Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 1



Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και φυσάει πολύ, μα αυτός κάθεται σκεφτικός κάτω από την κληματαριά στην αυλή και δε μοιάζει να δίνει καμία σημασία σ' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Το κρύο δεν τον αγγίζει, οι φωνές απ' την κουζίνα, που μάλλον ψίθυροι είναι δεν τον φτάνουν, μόνο στο μέσα του κοιτά πού και πού καθώς κλείνει τα μάτια, ενώ σαν τα ανοίγει ρίχνει έντονες ματιές στα χαρτιά που είναι σκορπισμένα στο τραπέζι μπροστά του, και τα οποία συγκρατεί με δυο χέρια βαριά ώστε να μην τα πάρει ο αέρας.
"Μα τι κάνει;" ρωτά η Νάντια χαμηλόφωνα τη Μαργαρίτα.
Η τελευταία είναι η κόρη του άντρα, μια κοπέλα είκοσι έξι χρόνων με σπουδές ψυχολογίας που ελλείψει άλλων επιλογών, αλλά κι επειδή της αρέσει δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες μαζί με την πρώτη. Είναι κάτι σαν τα κορίτσια για όλες τις δουλειές για κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ κάνουν και έρευνες εκ μέρους τους, αλλά και για κάποιους άλλους, που αναζητούν φίλους, συγγενείς, απομεινάρια από κάποιες περασμένες ζωές.
"Λοιπόν;" επιμένει η φίλη της, που δεν αντέχει τις σιωπές όταν εμφανίζονται εκεί που δεν πρέπει.
"Οι εμμονές του. Τα φαντάσματά του", απαντάει εκείνη κι ένα δάκρυ ξεφεύγει απροσδόκητα από το άτονο πράσινο των ματιών της.
"Τι εννοείς;"
"Πώς να σου το εξηγήσω; Να, έχει μια μανία να λύνει όποια υπόθεση πέφτει στα χέρια του, και όταν δεν τα καταφέρνει, πότε τον πιάνουν τα νεύρα και πότε γίνεται μελαγχολικός. Προς το παρόν παραμένει αναποφάσιστος…"
"Για τη λύπη ή τα νεύρα;"
"Για το αν μπορεί να κάνει κάτι ή όχι".
Παραμένουν για λίγο σιωπηλές και τον παρατηρούν. Ο Πέτρος Ιωάννου, στα πενήντα εφτά του σχεδόν χρόνια, μοιάζει πρόωρα γερασμένος, αλλά η τωρινή του εικόνα τον αδικεί, αφού όταν δουλεύει είναι ακούραστος, δε ξεμένει ποτέ από ενέργεια και τα εκκωφαντικά έντονα πράσινα μάτια του πότε φωτίζουν πότε σκοτεινιάζουν, αλλά ποτέ δεν παραμένουν απαθή. Είναι χοντρός και σαν τέτοιον τον ξέρουν όλοι, αλλά από τότε που πήρε προαγωγή και ανέλαβε το τμήμα στο οποίο εργαζόταν κανείς δεν τολμά να του απευθυνθεί με το παρατσούκλι του.
"Είναι μια παλιά ιστορία", συνεχίζει, λες και δε σταμάτησε ποτέ να μιλά, η Μαργαρίτα. "Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που άρχισε να τη διερευνά και ακόμη δεν έχει βγάλει άκρη".
"Για πες".
"Εσύ και η περιέργειά σου".
"Όσο ζω μαθαίνω".
"Κι εγώ, όσο ζω παθαίνω".
Γελούν για λίγο μα εκείνος δεν τις ακούει.
"Μίλα".
"Τότε ήταν ένας νέος αστυνομικός, τοποθετημένος στον αστυνομικό σταθμό της Κακοπετρίας. Όπως καταλαβαίνεις οι δουλειές που του έδιναν τότε ήταν κατά βάση αγγαρείες. Βασικά έκανε όλα όσα δεν ήθελε να κάνουν οι άλλοι…"
"Και τα έκανα μετά χαράς".
Λίγο έλειψε να τις τρομάξει. Πάντα εκινείτο αθόρυβα εκείνος και πάντα είχε την ικανότητα να εμφανίζεται στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή.
"Μιλάτε για το τι κάνω εκεί έξω; Ό,τι κάνω πάντα όταν είμαι με άδεια…"
"Και ποτέ δε βγάζεις άκρη".
Η σχέση του πατέρα με την κόρη είναι πολύ στενή και ποτέ δε μασούν τα λόγια τους όταν μιλούν μεταξύ τους. Έτσι αντί να την εκνευρίσουν τα λόγια της τον κάνουν να χαμογελάσει. Τα μάτια του φωτίζονται λίγο καθώς τη βλέπει. Μεγάλωσε η Μαργαρίτα του, εδώ και χρόνια, αλλά εξακολουθεί να την κοιτά με το ίδιο τρυφερό βλέμμα που την κοιτούσε πάντα. Τη μετρά με το μάτι. Λεπτή, με μέτριο ανάστημα και μαλλιά μαύρα όλο και πιο μακριά, μ' εξαίρεση τα μάτια σε τίποτα δε φαίνεται να του μοιάζει. Αλλά είναι βγαλμένοι και οι δύο απ' το ίδιο καλούπι: πεισματάρηδες, άφοβοι, αποφασισμένοι για όλα, μα πάνω απ' όλα λάτρεις της δικαιοσύνης.
"Μη μου πείτε ότι θ' αγκαλιαστείτε τώρα και θα πλακώσετε τα φιλιά", λέει δήθεν αγανακτισμένη η Νάντια, βγάζοντάς τους απ' το προσωρινό τους τριπάκι.
"Τι κάνεις, Τροπικό;" τη ρωτά εκείνος. Τροπικό - έτσι την αποκαλεί από τη στιγμή που τη γνώρισε, κι αυτό λόγω των μαλλιών της, που είναι πάντα βαμμένα σε διάφορα χρώματα που θυμίζουν κάποιο τροπικό πουλί ή ψάρι.
"Λιάζομαι στη βαρυσυννεφιά. Θα μου πεις την ιστορία;"
Δείχνει με το κεφάλι της προς τα έξω. Εκεί που καθόταν πριν ο Ιωάννου. Στο τραπέζι με τους φακέλους και τα διάφορα χαρτιά, τα οποία αυτή τη στιγμή συνθλίβονται υπό το βάρος ενός πολύπριζου και του κινητού του τηλεφώνου.
"Δεν πρόλαβα να της την πω εγώ".
"Μα έτσι κι αλλιώς δεν την ξέρεις όλη".
"Φυσικά και την ξέρω. Λες να μην έχω μνήμη;"
"Μνήμη έχεις, αλλά εγώ έχω πηγές. Αργά χθες το βράδυ έμαθα ότι υπήρξε ένα νέο θύμα".
"Νέο θύμα;" Πετάχτηκε και πάλι στη μέση η Νάντια, προτού προλάβει καν η φίλη της να αντιδράσει.
"Και πώς ξέρεις ότι σχετίζεται με τις παλιές υποθέσεις;"
"Ο τρόπος".
"Εξαφανίστηκε…"
"Μια μέρα πριν τα δέκατα-έβδομα γενέθλιά της. Ακριβώς όπως τα κορίτσια τότε".
"Μα πώς είναι δυνατόν;"
"Όπως βλέπεις είναι. Τώρα αν ο θύτης είναι ο ίδιος ή κάποιος άλλος, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει αυτή τη στιγμή".
Η Νάντια κοιτά μια τον πατέρα μια την κόρη. Η περιέργειά της είναι τόσο μεγάλη που νιώθει να της ανεβαίνουν τα αίματα στο κεφάλι. Αν δεν της πουν αμέσως τι έγινε παλιά και τι ακριβώς συμβαίνει τώρα θα εκραγεί. Το νιώθει, θα εκραγεί. Αλλά αν το κάνει τότε δε θα μάθει σύντομα αυτό που θέλει. Πιέζει λοιπόν τον εαυτό της να κάνει υπομονή, κι η Μαργαρίτα που την παρατηρεί με την άκρη του δεξιού της ματιού, τη δείχνει τώρα σιωπηλά στον πατέρα της κι αυτός δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
"Αν ήσουνα καρτούν", της λέει, "τώρα θα ξεκάπνιζες απ' τ' αυτιά".
"Θα της πεις".
"Θα της πω. Γιατί όχι; Αφού έτσι κι αλλιώς θα της τα ξεφούρνιζες όλα εσύ, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου δεν είναι και τόσο άσκημη ιδέα να δει κάποιος με νέο βλέμμα τις υποθέσεις".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;"
"Επίσημα; Τίποτα. Ανεπίσημα. Θα πάω στο χωριό για να δω αν χρειάζεται κάτι το σπίτι. Και ίσως και να μείνω και λίγες μέρες για να ξεκουραστώ. Αν μείνω εδώ θα είμαι μες στα πόδια της Γεωργίας και θα βράζω στα ζουμιά μου, αφού δε θα έχω τι να κάνω. Ενώ αν πάω εκεί…"
Η Γεωργία είναι η γυναίκα του. Στα πενήντα δύο της χρόνια εκείνη και παρά το ότι τρώει σχεδόν όσο ο άντρας, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κάτι οι δουλειές του σπιτιού, κάτι ο μεταβολισμός της, κάτι το γεγονός ότι σε αντίθεση μ' εκείνον σπάνια πίνει, μοιάζει με μια εύθυμη σαραντάρα. Η μοναδική της σκοτούρα τώρα είναι η μικρή της κόρη, που σε λίγους μήνες θα φύγει για σπουδές στο εξωτερικό και την οποία φροντίζει λες και είναι μωρό-παιδί. Αιώνια κύπρια μάνα.
"Ναι, δίκιο έχεις. Αν μείνεις εδώ θα υποφέρεις, αλλά κι εκεί δε θα σε υποδεχτούν με ανοικτές αγκάλες".
"Θα βρω κάτι να τους πω. Εξάλλου δε θα ανακατευτώ καθόλου στη δική τους έρευνα. Υπάρχουν τρόποι να μάθει κανείς πράγματα χωρίς ν' ανοίξει τα χαρτιά του…"
"Και ποια χαρτιά είν' αυτά;"
Αρκετά άντεξε η Νάντια. Έπρεπε να μάθει. Τα πάντα.
Της κάνει νόημα με το κεφάλι να τον ακολουθήσει στο θερινό του γραφείο, που ειδικά γι' αυτήν την υπόθεση έχει μετατραπεί και σε χειμερινό. Εκείνη υπακούει. Το κρύο έξω γίνεται όλο και πιο έντονο, αλλά κανείς απ' τους δυο τους δε μοιάζει να το νιώθει κι ας είναι ελαφρά ντυμένοι. Εκείνος φοράει τις φόρμες του κι εκείνη ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα γκρίζο κοντομάνικό μπλουζάκι.
"Μπρρρ", ψιθυρίζει η Μαργαρίτα, που τους παρακολουθεί μόνη πια απ' το παράθυρο της κουζίνας. Και την επόμενη στιγμή αποφασίζει να πάει για ύπνο, αφού ξέρει ότι η επόμενη μέρα θα είναι πολύ κουραστική για την ίδια. Κι αυτό επειδή δεν έχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι η φίλη της θα καταφέρει να πείσει το γέρο να την πάει μαζί του, και θ' αφήσουν αυτή πίσω τους για ν' αναλάβει όλες τις δουλειές της ιδιότυπης επιχείρησης που την εργοδοτεί.
Σκύβει στα χαρτιά η Νάντια. Εκείνος την κοιτά και της μιλά, για λίγο. Μια τριπλή υπόθεση βγαίνει απ' το ψυγείο, με την ελπίδα ότι δε θα εισέλθει μια νέα μέσα εκεί για να της κρατήσει συντροφιά.

Συνεχίζεται...

Ο τίτλος είναι στα σίγουρα προσωρινός.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ. 

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Βδομάδα 39



Είναι μια συννεφιασμένη μέρα στην Μπαρακόα της Κούβας την άνοιξη του 2002. Βγαίνω μια βόλτα στους έρημους, όπως φαίνεται, από ντόπιους αλλά και από ξένους, δρόμους. Η σιωπή μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική, αλλά ξαφνικά ακούω μια φωνή από ένα σοκάκι: Μίστερ… Μίστερ… Φώτο… Γυρνώ το βλέμμα προς τα εκεί και βλέπω τέσσερα παιδιά: ένα ντροπαλό αγόρι, δύο χαμογελαστά κορίτσια και τη μικρή τους αδελφή. Βγάζω τη φωτογραφία, τους δίνω ένα δολάριο, που δεν μου ζήτησαν, και συνεχίζω τη μακρινή μου βόλτα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Έτσι ξαφνικά, η πόλη δεν μοιάζει και τόσο έρημη πια, και η σιωπή λες και έχει αποκτήσει φωνή: ήχοι φτάνουν στ’ αυτιά μου από μακριά, φωνές και μουσικές, ενώ η θάλασσα και τα πουλιά μοιάζουν να δίνουν συναυλία για πάρτη μου. Ένα στιγμιότυπο. Μια απλή στιγμή. Και μια ανάμνηση που ποτέ δεν θα χαθεί.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Βδομάδα 38



Πήγε εκεί μοναχή για να παρακολουθήσει μια παράσταση δρόμου, ή μάλλον πλατείας, αλλά κάτι άλλο της τράβηξε την προσοχή. Τι όμως; Τα μάτια της φανερώνουν μια περιέργεια, ίσως και μια αγωνία. Περιμένει κάποιον να φανεί ή κάτι να συμβεί; Τι θα έκανε αν ήξερε ότι κάποιος, έστω τυχαία, μοιραζόταν μαζί της αυτή τη μοναδική στιγμή; Πώς θα αντιδρούσε;

Λένε πολλές φορές ότι ένα βλέμμα μπορεί να πει τα πάντα, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι το πιο σαγηνευτικό σ’ αυτό είναι το μυστήριο που κρύβει. Πώς μπορεί να είναι τόσο φωτεινό και τόσο σκοτεινό την ίδια ώρα; Πώς μπορεί κι αναδεικνύει έτσι του άνθρωπου τη νιότη και της ψυχής τις έγνοιες;

Τα μάτια μας λένε ιστορίες, αλλά υπάρχει άραγε κανείς να τις ακούσει;

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Κέιτ Τέμπεστ - Ξυπνώντας μαζί σου αυτό το πρωί



Χασμουριέσαι. Παρακολουθώ το πηγούνι σου να υπακούει το στόμα σου
ανάμεσα από τις βλεφαρίδες μου μη όντας σίγουρη ότι έχω ξυπνήσει.
Μικρές πτυχές χαράζουν απαλά το πρόσωπό σου.
Η θερμότητα που πηγάζεις θα ζεστάνει αυτό το σπίτι.

Σε παρακολουθώ καθώς επιστρέφεις από κει που ήσουν.
Είναι ζωγραφισμένο πάνω σου. Οι γυμνοί σου ώμοι λάμπουν,
αρπάζουν την αυγή και την κρατούν ακίνητη και την κάνουν να αργοπορεί.
Τα φρύδια σου προβάλλουν τα όνειρά σου σκηνή τη σκηνή.

Τρυπώνεις στα ρούχα και μετά ξεπηδάς γελώντας, και με συνθλίβεις,
 το πεινασμένο σου για φιλιά στόμα θέλει να τραφεί.
Αργά και τρυφερά, απλώνεις τον εαυτό σου κατά μήκος μου
τα χείλη σου καθοδηγούν τα δικά μου όπως τα βελόνια τις κλωστές.

Μερικές φορές συλλαμβάνω μια σου ματιά και νιώθω έκπληξη:
σε κοιτούσα αλλά δε σ' έβλεπα εδώ και μέρες.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Σεπτέμβρης του 1918 της Έιμι Λόουελ



Αυτό το δειλινό είχε το χρώμα του νερού καθώς πέφτει στη λιακάδα˙
Τα δέντρα λαμποκοπούσαν απ' το πέσιμο των φύλλων˙
Τα πεζοδρόμια έλαμπαν σαν δρομάκια φτιαγμένα από πεσμένα φύλλα σφενταμιών,
Τα οποία τα σπίτια περιτριγύριζαν γελώντας μέσα από τετράγωνα ανοικτά παράθυρα.
Κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο,
Δυο αγόρια ξαπλωμένα μπρούμυτα,
Μάζευαν προσεκτικά κόκκινα μούρα
Τα οποία τοποθετούσαν μέσα σ' ένα κουτί από πολτοσανίδα.
Κάποια μέρα δε θα υπάρχει πόλεμος,
Και τότε θα πάρω αυτό το απόγευμα
Και θα το στριφογυρίσω στα δάχτυλά μου,
Και θ' αποτυπώσω τη γλυκιά του γεύση στον ουρανίσκο μου,
Και θα καταγράψω την εύθραυστη ποικιλία των φύλλων του.
Σήμερα το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το μαζέψω,
Και να το βάλω στο καλάθι με το κολατσιό μου,
Αφού δεν έχω χρόνο για τίποτ' άλλο πέρα
Από την προσπάθεια να ισορροπήσω
Επάνω σ' ένα κόσμο θρυμματισμένο.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.