Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Σκάσε


Μη μου μιλάς για το τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω.
Όλα τα μπορώ.
Από πάντοτε.
Αλλά αυτό που πάνω απ' όλα μετράει για μένα είναι
η στιγμή.
Κι η κάθε στιγμή είναι διαφορετική.
Τη μια με οδηγεί από δω και την άλλη από κει.
Τα όνειρά μου μπορούν να περιμένουν.
Μα όχι για πολύ.
Τα όνειρά σου για μένα ας περιμένουν
δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ.
Γεννήθηκα ελεύθερος αφέντης του εαυτού μου
και όχι υποτακτικός σου.
Κι αν επέλεξα κάποιες σκλαβιές αυτές ήταν
της μαθητείας μου
μιας μαθητείας που δε λέει ακόμη να φτάσει
στο τέλος της.
Δεν ξέχασα τα λόγια και τις προτροπές σου
αλλά ποτέ δε θέλησα να γίνω κοινωνός
στο μυστικό της καθημερινής μιζέριας
που αποκαλείς ζωή.
Ξέρω ότι θες το καλύτερο για μένα αλλά
το δικό μου καλύτερο δε θα μπορούσε να είναι
πιο διαφορετικό απ' το δικό σου.
Εσύ σκέφτεσαι εφήμερα μόνο το σήμερα και
την πρόσκαιρη δικαίωση
των προσδοκιών σου.
Εγώ σκέφτομαι το χθες
μελετώ το σήμερα
οραματίζομαι δίχως να προσπαθώ
το αύριο.
Βγάλε λοιπόν τον σκασμό και
άσε με να είμαι ο εαυτός μου
να με ορίζω
κι αν τα όνειρά σου για μένα δε βγουν αληθινά
μη ανησυχείς
τα δικά μου κάποτε θα το κάνουν.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Ποίημα για την ψήφο στον Χ της Χόλι Πόετρι


αν δεν έχεις ανάγκη τις δημόσιες συγκοινωνίες
αν ποτέ δε στηρίχτηκες στο ΕΣΥ
αν δεν πήγες ποτέ σε δημόσιο σχολείο
αν ποτέ σου δεν πλήρωσες νοίκι
αν δεν έκανες ποτέ κάποια σκατοδουλειά
και δε χαμογέλασες σε βλάκες μέσα από τα δόντια
αν ποτέ δε χρειάστηκε να μαγειρέψεις ή να σφουγγαρίσεις
να υπολογίσεις την κάθε δεκάρα για τα ψώνια της βδομάδας
δεν καταλαβαίνω πως
το βιογραφικό σου είναι πρώτο στη λίστα
ώστε να σου δίνει το δικαίωμα να παίρνεις αποφάσεις
για οικιστικά προγράμματα, τη διδακτέα ύλη,
την υγεία, τις μεταφορές ή την εργασία. 

Η Χόλι Πόετρι είναι αγγλίδα περφόρμανς άρτιστ, που ειδικεύεται στην "προφορική αφήγηση" (spoken-word artist). Το πιο πάνω αποτελεί δική μου μετάφραση από τα αγγλικά. Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ
 

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Άννα Αχμάτοβα - 3 ποιήματα


Τα πιο πάνω τα πήρα από μια αγγλόφωνη έκδοση και τα μετέφρασα πρόχειρα χθες. Δε φέρουν τίτλους έτσι τα διαχωρίζω μέσω των αριθμών.

1

Νύχτα μου - σε σκέφτομαι με μανία,
μέρα μου - αδιάφορη: ας είναι κι έτσι!
Στη μοίρα μου στράφηκα και χαμογέλασα
σ' αυτή που μου 'φερε μόνο μιζέρια.

Οι αναθυμιάσεις του χθες είν' τρομερές,
οι φλόγες που με καίνε δε θα σβήσουν,
θαρρώ πως τούτη η εκτυφλωτική φωτιά
λιόλουστος ουρανός ποτέ δε θε να γίνει.

Λες να αντέξω ήττα δίχως να παραδεχτώ
για την απουσία σου να σε καταραστώ;…
Αφού είσαι μακριά. Ποτέ εσύ δε θα με δεις
αιχμάλωτη στη φοβερή μου την παγίδα.

2

Η επίγεια δόξα είναι σαν καπνός,
θέλησα πολύ παραπάνω απ' αυτόν.
Σε όλους τους εραστές προκάλεσα 'γω
συναισθήματα χαράς, ευδαιμονικά.
Κάπου κάποιος είν' ακόμη ερωτευμένος
με ένα φίλο απ' τα πολύ παλιά,
ενώ άλλος στέκεται σε μια πλατεία ορθός,
μέσα στο χιόνι έν' άγαλμα μπρούτζινο.

3

Νομίζαμε ότι: είμαστε φτωχοί και τίποτα δεν μας ανήκει,
αλλά καθώς αρχίσαμε να χάνουμε το ένα πράμα μετά το άλλο,
με τέτοια ταχύτητα που η κάθε μέρα μεταμορφώθηκε
σε μέρα γιορτής για τα απολεσθέντα,
αρχίσαμε να γράφουμε τραγούδια
για του Θεού την τεράστια γενναιοδωρία
και για τα πλούτη που άλλοτε είχαμε.
 
Η είκονα είναι παρμένη από εδώ

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Βδομάδα 11


Κάποιοι λένε ότι είμαι όμορφη. Είμαι; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μου αρέσει να γελώ πολύ. Το γέλιο μου φωτίζει τον κόσμο, λέει η μάνα μου – αλλά, μάνα μου είναι, τι να πει;

Σ’ αυτή τη φωτογραφία με βλέπετε να γιορτάζω το Φεστιβάλ του Νερού στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Αυτό το φεστιβάλ σηματοδοτεί το τέλος της ξηρής εποχής και την έναρξη της εποχής των βροχών.

Για τρεις μέρες τρώμε, πίνουμε, παίζουμε νεροπόλεμο και διασκεδάζουμε αφάνταστα, αφήνοντας κατά μέρος τις σκοτούρες μας. Το νερό, καθώς ρέει άφθονο, μοιάζει να ξεπλένει τα πάντα: το μέσα και το έξω μας. Αυτό είναι χαρά και ζωή για μένα, και με κάνει να χαμογελώ πιο πλατιά παρά ποτέ.
 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Σύλβια Πλαθ - Γράμμα αγάπης


Δεν είναι εύκολο να φανεί η αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
αν και, όπως μία πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
παρέμενα ακούνητη κατά τη συνήθεια.
Δε με βοήθησες καθόλου, ούτε τόσο δα
ούτε και μ' άφησες να κοιτάξω με το μικρό κενό μου βλέμμα
προς τον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
να συλλάβω το απέραντο γαλάζιο, ή τ' αστέρια.

Όχι, δε συνέβη αυτό. Κοιμήθηκα, ας πούμε: ως ένα φίδι
κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρες πέτρες σα μαύρη πέτρα
στο λευκό του χειμώνος χάσμα
σαν και τους γείτονές μου, μη βρίσκοντας ευχαρίστηση
στα εκατομμύρια τέλεια λαξευμένα
μάγουλα που φωτίζονται κάθε στιγμή για να λιώσουν
τα δικά μου μάγουλα, τα φτιαγμένα από βασάλτη. Έγιναν δάκρυα
άγγελοι που θρηνούσαν πάνω από πλήξης τοπία.
Αλλά δε μ' έπεισαν. Αυτά τα δάκρυα πάγωσαν.
Το κάθε νεκρό κεφάλι είχε μια προσωπίδα από πάγο.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν ένα λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που υπήρξα ήταν καθαρό αεράκι
και οι μπλεγμένες σταγόνες που αναδύονταν στη δροσιά
διαυγείς σαν πνεύματα. Πολλά πετράδια εξαπλώνονταν
πυκνά κι ανέκφραστα τριγύρω.
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι' αυτό.
Λαμποκοπούσα, μικροσκοπική, και ξεδιπλωνόμουνα
για να αδειάσω τον εαυτό μου σαν κάτι ρευστό
ανάμεσα σε πόδια πουλιών και μίσχους φυτών.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε αναγνώρισα αμέσως.

Δέντρο και βράχος φανταχτερός, χωρίς σκιές.
Το δάχτυλό μου έγινε λαμπρό σα γυαλί.
Άρχισα ν' ανθίζω σαν κλαδί του Μάρτη:
ένα μπράτσο κι ένα πόδι, και μπράτσο και πόδι.
Από βράχο σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα θυμίζω κάποιου είδους θεό
επιπλέοντας στον αέρα μέσα στην αναπτερωμένη μου ψυχή
αγνή σαν ένα τζάμι φτιαγμένο με πάγο. Είναι μια ευλογία.

Σε δική μου πρόχειρη μετάφραση, η οποία όμως δε διαφέρει και πολύ από κάποια "τελική".

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Μάγια Αγγέλου - Το φυλακισμένο πουλί


Ένα ελεύθερο πουλί πηδά
στις πλάτες του ανέμου
και πλέει προς τα κάτω
ως του ρεύματος το τέρμα
και βουτά τις φτερούγες του
στις πορτοκαλί αχτίδες του ήλιου
και τολμά να διεκδικήσει τον ουρανό.

Αλλά ένα πουλί που είναι ριζωμένο
στο στενάχωρο κλουβί του
σπάνια μπορεί να δει πέρα
από τις σιδεριές της οργής του
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και
τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Το ελεύθερο πουλί αναλογίζεται ένα ακόμη ρεύμα
και τους αληγείς ανέμους που πνέουν απαλά ανάμεσα σε στενάζοντα δέντρα
και τα χοντρά σκουλήκια που το περιμένουν στο φωτισμένο απ' την αυγή γρασίδι
και βαφτίζει τον ουρανό δικό του.

Αλλά ένα φυλακισμένο πουλί στέκεται πάνω απ' των ονείρων τον τάφο
η σκιά του κραυγάζει μ' ενός εφιάλτη την τρομερή φωνή
οι φτερούγες του είναι ψαλιδισμένες και τα πόδια του δεμένα
έτσι ανοίγει το στόμα του για να τραγουδήσει.

Το φυλακισμένο πουλί τραγουδά
μ' ένα φοβισμένο κελάηδημα
για πράγματα άγνωστα
αλλά ποθητά
και η μελωδία του ακούγεται
έως τα απόμακρα βουνά
αφού το φυλακισμένο πουλί
τραγουδά για την ελευθερία.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση. Χρειάζεται λίγη ακόμη δουλειά.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Αμίρι Μπαράκα - Σημείωση


Έγινα ποιητής
επειδή το καθετί το
όμορφο έμοιαζε
“ποιητικό” στα μάτια μου.
Πίστευα ότι υπήρχαν πράγματα
τα οποία δεν καταλάβαινα
και τα οποία θα καθιστούσαν τον κόσμο
ποίηση. Ένιωθα πως ήξερα
ποιος ήμουν αλλά έπρεπε
να παλέψω για να γνωρίσω
τον εαυτό μου.
Τώρα με αντικρίζω
κάποιες φορές, λίγες λέξεις
πιο πέρα & αναπτύσσω ταχύτητα,
αλλά μετά,
σκύβω το κεφάλι,
μα με γοργό ακόμη το βήμα προχωρώ
& καταλαβαίνω,
να 'μαι που πάω, συλλαβίζω &
τραγουδώ, να 'μαι που πάω.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση
Η εικόνα δανεισμένη από εδώ

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Βδομάδα 7


Με ζηλεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι που με συναντούν – το διαβάζω στα μάτια τους, μα δεν τους το λέω. Μονάχα εδώ το ομολογώ καθώς το πρόσωπό μου είναι μισοκρυμμένο κάτω από ένα καπέλο, χαϊδεμένο απ’ τη σκιά.

Το ποτάμι δίπλα μου κυλά γαλήνιο, σαν αντανάκλαση του μέσα μου και η ζέστη του μεσημεριού καθόλου δεν με αγγίζει, καθώς κάθομαι κατάχαμα και δουλεύω για ώρες και ώρες.

Δεν έχω πολλά πράγματα σ’ αυτό τον κόσμο: λίγα ζώα, αυτή την καρότσα που βλέπετε και ένα ταπεινό σπιτάκι, κι αυτά μου είναι υπεραρκετά. Εξάλλου δεν είναι ο πλούτος μα κάποια άλλα τα σημαντικά: η υγεία μου και της οικογένειάς μου και η καλή καρδιά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Η ξένη - Κεφάλαιο 1


Γεννήθηκα γριά και μόνη, ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Ή μάλλον γεννήθηκα ξένη, αφού όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να νιώσω ότι ανήκω εδώ.
Δεν είμαι προσφυγοπούλα αν και είμαι. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν έφυγα απ' τον τόπο μου εξαιτίας κάποιου πολέμου ή αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Έφυγα για να δώσω την ευκαιρία στην οικογένειά μου να συνεχίσει να επιβιώνει.
Η οικογένειά μου είναι η θεία μου και οι ξαδέλφες μου, αφού τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ενώ και η εικόνα της μάνας μου έχει αρχίσει πια να μ' εγκαταλείπει. Ο Δημήτρης λέει ότι για να τη δω το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιτάξω στον καθρέφτη, μα όταν το κάνω το μόνο που βλέπω είναι τη θλίψη της.
Μοιάζουμε πολύ, το βλέπω στις φωτογραφίες, αλλά δεν είμαστε καθόλου ίδιες. Εκείνη είναι μια ανάμνηση, ενώ εγώ είμαι ακόμη εδώ και προσπαθώ κάθε μέρα όλο και πιο πολύ να προσαρμοστώ σε μια ζωή, που για κάποιο λόγο νιώθω ότι δεν μου πάει.
Είμαι εδώ, στα Χανιά, απ' τα δώδεκά μου χρόνια, σε ένα μήνα θα συμπληρώσω τα δεκαπέντε, κι όμως ακόμη δεν μπορώ να δω αυτή την πόλη σαν πόλη μου, αυτούς τους ανθρώπους σαν οικογένειά μου. Η πόλη μου είναι το Βελιγράδι. Η οικογένειά μου είναι εκεί.
Ίσως να μη θέλω να προσαρμοστώ από πείσμα, κι ας υποστηρίζω πως κάνω ότι μπορώ. Νιώθω ανήσυχη -πώς το λένε; α, ναι- καχύποπτη. Φοβάμαι να βολευτώ. Φοβάμαι ότι κι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς όπως και η θεία Όλγα, θα με προδώσουν. Κι ας μη με πρόδωσε εκείνη. Το ξέρω ότι δε με πρόδωσε. Το ξέρω ότι με έδωσε για υιοθεσία για το καλό μου, αλλά και για το καλό των κόρων της, αλλά, θυμώνω, πολύ, οργίζομαι. Μα δε φωνάζω. Καταπίνω την οργή μου και δεν την αφήνω ποτέ να φανεί, ούτε και για μια στιγμή. Κι αυτοί το ξέρουν, κι ας μη λένε τίποτα.
Αυτοί: ο Δημήτρης και η Χριστίνα. Ο πατριός που δε θα μπορέσω ποτέ ν' αποκαλέσω μπαμπά και η μητριά που δε θα καταφέρω να πω μαμά. Με λυπεί αυτό, αλλά δεν μπορώ να υποκρίνομαι, δε μου πάει το ψέμα. “Έχεις το πείσμα της μάνας σου”, λέει ο Νικόλας, ο φίλος τους, κι ας μη τη γνώρισε ποτέ. Δεν τη γνώρισε κι όμως έχει δίκιο. Πεισματάρα σαν και μένα ήταν η μάνα μου, η Μίρα. Μου το είπε η θεία μου και μου το είπε και ο Δημήτρης που τη γνώρισε καλύτερα απ' τον καθένα. Η μάνα μου...
Η μάνα μου είχε σκοτεινό βλέμμα και φωτεινό χαμόγελο, τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Κι εγώ έχω σκοτεινό βλέμμα, αλλά δε χαμογελώ ποτέ, ίσως επειδή ξέχασα πως να το κάνω. Παλιά, όταν ζούσα στο Βελιγράδι, χαμογελούσα συχνά και γελούσα δυνατά – δεν ένιωθα τόσο έντονη την ορφάνια μου.
Μα τώρα... Τώρα γράφω. Μου είπε ο Νικόλας να το κάνω και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ακολούθησα τη συμβουλή του. Αδειάζω το μέσα μου. Το αδειάζω κι αυτό ξαναγεμίζει. Οι λέξεις δε με βοηθάνε, ποτέ δεν το έκαναν, πώς μπορούσα λοιπόν να περιμένω ότι θ' άλλαζε κάτι αυτή τη φορά;
Οι γύρω μου μιλάνε πολύ, αλλά και ξέρουν να σιωπούν όταν πρέπει. Εγώ σιωπώ πολύ, μα έμαθα να μιλώ όταν πρέπει. Είμαι τόσο διαφορετική απ' τους άλλους; Είμαι, υποθέτω. Γιατί; Πολύ πιθανόν επειδή δεν έχω κάποιους φίλους της ηλικίας μου. Η μοναξιά μου είμαι εγώ.
Ο Δημήτρης και η Χριστίνα, ο Νικόλας και η αιώνια αρραβωνιαστικιά του, όπως την αποκαλεί, η συμπατριώτισσά μου, Νάζια, προσπαθούν να με κάνουν να νιώσω πιο καλά, να σκοτώσουν την πλήξη μου μα δεν τα καταφέρνουν. Ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται στ' αλήθεια να με καταλαβαίνει είναι ένας γέρος φίλος τους που ζει στην Αθήνα. Αυτός τους είπε να με αφήσουν ήσυχη κι εγώ θα βρω το δρόμο μου. Ακολούθησαν τη συμβουλή του, κι όμως από τότε ανησυχούν πιο πολύ, το βλέπω στα μάτια τους.
Δεν είμαι αχάριστη. Τους ευχαριστώ όλους γι' αυτά που μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν, για τον ζεστό τρόπο που με υποδέχτηκαν σπίτι τους, για την κατανόησή τους. Μα δεν μπορώ να ανταποδώσω την αγάπη τους αφού σκέφτομαι ότι όλα τα κάνουν για το χατήρι της μάνας μου και όχι για το δικό μου.
Μη σκέφτεσαι τόσο πολύ. Οι σκέψεις κάνουν κακό στην υγεία”, λέει κάθε τόσο ο Νικόλας και τον κοιτώ με απορία αφού ο ίδιος δεν παύει να σκέφτεται ποτέ. “Μέσα στο κεφάλι του ζει αυτός”, είπε κάποτε η Νάζια και την πίστεψα. Και μετά, προσπαθώντας να με κάνει να χαμογελάσω, πρόσθεσε: “Ευτυχώς δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά”. Λίγο έλειψε να τα καταφέρει – να με κάνει να χαμογελάσω δηλαδή.
Είναι αργά το βράδυ τώρα, Αύγουστος μήνας. Τους ακούω να μιλούν δυνατά και να γελούν πού και πού στην αυλή και θέλω να πάω για λίγο εκεί να καθίσω μαζί τους, αλλά δε θα το κάνω. Μπορώ να ακούσω σχεδόν καθαρά τι λένε. Θυμούνται τα παλιά, όπως πάντα, μιλάνε για τη νέα σχολική χρονιά που θ' αρχίσει σ' ένα μήνα και συζητούν για το νέο βιβλίο του Νικόλα που θα έχει τον τίτλο “Όλα αυτά που χάσαμε”.
Διάβασα τα βιβλία του, στα κρυφά. Όχι επειδή θα είχε κανείς αντίρρηση αν το έκανα στα φανερά, αλλά γιατί πίστευα ότι αυτός θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος για να γνωρίσω εκείνους – όλους εκείνους. Έγραψε πολλά βιβλία και τα περισσότερα από αυτά μοιάζουν να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα: στο θάνατο της μάνας μου, στα όσα πέρασαν ο Δημήτρης και η Χριστίνα μέχρι να καταλήξουν μαζί, στο πως κατέληξε ο ίδιος εδώ με τη Νάζια. Είναι σκληρές οι ιστορίες του, γεμάτες αποχωρισμούς και θάνατο, κι όμως πάντα καταλήγουν με τρόπο θετικό. Εκείνος βρίσκει το φως στο σκοτάδι κι εγώ το σκοτάδι στο φως.
Αν δε μας χώριζαν τόσα χρόνια θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι. Το πιστεύω αυτό. Αλλά ανήκει σε άλλη γενιά και όσα κι αν υπέφερε είναι λίγα μπροστά σ' αυτά που τράβηξα εγώ, και ακόμη πιο λίγα μπροστά σ' αυτά που υπέφερε η μάνα μου.
Αχ, ρε μάνα, γιατί μου το έκανες αυτό; Δε θα ήταν όλα πιο καλά αν ήσουν ακόμη ζωντανή; Ίσως να μην ήταν πιο καλά για όλους τους άλλους, αλλά θα ήταν για μένα. Θα ήσουν ίσως ζευγάρι με τον Δημήτρη, μα αυτό δε θα με χαλούσε, αφού θα ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Για πάντα εδώ.
Διαβάζω στα βιβλία και ακούω και στην τηλεόραση πού και πού για κάποιες ζωές που είναι καταραμένες και σκέφτομαι ότι κι η δική μου έτσι είναι. Όπως ήταν και η δική σου. Δυο φορές πρόσφυγας εσύ, μία σχεδόν εγώ. Μακάρι να μη σε ισοφαρίσω. Αν κάποια μέρα φύγω από δω θέλω να επιστρέψω στη μόνη πόλη που γνώρισα, εκεί που γεννήθηκα και που όπως πίστευες πέθανα.
Γελάνε πάλι έξω. Ξεχάστηκα και δεν μπόρεσα ν' ακούσω για τι μιλούσαν τώρα δα. Ίσως να θυμήθηκαν κάποια ιστορία του Γιώτη, του καπετάνιου, ίσως ο Δημήτρης να τους είπε κάποιες απ' τις γκάφες του ή ο Νικόλας να πέταξε καμιά κοτσάνα. Οι πιο αστείες ιστορίες είναι αυτές της Νάζιας, απ' ότι κατάλαβα, αλλά όπως μου είπαν δεν κάνουν για τ' αυτιά μου και καταλαβαίνω το γιατί. Η Χριστίνα δεν έχει αστείες ιστορίες να πει ή μάλλον δεν ξέρει τον τρόπο, αλλά πάντα το γέλιο της είναι το πιο δυνατό.
Θα το ξενυχτήσουν μάλλον απόψε. Δεν πειράζει. Θα σβήσω σε λίγο το φως, θα ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και θα προσπαθήσω ν' αποκοιμηθώ ακούγοντας τις φωνές τους. Ελπίζω να είναι πολύ δυνατές, πιο δυνατές από τις σκέψεις μου, αφού ο θόρυβος με ηρεμεί. Πάει κι αυτή η μέρα...

Μια νέα ιστορία, συνέχεια κάποιας παλιάς.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ 
 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Για τις αλεπούδες


μη λυπάστε για μένα.
είμαι ένα ικανό,
κι ικανοποιημένο πλάσμα.
λυπηθείτε τους άλλους
που
όλο εκνευρίζονται
και παραπονιούνται
που συνεχώς
και κατ' επανάληψη
τακτοποιούν τις
ζωές τους
σαν
έπιπλα.
καθώς παίζουν με
συντρόφους
και
διαθέσεις
η
σύγχυσή τους
είναι διαρκής
και αγγίζει
οποιοδήποτε έχει
πάρε-δώσε μαζί τους.
προφυλαχθείτε απ' αυτούς:
μια από τις
λέξεις κλειδιά τους είναι η
“αγάπη”.
και προφυλαχθείτε κι απ' εκείνους
που ακολουθούν μονάχα
τις εντολές του
θεού τους
αφού έχουν
αποτύχει ολοκληρωτικά να ζήσουν
τις δικές τους ζωές.
μη λυπάστε για μένα
επειδή είμαι μόνος
αφού
ακόμη και στις πιο τρομακτικές
στιγμές
το χιούμορ
παραμένει
σύντροφός μου.
είμαι ένα σκυλί που περπατά
προς τα πίσω
είμαι ένας σπασμένος
ταμπουράς
είμαι ένα τηλεφωνικό καλώδιο
τυλιγμένο σαν κουβάρι στο
Τολέδο του Οχάιο
είμαι ένας άντρας
που τρώει ένα γεύμα
ετούτη τη νύχτα
του μηνός
Σεπτεμβρίου.
βάλτε στην άκρη
τη συμπάθειά σας.
λένε
ότι το νερό κράτησε
στην επιφάνειά του
τον Χριστό:
ο μόνος τρόπος για
να τα βγάλετε πέρα
είναι να έχετε
την ίδια τύχη
μ' αυτόν.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του ποιήματος. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο πιστός μπορούσα στην ορθογραφία και σύνταξη του πρωτότυπου.

Η εικόνα είναι δανεισμένη από εδώ

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αμάθητος στην αγάπη


Θα θυμάμαι τα φιλιά
και τ' αμάθητα στην αγάπη χείλη μας
και τον τρόπο που μου 'δινες
όλα όσα είχες
και πως εγώ
σου πρόσφερα ό,τι μου 'χε απομείνει,
και θα θυμάμαι το μικρό σου δωμάτιο
του είναι σου την αίσθηση
το φως στο παράθυρο
τις μουσικές και
τα βιβλία σου
τον πρωινό μας τον καφέ
τα μεσημέρια, τα βράδια μας
τα κορμιά μας μαζί παραδομένα
στον ύπνο
τα μικροσκοπικά λεύτερα ρεύματα
-τα άμεσα και παντοτινά-
τις αύρες
που μας ένωναν,
το πόδι σου, το πόδι μου,
το μπράτσο μου, το δικό σου,
το χαμόγελο και τη
ζεστασιά σου,
που με έκαναν να χαμογελάσω
ξανά.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Απόσπασμα. Δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Ο χαρταετός


Η ζωή της δεν ακολούθησε το δρόμο που κάποτε ονειρευόταν – ίσως επειδή τα περισσότερα όνειρα δε βγαίνουνε ποτέ αληθινά. Φυσικά, ίσως να φταίει και το ότι άλλαζε συχνά γνώμη στο παρελθόν σε ότι αφορά αυτά τα όνειρα. Πότε ονειρευόταν να γίνει το ένα και πότε το άλλο, και πού και πού δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Ούτε και σήμερα ονειρεύεται, όχι πολύ, αφού δεν της περισσεύει πια ο χρόνος. Τι κατάντια κι αυτή! Μα να μην μπορεί καν να βρει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει λίγο στο μέσα της και να δει άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, εποχές και δράματα που της ξεφύγαν;
Αν της ελεγε κάποιος πριν από χρόνια, τότε που ακόμη ήταν στη φάση της καθυστερημένης της εφηβείας, ότι θα έφτανε κάποτε σ' αυτό το χάλι θα τον έβγαζε τρελό. “Εγώ; Ποτέ!” θα του έλεγε. “Εγώ θα παραμείνω για πάντα φευγάτη, ονειροπόλα”.
Φευγάτη παραμένει ακόμη, αλλά μόνο όταν οδηγεί, όταν είναι στο μπάνιο και αφήνει το νερό να της χαϊδέψει τις αισθήσεις και όταν, όλο και πιο σπάνια, ταξιδεύει. Πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι πιο πολύ απ' το καθετί επιθυμεί το λίγο των πιο πάνω να γίνει πολύ – οι σταγόνες δροσιάς της να μετατραπούν σε ουρανών καταρράκτες και να την παρασύρουν στο υπέροχο πέρασμα τους. Πόσοι δεν το επιθύμησαν αυτό; Και πόσοι δεν το είδαν ποτέ να συμβαίνει;
Πού τριγυρνάς, κορίτσι μου;” τη ρώτησε μόλις ψες μια φίλη της, καθώς την είδε να δίνει το παρόν της, μα να απουσιάζει ψυχικά από μια κοινωνική εκδήλωση.
Σκέφτηκε πολύ μέχρι να της απαντήσει, αλλά ακόμη και τότε δεν είπε την αλήθεια. “Σκέφτομαι τη μικρή και μου λείπει”, της είπε.
Η “μικρή” είναι η κόρη της – η σωτήρας και η καταδίκη της. Αν δεν την είχε κι αυτή δεν ξέρει πώς θα άντεχε ακόμη να ζει. Τα λογάκια, τα γέλια και τα χαμόγελά της, οι ατέλειωτές της ερωτήσεις και οι εξερευνήσεις της σ' ένα κόσμο που μόλις τώρα αποκτά σημασία γι' αυτή – αυτά είναι τα πράγματα που τώρα την κρατούν σε εγρήγορση, που της δίνουν κάποιο σκοπό.
Αλλά – πάντα υπάρχει ένα “αλλά” που πολύ μας τυραννεί – όσο κι αν δεν το θέλει, νιώθει ότι κι αυτό ακόμη, το παιδί της, δεν είναι αρκετό για να γεμίσει της ζωής της τα μεγάλα κενά. Τι της λείπει; Κάποιος ίσως που να την καταλαβαίνει. Τι της λείπει; Η σιωπή, την οποία από πάντοτε αγαπούσε. Τι της λείπει; Οι εικόνες απ' τις οποίες εμπνεόταν για να δημιουργήσει τέχνη.
Θυμάται τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε και απρόσκλητα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της δυο δάκρυα και λίγα ακόμη. Τα σκουπίζει με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιο λεκέ, και γεύεται την αλμύρα τους. Τι ωραία που ήταν όλα παλιά! Μα, ωραία δεν φαντάζουν όλα, ή έστω τα περισσότερα, στον καμβά των αναμνήσεών μας;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Κάθε φορά που έφτανε κάπου, ένιωθε μέσα της την ανάγκη να πάει κάπου αλλού, και κάθε που πετύχαινε κάτι έθετε ένα νέο στόχο, διαφορετικό. Ένα ταξίδι υπήρξε τελικά η μέχρι τώρα ζωή της, όχι στο χώρο και στο χρόνο, αλλά απλά στις καταστάσεις. Τι της έμεινε απ' αυτό το ταξίδι; Κάποιες στιγμές μαγικές.
Δεν ήταν πολλές, αλλά χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη της, και για κάποιο λόγο η πιο σημαντική από αυτές ήταν όταν ο πατέρας της τη δίδαξε πως να πετά χαρταετό, ένα χαρταετό που ο ίδιος έφτιαξε με υλικά φτωχικά, μα που στα δικά της μάτια φάνταζε υπέροχος. Αυτή η ανάμνηση τη στοιχειώνει τώρα τόσο, επειδή αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά που οι δυο τους ξόδεψαν τόσο χρόνο μαζί. Βοήθησε, όπως μπορούσε, στη δημιουργία του χαρταετού, έμαθε με μεγάλη χαρά πως να τον πετά, και μετά τον παράτησε. Κι αυτό επειδή ο μπαμπάς της πήγε και της πέθανε. Ήταν εφτά χρόνων τότε.
Το πρόσωπό του έχει γίνει πια θολό στις θύμησές της, αλλά αυτό που μοιράστηκαν τότε είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ – μια ψηφίδα στο λειψό παζλ της ύπαρξής της. Οι βόλτες στην προκυμαία και το φάρο της γενέθλιας πόλης, το τραγούδι των γλάρων και η εμφάνιση κάποτε στ' ανοικτά ενός δελφινιού, είναι οι υπόλοιπές της γλυκές αναμνήσεις, και γι' αυτό νιώθει πολύ φτωχή.
Είμαστε το σύνολο των εμπειριών και των αναμνήσεών μας”, διάβασε κάπου. Πόσο θα ήθελε ν' αρχίσει τώρα δα να εμπλουτίζει όσο περισσότερο μπορεί τα πιο πάνω. Μα, πώς; Εδώ, μετά βίας βρίσκει το χρόνο, με το συμπάθιο, να κατουρήσει, πώς να μπορέσει λοιπόν να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι συνταρακτικό που θα της αλλάξει τη ζωή όλη; Εκτός – πάντα υπάρχει ένα “εκτός” κι ας οι περισσότεροι δεν μπορούν να το δουν ή έστω να το παραδεχτούν – κι αν κινήσει προς τα μπρος εκκινώντας από τα πίσω. Το παρελθόν ίσως μπορέσει να της δείξει το δρόμο, μαζί μ' ένα ταλέντο κρυφό που, θέλοντας και μη, άφησε στο χρόνο να ατροφήσει.
Τρέχει στο δωμάτιο της κόρης της, που μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, απολαμβάνει τη σιέστα της. “Μακάρι να συνεχίσει να κοιμάται για λίγο ακόμη”, εύχεται, καθώς της κλέβει δυο μαρκαδόρους, ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο, μαζί μ' ένα μεγάλο χαρτόνι από το μικροσκοπικό γραφείο, ενώ ξεθάβει και δύο πενάκια από ένα κουτί που είχε κρύψει ψηλά στο ντουλάπι, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει η μικρή.
Επιστρέφει στην κουζίνα βιαστικά, κουβαλώντας τα υλικά των πόθων της. Κάθεται στο τραπέζι και κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί να γαληνέψει, αλλά δεν της είναι εύκολο αφού η ανησυχία είναι η φυσική της κατάσταση. “Έλα, Μαρίνα”, ψιθυρίζει, προσπαθώντας να καλοπιάσει τον εαυτό της. “Έλα. Θα τα καταφέρεις...”
Μετά από αρκετή ώρα ανοίγει και πάλι τα μελισσιά της μάτια και μέσα εκεί βλέπει κανείς να αναδύονται κάποιες εικόνες. Μια γυναίκα, ένας χαρταετός, κάτι γλάροι, ο φάρος και ένα δελφίνι να κάνει βουτιά στης θάλασσας τα ανάλαφρα κύματα.
Αρχίζει να ζωγραφίζει, και οι σκέψεις της παίρνουν ζωή, κι οι αναμνήσεις της αποκτούν σχήματα, κι ας μοιάζουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Το κίτρινο του φωτός, το γαλάζιο της θάλασσας, το γκρίζο του δελφινιού, και το μαύρο που δεσπόζει μέσα σ' ένα φόντο λευκό – αυτές είναι οι αντιθέσεις που δίνουν στη σύνθεση ουσία.
Δεν της παίρνει και πολλή χρόνο να τελειώσει τη ζωγραφιά της και όταν τελικά το κάνει του προσώπου της διεκδικούν την προσοχή ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. “Λες;” αναρωτιέται. “Λες, το μόνο που χρειαζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια για να ξεφύγω απ' τη μίζερή μου φύση ήταν να αρχίσω και πάλι να δημιουργώ;”
Η απάντηση σ' αυτής της φύσης τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος κανείς είναι ότι, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, πρέπει να βρίσκει τον καιρό να κάνει και κάτι που αληθινά αγαπά, κάτι για το οποίο παθιάζεται, αφού οι άνθρωποι δίχως πάθη δεν είναι άνθρωποι, αλλά απλά ζόμπι που σέρνονται στης ζωής την καθημερινή πλήξη. Η Μαρίνα, ζόμπι ήταν κι αυτή, για καιρό πολλή, μέχρι που ήρθε ένας χαρταετός από το χθες για να της θυμίσει, ότι αν πραγματικά το επιθυμεί, μπορεί ακόμη να πετάξει σε άλλους ουρανούς, έστω και δίχως τα φτερά που κάποτε θαρρούσε ότι έχει.

Η πρώτη γραφή μιας ιστορίας βασισμένης στην πιο πάνω ζωγραφιά της Έλενας Σιούφτα.