Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
Δευτέρα 12 Απριλίου 2010
Το Πάσχα του παλιάτσου
Τους βλέπει να κάνουν το σταυρό τους και να σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι, να λένε «Δόξα σοι ο θεός» και οργίζεται, λίγο. Ποτέ δεν οργίζεται πολύ αυτός. Μόνο λίγο και για λίγο. Να, όπως και τώρα που είναι στην εκκλησία, στην οποία πηγαίνει μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή για να παρακολουθήσει τη λειτουργία, και βλέπει όλο αυτό το πλήθος να επαναλαμβάνει νωχελικά, σχεδόν νυσταγμένα, τις ίδιες κινήσεις, να παπαγαλίζει τα ίδια λόγια. Σα να παρακολουθεί ταινία. Αποκόβει τον εαυτό του από την πραγματικότητα και αναλαμβάνει το ρόλο του πανόπτη, αυτού που όλα τα βλέπει και όλα τα καταλαβαίνει, και που, όλα ή μάλλον όλοι τον πληγώνουν. Ναι, τον πληγώνουν οι άνθρωποι πολύ, κι ας τους αγαπά αυτός, σαν πατέρας και γιος και αδελφός. Τους αγαπά επειδή κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από την αγάπη δεν μπορεί να εισβάλει στην καρδιά του για πολύ. Τους αγαπά, τους κακίζει και τους αγαπά και πάλι. Ποιος είναι; Είναι ο παλιάτσος του καθενός.«Παράξενο», έτσι τον αποκαλούσαν από παιδί, όταν δεν τον φώναζαν τρελό κι αλαφροΐσκιωτο. Και ήταν παράξενος, αφού δεν έμοιαζε σε άλλον κανένα – όχι στην όψη, αλλά στον τρόπο ζωής. Σα να είχε γεννηθεί γέρος. Δεν είχε ποτέ του όρεξη για παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και με τους μεγάλους απέφευγε τα πολλά πάρε-δώσε. Ήτανε πάντα μόνος και σκεφτικός, ένα παιδί παράταιρο, το οποίο με τον καιρό οι γονείς του αποφάσισαν να παραπετάξουν σε μια γωνιά του σπιτιού, και να αφοσιωθούν στα άλλα τέκνα, τα καμάρια τους, τις κολώνες του κοινωνικού τους οικοδομήματος. Ένιωσε μια χαρά ο Ευτύχιος όταν συνέβηκε αυτό, μα μια χαρά, που δεν περιγράφεται. «Επιτέλους, είμαι ελεύθερος», σκέφτηκε.
Επιτέλους ήταν ελεύθερος να κάνει αυτό που ήθελε, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Ήθελε… Ήθελε… Να μην κάνει άλλο τίποτα από το να παρατηρεί τους ανθρώπους, αυτό ήθελε. Και να τριγυρνά από εκκλησιά σε εκκλησιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι, και να προσεύχεται στον Χριστό. «Άνοιξέ τους τα μάτια, Χριστούλη μου», θα τον παρακαλούσε, «βοήθησέ τους να γίνουν και πάλι άνθρωποι».
Όσο όμως κι αν του άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία, τόσο δεν του άρεσε να παρακολουθεί τη λειτουργία. Όλα τα ευαγγέλια τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, όλους τους ψαλμούς, τα λόγια του Χριστού κατέκλυζαν συνέχεια την ψυχή του αλλά, αλλά δεν μπορούσε, δεν άντεχε το ψέμα και την υποκρισία, τα ανυπόμονα βλέμματα και την υποκριτική ευλάβεια που αντίκριζε στα μάτια των δήθεν πιστών. «Θυμούνται την πίστη τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, και όταν αρρωσταίνουν», σκεφτόταν με πίκρα και το έλεγε. Αυτό έλεγε, και άλλα πολλά. Αρκετές φορές πήγαινε τις Κυριακές στην εκκλησιά, στεκότανε απέξω και φώναζε στους ανθρώπους καθώς μπαίνανε ή βγαίνανε από το ναό να μετανοήσουν, να αλλάξουν, όχι επειδή ερχότανε η Δευτέρα Παρουσία, όχι γι’ αυτό, αλλά για να γίνουν απλά εκείνοι που λένε ότι είναι. «Μάταιες οι προσευχές σας, κροκοδείλια τα δάκρυά σας, άδειες οι ψυχές σας. Είστε χειρότεροι κι απ’ τους εβραίους που Τον σταύρωσαν, αφού εκείνοι τουλάχιστον δεν ήξεραν τι έκαναν. Εσείς Τον σταυρώνετε κάθε μέρα, με γονυκλισίες και προσκυνήματα».
Από κάποιες εκκλησιές τον έδιωχναν, σε άλλες απλά τον κορόιδευαν, έτυχε μια-δυο φορές να τον χτυπήσουν κιόλας αφού βεβήλωνε το σπίτι του θεού. Κι αυτός όλα τα υπέμεινε, με καρτερικότητα, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο, αφού τα είχε «χαμένα ο καημένος», όπως έλεγαν. Ωστόσο εκείνος ήταν μια χαρά στα μυαλά του αφού ήξερε, ότι χωρίς την αγάπη δεν υπήρχε σωτηρία, όσες προσευχές κι αν έλεγε κανείς, με όσο χρήμα κι αν γέμιζε τα παγκάρια. «Πρέπει να κάνω κάτι», σκεφτόταν πού και πού, «πρέπει να τους αλλάξω μυαλά. Αλλά πώς;» Πώς να το έκανε αυτό; Αφού όλοι τον περνούσαν για τρελό. Αλλά και να μην το έκαναν, ποιος θα τον άκουγε; Εδώ δεν άκουγαν τα ίδια τα λόγια του θεού, τα οποία παπαγάλιζαν, δεν άκουγαν τα παιδιά τους, που έχαναν το δρόμο τους, δεν άκουγαν τις κραυγές των αθώων και φτωχών ανθρώπων που πέθαιναν αβοήθητοι από άκρη σε άκρη της γης.
Τη λύση τελικά του την έδωσε ένας φίλος του αλήτης, τον οποίο συναντούσε κάθε τόσο σ’ ένα από τα μισοπαρατημένα πάρκα της μεγάλης πόλης τους. «Σε αποκαλούν τρελό», του είπε, «εκμεταλλεύσου το. Γίνε αλήτης, γίνε ζητιάνος. Πάρε τα λεφτά τους και φτιάξε το δικό σου ναό…» Μα πώς να το κάνει αυτό; Πώς;
Πλησίαζαν τα καρναβάλια, το κέντρο της πολιτείας όπου ζούσε, άρχισε να γίνεται πολύχρωμο, να ξεχειλίζει από μουσικές κι από ζωή. «Θα γίνω κι εγώ παλιάτσος», αποφάσισε όταν είδε κάποιον να δίνει παράσταση σε μια μικρή πλατεία, «θα γίνω παλιάτσος για να τους αλλάξω τη ζωή». Θα γινόταν ένα παλιάτσος διαφορετικός, ένας φτωχούλης του θεού, που δε θα χάριζε παρά ειρωνικά χαμόγελα, αλλά τον οποίο τα παιδιά πολύ θα αγαπούσαν, αφού αυτός πάντα ήξερε να τα ακούει, πάντοτε είχε το χρόνο να τους λέει όμορφες ιστορίες για την αγάπη, τη φιλία και τον Χριστούλη, γιατί εκείνου η αγκαλιά ήταν πλατιά και τα χωρούσε όλα μέσα εκεί.
Η εξωτερική του μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή, ο μέσα του κόσμος όμως παρέμεινε ο ίδιος: βυθισμένος σε μια θλίψη, την οποία κάθε τόσο διαπερνούσε μια αχτίδα φωτός. Για μια αιωνιότητα έκανε τα ίδια πράγματα: μιλούσε με τα παιδιά, φώναζε στους μεγάλους και απέφευγε συστηματικά εκείνους που έλεγαν ότι τα ήξεραν όλα και υποστήριζαν ότι μιλούσαν εκ μέρους του θεού, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο θεός πέρα από το Λόγο Του, δεν είχε την ανάγκη κανενός εκπροσώπου εδώ στη γη. Και ζητιάνευε. Όλη μέρα ζητιάνευε. Έξω από τις εκκλησίες, στις πλατείες, στις αγορές, στις παιδικές χαρές. Κι όταν τον ρωτούσαν τι θα έκανε με τα λεφτά που μάζευε, «θα κτίσω μια εκκλησιά, το ναό του ανθρώπου, το ναό των φτωχών», τους απαντούσε.
Τα χρόνια πέρασαν γοργά και να που γέρασε ο Ευτύχιος, τόσο πολύ που ξέχασε ακόμη και το όνομά του. Οι συνήθειες του ωστόσο δεν άλλαξαν. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή σε κάποια εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Επιταφίου. Καθόταν όλη την ώρα, τα πόδια του πια δεν τον κρατούσαν, αλλά και η ακοή του τον εγκατέλειπε. «Φτάνω στο τέλος,» σκεφτόταν, «απόψε θα πεθάνω κι εγώ». Δεν μπορούσε να απαιτήσει μια καλύτερη νύχτα απ’ αυτή για να βρεθεί επιτέλους στην αγκαλιά του στοργικού Πατέρα. Και όντως, πέθανε. Πέθανε ακριβώς εκεί όπου καθόταν, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με γαληνεμένη τη μορφή, ταξιδεύοντας λες στον παράδεισο που ονειρευόταν.
Μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο θαύμα. Την ώρα της Ανάστασης, λέγαν, καθώς οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνες για μία ακόμη φορά, πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά σημεία της πόλης, είδαν κάτι φωτεινές μορφές να διασχίζουν τα σκοτάδια τ’ ουρανού, με κατεύθυνση προς το βορρά. Οι περισσότεροι έμειναν άναυδοι, σα μαρμαρωμένοι, αλλά κάποιοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και ακολούθησαν την πορεία που διέγραφαν οι πρωτοφανείς οπτασίες. Αυτές τους οδήγησαν στην ύπαιθρο, σε μια ερημική τοποθεσία και σ’ ένα φτωχικό καλύβι. Μια ξύλινη ταμπέλα στην πόρτα τους καλωσόριζε στο Ναό του Υιού του Ανθρώπου. Μια αόρατη λάμψη φώτιζε το χώρο μέσα, ενώ μια φλόγινη επιγραφή στον τοίχο τους ενημέρωνε ότι τα πλούτη που αντίκριζαν τα μάτια τους ανήκαν στους φτωχούς, κι απ’ αυτά ο καθένας που είχε ανάγκη θα μπορούσε να πάρει κάτι. Φτάνει κάποια μέρα να το επέστρεφε σε κάποιον άλλο που θα το χρειαζόταν.
Ο παλιάτσος του καθενός είχε κρατήσει την υπόσχεσή του.
Δημοσιεύθηκε στην πασχαλινή έκδοση της Καθημερινής Κύπρου
Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
Πριν την... Πρωτοχρονιά
Κατά τα άλλα παρακολουθώ με ενδιαφέρον το "σάλο" που ξέσπασε στη Βρετανία για την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Φίλιπ Πούλμαν "Ο καλός άνθρωπος Ιησούς και το κάθαρμα ο Χριστός". Ο συγγραφέας έχει δεχτεί, ως συνήθως άλλωστε, τόνους λάσπης από τους αμερικανούς συντηρητικούς, αλλα παραδόξως βρήκε στήριξη από τον επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ένα πρώην Επίσκοπό... Λέω παραδόξως, αφού δεν μπορώ να φανταστώ καν τι θα γινόταν αν τολμούσε έλληνας συγγραφέας να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Ας μη ξεφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι ο πρώτος, ο αρχιεπίσκοπος, πήρε άδεια για ένα χρόνο για να γράψει ένα βιβλίο για τον Ντοστογιέφσκι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δράση της Αρουντάτι Ρόι, που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ, για το "Θεό των μικρών πραγμάτων". Αντί να εκμεταλλευθεί τη φήμη της και να συνεχίσει να γράφει λογοτεχνία, αποφάσισε να τη θέσει στην υπηρεσία των... μικρών ανθρώπων, εκείνων που δεν έχουν φωνή. Έτσι πρώτα έγραψε κάποια δοκίμια για την αιώνια εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους και την καταστροφή των φυσικών πόρων της χώρας, ενώ πρόσφατα βρέθηκε στη συντροφιά των Μαοϊστών ανταρτών της Ινδίας, που εδώ και χρόνια πολεμούν το επίσημο Κράτος, μια και στο 90% της επικράτειας αυτής της χώρας, που θεωρείται η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, επικρατεί πάντοτε το δίκαιο του ισχυροτέρου. Διαβάστε το οδοιπορικό της εδώ...
Για μια ημέρα μου κράτησε οδυνηρή συντροφιά η Γουάρις Ντίρι και "Τα παιδιά της ερήμου". Το βιβλίο μιας ακόμη δυναμικής γυναίκας που χρησιμοποιεί τη φήμη της για καλό σκοπό: την κατάργηση της κλειτοριδεκτομής.
Νομίζω ότι έχει φτάσει πια ο καιρός να ασχοληθώ με τις γειτονιές μου και τη θηλυκή εκδοχή του Γκάντι στη Βιρμανία, την Αούνγκ Σαν Σου Κι. Προσεχώς...
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
Αναζητώντας τη χαμένη άνοιξη
«Γιατί είναι όλοι τόσο λυπημένοι αυτές τις μέρες;» αναρωτιέται η Ελπίδα. Γιατί; Μα δε ρωτά, αφού ξέρει την απάντηση. Αφού και πέρυσι και πρόπερσι το ίδιο πράγμα συνέβαινε: όλοι ήταν λυπημένοι. Όλοι οι μεγάλοι. Όχι τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Επειδή πλησίαζε το Πάσχα κι αυτά είχαν διακοπές. Αλλά…«Το Πάσχα δεν είναι όπως παλιά…» γκρίνιαζε η γιαγιά της, Ελπίδα με τ’ όνομα κι αυτή. Κάθε χρόνο γκρίνιαζε. Και κάθε χρόνο η μικρή Ελπίδα τη ρωτούσε το γιατί. Αλλά όχι φέτος. Αφού ήξερε. Το Πάσχα δεν είναι πια όπως παλιά επειδή χάθηκε η άνοιξη και μαζί της χάθηκε και η γοητεία του Επιτάφιου.
«Τα παλιά χρόνια, κόρη μου, έμπαινες στην εκκλησιά και μοσχοβολούσε ο τόπος, χαιρόταν η ψυχή σου. Τώρα πας και μαραίνεται η καρδιά σου. Τα λουλούδια έχασαν τη μυρωδιά τους, την κάσα του Χριστούλη μας τη ραντίζουν με χημικά, αντί με την ομορφιά της φύσης. Δες τα χωράφια μας. Ξέραναν. Όλα πια τα φτιάχνουν στα εργοστάσια. Κανείς δε νοιάζεται…»
Έκλαιγε η γιαγιά, και μαζί της έκλαιγε και η Ελπίδα, κι ας μην καταλάβαινε καλά-καλά το γιατί. Αυτή πάντα έτσι τα θυμότανε τα χωράφια, ξερά. Τα δέντρα πορτοκαλοκίτρινα. Τον ουρανό γκρίζο. Αλλά λουλούδια υπήρχαν. Αφού τα έβλεπε παντού. Στα μαγαζιά, στα εστιατόρια, στους βοτανικούς κήπους, που τα έκρυβαν κάτω από το θόλο τους. Το μόνο που δε μύριζαν. Όμως, τι σημασία έχει αυτό; Αφού ποτέ δε μύριζαν. Αν μύριζαν θα… Θα ήταν πιο ωραία άραγε; Ίσως! Για να το λέει η γιαγιά.
Ουφ, σκέφτεται, και πάλι ουφ. Δεν μπορεί να βλέπει την αγαπημένη της γιαγιά να είναι τόσο λυπημένη. Καλά, κι ο παππούς είναι λυπημένος, αλλά αυτός προσπαθεί να μη το δείχνει, κι ας το καταλαβαίνει αυτή. Όλα τα καταλαβαίνει αυτή. Είναι έξυπνη. Και διαβάζει, ή μάλλον ακούει και βλέπει. Ακούει και βλέπει βιβλία. Παλιά τα διάβαζαν, τα πολύ παλιά χρόνια, όπως έμαθε στο σχολείο, αλλά τώρα όλα πια τα παρακολουθούν. Τα παρατηρούν και μαθαίνουν. Και ναι, ο κόσμος τον καιρό που ήταν νέα η γιαγιά έδειχνε πιο ωραίος. Αλλά πρέπει να ήταν βαρετός. Βα-ρε-τόόόός. Αφού… Αφού… Πώς όμως ήταν, λένε, πιο ευτυχισμένοι; Πώς ζούσαν χωρίς τα ρομποτάκια που τους βοηθάνε όλους με τις δουλειές στην πόλη και τις αυτόματες νταντάδες, που ξέρουν και τα κάνουν όλα; Παράξενο!
«Μη σκοτίζεσαι μ’ αυτά που λέει η γιαγιά σου, κόρη μου», της λέει ο παππούς και στρίβει το μουστάκι του χαμογελώντας. Πάντα χαμογελά αυτός, όταν τον βλέπει. Γιατί άμα δεν τον βλέπει, κι αυτός λυπημένος είναι. Άμα νομίζει πώς δεν τον βλέπει. Τότε τα μάτια του γυαλίζουν και αρχίζουν να τρέχουν.
Πρέπει να κάνει κάτι. Δεν μπορεί να τους βλέπει τόσο λυπημένους. Τους αγαπά πολύ-πολύ. Ίσως πιο πολύ κι από τη μαμά και τον μπαμπά, αφού αυτούς δεν τους βλέπει και τόσο συχνά. Όλο δουλεύουν και δουλεύουν. Και την αφήνουν μόνη με την επαναφορτιζόμενη νταντά.
«Τι είναι η άνοιξη;» ρωτά τον παππού.
«Η άνοιξη, κόρη μου. Αχ, η άνοιξη…». Σιωπά για λίγο. Σα να προσπαθεί να θυμηθεί πώς ήταν, και θυμάται. «Η άνοιξη ήταν η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Τότε γεμίζαν τα χωράφια, οι αγροί, κι οι γλάστρες με λουλούδια. Πρασίνιζε όλη η φύση. Έρχονταν τα χελιδόνια και έκτιζαν τις φωλιές τους στα σπίτια μας. Έβγαινες μια βόλτα το πρωί ή το δειλινό, χαιρόσουν τη δροσιά και νόμιζες ότι ήσουν στον παράδεισο. Τόσο όμορφα ήταν όλα. Και το Πάσχα, όταν μάζευαν τα κορίτσια τα λουλούδια και στόλιζαν τον Επιτάφιο, τότε ήταν σαν να γίνονταν η Δευτέρα Παρουσία. Λες κι ο Χριστός κατέβαινε στη γη, έστω και για λίγο, για να τη χαρεί μαζί μας. Χάθηκε η άνοιξη, χάθηκαν όλα…» Χαμογέλασε λυπημένα. «Αλλά κι οι άλλες εποχές όμορφες ήταν. Το καλοκαίρι μας τραγουδούσαν τα τζιτζίκια, τρώγαμε φρέσκα φρούτα, είχαμε για λίγο καιρό αναπαμό απ’ τις δουλειές. Και το φθινόπωρο, φυσούσε το αεράκι, άλλαζε ο καιρός και φορεσιά τα δέντρα. Το χειμώνα έβρεχε παντού και στα βουνά έριχνε χιόνι. Ενώ τώρα…».
Ενώ τώρα όλα μοιάζουν ίδια. Πάντα ο ίδιος κιτρινιάρης ουρανός, ο ντυμένος με τη σκόνη, καθόλου βροχή, ιδέα από χιόνι, τα δέντρα ξερά και τα λουλούδια σαν πλαστικά, σκέφτεται η Ελπίδα μα δεν το λέει. Ωστόσο ρωτάει: «Δηλαδή όλες οι εποχές ήταν ωραίες;»
«Ναι, κόρη μου, μα σαν την άνοιξη άλλη καμιά…»
Πρέπει να τη βρει. Οπωσδήποτε. Αν μη τι άλλο για να δει πως μοιάζει. Αλλά πού να τη ψάξει; Μάλλον κανείς δεν ξέρει. Αν ήξεραν θα πήγαιναν να τη βρουν. Δε θα πήγαιναν; Θα πήγαιναν. Εκτός κι αν δεν μπορούνε. Επειδή γέρασαν. Ναι. Ναι, γι’ αυτό! Θα ρωτήσει τον παππού κι αυτός θα της πει. Και αύριο πρωί-πρωί θα πάει να τη βρει. Μεγάλη Πέμπτη αύριο. Αν τα καταφέρει μόλις και θα προλάβουν να στολίσουν τον επιτάφιο, και όπως λέει κι η γιαγιά, η εκκλησιά θα μοσχομυρίζει.
«Πού είναι η άνοιξη, παππού;» ρωτά σοβαρά και με μια λάμψη στο βλέμμα.
«Δεν ξέρω πια. Πάνε χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που την είδα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ξέρεις εσύ. Εμένα είδανε πολλά τα μάτια μου, γέμισαν σκιές, μα τα δικά σου λάμπουν. Αν τα κλείσεις για καμπόση ώρα σίγουρα θα μπορέσεις να τη δεις».
Τι να κάνει λοιπόν η Ελπίδα μας; Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Και περίμενε. Και περίμενε κι άλλο. Και περίμενε για λίγο ακόμη. Μα η κυρά άνοιξη δεν έλεγε να φανεί. Βαρέθηκε. Μα πείσμωσε. «Θα σε δω», ψιθύριζε ξανά και ξανά στον εαυτό της, «θα σε δω άγνωστη δεσποινίδα». Της άρεσε αυτή η λέξη: δε-σποι-νί-δα, αφού της θύμιζε μια νέα όμορφη γυναίκα, να σαν κι εκείνη, αλλά όχι μόνο δέκα χρονών, πιο μεγάλη. Ίσως δεκαπέντε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η δεσποινίδα δεν ήθελε να τη δει κανείς, κι έτσι δεν της φανερώθηκε.
Ήταν πολύ λυπημένη εκείνη τη νύχτα. Πιο λυπημένη κι απ’ τη γιαγιά. Της μιλούσαν και δεν απαντούσε. Της έβαζαν φαγητό στο πιάτο και δεν έτρωγε. Της χάιδευαν τα μαλλιά και δε χαιρόταν. Προσπαθούσαν να της πουν παραμύθια, ιστορίες απ’ τα παλιά, μα έκλεινε τ’ αυτιά. Τελικά της είπαν να πάει για ύπνο και υπάκουσε.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με σοφίτα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο, φόρεσε τις πολύχρωμες πιτζάμες της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με μάτια ορθάνοικτα την κουβέρτα του ουρανού, την οποία ποτέ της δεν είδε να στολίζουν τ’ άστρα. Μονάχα ένα χλωμό φεγγάρι, με πόρους από σκόνη, έκανε εκεί πού και πού την εμφάνισή του.
Τίποτα δεν είναι όμορφο, σκεφτόταν η Ελπίδα. Μόνο οι πιτζάμες μου έχουν χρώματα. Τίποτα άλλο.
Ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο κι ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι. Τι να δει; Μια γάτα! Τίποτα ασυνήθιστό δηλαδή. Και όμως. Αυτή η γάτα δεν έμοιαζε με άλλη καμία. Όλες τώρα πια ήταν άσπρες ή μαύρες. Ενώ αυτή… Ενώ αυτή, ήταν ντυμένη με όλα τα χρώματα της πιτζάμας της. Με όλα. Θα μιλούσαμε για τα χρώματα του ουράνιου τόξου, αλλά, βλέπετε, εκείνη δεν είχε δει ποτέ κάποιο στη μικρή ζωή της.
Ταράχτηκε το κορίτσι, αλλά όχι πολύ. Μίλησε στη γάτα.
«Έλα εδώ», την παρακάλεσε, κι αυτή υπάκουσε. Βρέθηκε μ’ ένα πήδο στο κρεβάτι, κι έτσι, απρόσκλητη, πήγε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Μα τι ωραία που ήταν! Μα πόσο τρυφερά την ένιωθε! Μα τι όμορφα που μύριζε! Σαν την άνοιξη. Ναι, σαν την άνοιξη, κι ας μην την είχε μυρίσει ποτέ της.
Τα μάτια της σιγά-σιγά άρχισαν να κουράζονται, να μισοκλείνουν, να ανοίγουν ξαφνικά και να κλείνουν και πάλι, καθώς προσευχόταν: «Θεούλη μου, στείλε μου την άνοιξη… Στείλε μου την άνοιξη…». Αποκοιμήθηκε. Κι έμοιαζε σα μια ζωγραφιά. Με τις πιτζαμούλες της, με τα μελένια της μαλλιά να φωτίζουν το πρόσωπο, μ’ εκείνο το χαμόγελο που της χάρισε η γάτα σταθερά ζωγραφισμένο στα χείλη, με το δωμάτιό της και το ανοιχτό παράθυρο, που θύμιζε εικόνα ενός παλιού παραμυθιού.
Έτσι τη βρήκε όταν την επισκέφθηκε η άνοιξη στο όνειρό της. Και τι παράξενο όνειρο ήταν αυτό! Έβλεπε λέει τον εαυτό της να κοιμάται, και την άνοιξη να στέκεται από πάνω της και να την παρατηρεί. Κι ύστερα να κάθεται δίπλα της στο κρεβάτι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά σκεφτική. Ναι, σκεφτική. Σκεφτόταν και χαμογελούσε.
«Τι σκέφτεσαι κυρά άνοιξη;» ήθελε να τη ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή της. Ίσως να έμεινε άφωνη από την ομορφιά της, αφού ακριβώς όπως την περίμενε ήταν: όμορφη νέα γυναίκα, με μαύρα μακριά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μάτια κι ένα γαλανό φουστάνι που έμοιαζε υφασμένο από τους αγγέλους, τόσο ωραίο ήταν.
Πόση ώρα κράτησε το όνειρο, κανείς δεν μπορεί στα σίγουρα να πει, αφού μόνο η άνοιξη θα μπορούσε να κρατήσει χρόνο. Στο τέλος του όμως, η Ελπίδα την είδε να σκύβει στο αυτί της και να της ψιθυρίζει κάτι. Τι όμως; Τι; Μόλις της το είπε, το ξέχασε. Δεν πρόλαβε καν να ξυπνήσει και να το γράψει. Δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ουφ και πάλι ουφ.
Ύστερα από λίγη ή πολλή ώρα -ποιος ξέρει;- ένιωσε κάτι να αναδεύεται στα πόδια της και ξύπνησε. Ήταν η γάτα. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον αυτή δεν ήταν όνειρο, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Και μετά τρόμαξε. Τρόμαξε αφού η γάτα της μίλησε.
«Μην ξεχάσεις τα λόγια της άνοιξης», της είπε και πήδηξε κάτω απ’ το κρεβάτι κι έξω απ’ το παράθυρο και χάθηκε. Πετάχτηκε απ’ τα στρώματα το κορίτσι κι έτρεξε να την προλάβει, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κοιτάζοντας τον ουρανό διέκρινε στην άκρη του ορίζοντα τα πρώτα σημάδια μιας καινούριας γκρίζας μέρας. Και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια της άνοιξης. Και κάθισε αμέσως και τα έγραψε. Κι ύστερα ντύθηκε στο άψε σβήσε, πήρε κάτι από ένα κουτάκι, κατέβηκε κάτω, κρυφοκοίταξε στην κάμαρα του παππού και της γιαγιάς, που έμοιαζαν να κοιμούνται βαθιά, και βγήκε αθόρυβα έξω. Και άρχισε να τρέχει.
Όλο έτρεχε, και έτρεχε, και έτρεχε η Ελπίδα, χωρίς σταματημό. Έπρεπε να πάει εκεί που της είπε η άνοιξη, έπρεπε να προσφέρει το μικρό της, μα υπερπολύτιμο δώρο, θυσία στο βωμό της αιώνιας ομορφιάς. Πού και πού ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα πόδια της να κουράζονται, μα δεν το έβαζε κάτω. Είχε μια αποστολή αυτή. Ήταν η Ελπίδα κι έπρεπε να φέρει στον κόσμο ελπίδα. Αν δεν τα κατάφερνε ποιος ξέρει πότε θα δινόταν και πάλι σε κάποιον η ευκαιρία να το κάνει αυτό; Όχι, έπρεπε να τα καταφέρει. Το χρωστούσε στη γιαγιά και στον παππού, το χρωστούσε στην άνοιξη.
Ο ίδιος νωχελικός ήλιος, ο μόνιμος σωτήρας και δυνάστης της κάθε μέρας, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ξεπροβάλλει πάνω απ’ το βουνό, όταν ξέπνοη σχεδόν έφτασε στη μαγική πηγή, την οποία της είχε υποδείξει η μεγάλη κυρά. Σωριάστηκε στο χώμα δίπλα της, έβγαλε απ’ την τσέπη το κουτάκι που είχε πάρει απ’ το σπίτι, και από κει μέσα, το σταυρουδάκι που της χάρισε όταν ήταν πολύ μικρή η γιαγιά: το πιο πολύτιμο απόκτημά της.
Το βούτηξε τρεις φορές στο γλυφό νερό και το έβγαλε ξανά επαναλαμβάνοντας αυτά τα λόγια: «Για σένα Χριστούλη μου, για τον Επιτάφιό σου. Για σένα κυρά άνοιξη, για τη ζωή που μας χαρίζεις». Στο τέλος το άφησε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της και να χαθεί στα βάθη της μικρής πηγής. Λίγο λυπήθηκε που το έχασε, αλλά πιο πολύ χάρηκε, αφού κράτησε την υπόσχεσή της. Και αν και είχε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της, ήταν σίγουρη ότι τώρα πια όλα θα πήγαιναν μια χαρά.
Σηκώθηκε από χάμω και δίχως να σταματήσει στιγμή για να καθαρίσει τις ακαθαρσίες απ’ τα ρούχα της, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε σαν τρελή, σαν κυνηγημένη, ακόμη πιο γρήγορα κι από πριν, αφού ο χρόνος γοργοκυλούσε, κι αυτή είχε να κάνει κάτι ακόμη προτού ο κόσμος ξυπνήσει.
Μπήκε φουριόζα στο σπίτι, ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το δωμάτιό της και κάθισε μπροστά στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά της άρχισαν να χορεύουν στα πλήκτρα. Έμπαινε σε όλες τις σελίδες στο ίντερνετ, όπου προλάβαινε, όπου μπορούσε και μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα: «Η άνοιξη σήμερα επιστρέφει», έγραφε, «μαζί και οι άλλες εποχές. Αν δεν σταματήσουμε να κάνουμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, να καταστρέφουμε τη φύση, θα φύγουν και πάλι, μα αυτή τη φορά για τα καλά».
Σύντομα άρχισαν να καταφθάνουν μηνύματα από παντού. Πλημμύρισε ο ιστός. Άλλοι την κορόιδευαν, ενώ άλλοι, πιο αισιόδοξοι, και με μεγαλύτερη καρδιά την πίστευαν κι αναμετέδιδαν αυτά που έγραφε.
Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι όλος ο κόσμος πια μιλούσε για το παράξενο εκείνο μήνυμα που τάραξε τα νερά της αιώνιας απάθειας των ανθρώπων, χαρίζοντας αλλού εκνευρισμό κι αλλού ελπίδα. Μέχρι που να φτάσει το μεσημέρι, ο μόνιμα γκρίζος ουρανός άρχισε να πλημμυρίζει με σύννεφα και η σχεδόν παντοτινά ψηλή θερμοκρασία να πέφτει. Ο ήλιος κρύφτηκε. Τους ουρανούς άρχισαν να ξεσκίζουν οι αστραπές και να δονούν οι βροντές. Και λίγο μετά το μεσημέρι άρχισε να βρέχει.
Ήταν μια βροχή απαλή, σαν τραγούδι. Για δυο ώρες έπεφτε και δρόσιζε τη γη, άνοιγε τους πόρους της, την αναζωογονούσε. Και σαν σταμάτησε, όταν διαλύθηκαν τα σύννεφα, οι άνθρωποι είδαν για πρώτη φορά, μετά από χρόνια πολλά, να ξεπροβάλλει από πίσω τους το γαλάζιο τ’ ουρανού, ενώ ένιωσαν σχεδόν τη φύση να ανασταίνεται κάτω από τα πόδια τους, ν’ αποκτάει και πάλι ζωή. Πρώτα είδαν το χορτάρι, πράσινο σαν όνειρο, να κάνει την εμφάνισή του στους αγρούς, κι ύστερα είδαν τα φύλλα να ξεγλιστρούν λες μες απ’ τους κορμούς και να στολίζουν τα δέντρα. Τελευταία έκαναν την εμφάνισή τους τα λουλούδια, που κρυμμένα καθώς ήταν για τόσο καιρό μέσα σε κάποια σπόρια, έμοιαζαν να περιμένουν πώς και πώς τη στιγμή να ανθίσουν. Σαν τραγούδι έμοιαζε όλη η πλάση.
Εκείνη η νύχτα, της Μεγάλης Πέμπτης, η κανονικά τόσο λυπημένη, ήταν η πιο ευτυχισμένη στη μικρή ζωή της Ελπίδας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Και το επόμενο πρωί, της Μεγάλης Παρασκευής, ήταν απλά μαγικό. Όλοι ξεχυθήκαν στα χωράφια για να μαζέψουν λουλούδια κάθε λογής και κορίτσια όμορφα σαν την άνοιξη, βάλθηκαν να στολίσουν με δάχτυλα επιδέξια και χαρά μεγάλη τους Επιτάφιους σε όλη τη γη.
Το ευλογημένο έτος 2040, η Ανάσταση ήρθε πρόωρα, για ν’ αλλάξει τις ζωές όλων των ανθρώπων, για να τους θυμίσει τις αξίες τους, για να τους προειδοποιήσει.
Η Ελπίδα δε μίλησε ποτέ σε κανένα, γι’ αυτά που προηγήθησαν της Ανάστασης. Εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα. Ο Χριστούλης και η άνοιξη τα έκαναν όλα. Κάποια φορά μάλιστα που η γιαγιά τη ρώτησε τι απέγινε το σταυρουδάκι της, της είπε πως το έχασε. Κι εκείνη αντί να νευριάσει και να της βάλει τις φωνές, απλά χαμογέλασε. Λέτε να ήξερε; Ήξερε δεν ήξερε, δεν έχει σημασία. Φτάνει που επέστρεψε η άνοιξη, και που με την άφιξή της οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να εκτιμούν της καλής καρδιάς τα δώρα.
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ...
Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010
Ένα σημείωμα…

Περνάνε τα χρόνια, αλλάζουν οι καιροί, και μαζί τους αλλάζουμε κι εμείς. Κάνουμε πράγματα που ούτε καν θα φανταζόμασταν, προδίδουμε κατ’ επανάληψη τα πιστεύω μας, ανεβαίνουμε σε κορυφές και πέφτουμε με πάταγο, χάνουμε τον εαυτό μας και τον ξαναβρίσκουμε.
Σαν τον τροχό της ρουλέτας είναι η ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις που θα κάτσει η μπίλια, κι αυτό είναι ακριβώς που της δίνει αξία.
Όταν είμαστε μικροί λέμε: «Όταν μεγαλώσω θέλω να κάνω αυτό… να κάνω εκείνο… να κάνω το άλλο…», μα η αλήθεια είναι ότι πολύ λίγοι ξέρουν σε τέτοια ηλικία τα Θέλω τους. Τα Θέλω αλλάζουν κι αυτά με τον καιρό, ακριβώς όπως και τα Μπορώ.
Το ξέρω ότι η ζωή δε θα είχε σχεδόν καμία αξία δίχως τα μεγαλεπήβολα σχέδιά μας, χωρίς τα όνειρα, αλλά όπως ανακαλύπτω με μια δόση έκπληξης κάθε μέρα, τα μεγαλύτερα ίσως όνειρα είναι αυτά που δεν κάναμε, τα μεγαλύτερα σχέδια αυτά που δεν καταστρώσαμε, αλλά πραγματοποιούμε.
Ερχόμενος πριν λίγες μέρες για μια ακόμη φορά στην Τσιανγκ Μάι είχα συγκεκριμένα σχέδια στο μυαλό μου. «Θα κάνω αυτό… Θα κάνω εκείνο… Και θα κάνω κι εκείνο…» σκεφτόμουνα. Τελικά ένα τηλεφώνημα και μια τυχαία συνάντηση, μου ανέτρεψαν όμορφα κι ουσιαστικά τα σχέδια, μου άλλαξαν το δρόμο, χωρίς να μου αλλάξουν πορεία. Ίσως να συνέβηκε τελικά αυτό ακριβώς που χρειαζόμουνα, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ. Το τι ήταν αυτό θα φανεί, λίγο-πολύ ξεκάθαρα, στην πορεία. Μέχρι τότε δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο από το χαίρομαι τη στιγμή και ό,τι έχει να μου προσφέρει αυτή.
Το μέσα μου χορεύει στους ρυθμούς του Τζιμ Μόρισον και των Ντορς:
Take it easy baby, take it as it comes…
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010
Συνέντευξη: «Η κατ’ επανάληψη προδοσία, χαρακώνει βαθιά τις ψυχές και οδηγεί και τις καρδιές, που αγαπούν βαθιά και δίχως όρια, στην άβυσσο»
Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε από Κύπριους γονείς και τώρα μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην αγροτική Κύπρο και την Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Κύριε Φουρουκλά, στο τελευταίο σας βιβλίο, που φέρει τον τίτλο "Αγγελική. Το ημερολόγιο μιας πόρνης", πώς γεννήθηκαν οι ήρωες; Από πού ήρθε η έμπνευση;
Η έμπνευση προήλθε από ένα δημοσίευμα σε εφημερίδα, πριν από οκτώ χρόνια. Φυσικά, η ηρωίδα του μυθιστορήματος έχει λίγα μόνο κοινά στοιχεία με την ηρωίδα της ζωής, αλλά σημαντικά: κουράγιο, αυταπάρνηση, πείσμα, πόνο, πτώσεις και ανορθώσεις. Την Αγγελική τη νιώθω πιο αληθινή από την ηρωίδα της πραγματικής ζωής, αφού "ζούσα" και "ζω" μαζί της από τότε που ήρθε να κάνει κατάληψη στις σκέψεις μου –αρχικά ως ηρωίδα ενός μονόλογου, μετά ενός διηγήματος και τελικά αυτής της νουβέλας.
Τις εικόνες απ’ τη ζωή της κόρης της, Ιωάννας, τις εμπνεύστηκα από ένα δωμάτιο, όπου ξόδεψα λίγο καιρό στη Θεσσαλονίκη, κι από ιστορίες που άκουσα την εποχή εκείνη, ενώ ο Καπετάνιος, ο Γιώτης, είπε να επισκεφθεί μέσω αυτής της ιστορίας το παρελθόν του, αφού ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές στο προηγούμενό μου μυθιστόρημα, τις "Γυναίκες της συγνώμης". Όσο για την Κρίστη, την τρανταχτο / γελαστή πόρνη, τη μορφή της την έκλεψα από ένα άρθρο για μια ταινία σε κάποιο περιοδικό.
Η ηρωίδα του μυθιστορήματος εγκαταλείπει τη συζυγική στέγη προς ανεύρεση μιάς καλύτερης τύχης. Αν και εδώ δεν τίθεται τόσο θέμα απιστίας, στην πραγματική ζωή πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να συγχωρεί μια προδοσία;
Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι με τα υλικά της συγχώρεσης, απλώς πολλές φορές το πείσμα και ο εγωισμός δεν τους επιτρέπουν να τα βγάλουν στο φως. Ζούμε σ’ έναν κατ’ εξοχήν σκληρό κόσμο, όπου η φράση "ο θάνατός σου, η ζωή μου" δεν θεωρείται και τόσο υπερβολική, αλλά πιστεύω ότι βαθιά μέσα μας κρύβουμε ακόμη σταλάγματα από εκείνη την αγάπη, που μπορεί να μας βοηθήσει να συγχωρήσουμε πολλά.
Φυσικά, το θέμα δεν είναι και τόσο απλό, αφού η προδοσία αποφέρει πολλές φορές καίρια πλήγματα στα θύματά της. Άλλοι απ’ αυτήν μπορούν να βγουν πιο δυνατοί, πιο σοφοί, κι άλλοι να νιώσουν την καρδιά τους να ξεχειλίζει από μίσος. Κάποιοι ίσως αβίαστα καταρρεύσουν. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν για τη μεγάλη τους καρδιά, που μπορεί να συγχωρέσει σχεδόν τα πάντα, αλλά και γι’ αυτούς δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος, αφού η κατ’ επανάληψη προδοσία, χαρακώνει βαθιά τις ψυχές και –πού και πού– οδηγεί και τις καρδιές, που αγαπούν βαθιά και δίχως όρια, στην άβυσσο.
Για σας η συγγραφή βιβλίων είναι εσωτερική ανάγκη ή μιά ακόμη ενασχόληση;
Δεν θα έλεγα ότι είναι "μια ακόμη ενασχόληση", αφού ουσιαστικά αυτές τις μέρες δεν κάνω άλλο τίποτα. Ακόμη και την αγαπημένη μου φωτογραφική την έχω σχεδόν παρατήσει, κι ας είναι αυτή που μου προσφέρει το όποιο εισόδημά μου. Βασικά, από το καλοκαίρι του 2007 και μετά, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο από το να γράφει.
Τα τελευταία δυόμισι χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά της ζωής μου, κι αν δεν έκανα κάποια αναγκαστικά διαλείμματα, τώρα θα είχα καμιά δεκαριά βιβλία στο ράφι, περιμένοντας την έκδοσή τους. Για να το θέσω απλά: η συγγραφή είναι πια η ζωή μου.
Σε τι περιβάλλον προτιμάτε να γράφετε;
Εδώ και δύο χρόνια γράφω τα βιβλία μου σε διάφορα δωμάτια φτηνών μοτέλ, στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Πριν απ’ αυτά έτυχε να γράψω ένα μυθιστόρημα στην κουζίνα ενός σπιτιού στη Λευκωσία, μια συλλογή διηγημάτων, που θύμιζαν παραμύθια στο σπίτι στο χωριό, και μια νουβέλα σ’ ένα γραφείο αργά τη νύχτα, και στο τραπέζι της μάνας μου στο δικό της σπίτι, ακόμη πιο αργά τη νύχτα.
Όλα αλλάζουν με τον καιρό. Προς το παρόν, στην Τσιανγκ Μάι είμαι –συγγραφικά– στα καλύτερά μου. Αύριο, ποιος ξέρει!
Πώς θα περιγράφατε το δικό σας συγγραφικό στυλ;
Έχω συγγραφικό στυλ; Δεν ξέρω. Άλλοι μου λένε ότι γράφω πολύ συναισθηματικά και κάποιοι υποστηρίζουν ότι έχω μιά τάση να δραματοποιώ τα γεγονότα. Προσωπικά πιστεύω ότι απλώς αφήνω την ιστορία να με οδηγήσει και είναι πολλές φορές που αυτή μου αλλάζει και μου χαράζει πορεία.
Θα σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Στο πρώτο μου μυθιστόρημα, "Μίρα, το λουλούδι του πολέμου", στην αρχική εκδοχή είχα τον πρωταγωνιστή να πεθαίνει, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι έπρεπε να ζήσει. Το μέσα μου είχε δίκιο, αφού μετά από λίγα χρόνια, θα γινόταν ήρωας σε δύο ακόμη βιβλία, ενώ θα έκανε ένα μικρό πέρασμα κι από κάποιο τρίτο.
Και κάτι ακόμη, τώρα που το θυμήθηκα: Σε ένα διήγημα, που μεταμορφώθηκε σε νουβέλα και μάλλον θα κυκλοφορήσει στην Κύπρο εντός του χρόνου, έδινα αρχικά το ιδανικό ευτυχισμένο τέλος, για να αποδειχτεί –χρόνια μετά– όταν το ξανάπιασα στα χέρια μου, ότι το "ιδανικό" δεν ήταν και το σωστό.
Τι θέλω να πω με όλ’ αυτά; Ότι απλώς δεν έχω στυλ, γράφω και λειτουργώ αυθόρμητα και μπορώ να δανειστώ, με κάποια προσπάθεια, τη φωνή διάφορων συγγραφέων. Τα παραμύθια / διηγήματά μου θυμίζουν, όπως μου είπαν, Παπαδιαμάντη, τον οποίο δεν έχω διαβάσει ποτέ. Οι εγκληματικές μου ιστορίες θυμίζουν Τζέφρι Ντίβερ (αν και πολύ φτωχές μπροστά στην αφεντιά του). Τα μυθιστορήματά μου τους θυμίζουν όλους ή και κανέναν, αφού μιλάνε για συνηθισμένους ανθρώπους, που ζούνε κάποιες ασυνήθιστες καταστάσεις, όπως δηλαδή ο καθένας. Ένα μυθιστόρημα, το οποίο δουλεύω τώρα, δεν θυμίζει σε τίποτα τα προηγούμενά μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι και σ’ αυτό θ’ ακούγεται ξεκάθαρα η δική μου φωνή.
Τι σημαίνει για σας "καλός συγγραφέας";
"Καλός συγγραφέας" είναι αυτός που μπορεί να πει μιαν ιστορία και να προσφέρει συγκίνηση ή χαμόγελα ή, έστω, να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη –ό,τι ιστορία κι αν είναι αυτή. "Καλός" είναι και ο συγγραφέας που απλώς σε ταξιδεύει με τις λέξεις, χωρίς να νοιάζεται και πολύ για το μύθο.
Θα αναφέρω τον Τζον Μπάνβιλ, που είναι ένας από τους συγγραφείς που χαίρεσαι να τους διαβάζεις, κι ας μη συμβαίνει και τίποτα το ιδιαίτερο στα βιβλία τους.
Γνωρίζω ότι μοιράζετε το χρόνο σας ανάμεσα στην αγροτική Κύπρο και στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Ποια στοιχεία λατρεύετε σ’ αυτά τα μέρη και ποια είναι εκείνα που δεν αντέχετε;
Η Τσιανγκ Μάι έχει γίνει κάτι σαν η "τρίτη μου πατρίδα", αφού γεννήθηκα στη Ζιμπάμπουε και μεγάλωσα στην Κύπρο. Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μου αρέσουν σχεδόν όλα, αλλά και πάλι όλα σχεδόν δεν μου αρέσουν –ανάλογα με την ψυχική κατάσταση. Όταν γράφω, όταν δημιουργώ, όλα φαντάζουν στο βλέμμα μου φωτεινά, όταν δεν το κάνω, είμαι λυπημένος και το σκηνικό σκοτεινιάζει.
Τι μ’ έκανε να ερωτευτώ αυτήν την πόλη; Το ότι, αν και μεγάλη, πολλές φορές θυμίζει χωριό. Τα χαμόγελα των κατοίκων της. Το ότι δεν ακούω… κόρνες στους δρόμους. Οι ατέλειωτες διαδρομές που ακολουθώ, τριγυρνώντας από στενά σε πλατείες, από το ποτάμι στους ναούς και στα πάρκα. Είναι μια πόλη παλιά και τέτοια θυμίζει και ίσως ξυπνά μέσα μου κάποια νοσταλγία από εποχές που δεν έζησα.
Τι δεν αντέχω; Τους τουρίστες, που έρχονται εδώ και συμπεριφέρονται αλαζονικά, που δεν σέβονται τους ανθρώπους και τα "πιστεύω" τους, που τους βλέπουν αφ’ υψηλού, αφού αυτοί δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν σε κάποια πλούσια χώρα της δύσης, ώστε να τριγυρνούν στην Ασία, πουλώντας "μούρη" με τα λεφτά του μπαμπά.
Όσο για το χωριό, εκεί –πάνω απ’ όλα– απολαμβάνω την ησυχία, το πράσινό του το χειμώνα και την ηχώ της βροχής στη στέγη, τα υπέροχα ηλιοβασιλέματά του το καλοκαίρι.
Τι δεν αντέχω; Την ησυχία και πάλι, που κάποιες φορές γίνεται εκκωφαντική, ακόμη και για τα δικά μου μοναχικά γούστα.
Έχετε κάποιους αγαπημένους συγγραφείς και ποιητές;
Πολλούς. Ποιον να αναφέρω και ποιον να αφήσω έξω;
Τα πρώτα μου ουσιαστικά διαβάσματα ήταν οι Χέμινγουεη, Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Τους δύο τελευταίους τούς γνώρισα χάρη στα βιβλία του πρώτου και τους αγαπάω ακόμη, εκείνον όχι και τόσο.
Αγαπώ, ακόμη, τον Ουγκό για τους "Αθλίους" του, τον Καζαντζάκη για όλα τα πεζογραφικά του, την αθυρόστομη Λιλή Ζωγράφου, την ξεχωριστή Μαργαρίτα Καραπάνου, τη Σώτη Τριανταφύλλου, την οποία ακολουθώ σταθερά στα ταξίδια της, τον Αντώνη Σουρούνη, που θυμίζει παραμυθά του παλιού καλού καιρού, την Ίρμα Μητροπούλου για το "Ανοιχτό παράθυρό" της, που βαθιά με συγκίνησε, τη Ρέα Γαλανάκη, τον Όμηρο Αβραμίδη για την "Κίτρινη σημαία" του, τους Τζον Μπάνβιλ, Σεμπάστιαν Μπάρι και Ρόντι Ντόιλ –τους καλούς ιρλανδούς παραμυθάδες, τον Τόλκιν για τον κόσμο που δημιούργησε, τον Ουίλμπουρ Σμιθ για τα έπη του, τον Φίλιπ Πούλμαν για τις κατασκευές της φαντασίας του αλλά κι επειδή δηλώνει περήφανος που βρίσκεται πάντα στην πρώτη θέση των "απαγορευμένων" συγγραφέων στις ΗΠΑ, τους Τζέφρι Ντίβερ, Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, Μάικλ Κόνελι, Ίαν Ράνκιν και Πατρίσια Κόρνγουελ, που με συναρπάζουν με τα θρίλερ τους, τον Αλεσσάντρο Μπάρικκο για τον "Ωκεανό" του, κι ακόμη τους ιάπωνες: Μπανάνα Γιοσιμότο, Γιόκο Όγκαβα, Γιόκο Τάβατα, Ρίου και Χαρούκι Μουρακάμι, Μιγιούκι Μιγιάμπι, Νατσούο Κιρίνο.
Θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες με ονόματα.
Τρεις λέξεις που θα περιέγραφαν τον εαυτό σας;
Ανήσυχος, πεισματάρης, ανυπόμονος.
Σε πέντε χρόνια από σήμερα πώς θα θέλατε να είναι η ζωή σας;
Λίγο πιο άνετη και ίσως λίγο πιο ενδιαφέρουσα. Το να είσαι όλη μέρα κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο και να γράφεις και τα βράδια να βγαίνεις και να τριγυρνάς στην πόλη με "καμμένο" το μυαλό, δεν θα έλεγα πως είναι ό,τι το καλύτερο.
"Το τίμημα της συγγραφής", θα μου πεις. "Το τίμημα του να κάνεις αυτό που αγαπάς", θα σου απαντήσω.
Βάσω Β. Παππά. Εφημερίδα Γνώμη Χαλκιδικής
Κυριακή 28 Μαρτίου 2010
Συνέντευξη με τη Σώτη Τριανταφύλλου
Τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζω εδώ και χρόνια και μπορώ να μου πω ότι μου αρέσει για διάφορους λόγους: τα βιβλία της αποπνέουν ελευθερία, οι ήρωές της είναι ανθρώπινοι με όλα τα λάθη και τα πάθη τους και ταξιδεύουν πολύ, και η ίδια δε διστάζει ποτέ να πει τη γνώμη της, προκαλώντας πολλές φορές αναταραχές στα λιμνάζοντα νερά των λογοτεχνικών κύκλων, στους οποίους άλλωστε δεν ανήκει.Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία με τίτλο «Ο χρόνος πάλι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σ’ αυτή μας μιλά για κάποια πράγματα που γνωρίζαμε ήδη από τα προηγούμενα γραπτά της, σχολιάζει ανθρώπους και καταστάσεις, μιλά για τους ήρωες και το Παρισάκι της, για την πολιτική, και για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, το ανόσιο τρίπτυχό της. Θέλοντας να δώσουμε στη συζήτηση που ακολουθεί ένα αλλιώτικο χρώμα αποφασίσαμε να στηρίξουμε τις ερωτήσεις μας, κατά κύριο λόγο, σε κάποιες από τις ατάκες αυτού του βιβλίου, που κάπου μοιάζει σαν το δικό της προσωπικό μανιφέστο.
Η συνέχεια εδώ...
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010
Μια συνέντευξη αλλιώτικη...
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
Συνέντευξη με τον Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες
Η Αβάνα είναι ο τόπος όπου συνήθως κόβουν βόλτες, συναντιούνται και χάνονται οι ήρωές του, μια πόλη όπως όλες τις άλλες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και διαφορετική, μια πόλη σκληρή και πολύχρωμη, γεμάτη μουσικές και σιωπές, ερωτική κι απελπισμένη, που παρά τις όποιες δυσκολίες παραμένει ζωντανή, ακροβατώντας στο σκοινί που ενώνει το σήμερα με το χθες.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο συγγραφέας μας μιλά -με τη βοήθεια της μεταφράστριας των βιβλίων του στην Ελλάδα, Κλεοπάτρας Ελαιοτριβιάρη- για την πόλη του και τους ανθρώπους της, για το σεξ, τα βιβλία και την ευτυχία.
Η συνέχεια εδώ
Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010
Η "Αγγελική" στην εφημερίδα "Αλήθεια"
Έκανε, πάλι, το θαύμα του ο Λάκης Φουρουκλάς. Βύθισε τα πλήκτρα των ανησυχιών του στο βυθό και ανέσυρε ζαφείρια. Βέβαια, πόνος και ζαφείρια δεν έχουν μεγάλη συνάφεια. Ή μήπως έχουν; Εάν κρίνω από την αντοχή της ηρωίδας του, αλλά και από τον περίτεχνο, μέσα στη λιτότητά του, τρόπο γραφής του συγγραφέα, τότε, ναι, έτσι έχουν τα πράγματα. Ένα άλλο συγγραφικό τέχνασμα που ανεβάζει περισσότερο την αξία του βιβλίου είναι η σπαρακτική, μα λυρική, αφήγηση εκ μέρους της Αγγελικής, αφού νιώθει ότι μόνο έτσι θα εισπράξει την κατανόηση της κόρης της, η οποία, στο μεταξύ, έχει μεγαλώσει και δραπέτευσε από τις ετικέτες που φυλακίζουν τους ανθρώπους.
Η Αγγελική, το ημερολόγιο μιας πόρνης, εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία, πέφτει στην καρδιά μας σαν πιστολιά. Οπωσδήποτε όμως, είναι ένα μυθιστόρημα που χειρουργεί τον κάλπικο ντουνιά μέσα στον οποίο ζούμε. Τόσο κάλπικο που, ενώ πουλάει την ψυχή του στο διάβολο, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή η Αγγελική, ή κάποια Αγγελική, πουλάει το σώμα της στο διάβολο, μολονότι το κάνει, αν μη τι άλλο, με εντιμότητα και για καλό σκοπό.
*Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος.
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Μια κριτική για το τελευταίο μου βιβλίο από το Diavasame.grΠολλοί συγγραφείς κατά καιρούς εμπνεύστηκαν λογοτεχνικά από τη ζωή των γυναικών που υπηρετούν την ''πάνδημο Αφροδίτη'', είτε από ανάγκη (οι περισσότερες) είτε από επιλογή - η ''δημόσια γυναίκα'' αποτελεί ένα πολύ ισχυρό τόσο κοινωνικό όσο και ψυχολογικό στερεότυπο. Η Αγγελική, η πόρνη στο μυθιστόρημα του Κύπριου συγγραφέα Λάκη Φουρουκλά, αν και ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη γνωστή πορεία αυτών των γυναικών, είναι ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη περίπτωση: πρόκειται για ένα ξεχωριστό και ευαίσθητο πλάσμα, με όνειρα και φιλοδοξίες, που καταλήγει όμως, λόγω των συνθηκών, να εκπορνεύεται για να επιβιώσει. Όταν αυτή η σκοτεινή παράκαμψη στο δρόμο της τελειώσει και ξαναπιάσει το κομμένο νήμα της ζωής της, αποφασίζει -με τη μορφή μιας γραπτής εξομολόγησης-, να διηγηθεί στην ενήλικη πια κόρη της Ιωάννα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε αυτή την ιδιότητα της μητέρας της, τα όσα βίωσε...
Το κείμενο, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, παρά το σκληρό του θέμα είναι τρυφερό και συναισθηματικά φορτισμένο: ίσως γιατί η αφηγήτρια απευθύνεται στην κόρη της και προσπαθεί να της μεταφέρει μόνο την απολύτως απαραίτητη για την αλήθεια της αφήγησής της ασχήμια που συνάντησε σ' αυτό το μονοπάτι. Ο συγγραφέας προσεγγίζει με κατανόηση και ανθρωπιά την ιστορία της Αγγελικής, αποφεύγοντας το μεγάλο σκόπελο της ανδρικής ψυχολογίας, τη διάκριση δηλαδή των γυναικών σε αγίες και πόρνες - άλλωστε η δική του ηρωίδα είναι και τα δύο, μια ''αγία εν αναμονή'', όπως τη χαρακτηρίζει.
Η γραφή του Λάκη Φουρουκλά διακρίνεται από εκείνη την ιδιαίτερη ποιότητα της ευαισθησίας, την οποία συναντάς σε άντρες που σέβονται και εκτιμούν το γυναικείο φύλο εν γένει (γιατί έχουν αγαπήσει τις γυναίκες της ζωής τους κι έχουν αγαπηθεί απ' αυτές). Γι' αυτό και κατορθώνει με επιτυχία ν' αναδείξει τόσο τις σκοτεινές πτυχές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης όσο και το ηθικό μεγαλείο για το οποίο είναι ικανή η γυναίκα. Αλλά πάνω απ' όλα το βιβλίο με κέρδισε για το μήνυμά του: πως, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν εκατοντάδες τρόποι να ξεπέσεις και να υποβιβαστείς σε αντικείμενο, υπάρχει μόνο ένας τρόπος -υπό οποιεσδήποτε συνθήκες-, να είσαι άνθρωπος...
