είναι πρώτο στη λίστα
ώστε να σου δίνει το δικαίωμα να παίρνεις αποφάσεις
για οικιστικά προγράμματα, τη διδακτέα ύλη,
την υγεία, τις μεταφορές ή την εργασία. 

Η Χόλι Πόετρι είναι αγγλίδα περφόρμανς άρτιστ, που ειδικεύεται στην "προφορική αφήγηση" (spoken-word artist). Το πιο πάνω αποτελεί δική μου μετάφραση από τα αγγλικά. Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ
 

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Άννα Αχμάτοβα - 3 ποιήματα


Τα πιο πάνω τα πήρα από μια αγγλόφωνη έκδοση και τα μετέφρασα πρόχειρα χθες. Δε φέρουν τίτλους έτσι τα διαχωρίζω μέσω των αριθμών.

1

Νύχτα μου - σε σκέφτομαι με μανία,
μέρα μου - αδιάφορη: ας είναι κι έτσι!
Στη μοίρα μου στράφηκα και χαμογέλασα
σ' αυτή που μου 'φερε μόνο μιζέρια.

Οι αναθυμιάσεις του χθες είν' τρομερές,
οι φλόγες που με καίνε δε θα σβήσουν,
θαρρώ πως τούτη η εκτυφλωτική φωτιά
λιόλουστος ουρανός ποτέ δε θε να γίνει.

Λες να αντέξω ήττα δίχως να παραδεχτώ
για την απουσία σου να σε καταραστώ;…
Αφού είσαι μακριά. Ποτέ εσύ δε θα με δεις
αιχμάλωτη στη φοβερή μου την παγίδα.

2

Η επίγεια δόξα είναι σαν καπνός,
θέλησα πολύ παραπάνω απ' αυτόν.
Σε όλους τους εραστές προκάλεσα 'γω
συναισθήματα χαράς, ευδαιμονικά.
Κάπου κάποιος είν' ακόμη ερωτευμένος
με ένα φίλο απ' τα πολύ παλιά,
ενώ άλλος στέκεται σε μια πλατεία ορθός,
μέσα στο χιόνι έν' άγαλμα μπρούτζινο.

3

Νομίζαμε ότι: είμαστε φτωχοί και τίποτα δεν μας ανήκει,
αλλά καθώς αρχίσαμε να χάνουμε το ένα πράμα μετά το άλλο,
με τέτοια ταχύτητα που η κάθε μέρα μεταμορφώθηκε
σε μέρα γιορτής για τα απολεσθέντα,
αρχίσαμε να γράφουμε τραγούδια
για του Θεού την τεράστια γενναιοδωρία
και για τα πλούτη που άλλοτε είχαμε.
 
Η είκονα είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Βδομάδα 11


Κάποιοι λένε ότι είμαι όμορφη. Είμαι; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μου αρέσει να γελώ πολύ. Το γέλιο μου φωτίζει τον κόσμο, λέει η μάνα μου – αλλά, μάνα μου είναι, τι να πει;

Σ’ αυτή τη φωτογραφία με βλέπετε να γιορτάζω το Φεστιβάλ του Νερού στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Αυτό το φεστιβάλ σηματοδοτεί το τέλος της ξηρής εποχής και την έναρξη της εποχής των βροχών.

Για τρεις μέρες τρώμε, πίνουμε, παίζουμε νεροπόλεμο και διασκεδάζουμε αφάνταστα, αφήνοντας κατά μέρος τις σκοτούρες μας. Το νερό, καθώς ρέει άφθονο, μοιάζει να ξεπλένει τα πάντα: το μέσα και το έξω μας. Αυτό είναι χαρά και ζωή για μένα, και με κάνει να χαμογελώ πιο πλατιά παρά ποτέ.
 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Σύλβια Πλαθ - Γράμμα αγάπης


Δεν είναι εύκολο να φανεί η αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
αν και, όπως μία πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
παρέμενα ακούνητη κατά τη συνήθεια.
Δε με βοήθησες καθόλου, ούτε τόσο δα
ούτε και μ' άφησες να κοιτάξω με το μικρό κενό μου βλέμμα
προς τον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
να συλλάβω το απέραντο γαλάζιο, ή τ' αστέρια.

Όχι, δε συνέβη αυτό. Κοιμήθηκα, ας πούμε: ως ένα φίδι
κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρες πέτρες σα μαύρη πέτρα
στο λευκό του χειμώνος χάσμα
σαν και τους γείτονές μου, μη βρίσκοντας ευχαρίστηση
στα εκατομμύρια τέλεια λαξευμένα
μάγουλα που φωτίζονται κάθε στιγμή για να λιώσουν
τα δικά μου μάγουλα, τα φτιαγμένα από βασάλτη. Έγιναν δάκρυα
άγγελοι που θρηνούσαν πάνω από πλήξης τοπία.
Αλλά δε μ' έπεισαν. Αυτά τα δάκρυα πάγωσαν.
Το κάθε νεκρό κεφάλι είχε μια προσωπίδα από πάγο.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν ένα λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που υπήρξα ήταν καθαρό αεράκι
και οι μπλεγμένες σταγόνες που αναδύονταν στη δροσιά
διαυγείς σαν πνεύματα. Πολλά πετράδια εξαπλώνονταν
πυκνά κι ανέκφραστα τριγύρω.
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι' αυτό.
Λαμποκοπούσα, μικροσκοπική, και ξεδιπλωνόμουνα
για να αδειάσω τον εαυτό μου σαν κάτι ρευστό
ανάμεσα σε πόδια πουλιών και μίσχους φυτών.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε αναγνώρισα αμέσως.

Δέντρο και βράχος φανταχτερός, χωρίς σκιές.
Το δάχτυλό μου έγινε λαμπρό σα γυαλί.
Άρχισα ν' ανθίζω σαν κλαδί του Μάρτη:
ένα μπράτσο κι ένα πόδι, και μπράτσο και πόδι.
Από βράχο σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα θυμίζω κάποιου είδους θεό
επιπλέοντας στον αέρα μέσα στην αναπτερωμένη μου ψυχή
αγνή σαν ένα τζάμι φτιαγμένο με πάγο. Είναι μια ευλογία.

Σε δική μου πρόχειρη μετάφραση, η οποία όμως δε διαφέρει και πολύ από κάποια "τελική".

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Μάγια Αγγέλου - Το φυλακισμένο πουλί


Ένα ελεύθερο πουλί πηδά
στις πλάτες του ανέμου
και πλέει προς τα κάτω
ως του ρεύματος το τέρμα
και βουτά τις φτερούγες του
στις πορτοκαλί αχτίδες του ήλιου
και τολμά να διεκδικήσει τον ουρανό.

Αλλά ένα πουλί που είναι ριζωμένο
στο στενάχωρο κλουβί του
σπάνια μπορεί να δει πέρα
από τις σιδεριές της οργής του
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Το ελεύθερο πουλί αναλογίζεται ένα ακόμη ρεύμα
και τους αληγείς ανέμους που πνέουν απαλά ανάμεσα σε στενάζοντα δέντρα
και τα χοντρά σκουλήκια που το περιμένουν στο φωτισμένο απ' την αυγή γρασίδι
και βαφτίζει τον ουρανό δικό του.

Αλλά ένα φυλακισμένο πουλί στέκεται πάνω απ' των ονείρων τον τάφο
η σκιά του κραυγάζει μ' ενός εφιάλτη την τρομερή φωνή
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση. Χρειάζεται λίγη ακόμη δουλειά.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Αμίρι Μπαράκα - Σημείωση


Έγινα ποιητής
επειδή το καθετί το
όμορφο έμοιαζε
“ποιητικό” στα μάτια μου.
Πίστευα ότι υπήρχαν πράγματα
τα οποία δεν καταλάβαινα
και τα οποία θα καθιστούσαν τον κόσμο
ποίηση. Ένιωθα πως ήξερα
ποιος ήμουν αλλά έπρεπε
να παλέψω για να γνωρίσω
τον εαυτό μου.
Τώρα με αντικρίζω
κάποιες φορές, λίγες λέξεις
πιο πέρα & αναπτύσσω ταχύτητα,
αλλά μετά,
σκύβω το κεφάλι,
μα με γοργό ακόμη το βήμα προχωρώ
& καταλαβαίνω,
να 'μαι που πάω, συλλαβίζω &
τραγουδώ, να 'μαι που πάω.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση
Η εικόνα δανεισμένη από εδώ

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Βδομάδα 7


Με ζηλεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι που με συναντούν – το διαβάζω στα μάτια τους, μα δεν τους το λέω. Μονάχα εδώ το ομολογώ καθώς το πρόσωπό μου είναι μισοκρυμμένο κάτω από ένα καπέλο, χαϊδεμένο απ’ τη σκιά.

Το ποτάμι δίπλα μου κυλά γαλήνιο, σαν αντανάκλαση του μέσα μου και η ζέστη του μεσημεριού καθόλου δεν με αγγίζει, καθώς κάθομαι κατάχαμα και δουλεύω για ώρες και ώρες.

Δεν έχω πολλά πράγματα σ’ αυτό τον κόσμο: λίγα ζώα, αυτή την καρότσα που βλέπετε και ένα ταπεινό σπιτάκι, κι αυτά μου είναι υπεραρκετά. Εξάλλου δεν είναι ο πλούτος μα κάποια άλλα τα σημαντικά: η υγεία μου και της οικογένειάς μου και η καλή καρδιά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Η ξένη - Κεφάλαιο 1


Γεννήθηκα γριά και μόνη, ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Ή μάλλον γεννήθηκα ξένη, αφού όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να νιώσω ότι ανήκω εδώ.
Δεν είμαι προσφυγοπούλα αν και είμαι. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν έφυγα απ' τον τόπο μου εξαιτίας κάποιου πολέμου ή αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Έφυγα για να δώσω την ευκαιρία στην οικογένειά μου να συνεχίσει να επιβιώνει.
Η οικογένειά μου είναι η θεία μου και οι ξαδέλφες μου, αφού τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ενώ και η εικόνα της μάνας μου έχει αρχίσει πια να μ' εγκαταλείπει. Ο Δημήτρης λέει ότι για να τη δω το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιτάξω στον καθρέφτη, μα όταν το κάνω το μόνο που βλέπω είναι τη θλίψη της.
Μοιάζουμε πολύ, το βλέπω στις φωτογραφίες, αλλά δεν είμαστε καθόλου ίδιες. Εκείνη είναι μια ανάμνηση, ενώ εγώ είμαι ακόμη εδώ και προσπαθώ κάθε μέρα όλο και πιο πολύ να προσαρμοστώ σε μια ζωή, που για κάποιο λόγο νιώθω ότι δεν μου πάει.
Είμαι εδώ, στα Χανιά, απ' τα δώδεκά μου χρόνια, σε ένα μήνα θα συμπληρώσω τα δεκαπέντε, κι όμως ακόμη δεν μπορώ να δω αυτή την πόλη σαν πόλη μου, αυτούς τους ανθρώπους σαν οικογένειά μου. Η πόλη μου είναι το Βελιγράδι. Η οικογένειά μου είναι εκεί.
Ίσως να μη θέλω να προσαρμοστώ από πείσμα, κι ας υποστηρίζω πως κάνω ότι μπορώ. Νιώθω ανήσυχη -πώς το λένε; α, ναι- καχύποπτη. Φοβάμαι να βολευτώ. Φοβάμαι ότι κι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς όπως και η θεία Όλγα, θα με προδώσουν. Κι ας μη με πρόδωσε εκείνη. Το ξέρω ότι δε με πρόδωσε. Το ξέρω ότι με έδωσε για υιοθεσία για το καλό μου, αλλά και για το καλό των κόρων της, αλλά, θυμώνω, πολύ, οργίζομαι. Μα δε φωνάζω. Καταπίνω την οργή μου και δεν την αφήνω ποτέ να φανεί, ούτε και για μια στιγμή. Κι αυτοί το ξέρουν, κι ας μη λένε τίποτα.
Αυτοί: ο Δημήτρης και η Χριστίνα. Ο πατριός που δε θα μπορέσω ποτέ ν' αποκαλέσω μπαμπά και η μητριά που δε θα καταφέρω να πω μαμά. Με λυπεί αυτό, αλλά δεν μπορώ να υποκρίνομαι, δε μου πάει το ψέμα. “Έχεις το πείσμα της μάνας σου”, λέει ο Νικόλας, ο φίλος τους, κι ας μη τη γνώρισε ποτέ. Δεν τη γνώρισε κι όμως έχει δίκιο. Πεισματάρα σαν και μένα ήταν η μάνα μου, η Μίρα. Μου το είπε η θεία μου και μου το είπε και ο Δημήτρης που τη γνώρισε καλύτερα απ' τον καθένα. Η μάνα μου...
Η μάνα μου είχε σκοτεινό βλέμμα και φωτεινό χαμόγελο, τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Κι εγώ έχω σκοτεινό βλέμμα, αλλά δε χαμογελώ ποτέ, ίσως επειδή ξέχασα πως να το κάνω. Παλιά, όταν ζούσα στο Βελιγράδι, χαμογελούσα συχνά και γελούσα δυνατά – δεν ένιωθα τόσο έντονη την ορφάνια μου.
Μα τώρα... Τώρα γράφω. Μου είπε ο Νικόλας να το κάνω και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ακολούθησα τη συμβουλή του. Αδειάζω το μέσα μου. Το αδειάζω κι αυτό ξαναγεμίζει. Οι λέξεις δε με βοηθάνε, ποτέ δεν το έκαναν, πώς μπορούσα λοιπόν να περιμένω ότι θ' άλλαζε κάτι αυτή τη φορά;
Οι γύρω μου μιλάνε πολύ, αλλά και ξέρουν να σιωπούν όταν πρέπει. Εγώ σιωπώ πολύ, μα έμαθα να μιλώ όταν πρέπει. Είμαι τόσο διαφορετική απ' τους άλλους; Είμαι, υποθέτω. Γιατί; Πολύ πιθανόν επειδή δεν έχω κάποιους φίλους της ηλικίας μου. Η μοναξιά μου είμαι εγώ.
Ο Δημήτρης και η Χριστίνα, ο Νικόλας και η αιώνια αρραβωνιαστικιά του, όπως την αποκαλεί, η συμπατριώτισσά μου, Νάζια, προσπαθούν να με κάνουν να νιώσω πιο καλά, να σκοτώσουν την πλήξη μου μα δεν τα καταφέρνουν. Ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται στ' αλήθεια να με καταλαβαίνει είναι ένας γέρος φίλος τους που ζει στην Αθήνα. Αυτός τους είπε να με αφήσουν ήσυχη κι εγώ θα βρω το δρόμο μου. Ακολούθησαν τη συμβουλή του, κι όμως από τότε ανησυχούν πιο πολύ, το βλέπω στα μάτια τους.
Δεν είμαι αχάριστη. Τους ευχαριστώ όλους γι' αυτά που μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν, για τον ζεστό τρόπο που με υποδέχτηκαν σπίτι τους, για την κατανόησή τους. Μα δεν μπορώ να ανταποδώσω την αγάπη τους αφού σκέφτομαι ότι όλα τα κάνουν για το χατήρι της μάνας μου και όχι για το δικό μου.
“Μη σκέφτεσαι τόσο πολύ. Οι σκέψεις κάνουν κακό στην υγεία”, λέει κάθε τόσο ο Νικόλας και τον κοιτώ με απορία αφού ο ίδιος δεν παύει να σκέφτεται ποτέ. “Μέσα στο κεφάλι του ζει αυτός”, είπε κάποτε η Νάζια και την πίστεψα. Και μετά, προσπαθώντας να με κάνει να χαμογελάσω, πρόσθεσε: “Ευτυχώς δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά”. Λίγο έλειψε να τα καταφέρει – να με κάνει να χαμογελάσω δηλαδή.
Είναι αργά το βράδυ τώρα, Αύγουστος μήνας. Τους ακούω να μιλούν δυνατά και να γελούν πού και πού στην αυλή και θέλω να πάω για λίγο εκεί να καθίσω μαζί τους, αλλά δε θα το κάνω. Μπορώ να ακούσω σχεδόν καθαρά τι λένε. Θυμούνται τα παλιά, όπως πάντα, μιλάνε για τη νέα σχολική χρονιά που θ' αρχίσει σ' ένα μήνα και συζητούν για το νέο βιβλίο του Νικόλα που θα έχει τον τίτλο “Όλα αυτά που χάσαμε”.
Διάβασα τα βιβλία του, στα κρυφά. Όχι επειδή θα είχε κανείς αντίρρηση αν το έκανα στα φανερά, αλλά γιατί πίστευα ότι αυτός θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος για να γνωρίσω εκείνους – όλους εκείνους. Έγραψε πολλά βιβλία και τα περισσότερα από αυτά μοιάζουν να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα: στο θάνατο της μάνας μου, στα όσα πέρασαν ο Δημήτρης και η Χριστίνα μέχρι να καταλήξουν μαζί, στο πως κατέληξε ο ίδιος εδώ με τη Νάζια. Είναι σκληρές οι ιστορίες του, γεμάτες αποχωρισμούς και θάνατο, κι όμως πάντα καταλήγουν με τρόπο θετικό. Εκείνος βρίσκει το φως στο σκοτάδι κι εγώ το σκοτάδι στο φως.
Αν δε μας χώριζαν τόσα χρόνια θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι. Το πιστεύω αυτό. Αλλά ανήκει σε άλλη γενιά και όσα κι αν υπέφερε είναι λίγα μπροστά σ' αυτά που τράβηξα εγώ, και ακόμη πιο λίγα μπροστά σ' αυτά που υπέφερε η μάνα μου.
Αχ, ρε μάνα, γιατί μου το έκανες αυτό; Δε θα ήταν όλα πιο καλά αν ήσουν ακόμη ζωντανή; Ίσως να μην ήταν πιο καλά για όλους τους άλλους, αλλά θα ήταν για μένα. Θα ήσουν ίσως ζευγάρι με τον Δημήτρη, μα αυτό δε θα με χαλούσε, αφού θα ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Για πάντα εδώ.
Διαβάζω στα βιβλία και ακούω και στην τηλεόραση πού και πού για κάποιες ζωές που είναι καταραμένες και σκέφτομαι ότι κι η δική μου έτσι είναι. Όπως ήταν και η δική σου. Δυο φορές πρόσφυγας εσύ, μία σχεδόν εγώ. Μακάρι να μη σε ισοφαρίσω. Αν κάποια μέρα φύγω από δω θέλω να επιστρέψω στη μόνη πόλη που γνώρισα, εκεί που γεννήθηκα και που όπως πίστευες πέθανα.
Γελάνε πάλι έξω. Ξεχάστηκα και δεν μπόρεσα ν' ακούσω για τι μιλούσαν τώρα δα. Ίσως να θυμήθηκαν κάποια ιστορία του Γιώτη, του καπετάνιου, ίσως ο Δημήτρης να τους είπε κάποιες απ' τις γκάφες του ή ο Νικόλας να πέταξε καμιά κοτσάνα. Οι πιο αστείες ιστορίες είναι αυτές της Νάζιας, απ' ότι κατάλαβα, αλλά όπως μου είπαν δεν κάνουν για τ' αυτιά μου και καταλαβαίνω το γιατί. Η Χριστίνα δεν έχει αστείες ιστορίες να πει ή μάλλον δεν ξέρει τον τρόπο, αλλά πάντα το γέλιο της είναι το πιο δυνατό.
Θα το ξενυχτήσουν μάλλον απόψε. Δεν πειράζει. Θα σβήσω σε λίγο το φως, θα ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και θα προσπαθήσω ν' αποκοιμηθώ ακούγοντας τις φωνές τους. Ελπίζω να είναι πολύ δυνατές, πιο δυνατές από τις σκέψεις μου, αφού ο θόρυβος με ηρεμεί. Πάει κι αυτή η μέρα...

Μια νέα ιστορία, συνέχεια κάποιας παλιάς.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ