Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Αυτό που μας λείπει...

Μια παλιά αποβάθρα
μέσα στου ήλιου την ανατολή,
ένα χιονισμένο βουνό που
σμίγει με το γαλανό τ’ ουρανού,
ένα μονοπάτι που
σε οδηγεί στη φύση των ονείρων σου,
ένα λιμανάκι που
ανοίγει την αγκαλιά του για
να αράξεις μέσα τους φόβους σου,
ένας γλάρος που
επαναστάτησε κατά της συνήθειας
και σου φωνάζει ΠΕΤΑ,
ένα δέντρο μοναχικό
σαν την ψυχή σου που
περήφανα αντιστέκεται στο χρόνο,
ένα καραβάκι που
αρμενίζει μες στις γαλάζιες θάλασσες
χωρίς προορισμό,
ένα χαμόγελο ένα δάκρυ μια ανάσα
ένα φιλί ένα χάδι μια ματιά…
Όλ’ αυτά είν’ η Ζωή κι όχι
αυτά που “ζούμε”.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

Η ξωτικιά

Την είδα να περπατά προς το μέρος μου
και πίσω της μια φωτιά να καιει.
Φαίνονταν το μέρος να ’ναι ερημικό
σαν την ψυχή της χρόνια τώρα.
Ντυμένη σε διάφανα λευκά
και το πρόσωπο να κοκκινίζει
απ’ τις φλόγες έμοιαζε να ’χει μόλις
επιστρέψει απ’ την αντίπερα
όχθη της ζωής.
Σκέφτηκα να την πλησιάσω μα
κοντοστάθηκα, κάτι αόρατο με
κράτησε μακριά της.
Προσπάθησα να τη δω στα μάτια
αλλά άδειο ήταν το βλέμμα της.
Ήταν εκεί αλλά και κάπου αλλού
σα μια οπτασία σε φλόγινο φόντο.
Παρέμεινα σα μαγεμένος να την κοιτάω
και κείνη σαν αεράκι από δίπλα μου
πέρασε και κίνησε για τον κόσμο των
ξωτικών, εκεί, που απ’ τα μικράτα της ανήκε!

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Φτάνει να θυμηθούμε...

Ο ήλιος κατεβαίνει κάπου αλλού

καθώς οι πολυκατοικίες μάς

κρύβουν άλλο ένα ηλιοβασίλεμα.

Τι κι αν η μέρα φτάνει στο τέλος της;

η μέρα τώρα αρχίζει.

Σε λίγο ο ουρανός θα σκοτεινιάσει

θα φανούν τ’ αστέρια

κι η ζωή θα κρυφτεί πίσω από

ψεύτικα χαμόγελα σε κάποια καφετέρια.

Άλλοι λένε πως ζούμε νεκροί

άλλοι πως φυτοζωούμε

άλλοι πως η ζωή είναι άδικη και σκληρή αλλά

ποιος κάνει κάτι για να την αλλάξει;

Δεν είναι δύσκολο…

φτάνει να κρύψουμε το ψεύτικο χαμόγελο και

να φορέσουμε το αληθινό το από καρδιάς.

Φτάνει να νιώσουμε την ομορφιά που

είναι πάντα γύρω μας αλλά εμείς επιμένουμε

πεισματικά να αγνοούμε.

Φτάνει να θυμηθούμε το πως να ’μαστε άνθρωποι…

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Η Ζωή

Δεν είναι κακός άνθρωπος. Κάθε άλλο. Και δεν είναι βίαιος. Ή ίσως και να είναι λίγο, αλλά μόνο στα λόγια. Δε θέλει να κάνει κακό σε κανένα, αλλά να, μερικές φορές δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του. Κάτι μέσα του θολώνει, το μυαλό του παίρνει ανάποδες στροφές και τότε τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τον συγκρατήσει. Ωστόσο δεν καταφεύγει στη βία. Ποτέ! Φωνάζει μόνο, βρίζει κι εκτονώνεται.Έτσι συνέβηκε κι ετούτη τη φορά, αλλά και κάπως αλλιώς. Κάπως τραγικά αλλιώς. Κι έχει ήδη μετανιώσει. Αλλά είναι κάπως αργά για μετάνοιες. Ενοχές; Όχι, δεν έχει. Ίσως να χρησιμοποίησε το λάθος τρόπο, τα χειρότερα μέσα, ωστόσο απέδωσε δικαιοσύνη. Αυτό ακριβώς έκανε. Δεν έχει ενοχές, αλλά νιώθει άσχημα. Γιατί με την πράξη του έσπειρε θύελλες και θα οργώσει δυστυχία. Θα κάνει δυστυχισμένη Εκείνη. Τη μοναδική, την υπέροχη γυναίκα που τον δέχτηκε όπως ήταν, που τον αγάπησε γι’ αυτό, το λίγο, που ήταν. Τη γυναίκα με την οποία θα μοιραζόταν της ζωής του το περίσσεμα. Κάθεται χάμω, ακουμπισμένος στον τοίχο, και τα βάζει με τον εαυτό του. Βλάκα, του λέει, βλάκα. Γιατί δεν συγκρατήθηκες; Γιατί το έκανες αυτό; Μα, το αυτομαστίγωμα δεν του προσφέρει καμιά παρηγοριά.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008

Η μαγιά της ζωής

Πήραμε να γράφουμε
την ιστορία μας στην άμμο
μια και θέλαμε να είμαστε σίγουροι
ότι κάποια στιγμή θα σβηνόταν.
Εξάλλου, ήταν μια ιστορία προσωπική
μια ιστορία που θα λέγαμε όχι
για να ειπωθεί αλλά
για να μας προσφέρει τη μοναδική
παρηγοριά της λήθης.
Αλλά ακόμη κι αν κάποιος έφτανε
να τη διαβάσει προτού το κύμα
την κάνει ανάμνηση δε θα καταλάβαινε
δε θα ’βρισκε την άκρη του νήματος
θα έχανε την ουσία.
Βλέπεις ότι δε χωράει στη λογική
το λένε παράλογο δίχως καν
να σκεφτούν ότι το παράλογο είναι
η μαγιά της ζωής…
η μαγιά της ζωής που ζήσαμε
η μαγιά της ζωής που αφήσαμε.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Σεισάχθεια

Διάβασα πρόσφατα ξανά -μετά από εφτά χρόνια- το ομώνυμο βιβλίο της Εύας Ομηρόλη και παραθέτω κάποιες «ατάκες»:

Μπορώ απλώς να υπάρχω, χωρίς να σκέφτομαι, και να ελπίζω πως θα ξεχάσω και θα σωθώ.

Κάποτε κουράστηκα να εμβαθύνω και να φιλοσοφώ. Η νεανική μου διάθεση ν’ αλλάξω τον κόσμο γερνούσε πολύ γρήγορα. Σιγά σιγά την εγκατέλειπα και διατηρούσα μόνο μια ψευδαίσθηση πως εγώ δεν αποτελούσα μέλος εκείνου του συνόλου, μου άρεσε ακόμη να φαντάζομαι πως είμαι διαφορετικός.

Δεν είναι που εμείς είμαστε σκλάβοι, είναι που οι επιθυμίες μας δεν είναι ελεύθερες.

Εγώ αναζητώ τη δύναμη να τα δέχομαι όλα σαν μέρος της ύπαρξης χωρίς να πρέπει να τα κρίνω. Δε θέλω ν’ αναζητώ την καλή πλευρά, θέλω να μάθω ν’ αποδέχομαι και την κακή.

Ο φόβος είναι το πιο μεγάλο ψέμα.

Ο έρωτας, όταν χάνεται, πονάει, αλλά σε οδηγεί από μόνος του στην κάθαρση.

Δεν μπορείς να ξέρεις αν σου λείπει κάτι χωρίς πρώτα να το γνωρίσεις.

Είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιείς τα όνειρά σου παρά να νιώθεις ένοχος για τα απραγματοποίητα όνειρα των άλλων.

Όσο περισσότερους κανόνες εξοντώνει στη ζωή του ένας άνθρωπος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο νόημα της ζωής.

Η ζωή είναι πάντα πιο μεγάλη από τις αποφάσεις.

Ποιος τις χρειάζεται τις λέξεις; Ολομόναχες και θλιβερές, τις πιο πολλές φορές δεν ξέρουν τι εκπροσωπούν.

Η πιο μεγάλη φυλακή είναι τα κεκτημένα.

Αν είναι να αναλωθείς, καταναλώσου για το άγνωστο που έχει πιότερες ελπίδες απ’ το πεπραγμένο.

Σκεφτόμουνα να παρουσιάσω το βιβλίο, αλλά το έκανα ήδη στο μακρινό παρελθόν, και δε μ’ αρέσει -έστω κι έτσι- να επαναλαμβάνομαι.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Του Αγίου Βαλεντίνου

Η χθεσινή ημέρα ήταν η καλύτερή του. Του Αγίου Βαλεντίνου. Εδώ και χρόνια ήταν η καλύτερή του. Εδώ και εφτά χρόνια για να είμαστε ακριβείς. Όχι, δεν ήταν ερωτευμένος, απλά είχε ένα πάθος. Αγαπούσε την αγάπη, ακριβώς όπως εκείνος ο αλήτης του ντάρμα, ο Κέρουακ.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ήταν η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου έπαιρνε άδεια απ’ τη δουλειά για να ικανοποιήσει το πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να χαρίσει ένα δώρο ακριβό και μοναδικό σ’ ένα ερωτευμένο, άγνωστό του, ζευγάρι. Έτσι, έβγαινε απ’ το πρωί στους δρόμους σ’ αναζήτησή του. Τριγυρνούσε σε καφετέριες και σε πλατείες, σε μαγαζιά και σε σταθμούς του Μετρό, παρατηρούσε από κοντά τους ανθρώπους, τους παραμόνευε, τους παρακολουθούσε. Όχι, δεν του έκανε ένα οποιοδήποτε ζευγάρι. Το δώρο του ήταν ακριβό. Δε θα το χάριζε σ’ όποιον κι όποιον.



Η συνέχεια στα Διηγήματα

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Όταν προδόθηκες


Είδα στα μάτια σου τη λάμψη
εκείνη που όλοι αποκαλούσαν του
θανάτου και που μόνο εγώ ο
δόλιος τόλμησα να αποκαλέσω
του ονείρου.
Κι εκείνη τη νυχτιά μιλήσαμε
δίχως ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη
αφού όλα είχαν μέσα από τα βλέμματά
μας ειπωθεί.
Σε κοίταζα με αληθινή προσήλωση
και σε είδα να φεύγεις για αλλού
για κάπου μακριά από κείνο που
μέχρι χθες θεωρούσες ευτυχία.
Κατάλαβες κάπως αργά πως η ζωή
δεν είναι για να σπαταλιέται για
τα πολλά κι ασήμαντα και
θέλησες να βρεις διέξοδο μέσα
απ’ τη φλόγα των ματιών σου.
Σε ένιωσα αλλά δε μίλησα μα
σαν προδόθηκες δεν άντεξα και
γέλασα με την καρδιά μου…

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Η επιθυμία

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι και ακούει την ανάσα της καθώς κοιμάται. Αργή, σχεδόν, ξεψυχισμένη μοιάζει να βγαίνει από μέσα της. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο αργά πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με ματιά κλαμένα, παρακολουθεί τη μορφή της να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Δεν περίμενε να πεθάνει πριν από κείνον. Και τώρα δεν ξέρει τι του γίνεται.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό; τη ρωτά σιωπηλά, και φυσικά δεν περιμένει καμία απάντηση. Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ με την αρρώστια, όμως έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του θανάτου, να τη συνηθίζει. Σε αντίθεση μ’ εκείνον που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Πώς να μην τα έχει άλλωστε; Τριάντα χρόνια και βάλε έζησαν μαζί οι δυο τους. Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση...

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

Αξεπέραστα Όρια

Ποτέ μη βάζεις όρια,

όχι αν δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις.

Τα όρια είναι “τα τούβλα της ντροπής”

όπως έλεγε κι ο ποιητής.

Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μαθαίνοντας

να αυτοπεριοριζόμαστε,

ποτέ δεν τολμήσαμε να ψάξουμε για

το κάτι άλλο για μια υπέρβαση.

Κι η ζωή μας πέρασε πληκτικά

μες στην ασφάλειά της,

το κλουβί ήταν περίτεχνα φτιαγμένο,

τόσο ωραίο που κάπου έμοιαζε

με την πραγματική ελευθερία

γι’ αυτό και μας ξεγέλασε.

Μέχρι που κάποια μέρα καταλάβαμε ότι

δε ζούσαμε αλλά απλά επιζούσαμε.

Τότε θελήσαμε να αλλάξουμε τα πράγματα

μα, αλίμονο, ήταν πολύ αργά…

ήμασταν πια αδύναμοι και τα

όριά μας αξεπέραστα!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2008

Του Αποχαιρετισμού

Σε είδα να δακρύζεις και μάντεψα,

μάντεψα εκείνο που δεν ήθελα

να πιστέψω.

Τα σημάδια ήταν φανερά

τα διέκρινα την τελευταία φορά

που σε κράτησα στην αγκαλιά μου.

Τότε σε ρώτησα αν κάτι σου

ταλάνιζε ψυχή και μυαλό

κι εσύ μου είπες “όχι”.

Αλλά το “όχι” ως συνήθως ήταν “ναι”

κι όταν ήρθε η ώρα να μου

το ομολογήσεις δεν το πήρα

και πολύ άσχημα.

Βλέπεις πάντοτε είχα τούτο το

κουσούρι να βλέπω τον κόσμο

όμορφο και φωτεινό.

Κι αν η μοίρα το θελήσει να

μην είμαστε πια μαζί

απ’ τα λίγα που ζήσαμε θα κρατήσω

ένα μικρό δάκρυ που κάποτε μοιραστήκαμε

τα φιλιά και τα χαμόγελά μας
και το λιμάνι της αγκαλιάς σου.

Η απαραίτητη

Του έγινε απαραίτητη δίχως να το περιμένει. Κι έτσι τα μεγάλα λόγια μεταμορφώθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε μεγάλες διαψεύσεις. Πόσο έξω έπεσε! Απίστευτο του φαντάζει. Κι όμως, είτε του άρεσε είτε όχι, ο Μεγάλος Μοναχικός -όπως ήθελε να αποκαλεί τον εαυτό του- κάποτε θα την πάθαινε κι αυτός. Τι διαφορετικό είχε απ’ τους άλλους ανθρώπους, άλλωστε; Κι εκείνος είχε ανάγκη από μια κάποια συντροφιά, κι ας μην τόλμησε ποτέ του να το παραδεχτεί αυτό. Τα βιβλία μου, μονάχ’ αυτά μου φτάνουν, δήλωνε κατηγορηματικά στο παρελθόν. Έλα, όμως, που δεν του έφταναν! Έλα που δεν του έφταναν και αναγκάστηκε κι αυτός να υποκύψει στον πειρασμό! Έλα που ετούτος ο πειρασμός έγινε της ζωής του ο έρωτας ο μεγάλος, στερώντας του την ίδια ώρα πράγματα πολλά που άλλοτε τον γέμιζαν!

Αχχχ, αυτή η ζωή. Αχ, αυτή η ζωή του που περνάει και χάνεται αναξιοποίητη. Πρέπει να το πάρει πια απόφαση. Πρέπει να τη διώξει. Να τη ξεφορτωθεί. Η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλά οι δυο τους, όλα καλά, αλλά η συνύπαρξή τους ήταν κάπως μονότονη και που και που κυκλοθυμική. Την αγαπούσε και τη μισούσε. Την αγαπούσε γι’ αυτά που του έδινε, μα τη μισούσε γι’ αυτά που δεν του χάριζε. Του ήταν απαραίτητη, αλλά κι ένα βαρίδι στο κορμί και στην ψυχή του. Τον αρρώσταινε και τον ανάσταινε. Έχω πια ξεχάσει ποιος είμαι, της έλεγε κάθε τόσο με παράπονο πικρό, κι εκείνη παρέμενε να τον κοιτάει σιωπηλή, αδυνατώντας στ’ αλήθεια να τον καταλάβει.

Η συνέχεια στα Διηγήματα