Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Σ’ αγαπώ απελπισμένα - Δωρεάν eBook


Τώρα καθώς βλέπω αυτό το εξώφυλλο αναρωτιέμαι γιατι το διάλεξα. Κάπου μού θυμίζει ροζ λογοτεχνία, κι αυτή η ιστορία κάθε άλλο παρά ροζ είναι. Γραμμένη στην παρούσα μορφή της πριν πέντε χρόνια, η νουβέλα αυτή ξεχειλίζει από πόνο κι ελπίδα, από αισιοδοξία κι απελπισία. Τους ήρωές της τώρα τους γνωρίζω καλύτερα κι απ' τον ίδιο τον εαυτό μου, γι' αυτό και αποφάσισα, προσωρινά έστω, να τους παρατήσω - να τους αφήσω ελεύθερους ν' ανοίξουν τα φτερά τους και να φύγουν γι' άλλα. Κατεβάστε το βιβλίο δωρεάν από εδώ. Ο σύνδεσμος θ' αντικατασταθεί το συντομότερο δυνατόν από ελληνικό, αλλά δεν ξέρω ακριβώς πότε. Ιδού η περίληψη:

Η Μάγια είναι ένα μοναχικό κορίτσι που ζει σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται αλλά είναι η Λευκωσία. Ο Νικόλας ζει στην ίδια πόλη. Η τύχη θα οδηγήσει τους δυο τους  μια βραδιά σ’ ένα κήπο ερημικό κι αμέσως θα συναντήσει ο ένας στον άλλο την αδελφή ψυχή του. Ο έρωτας ανάμεσά τους θα φουντώσει από τη μια στιγμή στην άλλη, και θα είναι ένας έρωτας σχεδόν ονειρικός, αλλά -το μεγάλο Αλλά- θα τον καταδικάσουν στον αφανισμό τα πείσματα και οι εμμονές τους. Τώρα ζουν κι οι δυο μοναχοί αναθυμούμενοι τα παλιά, σε διαφορετικές πλέον πόλεις, και προσπαθούν να μετρήσουν τα λάθη τους και τα σωστά, να ξεφύγουν από το παρελθόν και να χαράξουν πορεία για μια νέα ζωή.
     Αυτή είναι η ιστορία τους…

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Εγκληματικά Ασύστολα - Δωρεάν eBook


Αστυνομικό είναι και το σημερινό βιβλίο. Το μόνο που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά απαρτίζεται από μια σειρά ιστοριών που έγραψα πριν τρία-τέσσερα χρόνια ή και παλαιότερα. Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ. Θα αντικαταστήσω το σύνδεσμο με ελληνικό αν και όταν μού δοθεί η ευκαιρία.

Το «Εγκληματικά Ασύστολα» είναι μια συλλογή με ιστορίες – ιστορίες παθών και λαθών. Ιστορίες ανθρώπων που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έφτασαν στο έγκλημα.

Οι χαρακτήρες που κόβουν βόλτες σ’ αυτές τις σελίδες είναι ο ένας πιο ιδιόρρυθμος από τον άλλο. Κάποιος αποφασίζει να κάνει ένα δώρο ακριβό στη γυναίκα του, κι ας ξέρει ότι αυτό μάλλον θα του κοστίσει την ίδια του την ελευθερία. Ένας άλλος επίσης κάνει δώρα, κάθε χρόνο, σ’ ένα ερωτευμένο ζευγάρι στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Μια δυστυχισμένη ψυχή αναλογίζεται πόσα υπέφερε στα χέρια κάποιας άλλης κι αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή της. Δύο νέοι πληρώνουν με τρόπο τραγικό το τίμημα της αγάπης. Ένα ορφανό αφηγείται την ιστορία της μικρής ζωής του. Κάποια γυναίκα οδηγεί τον άντρα της στα όρια της τρέλας. Και κάποιος επιστρέφει στην πατρίδα του για να διεκδικήσει αυτήν που έχασε. Ο γιος μιας μητέρας σκληρής ακούει φωνές και τις υπακούει φτάνοντας στο έγκλημα. Μια μάνα, με τη σειρά της, επιβάλλει το δίκαιο των Γραφών. Ένα μαχαίρι υποχρεώνει τον κάτοχό του ν’ ακολουθήσει τους δικούς του κανόνες. Κι ο θάνατος πάντα καραδοκεί.

Γραμμένες με ένα τρόπο λιτό και απέριττο, αλλά και πού και πού λυρικό, οι ιστορίες αυτές μιλάνε όχι τόσο πολύ για το έγκλημα, όσο για τα αίτια που το προκαλούν. Κάνουν ένα μακροβούτι στις πιο σκοτεινές γωνιές των ψυχών, τις διυλίζουν. Οι ήρωές τους είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, της διπλανής πόρτας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμπαθητικοί, άνθρωποι πονεμένοι.

Εμπνευσμένες οι περισσότερες από υποθέσεις που ήρθαν πρόσφατα ή και πιο παλιά στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αυτές οι ιστορίες μοιάζουν σαν ένας καθρέφτης του σύγχρονου, λαμπερού, αλλά και συνάμα τρομακτικού μας κόσμου.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Τα 9 θαύματα του κόσμου (όπως τον βλέπω)


Ένα κείμενο-παραγγελιά που έγραψα πριν δυόμιση χρόνια το οποίο, εκτός κι αν κάνω λάθος, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.

Θαύμαζα και θαυμάζω το μοναδικό εκείνον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δεν δεν προηγήθηκε μόνο της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών που ακολούθησαν. Διανοούμενος, καλλιτέχνης, εφευρέτης και… και… και… Αν υπήρχε τεστ νοημοσύνης τότε που έζησε και τον υπέβαλλαν σ’ αυτό θα τρέλαινε τα «μηχανάκια». Με τη ζωή και το έργο του επηρέασε τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικότερα και έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο οικοδόμημα της επιστήμης. Ακόμη θυμάμαι και ανατριχιάζω ένα από τα μεγάλα έργα του, το «κατασκοπικό» δωμάτιο με τους καθρέφτες, που είδα πριν μερικά χρόνια στη Λισαβόνα.

Θαυμάζω την Τσίντα και την κάθε Τσίντα αυτού του κόσμου. Είναι ένα κορίτσι που γνώρισα στο Πάι της Ταϊλάνδης. Εγκατέλειψε το σχολείο από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού για να δουλέψει στα χωράφια με τους γονείς της, μια και ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Στα δώδεκά της χρόνια, και μια και οι δικοί της δεν τα έβγαζαν πέρα, μετακόμισε από το μικρό παραδοσιακό χωριό της, στην κωμόπολη του Πάι, όπου έπιασε δουλειά σ’ ένα πανδοχείο σαν το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Ξόδεψε την επόμενη δεκαετία και βάλε, δουλεύοντας εφτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες το χρόνο και μαθαίνοντας όσα γράμματα δεν πρόλαβε να μάθει στο σχολείο. Έμαθε επίσης αγγλικά συνομιλώντας, αρχικά στη νοηματική γλώσσα, με τους επισκέπτες του πανδοχείου. Σήμερα έχει μια μικρή πανσιόν στην πόλη Τσιανγκ Μάι. Ποτέ δεν την άκουσα να παραπονιέται για τις δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή και το χαμόγελο δε λείπει ποτέ απ’ τα χείλη της. Την ιστορία της αφηγήθηκα σ’ ένα μάλλον λειψό διήγημα, που φέρει σαν τίτλο το όνομά της.

Θαυμάζω το νερό, τη δύναμη του, την οργή και τη γαλήνη του. Κάποια μάλιστα κάποτε μου είχε πει ότι είμαι νερό, πάντα ρευστός, ποτέ ακίνητος, πάντα έτοιμος να φύγω. Πώς να μη θαυμάσει κανείς αυτό το στοιχείο, που περισσότερο απ’ το καθένα ορίζει τις ζωές μας; Πώς να μείνει κανείς αδιάφορος μπροστά στην ομορφιά της θάλασσας και των κυμάτων την οργή; Πώς να μη χαρεί τη γαλήνια ροή του ποταμού και τη βροντή των νερών του καταρράκτη; Πώς να αγνοήσει τη χαρμόσυνη ηχώ του ψιλόβροχου που πέφτει; Πώς να μην το αγαπήσει; Πώς να μην το φοβηθεί;

Θαυμάζω τη ροή του χρόνου και το ρυθμό της ζωής στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Τα αργά βήματα, την υπομονή στις ουρές, τις κόρνες των αμαξιών που δεν ακούγονται, τη γαλήνη των ψυχών που ακόμη δεν παρέσυραν στο πέρασμά τους οι ρυθμοί της αδηφάγας δύσης, τα χαμόγελα που δε σβήνουν ποτέ από τα χείλη των ανθρώπων, η ευγένειά τους που δεν είναι υποκριτική, το πόσο πολύ δε μας μοιάζουν.

Θαυμάζω τον Ντοστογιέφσκι. Όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν συγγραφέα. Πάνε δεκαοκτώ χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα κάτι δικό του, ωστόσο οι ιστορίες και οι ήρωές του εξακολουθούν ακόμη να με στοιχειώνουν. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ άλλοτε ή αν υπάρχει σήμερα κάποιος άλλος συγγραφέας που να καταβυθίστηκε τόσο πολύ, τόσο επίμονα και τόσο επίπονα στις ψυχές των ανθρώπων, καταγράφοντας όλα τα σκοτεινά και φωτεινά τους σημεία, μιλώντας για τα στίγματα και τους ανθισμένους κήπους τους. Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα μέσω του Χέμινγουεϊ. Από τότε δεν διάβασα ποτέ ξανά τον τελευταίο.

Θαυμάζω τους ζωγράφους. Τους πραγματικούς ζωγράφους και όχι αυτούς που φτιάχνουν «καραγκιοζιλίκια» πουλώντας πρωτοπορία. Θαυμάζω εκείνους που αιχμαλωτίζουν με τα πινέλα τους τη γαλήνια ή την άγρια ομορφιά της φύσης, που κλέβουν τα χρώματα απ’ τις ματιές των γυναικών, που μέσα απ’ τις ζωγραφιές τους λένε ιστορίες, όσο απλές κι αν είναι αυτές.

Θαυμάζω τις (περισσότερες) ταινίες των Γούντι Άλεν και Τιμ Μπέρτον. Με αιχμαλωτίζει το ακαταμάχητο χιούμορ και τα ευτράπελα στο έργο του πρώτου, η ευχέρεια να φτιάχνει κινηματογραφικά παραμύθια του δεύτερου. Χάνομαι στις ατάκες του Γούντι, περιπλανιέμαι στις εικόνες του Τιμ.

Θαυμάζω τις αλλαγές των εποχών, στην ανατολή και πάλι. Κάθε έξι πανσέληνους αλλάζουν οι εποχές εκεί. Και τότε η βροχή κόβεται μαχαίρι ή ο ουρανός συννεφιάζει – ανάλογα. Και τότε οι άνθρωποι γιορτάζουν. Και τότε τα χρώματα κι οι μουσικές γεμίζουν τους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Και τότε (στη Γιορτή των Φώτων, τέλος της εποχής των βροχών, 28 Νοεμβρίου φέτος) φανάρια αφιερωμένα στις ψυχές των νεκρών υψώνονται στους ουρανούς τις νύχτες, και λίμνες και ποτάμια πλημμυρίζουν με αφιερώματα-ευχές για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε (τέλος της ξηρής περιόδου, την Άνοιξη) αρχίζει η Γιορτή των Νερών, ένας πόλεμος υγρός απ’ τον οποίο κανείς δε βγαίνει… στεγνός.

Θαυμάζω τη Λίσα και την κάθε Λίσα αυτού του κόσμου
. Μια αμερικανίδα που γνώρισα στην Τσιανγκ Μάι, όπου έφτιαξε από το τίποτα ένα σχολείο, όπου μαθαίνουν ταϊλανδέζικα και αγγλικά παιδιά προσφύγων από τη Βιρμανία, αλλά και άτομα από τις φυλές της Ταϊλάνδης, που δίχως τα προτερήματα της γλώσσας και της μόρφωσης δύσκολα θα τα έβγαζαν πέρα στην πόλη. Η Λίσα (που πέρασε εθελοντικά κι από την ταλαίπωρη Σουαζιλάνδη, αλλά έφτιαξε παρόμοιο με το πιο πάνω σχολείο και στο Θιβέτ) είναι ένα από εκείνα τα άτομα που σε κάνουν να χαμογελάς και να σκέφτεσαι ότι: Ναι, υπάρχει ακόμη ελπίδα! Η ιστορία της με ενέπνευσε να γράψω το μυθιστόρημα «Όλα αυτά που χάσαμε», αποσπάσματα από το οποίο μπορείτε να βρείτε πιο κάτω:


Κεφάλαιο 1
Κεφάλαιο 2
Κεφάλαιο 6
Κεφάλαιο 10
Κεφάλαιο 14
Κεφάλαιο 25

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Τρεις λέξεις


«Όταν φεύγεις είναι σαν να πεθαίνεις λίγο»,
Έγραψε η Μαργαρίτα Καραπάνου.
Και συμφωνώ μαζί της.
Και, φυσικά, διαφωνώ μαζί της.
Η φυγή είναι άλλοτε πόνος,
Άλλοτε λύτρωση,
Κι άλλοτε απλά μια λέξη.
Εξαρτάται πάντα από το τι αφήνεις πίσω σου,
Από ποιον και ποιαν αφήνεις πίσω σου φεύγοντας:
Μιαν αγάπη, δυο δουλειές, τρεις φίλους;
Μισή ή ολόκληρη ζωή;
Και εξαρτάται σχεδόν πάντα από το σε ποιον
Θα πεις τις τρεις τις μαγικές τις λέξεις:
«Θα μου λείψεις».
Αν δεν τις πεις σε κανένα αυτό πάει να πει ότι
Ποτέ δεν ανήκες εκεί.
Αν τις πεις σε πολλούς σημαίνει πως
Δεν τις εννοείς.
Αν τις πεις σε λίγους ίσως
Να είσαι ειλικρινής.
Αν τις πεις σε μια και μοναδική ψυχή,
Τότε…
Τότε αγάπησες τυφλά, με πάθος περισσό,
Και για ν’ αποφασίσεις να φύγεις
Είναι ξεκάθαρο
Ότι έπεσες απ’ του έρωτα τα σύννεφα,
Στων μαύρων σκυλιών την αγκαλιά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Της ζωής το ποτάμι


Έτσι είναι η ζωή. Κυλάει σαν ποτάμι. Στην αρχή κυλάει αργά, έπειτα γίνεται χείμαρρος, καταρράκτης. Μαργαρίτα Καραπάνου

Έτσι είναι όντως η ζωή; αναρωτιόταν.
Ακριβώς έτσι;
Κι αν ναι, γιατί όχι γι’ αυτήν;
Γιατί παρέμεινε στο πέρασμα των χρόνων
Και παραμένει ακόμη, ένα γαλήνιο ποτάμι,
Ούτε καν ποτάμι παρά ένα ρυάκι;
Ήθελε να γνωρίσει την άλλη της πλευρά,
Την πιο άγρια, τη συναρπαστική,
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ τάχατες αυτό;
Είμαι αιχμάλωτη του είναι μου, σκεφτόταν.
Και ήταν.
Ποτέ της δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’
Τα μονοπάτια της εκ των άνωθεν επιβεβλημένης σιγουριάς,
Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει
Τη φωνή της να ΑΚΟΥΣΤΕΙ.
Ποτέ…
Και τώρα ζει καθημερινά τα ίδια και τα ίδια,
Κόβει βόλτες κατ’ επανάληψη στα αδιέξοδά της.
Και οργίζεται σιωπηλά και σκέφτεται ότι,
Αν εκραγώ κάποια μέρα θα θρηνήσουνε πολλά θύματα.
Θα θρηνήσουνε αφού, αν εκραγεί, μετά
Δεν θα έχει άλλη επιλογή από το
Να τα παρατήσει όλα και να φύγει,
Από το να μετατρέψει το ρυάκι της σε χείμαρρο
Και καταρράκτη και να ξεχυθεί ορμητικά εκεί έξω,
Κατακλύζοντας τον κόσμο με την όμορφη
Πλην καταπιεσμένη και καταφρονημένη μέχρι τώρα
Παρουσία της.
Αν εκραγεί…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ματαιότης


Προσπαθώ να φτιάξω το ολόγραμμα
Του μελλοντικού εαυτού μου
Αλλά μου βγαίνει θολό
Σχεδόν σαν ένα όνειρο της μέρας που
Διαλύεται στο πρώτο φύσημα του
Ανέμου μιας ζεστής νύχτας.
Σκέφτομαι, κοιτώ μπροστά, σχεδιάζω,
Επιστρέφω στο σήμερα απογοητευμένος
Αλλά έχοντας κάθε φορά επίγνωση:
Δεν θα αλλάξω ποτέ,
Όχι όσο το επιδιώκω.
Η αλλαγή είναι εύκολη μόνο στα λόγια.
Οι εξωτερικές συνθήκες διαφοροποιούνται συχνά
Αλλάζουν δέρμα και υφή αλλά
Οι εσωτερικές παραμένουν πάντα οι ίδιες.
Λες:
Δεν είμαι λυπημένος επειδή είμαι μονάχος
Είμαι μονάχος επειδή είμαι λυπημένος.
Κι αυτή η λύπη μοιάζει ανίκητη.
Αναζητώ αυτό που δεν μπορώ να βρω,
Βρίσκω αυτό που δεν αναζητώ,
Της ζωής μου η ιστορία εν συντομία,
Αλλά και της κάθε ζωής.
Ξανά και ξανά λέω τα ίδια λόγια
Σε διαφορετικούς ανθρώπους,
Ξανά και ξανά ακούω τα ίδια λόγια,
Από διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο κύκλος της ζωής;
Η ζωή δεν κινείται σε κύκλους,
Αλλά ανάλογα με το άτομο ακολουθεί
Εντελώς διαφορετικές πορείες:
Πάνω, κάτω και ζιγκ-ζαγκ και η σκέψη
Ότι θα μπορούσε κανείς να της
Αλλάξει φορά παραμένει μονάχα αυτό:
Μια σκέψη.
Η ζωή γράφει τους κανόνες,
Αυτή τους εφαρμόζει.
Κι η κάθε προσπάθεια για ανατροπή τους
Αποδεικνύεται μάταιη.
Όπως κι η ζωή η ίδια,
Θα προσέθεται κάποιος απαισιόδοξος.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Οι χαμένες στιγμές


…Οι αμέτρητες.
Αυτές που χαραμίσαμε στο τίποτα
Και στο πουθενά,
Αυτές που ποτέ πίσω δεν θα γυρίσουν,
Και που τόσο στο πέρασμα του χρόνου θα μας λείψουν.
Αυτές που δεν χαρήκαμε,
Αφού ήμασταν πολύ απασχολημένοι κυνηγώντας
Το χρήμα, τη φήμη, την υστεροφημία.
Ποτέ δεν καταλάβαμε ότι για μας είναι ήδη αργά,
Και πώς αύριο θα είναι ακόμη αργότερα.
Δεν καβαλήσαμε ποτέ εκείνη τη μοτοσικλέτα που θέλαμε,
Δεν ταξιδέψαμε στα νησιά των ονείρων μας,
Δεν γνωρίσαμε τους ανθρώπους που θα μπορούσαν
Να μας δώσουν κάτι και να πάρουν κάτι από μας.
Πάντα σκεφτόμασταν το αύριο
Και παντοτινά μας ξέφευγε το σήμερα.
Και τα χρόνια περνούσαν
Και τα χρόνια πέρασαν.
Και συνεχίζουμε να έχουμε τα θέλω μας
Και εξακολουθούμε να εκφράζουμε τα θα μας.
Αλλά κι αυτά ακόμη τα θέλω και τα θα
Μένουν ανικανοποίητα, λειψά.
Αφού δεν ξέρουμε, ίσως να μη μάθαμε ποτέ,
Πώς να χαμογελάμε πλατιά,
Κι οι ανάσες μας πλέον θυμίζουν
Όλα αυτά που χάσαμε.
Το δίδαγμα;
Δίδαγμα δεν υπάρχει.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα πια είναι
Μια σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια
Ώστε οι στιγμές που μας απομένουν να
Ντυθούν της χαράς τα χρώματα.
Άλλο τίποτα.



Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Τ' όνομά της είναι Θλίψη


Κοιμάται με θυμό, ξυπνά με λύπη και όλο αναρωτιέται τα γιατί.
Γιατί την άφησε; Γιατί τώρα; Γιατί μετά από τόσα χρόνια;
Κλείνει τα μάτια, όλο και πιο συχνά, και θυμάται:
Αυτά που έζησαν μαζί,
Τις μικρές μαγικές τους στιγμές,
Τα νεύρα, τις χαρές και τις λαχτάρες που μοιράστηκαν.
«Αν δεν υπήρχε τότε θα έπαυα να υπάρχω κι εγώ», σκεφτόταν κάποτε,
Κι έτσι ακριβώς νιώθει τώρα: σαν να μην υπάρχει.
Αυτά παθαίνει κανείς όταν αφιερώνεται ψυχή και σώμα σ’ ένα και μόνο πράγμα;
Αυτά;
Ή μήπως κάποιοι τη βγάζουν καθαρή και γίνονται ευτυχισμένοι;
Η ευτυχία!
Το μεγάλο Αχ και το μεγάλο Χα.
Την πόθησε άραγε ποτέ στ’ αλήθεια;
Όταν κάποτε κάποιος θέλησε να ρωτήσει αν είναι καλά,
Μετά από μια ξαφνική αρρώστια που πέρασε, απάντησε:
«Άρχισε να με πιάνει και πάλι η κατάθλιψη,
Άρα είμαι καλύτερα», και γέλασε.
Γέλασε βλέποντας την απορία στο πρόσωπο του άλλου.
Γέλασε επειδή είπε την αλήθεια και δεν είχε αμφιβολία ότι σαν τέτοια
Ποτέ δεν θα γίνονταν πιστευτή.
Και τώρα περπατά σαν μια ψυχή αόρατη ανάμεσα στο πλήθος.
Δεν είναι καλά μα δεν το δείχνει,
Δεν είναι καλά μα το φωνάζει,
Το φωνάζει μέσα από ακατάλυτες σιωπές.
Δεν έχει όνομα και δεν έχει φύλο,
Έχει μονάχα εκείνο το κάτι που γεμίζει με πόνο τις ψυχές,
Εκείνο που αποκαλούνε θλίψη,
Μ’ ένα κατά να το συνοδεύει και να το ορίζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Το τέλος


Νόμιζα ότι θα τον έχανα μετά την εξομολόγησή μου, καταριόμουνα τον εαυτό μου ακόμη και τη στιγμή που την έκανα, αλλά δεν τον έχασα. Μάλλον τον κέρδισα, μ’ αγάπησε ακόμη πιο πολύ όταν έμαθε όλη την ιστορία μου. Μα είχε ένα παράπονο: Έπρεπε να μου το πεις, Χαρά. Έπρεπε να μου το πεις. Πάντα ήξερα ότι μου έκρυβες κάποιο φοβερό μυστικό, αλλά δεν ήξερα τι, κι αυτό με τυραννούσε. Απολογήθηκα χαμηλόφωνα και κρύφτηκα στην αγκαλιά του. Όταν σήκωσα ξανά το βλέμμα είδα δυο φωτεινά ζευγάρια μάτια να με κοιτάνε με ζεστασιά, κι ένα παραπονεμένο. εκείνο του Γιάννη – είχε χάσει την αποκλειστικότητα. Του το είπα. Γέλασε. Και συμφώνησε. Δεν έχεις ιδέα πόσα με δίδαξες μικρή, συνέχισε. Εσύ με έμαθες να βλέπω την κάθε στιγμή ξεχωριστά. Πάντα κοιτούσα το αύριο και έχανα το σήμερα. Γνώριζα γυναίκες και σκεφτόμουνα ότι δε χωράνε στα σχέδιά μου και τις έχανα, ο μαλάκας. Τώρα ακολουθώ τα σχέδια της ζωής και προσπαθώ όσο μπορώ να τα προσαρμόζω στα μέτρα μου. Αν δεν ήσουνα εσύ, δε θα υπήρχε η Αντωνία, δε θα υπήρχαμε εμείς. Είσαι το νήμα που μας δένει. Δεν είπα τίποτα. Τα είχα χαμένα. Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου σαν εκείνο το πλάσμα που χρειαζότανε μόνιμα τους άλλους. Για να το φιλοξενήσουν, για να το ακούσουν, για να το παρηγορήσουν. Ποτέ μου δεν κατάλαβα ότι άλλο τόσο χρειάζονταν οι άλλοι εμένα. Δε με ρώτησες ποτέ γιατί σε φίλησα εκείνη τη μέρα, πετάχτηκε στη μέση η Νάντια, βγάζοντάς με από τη μια αμηχανία και βάζοντάς με στην άλλη. Γέλασε ο Αλέξης. Ρίχτηκες στο κορίτσι μου; τη ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. Την πήρε όμως. Ναι, της ρίχτηκα, αφού την αγαπώ. Με έσωσε. Αν δεν ήταν αυτή θα ήμουνα ακόμη με τον ακατονόμαστο. Με έκανε να καταλάβω ότι τα ζόρια μου δεν ήταν ζόρια και σιγά-σιγά ξύπνησα. Και μένα…, πήγε να πει ο Αλέξης, αλλά δεν πρόλαβε. Σε ξεζούμισε, πετάχτηκε στη μέση ο Γιάννης προκαλώντας ακράτητα γέλια. Εκείνο που ήθελα να πω Χαρά είναι ότι μόνο με σένα μπορώ να είμαι στ’ αλήθεια ο εαυτός μου. Όταν δεν ήμουνα μαζί σου ένιωθα σαν κάποιος ξένος, μια μαριονέτα στα δάχτυλα των άλλων. Εγώ σε μισώ, πήρε τελευταία το λόγο η Αντωνία, αφού αν πιστέψω τα λόγια του εσύ φταις που μου φορτώθηκε. Και τον φίλησε. Παράξενη νύχτα, παράξενη και μαγική. Εντελώς ανάλαφρο, χωρίς κρυμμένα μυστικά κι αχρείαστες ενοχές θα ξεκινούσε για μένα το φθινόπωρο.

     «Δεν είμαστε μια ανέραστη γενιά, όπως μας κατηγορείς», λέει ο Αλέξης, «απλά είμαστε μια γενιά συγχυσμένη. Μεγαλώσαμε στη σκιά των γονιών μας και τις ψεύτικες αλήθειες τους, τη νερωμένη ηθική τους. Προσπάθησαν να μας κάνουν αντίγραφά τους. Ήθελαν και θέλουν να συμπεριφερόμαστε όπως εκείνοι, να πατάμε επί πτωμάτων στη ζωή, να δείχνουμε στους άλλους το καλό μας πρόσωπο, κι ας κρύβουμε ένα τέρας μέσα μας. Αυτοί φταίνε για όλα. Για όσα έπαθες εσύ, για την ατελείωτη μοναξιά της Νάντιας, για το δικό μου ζόρι, αφού δεν τόλμησα να τους αντισταθώ. Μας σκοτώνουν οι γονιοί, μας κλέβουν τη ζωή προτού καλά-καλά αρχίσει…»
     Του έδωσα να διαβάσει αυτές, της μικρής μου ζωής τις καταγραφές, μόλις επιστρέψαμε από το τριήμερο στα Πλατάνια. Δεν είχα τίποτα να του κρύψω πια. Του είπα να διαβάσει την ιστορία μου, την ιστορία μας, για να με μάθει πιο καλά, για να δει πως ακριβώς βλέπω εγώ τον κόσμο. Τη διάβασε, έμαθε νέα πράγματα, θυμήθηκε παλιά, ξεκαθάρισαν πολλά στη σκέψη του. Κι ύστερα μου είπε τα πιο πάνω. Και μάλλον είχε δίκιο. Τι ήξερα όταν άρχισα να γράφω αυτό το χρονικό; Τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Στη διάρκεια της συγγραφής του, του ταξιδιού, έμαθα πολλά. Κι αναρωτιέμαι πόσα έχω να μάθω ακόμη. Η οπτική μου γωνία αλλάζει συνεχώς. Τα αποκλείεται μου γίνονται ίσως, τα ίσως ναι, τα ναι όχι. Κι αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ, όπως λέει και το τραγούδι, ή μάλλον το ποίημα. Βλέπω τους ανθρώπους στο δρόμο, στη σχολή, στα στέκια. Έχουν βάσανα στα λόγια, λύνουν τα προβλήματα με τα λόγια, μόνο στα λόγια υπάρχουν. Λόγια πίτουρα. Ξεχνάνε τους φίλους όταν αυτοί τους έχουν πιότερο ανάγκη, επενδύουν σε εφήμερες σχέσεις, ντύνουν με ρούχα ακριβά τα φτηνά κορμιά τους. Και προδίδουν τόσο συχνά ο ένας τον άλλο, κι όλοι μαζί τους εαυτούς τους, που αυτή η προδοσία έχει πια καταντήσει τρόπος ζωής, κανείς δεν την προσέχει. Παντρεύονται από συνήθεια, κάνουν παιδιά επειδή πρέπει, απατούν κατ’ επανάληψη τους συντρόφους τους, αφού η ευτυχία που ποθούσαν κάπου τους ξέφυγε στην πορεία. Ωστόσο πιστεύουν, βαθιά. Στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Στα λόγια και πάλι. Λυπούνται για τη φτώχεια των γύρω τους και την εξαλείφουν από προσώπου γης πίνοντας πανάκριβους καφέδες σε πολυτελείς καφετέριες και πολύχρωμα κοκτέιλ σε ιν κλαμπ και μπαράκια. Πηγαίνουν στις κηδείες και κλαίνε γι’ αυτούς που δεν αγάπησαν ποτέ και δίνουν όρκους πως δε θα τους μοιάσουν ποτέ. Και δεν τους μοιάζουν. Η υποκρισία έχει πολλά πρόσωπα. Δηλώνουν ολιγαρκείς μα δε σταματούν στιγμή ν’ αγοράζουν, να ξοδεύουν λεφτά για τα μάτια του κόσμου, να τα πετάνε στο τραπέζι ενός κέντρου διαλαλώντας: εν να πληρώσω εγώ κουμπάρε! Και ύστερα να κατηγορούν τον κουμπάρο επειδή δεν πλήρωσε στη γυναίκα τους και στους άλλους. Λόγια. Λόγια. Κουράστηκα πια να τα ακούω. Κουράστηκα και να τα γράφω. Πρέπει να το κάνω, λέει ο Αλέξης. Πρέπει, αλλά μέχρι πότε; Δεν είπα άραγε όσα είχα να πω; Τι να προσθέσω; Κι αν προσθέσω τι θα αλλάξει; Τίποτα. Θα συνεχίσουμε όλοι να περιπλανιόμαστε από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, μέχρι να πάρει τη σκυτάλη η επόμενη γενιά, κι ύστερα αυτή που θα ακολουθήσει. Ο χρόνος θα περνά, η γη θα αλλάζει και θα πεθαίνει, κι εμείς θα συνεχίσουμε να μιλάμε και να χανόμαστε. Τελικά ναι, η στιγμή, αυτή μονάχα είναι που μετρά, και άλλη καμία. Αυτή η στιγμή που κάθομαι εδώ με τον Αλέξη, βυθισμένος ο καθένας στις σκέψεις του. Η στιγμή που θα κάνουμε έρωτα. Η στιγμή που κάποιος θα προσφέρει τη βοήθειά του σε κάποιον άλλο δίχως να περιμένει αντάλλαγμα. Η στιγμή που γεννιέται ένα παιδί. Η στιγμή που πεθαίνει ένας νέος ή ένας γέρος. Η στιγμή που θέλεις ν’ αγκαλιάσεις όλο τον κόσμο. Η στιγμή που βλέπεις κάτι και αγαλλιάζει η ψυχή σου. Η στιγμή που συναντάς στο πρόσωπο κάποιου άγνωστου ένα πλατύ χαμόγελο. Η στιγμή που κλείνεις στην αγκαλιά σου ένα φίλο. Η στιγμή που συμφιλιώνεσαι με τη μάνα σου. Η στιγμή που καταλαβαίνεις πόσο μικρή είναι η ζωή και έτσι δεν πρέπει ν’ αφήνεις τη στιγμή να πηγαίνει χαμένη. Η στιγμή που ανακαλύπτεις το δρόμο σου. Η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι μες στη φτώχεια σου πόσα πολλά έχεις. Η στιγμή που κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και του λες, Καλά τα κατάφερες, και το εννοείς. Η στιγμή που αλλάζουν οι εποχές και τα χρόνια. Η στιγμή που το κρεβάτι του πόνου μεταμορφώνεται σε κρεβάτι της χαράς. Η στιγμή που ο παραμορφωτικός φακός χάνεται και τα λάθη σου γίνονται σωστά. Η μεγάλη στιγμή που ο πόνος γίνεται λύτρωση επειδή τον μοιράζεσαι με κάποιο άλλο. Η στιγμή που ονειρευόσουνα μα ποτέ σου δεν περίμενες να ’ρθει. Η στιγμή που μια λέξη σου αλλάζει τη ζωή: Δίχως έρωτα πριν, Με έρωτα μετά. Η στιγμή!

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 20


Την επομένη έφυγα πρωί-πρωί για τη δουλειά -με πήγε εκείνη- κι επέστρεψα το βράδυ, αφού συνάντησα για λίγο τον Αλέξη, ακριβώς όπως της είχα υποσχεθεί. Ήθελε να μιλήσουμε, ήθελα κι εγώ. Μού έφτιαξε ένα από τα αγαπημένα μου φαγητά -ρολό- καθίσαμε, φάγαμε, χορτάσαμε. Και μετά βγήκαμε στη βεράντα. Το πιο κοντινό σπίτι ήταν αρκετά μέτρα μακριά και ήμουνα σίγουρη ότι αν μιλούσαμε εκεί κανείς δε θα μας άκουγε. Κάτι από τη νύχτα που έφυγα θύμιζε το όλο σκηνικό. Εμείς, οι άσπρες πλαστικές καρέκλες, το τραπέζι μες στη μέση, η ησυχία, τ’ αστέρια και το φεγγάρι στον ουρανό. Πέρασε πολλή ώρα χωρίς να τολμά καμία από τις δύο να μιλήσει. Το θέμα μας έκαιγε. Έπρεπε να κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και να προχωρήσουμε, δε γινόταν αλλιώς. Έκανα το πρώτο βήμα. με άτσαλο τρόπο, αλλά το έκανα.
     «Τον σκότωσα», της είπα, και σήκωσα τα μάτια για να δω την αντίδρασή της. Απολύτως καμία. Σα να μην άκουσε τι της είπα. Άπλωσα το χέρι, την άγγιξα στο μπράτσο. «Μάνα…».
     «Σε άκουσα. Αλλά το ήξερα. Από την πρώτη στιγμή. Κι ας μην ήθελα να το παραδεχτώ. Συγγνώμη…»
     «Εγώ τον σκότωσα μάνα, εγώ. Όχι εσύ…»
     «Συγγνώμη που δεν τον σκότωσα στη θέση σου, ήθελα να πω. Του άξιζε, του κερατά, του άξιζε. Όπως άξιζε και σε μένα. Τόσα χρόνια…». Την άκουσα να πνίγεται σχεδόν, να χάνει τις ανάσες της, να ξεροκαταπίνει. Και μετά να κοιτάει το κενό και να επανέρχεται. Τα μάτια της δεν έμοιαζαν να βλέπουν τίποτα. Σαν τυφλή ήταν. «Τόσα χρόνια και δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω. Τον αγαπούσα και τον φοβόμουνα τόσο πολύ…»
     «Περασμένα ξεχασμένα, μάνα!» Αυτό το είπα αυθόρμητα, χωρίς να το καλοσκεφτώ, μάλλον για να εμποδίσω την αμηχανία που με πλημμύριζε να βγει στο φως. Κάπου ένιωθα δικαιωμένη, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να τη βλέπω να αυτομαστιγώνεται. Αρκετά υπέφερε κι αυτή η κακομοίρα. Εκείνη την ώρα δεν ένιωθα ούτε οργή ούτε αγάπη για κείνη, απλά ένα συναίσθημα συνενοχής. «Όλα πια θα πάνε προς το καλύτερο, είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
     «Θα πάνε, Χαρά μου; Μακάρι. Σου χρωστώ. Όχι, μη μιλάς ακόμη, άσε με να τελειώσω. Μια ζωή σου χρωστώ. Μια ζωή καινούρια. Ζήτα μου ό,τι θες και θα το έχεις. Φτάνει να είσαι ευτυχισμένη. Δε σου ζητώ να γυρίσεις στο σπίτι, δε σου ζητώ να με καταλάβεις, ένα κόκαλο σου ζητώ, μια ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα θα φτιάξουν μεταξύ μας. Ελπίζω να μην είναι πια πολύ αργά…»
     «Είναι και δεν είναι», τη διέκοψα. «Υπέφερα πολλά μάνα, πιο πολλά απ’ αυτά που ξέρεις. Κι όμως, κάθε μέρα που περνά με πείθει όλο και πιο πολύ ότι χωρίς αυτές τις πληγές δε θα γινόμουνα αυτή που είμαι σήμερα. Τον σκότωσα κι απέκτησα ζωή, έφυγα απ’ εδώ κι απέκτησα σπίτι, κι ας μην έχω στ’ αλήθεια που να μείνω. Σπίτι μου έγιναν οι φίλοι μου, ζωή μου κάποιος που βασάνισα πολύ με τους φόβους μου και που με δέχτηκε γι’ αυτό που είμαι. Το ξέρω ότι πάντα θα κουβαλώ μαζί μου το βάρος της αμαρτίας μου, αυτού που έκανα αλλά, για να σου πω την αλήθεια, ενοχές δε νιώθω, ποτέ δεν ένιωσα. Μόνο πού και πού λυπόμουνα για σένα που σε άφησα μόνη…».
     «Δε μου αξίζει η λύπη σου, τίποτα δεν μου αξίζει. Όπως δεν αξίζει και στις άλλες. Ξέρεις ποιες εννοώ; Βγήκαν τόσα πολλά στη φορά αυτές τις μέρες, που μόνο και μόνο που τα σκέφτομαι ανατριχιάζω. Τόσα θύματα. Ο πατέρας σου δεν ήταν μόνος στη διαστροφή του. Βιαστές, παιδεραστές, κακοποιοί μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Η αγία κυπριακή οικογένεια…»
     «Χα. Τώρα σαν τον Γιάννη ακούγεσαι – ο Γιάννης είναι ένας απ’ τους φίλους μου. Αυτός λέει ότι τόσα χρόνια κρύβαμε τα πράγματα κάτω από το χαλί, κι επειδή δεν τα έβλεπε κανείς κάναμε πως δεν υπάρχουν. Αλλά κάποιοι άρχισαν να σηκώνουν τα χαλιά, να κοιτάνε από κάτω και να βρίσκουν τις κρυμμένες αλήθειες και να τις βγάζουν στο φως. Η φίλη μου, αυτή που πέθανε, μέχρι και στο δικαστήριο οδήγησε τον πατέρα της. Κι εκεί τον αθώωσαν, επειδή μαρτύρησε υπέρ του η μάνα της. Ωστόσο, συνέχισε να τον βασανίζει, να παίρνει την εκδίκησή της ως την τελευταία στιγμή. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό, αλλά θαυμάζω το κουράγιο της. Στο τέλος όμως…». Ένιωσα τους λυγμούς να ανεβαίνουν στο λαιμό, η μορφή της πήρε σχήμα μέσα μου υγρή και αλμυρή και ξεχείλισε από τα μάτια. Η μάνα μου σηκώθηκε αθόρυβα απ’ την καρέκλα της, ήρθε και γονάτισε μπροστά μου και μ’ αγκάλιασε. Την αγκάλιασα κι εγώ. Ήθελα να νιώσω την ξεχασμένη, απ’ τα παιδικά χρόνια, ζεστασιά της. Δε μου πήρε και πολύ να συνέλθω. Εξάλλου την είχα κλάψει ήδη πολύ. Χωμένη ακόμη στην αγκαλιά της μάνας μου είπα ό,τι είχα να πω. «Στο τέλος όμως ηττήθηκε. Τη νίκησε ο ίδιος ο εαυτός της. Αυτός που κατασκεύασε για να ξεφύγει απ’ την πίκρα των εφηβικών της χρόνων…»
     «Αυτοκτόνησε;» άκουσα τη φωνή της να με ρωτάει απαλά. Δεν είμαι σίγουρη, αυτό ήθελα να της πω, αλλά κάτι άλλο βγήκε απ’ τα χείλη μου.
     «Αυτοκτονούσε κάθε νύχτα, ανασταινόταν κάθε πρωί. Όπως κι εγώ, μέχρι πρόσφατα…». Ένιωσα το κορμί της να σφίγγεται. Το κράτησα κι εγώ πιο σφικτά. Μάλλον την πλήγωσαν τα λόγια μου, μα δεν το ήθελα. Πρέπει να μάθω επιτέλους να κουμαντάρω τη γλώσσα μου, σκεφτόμουνα, προτού αρχίσει να με βάζει σε άλλους μεγάλους μπελάδες. Ήθελα να απολογηθώ, αλλά τα λόγια δεν έβρισκαν το δρόμο προς τα χείλη. Έτσι παραμείναμε για ώρα πολύ εκεί σιωπηλές, σα μια πονεμένη ανάσα, να πνιγόμαστε στους λυγμούς και τις σκέψεις, να σκεφτόμαστε το χθες και ν’ αναρωτιόμαστε για το αύριο. Κάποτε σηκώθηκε. Σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάτια. Πήγε και κάθισε και πάλι στην καρέκλα της. Η νύχτα ήταν φωτεινή. Στα χωράφια χάραζε μονοπάτια ένα ολόγιομο σχεδόν φεγγάρι.
     «Και τώρα τι θες να κάνεις;» με ρώτησε.
     «Αυτό που κάνω ήδη. Να συνεχίσω τις σπουδές μου, να εξακολουθήσω να ψάχνω το δρόμο μου, να περνώ καλά με τους φίλους μου, να σου μιλώ και να σε ακούω…» Πάλι δάκρυσε, αλλά χωρίς λυγμούς και δράματα.
     «Πού ζεις τώρα;»
     «Στο σπίτι του Γιάννη, σ’ ένα παλιό κτήριο που κάναμε κατάληψη, κάθε τόσο στη φίλη μου τη Νάντια. Δε μένω κάπου σταθερά, αλλά δεν παραπονιέμαι. Και μην ανησυχείς, είμαι απόλυτα ασφαλής».
     «Θα μπορούσα να σου νοικιάσω διαμέρισμα».
     «Δεν είν’ ανάγκη μάνα, μια χαρά είμαι και τώρα. Τι να ξοδεύεσαι…»
     «Μα το δικαιούσαι. Δικά σου είναι τα λεφτά. Η γιαγιά σου τα άφησε όλα σε σένα, αφού δεν έχει άλλη εγγονή, κι ο παππούς σου είναι πολύ γέρος και δε χρειάζεται τόσα λεφτά. Το ξέρω, μου το είπες, ότι δε θα έπαιρνες χρήματα από μένα, αλλά αυτά έτσι κι αλλιώς σου ανήκουν».
     «Τότε…»
     «Τότε;»
     «Αν τα λεφτά είναι αρκετά, θα μπορούσαμε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα στην παλιά πόλη με τη Νάντια. Το είχε βάλει στο μάτι από καιρό και μού είπε ότι θα μπορούσα να ζω μαζί της χωρίς να χρειάζεται να πληρώνω νοίκι, αλλά δε μου άρεσε η ιδέα, αφού τότε θα εξαρτιόμουν απόλυτα από κείνη. Ενώ τώρα… Εξάλλου, ίσως είναι καιρός ν’ αδειάσουμε τη γωνιά και στον Γιάννη, αρκετά μας ανέχτηκε…»

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Η Στιγμή - Κεφάλαιο 15


Τα πήγα καλά στις εξετάσεις, πιο καλά απ’ ό,τι περίμενα. Ίσως να τις φοβόμουνα περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, ίσως να έμαθα πιο πολλά απ’ όσα πίστευα. Το τέλος τους με βρήκε ανακουφισμένη και το τέλος της μέρας που βγήκαν τα αποτελέσματα με βρήκε σε μια ταβέρνα με τον Γιάννη και τη Νάντια. Ναι, ο μονόχνοτος και μοναχικός άντρας αποφάσισε να βγει για μια φορά απ’ το κλουβί του, κι είπε να μας κάνει το τραπέζι για να γιορτάσουμε το τέλος των προσωρινών μας σκοτούρων και την αρχή του καλοκαιριού. Καθόμαστε γύρω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, πάνω σε εξίσου παλιές ψάθινες καρέκλες. Πίνουμε μπύρα, τσιμπάμε απ’ τους μεζέδες, που πηγαίνουν και έρχονται με τα γκαρσόνια, και συζητάμε για τα σχέδιά μας για το άμεσο μέλλον. Η Νάντια κράτησε την υπόσχεσή της. Μέσω των γονιών της εξασφάλισε για λίγες μέρες ένα σπιτάκι στις Πλάτρες. Θα πάμε να μείνουμε οι δυο μας εκεί καθώς ο Γιάννης δεν μπορεί να πάρει άδεια τώρα. Ωστόσο θα έρθει το Σαββατοκύριακο. Ανυπομονούμε κι οι δυο, λέμε, να πάμε εκεί. Ανυπομονώ κι εγώ να σας ξεφορτωθώ, λέει αυτός, αλλά τώρα πια τον μάθαμε και μας έμαθε, το ξέρουμε ότι δεν το εννοεί. Θα του λείψουμε κι ας μην το παραδέχεται.
     Ένα πρωινό Τετάρτης βάζουμε λίγα ρούχα σε μια κοινή βαλίτσα, φτιάχνουμε κι ένα κιβώτιο με προμήθειες και επιβιβαζόμαστε σ’ ένα λεωφορείο. Πλάκα έχει. Οι περισσότεροι επιβάτες είναι μεσήλικες ή ηλικιωμένοι, κι ο οδηγός αρχαίος σαν την ιστορία. Θα πάρει ώρες η διαδρομή καθώς θα περάσουμε από χωριά και χωριουδάκια, συνταξιδεύοντας με κιβώτια, ανθρώπους, δέματα και το ταχυδρομείο. Όταν επιτέλους φτάνουμε στον προορισμό μας είναι πολύ αργά το απόγευμα, αλλά δεν είμαστε καθόλου κουρασμένες. Εξάλλου καλά περάσαμε στη διαδρομή. Γνωρίσαμε κόσμο, απαντήσαμε σε ερωτήσεις, γελάσαμε, και ναι, τραγουδήσαμε. Η Νάντια άρχισε να λέει ένα παλιό παιδικό τραγούδι και την ακολούθησα, έτσι για την πλάκα, και σύντομα έγινε ο χαμός. Κανείς δεν μας είπε τίποτα κακό, κανένας δεν παραπονέθηκε στον οδηγό, απλά απόλαυσαν την παράσταση, όπως κι εμείς.
     Το σπιτάκι ήταν υπέροχο. Μικρό, αλλά καινούριο και σε εξαιρετική κατάσταση. Ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα και κατελάμβανε δύο στενούς ορόφους, ενώ είχε και μια μικρή βεράντα, που ήταν όλα τα λεφτά. Το ερωτευτήκαμε από την πρώτη στιγμή. Βάλαμε τα πράγματα στο ψυγείο, πετάξαμε τα ρούχα μας στη ντουλάπα, κάναμε ένα ντους και βγήκαμε για μια βόλτα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμη για να μαζέψει κόσμο πολύ εκεί -η τουριστική σεζόν δεν είχε καν αρχίσει- έτσι μοναχά αραιά και πού βλέπαμε να περνάει ένα αυτοκίνητο, ή κάποιον να περπατάει στο δρόμο. Δεν πήγαμε και πολύ μακριά, αφού η νύχτα έμοιαζε σιγά-σιγά να πλησιάζει. Φτάσαμε ωστόσο σ’ ένα ξέφωτο και καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι ν’ απολαύσουμε τη θέα. Ένα δάσος από δέντρα από κάτω και γύρω μας, ένα άγνωστο χωριό στο βάθος του ορίζοντα κι ένα καταπράσινο βουνό αντίκρυ. Σκέτη μαγεία. Δε μιλούσαμε. Καθόμασταν μοναχά εκεί οι δυο μας αγκαλιασμένες κι αφήναμε τα βλέμματά μας λεύτερα να ρουφήξουν εικόνες, τα πνευμόνια μας να χορτάσουν αέρα καθαρό, τη φύση να μας κλείσει τρυφερά στα προαιώνια σπλάχνα της. Είμαι ευτυχισμένη, ψιθύρισε κάποια στιγμή η Νάντια, και ήταν σα να με ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. Άνοιξα τα μάτια στον πραγματικό κόσμο, την κοίταξα. Τα δικά της μάτια υγρά, αλλά φωτισμένα, σα να αντανακλούσαν το ηλιοβασίλεμα που μας έκρυβε η ίδια η φύση. Έσκυψα και τη φίλησα στα μάτια. Έσβησα τα δάκρυά της. Κι εκείνη, σήκωσε το κεφάλι και φίλησε εμένα, στα χείλη. Ξαφνιάστηκα, αλλά δεν αντέδρασα. Δεν την έσπρωξα. Δεν τη ρώτησα τι κάνει. Ούτε καν αναρωτήθηκα. Απλά της ανταπόδωσα το φιλί, με την ίδια θέρμη, και συνέχισα να το κάνω. Εκείνη τη στιγμή όλοι μου οι φόβοι χάθηκαν, τα λάθη έγιναν σωστά. Ίσως αυτό να χρειαζόμουνα τελικά, ακριβώς αυτό. Τώρα, καθώς το σκέφτομαι στη σιγαλιά της νύχτας, σιωπηλά γελάω. Τι τρέλα! Κι όμως μου άρεσε. Όσο κράτησε μου άρεσε. Λες και σήκωσε ένα βάρος απ’ την ψυχή μου εκείνο το φιλί, σα να έσβησε μεμιάς το χθες μου. Δε μιλήσαμε γι’ αυτό μετά, δεν το συζητήσαμε. Σα να ήταν μια ακόμη στιγμή όπως όλες τις άλλες που είχαμε ζήσει, την αφήσαμε να περάσει στο άλμπουμ με τις αναμνήσεις μας. Ήθελα να υπάρξει συνέχεια; Ίσως και να το ήθελα. Όπως τη βλέπω να κοιμάται τώρα στο διπλανό μονό κρεβάτι σκέφτομαι πως ναι, θα το ήθελα. Αλλά, μετά τι; Αν προχωρούσαμε πού θα πηγαίναμε; Κι αν τα πράγματα στράβωναν, τότε τι; Θα συνεχίζαμε να είμαστε φίλες; Πολύ το αμφιβάλλω. Καλύτερα λοιπόν. Καλύτερα που μείναμε στο φιλί και τη φιλία, αν και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτό το γεγονός θα αποδειχτεί ένα από τα πιο σημαντικά στη ζωή μου.

Σαν ένα όνειρο πέρασαν οι επόμενες δυο μέρες, σα μια ευχάριστη συνεχής έκπληξη οι νύχτες. Κοιμόμασταν αργά, ξυπνούσαμε νωρίς, περπατούσαμε με τις ώρες στα μονοπάτια της φύσης, βγάζαμε φωτογραφίες, κάναμε μπάνιο στα παγωμένα νερά των καταρρακτών των Καληδονίων και του Μοιλλομέρη, ετοιμάζαμε αυτοσχέδιους μεζέδες στη σχάρα, πίναμε καλό χωριάτικο παγωμένο κρασί που αγοράσαμε από ένα -τον μοναδικό εναπομείναντα ίσως- πλανόδιο έμπορα, δροσιζόμασταν με τη γεύση του καρπουζιού και το κρύο ακόμη αεράκι της νύχτας. Ναι, ένας παράδεισος είναι η Κύπρος, ένας παράδεισος που επιμένουμε πεισματικά να καταστρέφουμε, ένα νησί ονειρικό, που σιγά-σιγά, με τις πυρκαγιές και την ανάπτυξη αρχίσαμε να μετατρέπουμε σε κρανίου τόπου.
     Το Σάββατο δεν άργησε να ’ρθει και μαζί του ο Γιάννης. Και μαζί του η Αντωνία. Την ξέραμε μόνο σαν πρόσωπο. Τη βλέπαμε πολλές φορές στο Καφενείο να κάθεται μόνη της και να διαβάζει κάτι, ή να κρύβεται ανάμεσα στο πλήθος ανώνυμων μεγάλων συντροφιών. Τη γνώρισε τις προάλλες μας είπε ο Γιάννης. Κάθονταν κι οι δυο εκεί μόνοι, μέσα στη βράση του μεσημεριού, και χάρη στο πέρασμα μιας πρωτότυπης ζητιάνου άρχισαν να μιλούν. Και συνέχισαν, για πολύ. Και συναντήθηκαν ξανά την επόμενη μέρα. Και να τους τώρα εδώ. Μας τη σύστησε, την περιεργαστήκαμε. Μετρήσαμε η μια την άλλη. Θα ’ταν γύρω στα τριάντα πέντε, μεγαλύτερη δηλαδή από κείνον. Φορούσε μια πλατιά φούστα που έφερνε κάτι από τις κουρτίνες της μάνας μου και μια πουκαμίσα που έκρυβε το κορμί της, που ωστόσο δεν ήταν χοντρό, κανονικό ήταν. Είχα μακριά ολόισια καστανά μαλλιά και επίσης μακριά λεπτά δάχτυλα. Ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα πάνω της, τα δάχτυλα. Μουσικός θα ’ναι, σκέφτηκα. Μουσικός ήταν. Πιανίστρια. Τα μάτια της έσταζαν και στάζουν ακόμη μυστήριο. Δεν μπορώ να τα διαβάσω. Ούτε ποιο είναι το χρώμα τους μπορώ να πω με σιγουριά. Σίγουρα είναι σκουρόχρωμο, αλλά μέχρι εκεί. Σα φιγούρα από κόμικς μοιάζει. Στην αρχή νιώσαμε αμήχανα, αλλά σιγά-σιγά η γλώσσα άρχισε να λύνεται, και ο χρόνος και τα γεγονότα να κυλάνε ατάραχα. Δεν έγινε εκείνο που φοβόμασταν. Δεν άρχισε να μας μιλά σαν κάποια μεγαλύτερη και σπουδαιότερη από μας, και δεν έμοιαζε να προσπαθεί να το κάνει. Σα να διέθετε μια φυσική καλοσύνη, σαν έκτη αίσθηση, που τη βοηθούσε να προσαρμόζεται στις περιστάσεις. Ύστερα από λίγη ώρα νιώθαμε ότι ήταν από πάντα εκεί. Και σύντομα πήραμε τους δρόμους. Ήτανε ακόμη δέκα και κάτι το πρωί, έτσι είχαμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας. Βάλαμε πλώρη για τον Άγιο Νικόλαο, κι από κει χαράξαμε πορεία για το αρχαίο γεφύρι του Τσιελεφού, το μεγαλύτερο ίσως και ομορφότερο της περιοχής. Παρά το ότι είναι Ιούνιος τρέχει ακόμη πολύ νερό στο ποτάμι, καθώς οι φετινές βροχές του χάρισαν μια νέα ζωή, που θύμιζε την παλιά καλή του. Περπατήσαμε λίγο στις όχθες, καθίσαμε, μιλήσαμε, βγάλαμε φωτογραφίες εμάς, τα δέντρα, τα νερά, το γεφύρι και τα βατράχια και φύγαμε. Ακολουθήσαμε το χωματόδρομο που οδηγεί στο χωριό Μηλικούρι. Ο Γιάννης οδηγούσε ασυνήθιστα αργά. Συνήθως δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει τις ικανότητές του σαν οδηγός της Φόρμουλα (καν) Ένα, αλλά σήμερα σκεφτόταν αλλιώς. Όμορφη διαδρομή, μέσα στο δάσος, στου ποταμού το πλάι, αλλά πολύ κουραστική. Όταν φτάσαμε στο Μηλικούρι σταματήσαμε έξω απ’ την εκκλησούλα (του Αγίου Γεωργίου νομίζω) για να ξεμουδιάσουμε τα πόδια μας και να βγάλουμε φωτογραφίες. Η ώρα περνούσε, η πείνα μεγάλωνε, κινήσαμε για τον Πρόδρομο. Φτάσαμε εκεί νωρίς το απόγευμα και καθίσαμε για φαγητό σ’ ένα από τα κέντρα στην πλατεία. Αν μας έβλεπε κανείς θα σκέφτονταν: όλοι οι τρελοί εδώ μαζεύτηκαν σήμερα! Τόσο πολύχρωμοι, χαρούμενοι, κουρασμένοι και φωνακλάδες ήμασταν. Ο μάστορας ήρθε μέσα στην καλή χαρά να μας πάρει παραγγελία. Τέσσερα διαφορετικά πιάτα ζητήσαμε, ένα για τον καθένα, μαζί με μια κοινή μεγάλη σαλάτα. Ήθελε να μας πασάρει τους μεζέδες, τα φαγητά της ημέρας, και άλλα πολλά τραγικά, μα δεν του πέρασε. Δίπλα μας καθόταν ένας ωραίος τύπος. Αγρότης παλιάς κοπής, αλλά όχι μεγάλος, στην ηλικία της Αντωνίας μάλλον. Ίσως γι’ αυτό κάθε τόσο της έκλεινε το μάτι και μας έστελνε μπύρες γελώντας δυνατά και φωνάζοντας στο μάστορα να βιαστεί λίγο με το φαγητό, προτού ξεμείνει από χρήμα. Ο Γιάννης τον προσκάλεσε στο τραπέζι μας, αλλά αρνήθηκε να έρθει. Περίμενε την κυρά του είπε και δεν έκανε να τον δει στο τραπέζι μ’ έναν ασκημομούρη και τρεις ομορφονιές. Και όντως σε λίγο ήρθε. Ωραία γυναίκα, ξένη. Ρωσίδα, ουκρανέζα, δεν ξέρω. Μια από εκείνες τις γυναίκες που εγκαταλείπουν τις χώρες τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η συμπεριφορά του με που την είδε άλλαξε, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του απάλυναν, η φωνή του έχασε τα ντεσιμπέλ της. Ήταν φανερό πόσο την αγαπούσε. Κι αν με παρατηρούσε κανείς εκείνη την ώρα θα έβλεπε ότι ήταν φανερό πόσο τη ζήλευα. Θέλω κι εγώ κάποιον να με αγαπάει έτσι, σκεφτόμουνα. Η Νάντια είδε τα μάτια που άρχισαν να υγραίνονται, μου έπιασε το χέρι κάτω από το τραπέζι και το έσφιξε, προτού οι σκέψεις γίνουν δάκρυα και κυλήσουν στα μάγουλά μου. Γύρισα προς το μέρος της και χαμογέλασα μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή με τα ψυχολογικά μου. Μετά το φαγητό ευχαριστήσαμε το μάστορα και τον ερωτευμένο άντρα και κινήσαμε για το δήθεν στοιχειωμένο ξενοδοχείο Βερεγγάρια, μια βόλτα πέντε μόλις λεπτών από κει που βρισκόμασταν. Ανεβήκαμε στο λόφο, φωτογραφίσαμε το παλιό κτήριο απ’ έξω και τη φύση που απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας και μπήκαμε μέσα. Για ώρα πολλή τριγυρνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο από όροφο σ’ όροφο. Παίζαμε με τις σκιές και τις σιωπές, κρυφοκοιτάζαμε έξω από τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρά του, αναρωτιόμασταν σε ποιους ανήκαν τα φαντάσματα που έλεγαν ότι το στοιχειώνανε. Λίγο προτού πέσει το σκοτάδι πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαμε ζήσει μια μέρα γεμάτη, ανυπομονούσαμε για μια νύχτα μαγική, ή έστω ωραία. Με ιστορίες τελικά θα την ξοδεύαμε. Με ιστορίες που θα έλεγαν ο Γιάννης κι η Αντωνία, εκείνη από τη δική της ζωή, κι εκείνος από τη δική του κι από άλλες. Εμείς μονάχα ακούγαμε και ρωτούσαμε, κι ανάλογα με το που μας έπαιρνε η αφήγηση, ταξιδεύαμε, σε όλ’ αυτά που μαθαίναμε, στα πολλά που δεν ξέραμε. Ναι, τελικά, με τον τρόπο της αποδείχτηκε μαγική η νύχτα.
     Την Κυριακή την περάσαμε τριγυρνώντας από χωριό σε χωριό στους πρόποδες του Τροόδους, ανακαλύπτοντας, μαθαίνοντας, φωτογραφίζοντας. Προτού πέσει η νύχτα ο Γιάννης και η Αντωνία είχαν φύγει. Εμείς θα παραμέναμε εκεί για τρεις ακόμη μέρες, που πέρασαν γρήγορα, σαν όλα και σαν τίποτα.

Συνεχίζεται
Η εικόνα κλεμμένη από εδώ