Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Αμίρι Μπαράκα - Σημείωση


Έγινα ποιητής
επειδή το καθετί το
όμορφο έμοιαζε
“ποιητικό” στα μάτια μου.
Πίστευα ότι υπήρχαν πράγματα
τα οποία δεν καταλάβαινα
και τα οποία θα καθιστούσαν τον κόσμο
ποίηση. Ένιωθα πως ήξερα
ποιος ήμουν αλλά έπρεπε
να παλέψω για να γνωρίσω
τον εαυτό μου.
Τώρα με αντικρίζω
κάποιες φορές, λίγες λέξεις
πιο πέρα & αναπτύσσω ταχύτητα,
αλλά μετά,
σκύβω το κεφάλι,
μα με γοργό ακόμη το βήμα προχωρώ
& καταλαβαίνω,
να 'μαι που πάω, συλλαβίζω &
τραγουδώ, να 'μαι που πάω.

Σε δική μου πρώτη μετάφραση
Η εικόνα δανεισμένη από εδώ

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Βδομάδα 7


Με ζηλεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι που με συναντούν – το διαβάζω στα μάτια τους, μα δεν τους το λέω. Μονάχα εδώ το ομολογώ καθώς το πρόσωπό μου είναι μισοκρυμμένο κάτω από ένα καπέλο, χαϊδεμένο απ’ τη σκιά.

Το ποτάμι δίπλα μου κυλά γαλήνιο, σαν αντανάκλαση του μέσα μου και η ζέστη του μεσημεριού καθόλου δεν με αγγίζει, καθώς κάθομαι κατάχαμα και δουλεύω για ώρες και ώρες.

Δεν έχω πολλά πράγματα σ’ αυτό τον κόσμο: λίγα ζώα, αυτή την καρότσα που βλέπετε και ένα ταπεινό σπιτάκι, κι αυτά μου είναι υπεραρκετά. Εξάλλου δεν είναι ο πλούτος μα κάποια άλλα τα σημαντικά: η υγεία μου και της οικογένειάς μου και η καλή καρδιά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Η ξένη - Κεφάλαιο 1


Γεννήθηκα γριά και μόνη, ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Ή μάλλον γεννήθηκα ξένη, αφού όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να νιώσω ότι ανήκω εδώ.
Δεν είμαι προσφυγοπούλα αν και είμαι. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν έφυγα απ' τον τόπο μου εξαιτίας κάποιου πολέμου ή αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Έφυγα για να δώσω την ευκαιρία στην οικογένειά μου να συνεχίσει να επιβιώνει.
Η οικογένειά μου είναι η θεία μου και οι ξαδέλφες μου, αφού τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ, ενώ και η εικόνα της μάνας μου έχει αρχίσει πια να μ' εγκαταλείπει. Ο Δημήτρης λέει ότι για να τη δω το μόνο που έχω να κάνω είναι να κοιτάξω στον καθρέφτη, μα όταν το κάνω το μόνο που βλέπω είναι τη θλίψη της.
Μοιάζουμε πολύ, το βλέπω στις φωτογραφίες, αλλά δεν είμαστε καθόλου ίδιες. Εκείνη είναι μια ανάμνηση, ενώ εγώ είμαι ακόμη εδώ και προσπαθώ κάθε μέρα όλο και πιο πολύ να προσαρμοστώ σε μια ζωή, που για κάποιο λόγο νιώθω ότι δεν μου πάει.
Είμαι εδώ, στα Χανιά, απ' τα δώδεκά μου χρόνια, σε ένα μήνα θα συμπληρώσω τα δεκαπέντε, κι όμως ακόμη δεν μπορώ να δω αυτή την πόλη σαν πόλη μου, αυτούς τους ανθρώπους σαν οικογένειά μου. Η πόλη μου είναι το Βελιγράδι. Η οικογένειά μου είναι εκεί.
Ίσως να μη θέλω να προσαρμοστώ από πείσμα, κι ας υποστηρίζω πως κάνω ότι μπορώ. Νιώθω ανήσυχη -πώς το λένε; α, ναι- καχύποπτη. Φοβάμαι να βολευτώ. Φοβάμαι ότι κι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς όπως και η θεία Όλγα, θα με προδώσουν. Κι ας μη με πρόδωσε εκείνη. Το ξέρω ότι δε με πρόδωσε. Το ξέρω ότι με έδωσε για υιοθεσία για το καλό μου, αλλά και για το καλό των κόρων της, αλλά, θυμώνω, πολύ, οργίζομαι. Μα δε φωνάζω. Καταπίνω την οργή μου και δεν την αφήνω ποτέ να φανεί, ούτε και για μια στιγμή. Κι αυτοί το ξέρουν, κι ας μη λένε τίποτα.
Αυτοί: ο Δημήτρης και η Χριστίνα. Ο πατριός που δε θα μπορέσω ποτέ ν' αποκαλέσω μπαμπά και η μητριά που δε θα καταφέρω να πω μαμά. Με λυπεί αυτό, αλλά δεν μπορώ να υποκρίνομαι, δε μου πάει το ψέμα. “Έχεις το πείσμα της μάνας σου”, λέει ο Νικόλας, ο φίλος τους, κι ας μη τη γνώρισε ποτέ. Δεν τη γνώρισε κι όμως έχει δίκιο. Πεισματάρα σαν και μένα ήταν η μάνα μου, η Μίρα. Μου το είπε η θεία μου και μου το είπε και ο Δημήτρης που τη γνώρισε καλύτερα απ' τον καθένα. Η μάνα μου...
Η μάνα μου είχε σκοτεινό βλέμμα και φωτεινό χαμόγελο, τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Κι εγώ έχω σκοτεινό βλέμμα, αλλά δε χαμογελώ ποτέ, ίσως επειδή ξέχασα πως να το κάνω. Παλιά, όταν ζούσα στο Βελιγράδι, χαμογελούσα συχνά και γελούσα δυνατά – δεν ένιωθα τόσο έντονη την ορφάνια μου.
Μα τώρα... Τώρα γράφω. Μου είπε ο Νικόλας να το κάνω και σχεδόν χωρίς να το καταλάβω ακολούθησα τη συμβουλή του. Αδειάζω το μέσα μου. Το αδειάζω κι αυτό ξαναγεμίζει. Οι λέξεις δε με βοηθάνε, ποτέ δεν το έκαναν, πώς μπορούσα λοιπόν να περιμένω ότι θ' άλλαζε κάτι αυτή τη φορά;
Οι γύρω μου μιλάνε πολύ, αλλά και ξέρουν να σιωπούν όταν πρέπει. Εγώ σιωπώ πολύ, μα έμαθα να μιλώ όταν πρέπει. Είμαι τόσο διαφορετική απ' τους άλλους; Είμαι, υποθέτω. Γιατί; Πολύ πιθανόν επειδή δεν έχω κάποιους φίλους της ηλικίας μου. Η μοναξιά μου είμαι εγώ.
Ο Δημήτρης και η Χριστίνα, ο Νικόλας και η αιώνια αρραβωνιαστικιά του, όπως την αποκαλεί, η συμπατριώτισσά μου, Νάζια, προσπαθούν να με κάνουν να νιώσω πιο καλά, να σκοτώσουν την πλήξη μου μα δεν τα καταφέρνουν. Ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται στ' αλήθεια να με καταλαβαίνει είναι ένας γέρος φίλος τους που ζει στην Αθήνα. Αυτός τους είπε να με αφήσουν ήσυχη κι εγώ θα βρω το δρόμο μου. Ακολούθησαν τη συμβουλή του, κι όμως από τότε ανησυχούν πιο πολύ, το βλέπω στα μάτια τους.
Δεν είμαι αχάριστη. Τους ευχαριστώ όλους γι' αυτά που μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν, για τον ζεστό τρόπο που με υποδέχτηκαν σπίτι τους, για την κατανόησή τους. Μα δεν μπορώ να ανταποδώσω την αγάπη τους αφού σκέφτομαι ότι όλα τα κάνουν για το χατήρι της μάνας μου και όχι για το δικό μου.
Μη σκέφτεσαι τόσο πολύ. Οι σκέψεις κάνουν κακό στην υγεία”, λέει κάθε τόσο ο Νικόλας και τον κοιτώ με απορία αφού ο ίδιος δεν παύει να σκέφτεται ποτέ. “Μέσα στο κεφάλι του ζει αυτός”, είπε κάποτε η Νάζια και την πίστεψα. Και μετά, προσπαθώντας να με κάνει να χαμογελάσω, πρόσθεσε: “Ευτυχώς δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά”. Λίγο έλειψε να τα καταφέρει – να με κάνει να χαμογελάσω δηλαδή.
Είναι αργά το βράδυ τώρα, Αύγουστος μήνας. Τους ακούω να μιλούν δυνατά και να γελούν πού και πού στην αυλή και θέλω να πάω για λίγο εκεί να καθίσω μαζί τους, αλλά δε θα το κάνω. Μπορώ να ακούσω σχεδόν καθαρά τι λένε. Θυμούνται τα παλιά, όπως πάντα, μιλάνε για τη νέα σχολική χρονιά που θ' αρχίσει σ' ένα μήνα και συζητούν για το νέο βιβλίο του Νικόλα που θα έχει τον τίτλο “Όλα αυτά που χάσαμε”.
Διάβασα τα βιβλία του, στα κρυφά. Όχι επειδή θα είχε κανείς αντίρρηση αν το έκανα στα φανερά, αλλά γιατί πίστευα ότι αυτός θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος για να γνωρίσω εκείνους – όλους εκείνους. Έγραψε πολλά βιβλία και τα περισσότερα από αυτά μοιάζουν να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα: στο θάνατο της μάνας μου, στα όσα πέρασαν ο Δημήτρης και η Χριστίνα μέχρι να καταλήξουν μαζί, στο πως κατέληξε ο ίδιος εδώ με τη Νάζια. Είναι σκληρές οι ιστορίες του, γεμάτες αποχωρισμούς και θάνατο, κι όμως πάντα καταλήγουν με τρόπο θετικό. Εκείνος βρίσκει το φως στο σκοτάδι κι εγώ το σκοτάδι στο φως.
Αν δε μας χώριζαν τόσα χρόνια θα μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι. Το πιστεύω αυτό. Αλλά ανήκει σε άλλη γενιά και όσα κι αν υπέφερε είναι λίγα μπροστά σ' αυτά που τράβηξα εγώ, και ακόμη πιο λίγα μπροστά σ' αυτά που υπέφερε η μάνα μου.
Αχ, ρε μάνα, γιατί μου το έκανες αυτό; Δε θα ήταν όλα πιο καλά αν ήσουν ακόμη ζωντανή; Ίσως να μην ήταν πιο καλά για όλους τους άλλους, αλλά θα ήταν για μένα. Θα ήσουν ίσως ζευγάρι με τον Δημήτρη, μα αυτό δε θα με χαλούσε, αφού θα ήξερα ότι θα ήσουν εδώ. Για πάντα εδώ.
Διαβάζω στα βιβλία και ακούω και στην τηλεόραση πού και πού για κάποιες ζωές που είναι καταραμένες και σκέφτομαι ότι κι η δική μου έτσι είναι. Όπως ήταν και η δική σου. Δυο φορές πρόσφυγας εσύ, μία σχεδόν εγώ. Μακάρι να μη σε ισοφαρίσω. Αν κάποια μέρα φύγω από δω θέλω να επιστρέψω στη μόνη πόλη που γνώρισα, εκεί που γεννήθηκα και που όπως πίστευες πέθανα.
Γελάνε πάλι έξω. Ξεχάστηκα και δεν μπόρεσα ν' ακούσω για τι μιλούσαν τώρα δα. Ίσως να θυμήθηκαν κάποια ιστορία του Γιώτη, του καπετάνιου, ίσως ο Δημήτρης να τους είπε κάποιες απ' τις γκάφες του ή ο Νικόλας να πέταξε καμιά κοτσάνα. Οι πιο αστείες ιστορίες είναι αυτές της Νάζιας, απ' ότι κατάλαβα, αλλά όπως μου είπαν δεν κάνουν για τ' αυτιά μου και καταλαβαίνω το γιατί. Η Χριστίνα δεν έχει αστείες ιστορίες να πει ή μάλλον δεν ξέρει τον τρόπο, αλλά πάντα το γέλιο της είναι το πιο δυνατό.
Θα το ξενυχτήσουν μάλλον απόψε. Δεν πειράζει. Θα σβήσω σε λίγο το φως, θα ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και θα προσπαθήσω ν' αποκοιμηθώ ακούγοντας τις φωνές τους. Ελπίζω να είναι πολύ δυνατές, πιο δυνατές από τις σκέψεις μου, αφού ο θόρυβος με ηρεμεί. Πάει κι αυτή η μέρα...

Μια νέα ιστορία, συνέχεια κάποιας παλιάς.

Η εικόνα είναι δανεική από εδώ 
 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Για τις αλεπούδες


μη λυπάστε για μένα.
είμαι ένα ικανό,
κι ικανοποιημένο πλάσμα.
λυπηθείτε τους άλλους
που
όλο εκνευρίζονται
και παραπονιούνται
που συνεχώς
και κατ' επανάληψη
τακτοποιούν τις
ζωές τους
σαν
έπιπλα.
καθώς παίζουν με
συντρόφους
και
διαθέσεις
η
σύγχυσή τους
είναι διαρκής
και αγγίζει
οποιοδήποτε έχει
πάρε-δώσε μαζί τους.
προφυλαχθείτε απ' αυτούς:
μια από τις
λέξεις κλειδιά τους είναι η
“αγάπη”.
και προφυλαχθείτε κι απ' εκείνους
που ακολουθούν μονάχα
τις εντολές του
θεού τους
αφού έχουν
αποτύχει ολοκληρωτικά να ζήσουν
τις δικές τους ζωές.
μη λυπάστε για μένα
επειδή είμαι μόνος
αφού
ακόμη και στις πιο τρομακτικές
στιγμές
το χιούμορ
παραμένει
σύντροφός μου.
είμαι ένα σκυλί που περπατά
προς τα πίσω
είμαι ένας σπασμένος
ταμπουράς
είμαι ένα τηλεφωνικό καλώδιο
τυλιγμένο σαν κουβάρι στο
Τολέδο του Οχάιο
είμαι ένας άντρας
που τρώει ένα γεύμα
ετούτη τη νύχτα
του μηνός
Σεπτεμβρίου.
βάλτε στην άκρη
τη συμπάθειά σας.
λένε
ότι το νερό κράτησε
στην επιφάνειά του
τον Χριστό:
ο μόνος τρόπος για
να τα βγάλετε πέρα
είναι να έχετε
την ίδια τύχη
μ' αυτόν.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Μια πρώτη προσπάθεια απόδοσης του ποιήματος. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο πιστός μπορούσα στην ορθογραφία και σύνταξη του πρωτότυπου.

Η εικόνα είναι δανεισμένη από εδώ

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Αμάθητος στην αγάπη


Θα θυμάμαι τα φιλιά
και τ' αμάθητα στην αγάπη χείλη μας
και τον τρόπο που μου 'δινες
όλα όσα είχες
και πως εγώ
σου πρόσφερα ό,τι μου 'χε απομείνει,
και θα θυμάμαι το μικρό σου δωμάτιο
του είναι σου την αίσθηση
το φως στο παράθυρο
τις μουσικές και
τα βιβλία σου
τον πρωινό μας τον καφέ
τα μεσημέρια, τα βράδια μας
τα κορμιά μας μαζί παραδομένα
στον ύπνο
τα μικροσκοπικά λεύτερα ρεύματα
-τα άμεσα και παντοτινά-
τις αύρες
που μας ένωναν,
το πόδι σου, το πόδι μου,
το μπράτσο μου, το δικό σου,
το χαμόγελο και τη
ζεστασιά σου,
που με έκαναν να χαμογελάσω
ξανά.

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Απόσπασμα. Δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ 

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Ο χαρταετός


Η ζωή της δεν ακολούθησε το δρόμο που κάποτε ονειρευόταν – ίσως επειδή τα περισσότερα όνειρα δε βγαίνουνε ποτέ αληθινά. Φυσικά, ίσως να φταίει και το ότι άλλαζε συχνά γνώμη στο παρελθόν σε ότι αφορά αυτά τα όνειρα. Πότε ονειρευόταν να γίνει το ένα και πότε το άλλο, και πού και πού δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί.
Ούτε και σήμερα ονειρεύεται, όχι πολύ, αφού δεν της περισσεύει πια ο χρόνος. Τι κατάντια κι αυτή! Μα να μην μπορεί καν να βρει μια ευκαιρία για να δραπετεύσει λίγο στο μέσα της και να δει άλλους τόπους κι άλλους ανθρώπους, εποχές και δράματα που της ξεφύγαν;
Αν της ελεγε κάποιος πριν από χρόνια, τότε που ακόμη ήταν στη φάση της καθυστερημένης της εφηβείας, ότι θα έφτανε κάποτε σ' αυτό το χάλι θα τον έβγαζε τρελό. “Εγώ; Ποτέ!” θα του έλεγε. “Εγώ θα παραμείνω για πάντα φευγάτη, ονειροπόλα”.
Φευγάτη παραμένει ακόμη, αλλά μόνο όταν οδηγεί, όταν είναι στο μπάνιο και αφήνει το νερό να της χαϊδέψει τις αισθήσεις και όταν, όλο και πιο σπάνια, ταξιδεύει. Πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι πιο πολύ απ' το καθετί επιθυμεί το λίγο των πιο πάνω να γίνει πολύ – οι σταγόνες δροσιάς της να μετατραπούν σε ουρανών καταρράκτες και να την παρασύρουν στο υπέροχο πέρασμα τους. Πόσοι δεν το επιθύμησαν αυτό; Και πόσοι δεν το είδαν ποτέ να συμβαίνει;
Πού τριγυρνάς, κορίτσι μου;” τη ρώτησε μόλις ψες μια φίλη της, καθώς την είδε να δίνει το παρόν της, μα να απουσιάζει ψυχικά από μια κοινωνική εκδήλωση.
Σκέφτηκε πολύ μέχρι να της απαντήσει, αλλά ακόμη και τότε δεν είπε την αλήθεια. “Σκέφτομαι τη μικρή και μου λείπει”, της είπε.
Η “μικρή” είναι η κόρη της – η σωτήρας και η καταδίκη της. Αν δεν την είχε κι αυτή δεν ξέρει πώς θα άντεχε ακόμη να ζει. Τα λογάκια, τα γέλια και τα χαμόγελά της, οι ατέλειωτές της ερωτήσεις και οι εξερευνήσεις της σ' ένα κόσμο που μόλις τώρα αποκτά σημασία γι' αυτή – αυτά είναι τα πράγματα που τώρα την κρατούν σε εγρήγορση, που της δίνουν κάποιο σκοπό.
Αλλά – πάντα υπάρχει ένα “αλλά” που πολύ μας τυραννεί – όσο κι αν δεν το θέλει, νιώθει ότι κι αυτό ακόμη, το παιδί της, δεν είναι αρκετό για να γεμίσει της ζωής της τα μεγάλα κενά. Τι της λείπει; Κάποιος ίσως που να την καταλαβαίνει. Τι της λείπει; Η σιωπή, την οποία από πάντοτε αγαπούσε. Τι της λείπει; Οι εικόνες απ' τις οποίες εμπνεόταν για να δημιουργήσει τέχνη.
Θυμάται τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε και απρόσκλητα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της δυο δάκρυα και λίγα ακόμη. Τα σκουπίζει με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιο λεκέ, και γεύεται την αλμύρα τους. Τι ωραία που ήταν όλα παλιά! Μα, ωραία δεν φαντάζουν όλα, ή έστω τα περισσότερα, στον καμβά των αναμνήσεών μας;
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Κάθε φορά που έφτανε κάπου, ένιωθε μέσα της την ανάγκη να πάει κάπου αλλού, και κάθε που πετύχαινε κάτι έθετε ένα νέο στόχο, διαφορετικό. Ένα ταξίδι υπήρξε τελικά η μέχρι τώρα ζωή της, όχι στο χώρο και στο χρόνο, αλλά απλά στις καταστάσεις. Τι της έμεινε απ' αυτό το ταξίδι; Κάποιες στιγμές μαγικές.
Δεν ήταν πολλές, αλλά χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη της, και για κάποιο λόγο η πιο σημαντική από αυτές ήταν όταν ο πατέρας της τη δίδαξε πως να πετά χαρταετό, ένα χαρταετό που ο ίδιος έφτιαξε με υλικά φτωχικά, μα που στα δικά της μάτια φάνταζε υπέροχος. Αυτή η ανάμνηση τη στοιχειώνει τώρα τόσο, επειδή αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά που οι δυο τους ξόδεψαν τόσο χρόνο μαζί. Βοήθησε, όπως μπορούσε, στη δημιουργία του χαρταετού, έμαθε με μεγάλη χαρά πως να τον πετά, και μετά τον παράτησε. Κι αυτό επειδή ο μπαμπάς της πήγε και της πέθανε. Ήταν εφτά χρόνων τότε.
Το πρόσωπό του έχει γίνει πια θολό στις θύμησές της, αλλά αυτό που μοιράστηκαν τότε είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ – μια ψηφίδα στο λειψό παζλ της ύπαρξής της. Οι βόλτες στην προκυμαία και το φάρο της γενέθλιας πόλης, το τραγούδι των γλάρων και η εμφάνιση κάποτε στ' ανοικτά ενός δελφινιού, είναι οι υπόλοιπές της γλυκές αναμνήσεις, και γι' αυτό νιώθει πολύ φτωχή.
Είμαστε το σύνολο των εμπειριών και των αναμνήσεών μας”, διάβασε κάπου. Πόσο θα ήθελε ν' αρχίσει τώρα δα να εμπλουτίζει όσο περισσότερο μπορεί τα πιο πάνω. Μα, πώς; Εδώ, μετά βίας βρίσκει το χρόνο, με το συμπάθιο, να κατουρήσει, πώς να μπορέσει λοιπόν να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι συνταρακτικό που θα της αλλάξει τη ζωή όλη; Εκτός – πάντα υπάρχει ένα “εκτός” κι ας οι περισσότεροι δεν μπορούν να το δουν ή έστω να το παραδεχτούν – κι αν κινήσει προς τα μπρος εκκινώντας από τα πίσω. Το παρελθόν ίσως μπορέσει να της δείξει το δρόμο, μαζί μ' ένα ταλέντο κρυφό που, θέλοντας και μη, άφησε στο χρόνο να ατροφήσει.
Τρέχει στο δωμάτιο της κόρης της, που μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, απολαμβάνει τη σιέστα της. “Μακάρι να συνεχίσει να κοιμάται για λίγο ακόμη”, εύχεται, καθώς της κλέβει δυο μαρκαδόρους, ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο, μαζί μ' ένα μεγάλο χαρτόνι από το μικροσκοπικό γραφείο, ενώ ξεθάβει και δύο πενάκια από ένα κουτί που είχε κρύψει ψηλά στο ντουλάπι, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει η μικρή.
Επιστρέφει στην κουζίνα βιαστικά, κουβαλώντας τα υλικά των πόθων της. Κάθεται στο τραπέζι και κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί να γαληνέψει, αλλά δεν της είναι εύκολο αφού η ανησυχία είναι η φυσική της κατάσταση. “Έλα, Μαρίνα”, ψιθυρίζει, προσπαθώντας να καλοπιάσει τον εαυτό της. “Έλα. Θα τα καταφέρεις...”
Μετά από αρκετή ώρα ανοίγει και πάλι τα μελισσιά της μάτια και μέσα εκεί βλέπει κανείς να αναδύονται κάποιες εικόνες. Μια γυναίκα, ένας χαρταετός, κάτι γλάροι, ο φάρος και ένα δελφίνι να κάνει βουτιά στης θάλασσας τα ανάλαφρα κύματα.
Αρχίζει να ζωγραφίζει, και οι σκέψεις της παίρνουν ζωή, κι οι αναμνήσεις της αποκτούν σχήματα, κι ας μοιάζουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Το κίτρινο του φωτός, το γαλάζιο της θάλασσας, το γκρίζο του δελφινιού, και το μαύρο που δεσπόζει μέσα σ' ένα φόντο λευκό – αυτές είναι οι αντιθέσεις που δίνουν στη σύνθεση ουσία.
Δεν της παίρνει και πολλή χρόνο να τελειώσει τη ζωγραφιά της και όταν τελικά το κάνει του προσώπου της διεκδικούν την προσοχή ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ. “Λες;” αναρωτιέται. “Λες, το μόνο που χρειαζόμουνα όλα αυτά τα χρόνια για να ξεφύγω απ' τη μίζερή μου φύση ήταν να αρχίσω και πάλι να δημιουργώ;”
Η απάντηση σ' αυτής της φύσης τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ απλή και σίγουρα δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος κανείς είναι ότι, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, πρέπει να βρίσκει τον καιρό να κάνει και κάτι που αληθινά αγαπά, κάτι για το οποίο παθιάζεται, αφού οι άνθρωποι δίχως πάθη δεν είναι άνθρωποι, αλλά απλά ζόμπι που σέρνονται στης ζωής την καθημερινή πλήξη. Η Μαρίνα, ζόμπι ήταν κι αυτή, για καιρό πολλή, μέχρι που ήρθε ένας χαρταετός από το χθες για να της θυμίσει, ότι αν πραγματικά το επιθυμεί, μπορεί ακόμη να πετάξει σε άλλους ουρανούς, έστω και δίχως τα φτερά που κάποτε θαρρούσε ότι έχει.

Η πρώτη γραφή μιας ιστορίας βασισμένης στην πιο πάνω ζωγραφιά της Έλενας Σιούφτα.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Βδομάδα 2


Είναι τυχερός. Το νιώθει. Το ξέρει. Είναι τυχερός αφού αυτό που πιο πολύ στη ζωή του θέλησε, πόθησε, ή μάλλον αυτή, ετούτη ακριβώς τη στιγμή κάθεται δίπλα του.

Το αριστερό του χέρι μοιάζει να την αγκαλιάζει, αλλά δεν το κάνει – όχι ακριβώς. Απλά την αγγίζει, αλαφρά, όσο χρειάζεται. Αυτή και μόνο η επαφή είναι αρκετή για να του χαρίσει γαλήνη, για να τον κάνει να κλείσει τα μάτια και να φανταστεί μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη το κοινό τους μέλλον.

Εκείνη ίσως να χαμογελά τώρα. Ίσως και όχι. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι της αρέσει που βρίσκεται εκεί, χωμένη στη σχεδόν αγκαλιά του. νιώθοντας του κορμιού του τη ζεστασιά κι ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο.

υ.γ. Κομμάτι από ένα νέο εγχείρημα. Τις λεπτομέρειες θ' ανακοινώσω προσεχώς.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Νέο παιδικό βιβλίο - Μαλάικα


Ποιος είπε ότι τα όνειρα δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα; Η έκδοση του παρόντος τόμου αποδεικνύει αυτό ακριβώς το πράγμα. Για την εικονογράφησή του δούλεψαν τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Αθηένου, Β΄ κύκλος, υπό την επιτήρηση της δασκάλας Έλενας Σιούφτα, την οποία βαθιά ευχαριστώ.


Το "Μαλάικα" είναι η ιστορία ενός παιδιού από τη Ρουάντα, θύματος του εμφυλίου πολέμου της χώρας, το οποίο μεγαλώνει δίχως χέρια. Ο Μαλάικα παρά τις πολλές δυσκολίες που αντιμετωπίζει δε χάνει σχεδόν ποτέ το χαμόγελό του και κοιτά με αισιοδοξία τη ζωή. Α, λίγο έλειψε να ξεχάσω να αναφέρω ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο καλλιτέχνη.

Το βιβλίο, που έχει ήδη παρουσιαστεί στο σχολείο, θ' αρχίσει να διατίθεται σε επίλεκτα βιβλιοπωλεία της Κύπρου από βδομάδας, ενώ γίνονται προσπάθειες για διάθεση και στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Θα σας ενημερώσω σύντομα.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Νέο παιδικό βιβλίο - Πού πήγε το πι;


 Αυτή τη βδομάδα πήγε στα σχολεία. Την ερχόμενη θα πάει σε κάποια της Κύπρου βιβλιοπωλεία.


Τελικά πολύ μου αρέσει να γράφω ιστορίες για παιδιά και να έχω συζητήσεις μαζί τους, αφού αυτά διαθέτουν το πράγμα ακριβώς που οι περισσότεροι από εμάς τους μεγάλους χάσαμε: τον αυθορμητισμό.

Το βιβλίο έχουν εικονογραφήσει τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου Αθηένου, Κύκλος Α'.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Νέο βιβλίο - Η στιγμή


Αυτή είναι η ιστορία της Χαράς, ενός κοριτσιού που καθώς το γνωρίζουμε κάθε άλλο παρά χαρούμενο είναι, αφού δεν μπορεί να ζήσει τη στιγμή.

Η Χαρά υπέφερε πολλά στη σύντομη ζωή της. Έπεσε θύμα κατ’ επανάληψη κακοποίησης, για χρόνια και χρόνια έκοβε βόλτες στα σκοτεινά σοκάκια της κατάθλιψης και η μοναξιά ήταν γι’ αυτήν κανόνας και τρόπος ζωής.

Τα όσα πέρασε την έκαναν σκληρή και την καταδίκασαν να περιφέρεται στις γειτονιές των ανθρώπων αδύναμη να δείξει σε κάποιον εμπιστοσύνη, αλλά και να γευτεί τις χαρές της νιότης.

Ένα ωστόσο γεγονός, κάτι που θα την τρομάξει και το οποίο θα ανοίξει τα μάτια της στις νέες πραγματικότητες, θα σταθεί αρκετό για να της αλλάξει την οπτική και να την οδηγήσει σιγά σιγά προς το ξέφωτο μιας νέας ζωής.

Συνοδοιπόροι της σ’ αυτό το ταξίδι θα είναι κάποιες ψυχές που την καταλαβαίνουν κι ας μη της μοιάζουν. Κάποιες ψυχές που σ’ ένα κόσμο σκληρό, σχεδόν γκρίζο, επιμένουν ακόμη να ονειρεύονται, να μιλούν σιγαλά και όμορφα να σιωπούν, μα πάνω απ’ όλα με ορμή και πάθος πολύ να αγαπάνε.

υ.γ. Θα κυκλοφορεί και θα οπλοφορεί από βδομάδας σε επίλεκτα κυπριακά βιβλιοπωλεία, ενώ ήδη διατίθεται από τον... πάγκο του Μιχάλη στην Πλατεία Φανερωμένης στη Λευκωσία

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 3


Τον συνάντησε ξανά στο παλαιοβιβλιοπωλείο. Τις τελευταίες μέρες πήγαιναν κι οι δυο συχνά εκεί ελπίζοντας να πετύχει ο ένας τον άλλο.

“Σε σκεφτόμουνα” τού είπε μόλις τον είδε.
Κι εκείνος, τρέμοντας σχεδόν απ’ την ταραχή κατάφερε να ψελλίσει: “Κι εγώ”. 
“Πάμε μια βόλτα;” Την ακολούθησε. Διέσχισαν σιωπηλοί το Μοναστηράκι, έφτασαν στο Θησείο, ανηφόρισαν για την Ακρόπολη.
“Από πότε ζεις την εποχή στην κόλαση;” τον ρωτάει ξαφνικά.
“Εγώ…” Τα έχει χαμένα. Τον κοιτά διαπεραστικά και μετά στρέφει το βλέμμα της αλλού, βλέπει ένα μικρό βράχο, πηγαίνει και κάθεται.
“Έλα, κάτσε δίπλα μου”. Πηγαίνει. Του δίνει το χέρι. “Μαρία”.
“Κώστας”.
“Μίλα μου”. Αμήχανη σιωπή. “Καλά, θα μιλήσω εγώ”. Της γνέφει καταφατικά με το κεφάλι. Καθώς κάθεται δίπλα της, νιώθει μια φλόγα να φουντώνει μέσα του. Τού μιλάει, τού λέει για τη ζωή της, κι εκείνος την ακούει προσεκτικά, ρουφά την κάθε λέξη, την κάθε ανάσα της την κάνει δική του. Η Μαρία τού λέει τα πάντα - δεν έχει τίποτα να κρύψει άλλωστε - κι ο Κώστας τα έχει όλο και περισσότερο χαμένα. Άφοβο φαίνεται τούτο το κορίτσι και τον τρομάζει. “…Αυτή είναι η Μαρία” καταλήγει το μονόλογό της. Και πάλι δεν της μιλάει. Την κοιτάει σιωπηλός. “Γεια χαρά”. Σηκώνεται. Φεύγει. Κι εκείνος ένα με το βράχο παραμένει εκεί, παρατηρώντας την για μια ακόμη φορά να πετάει. Να χάνεται. Μέσα του νυχτώνει.

“Δε με ξέρω. Δε με ξέρω καθόλου. Δε με καταλαβαίνω. Πότε επιτέλους θα ησυχάσω; Πότε επιτέλους θα πω ότι είμαι ευτυχισμένη; Τι ζητώ; Τι χρειάζομαι, λοιπόν; Αφού, τίποτα δε με ικανοποιεί. Ό,τι κι αν κάνω σκέφτομαι κάτι άλλο, όπου κι αν είμαι είμαι κάπου αλλού. Ο χρόνος με πνίγει. Μοιάζει να μου κόβει τα φτερά. Αλλά, ποια φτερά; Για να πετάξω πού; Αφού ζω εν πλήρη σύγχυση. Πολλές φορές νιώθω πως δεν υπάρχω στ’ αλήθεια, ότι είμαι το αποκύημα της φαντασίας κάποιου συγγραφέα. Θεέ μου, πότε θα πάψω να παλεύω με τον εαυτό μου; Πότε θα χαράξω στ’ αλήθεια τη δική μου πορεία; Ως πότε θα θέλω να αλλάζω, να αλλάζω την κάθε στιγμή;
Παράξενα νιώθω, παράξενα πολύ. Και δεν μπορώ να μιλήσω σε κανέναν γι’ αυτό. Πώς να πω στον πατέρα ότι η σχολή την οποία η ίδια έχω διαλέξει δε μου αρέσει πια, δε με γεμίζει; Πώς να εξηγήσω σ’ αυτόν και στη μάνα ότι η αγάπη τους για μένα έχει καταντήσει ένα μαρτύριο; Πώς να πω στις φίλες ότι τώρα προτιμώ να είμαι μόνη παρά μ’ αυτές; Πώς να εξηγήσω σε όλους ότι η παραμονή σε μια δουλειά, σ’ ένα τόπο, αντιστοιχεί με σιωπηλό θάνατο για μένα; Πώς να τα πω, πώς να τα εκφράσω όλ’ αυτά;
Ο Κώστας; Αν και δεν επιδιώκω να τον συναντήσω είμαι σίγουρη ότι όποτε το θελήσω θα τον δω. Και θα τον κατακτήσω. Αυτό δεν είναι δα και τόσο δύσκολο. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δε θα τον βαρεθώ κι αυτόν ή πως δε θα τον τρομάξω και θα φύγει. Είμαι σίγουρη ότι είναι ποιητής, κι ένας μεγάλος μοναχικός, αλλά, είναι τάχατες ο ποιητής μου; Δεν ξέρω. Θα μάθω…”

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 2


Πειραματική και πειρατική συνέχεια...

“ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ;” αναρωτιούνται οι συμφοιτητές της, την πρώτη μέρα που τη βλέπουν. Ντυμένη στα μαύρα, με τα μαύρα μακριά κορακίσια μαλλιά της αφημένα ελεύθερα στην πλάτη, με το περίεργό της βλέμμα να διατρέχει το χώρο και τους ανθρώπους, τραβάει αμέσως πάνω της την προσοχή. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε αφού δε μοιάζει καθόλου με τις άλλες κοπέλες. Αφτιασίδωτη, με τίποτα το περιττό στο παρουσιαστικό της φαντάζει αυθεντική.
Οι μέρες περνούν γρήγορα καθώς η Μαρία κάθε μέρα ανακαλύπτει και ένα νέο κομμάτι απ’ τον κόσμο που θα την περιβάλλει τα επόμενα χρόνια. Φίλες βρίσκει αμέσως. Δυο κοπέλες της συστίνονται αυτοβούλως και σύντομα θα γίνουν οι κολλητές της. Η Μαρία δε μοιάζει με καμιά άλλη και το μυστήριο που εκπέμπει τις προκαλεί. Τα αγόρια, προτού περάσει καιρός πολύς, θ’ αρχίσουν το ένα μετά το άλλο να την ερωτεύονται. Θα γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αλλά αυτό δε φαίνεται να την πολυσκοτίζει. Δε δίνει μία. Οι συμφοιτητές της, αν και καλά παιδιά, την αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Αυτή είναι αλλού. Αυτή ψάχνει να βρει τον πρίγκιπά της, τον ποιητή της. Έτσι, δεν υποκύπτει σε κανένα φλερτ. Μονάχα πού και πού βγαίνει με τις κολλητές της και όλα τα αγόρια, για να διασκεδάσει. “Χαζά παιδιά” τους αποκαλεί και κανείς δεν αντιλέγει σ’ αυτή την επαρχιωτοπούλα που τους τάραξε τα νερά.

Η σχολή δύσκολη, αλλά πάει καλά. Προσαρμόστηκε εύκολα στη νέα της ζωή, και μάλιστα κάθε τόσο κάνει και δουλειές του ποδαριού για να τα φέρνει βόλτα. Διανέμει φυλλάδια και δυο φορές τη βδομάδα δουλεύει σ’ ένα ιατρείο. Ο δάσκαλος, φτωχός καθώς είναι, δεν μπορεί να συντηρεί τη μάνα και τις δυο της αδελφές και να τής πληρώνει και το νοίκι, κι η Μαρία δε θέλει να μείνει στην Εστία. Είναι και σπάταλη. Ξοδεύει αλόγιστα. Μόλις πάρει κανά εικοσάρικο τηλεφωνά στις φίλες της και τους προτείνει να πάνε για καφέ ή για καμιά μπύρα. Κι αυτές δεν της αρνιούνται αφού ξέρουν ότι έτσι κι αλλιώς εκείνη θα πάει. Την έχουν σαν πρότυπο αλλά, και σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. “Αν συνεχίσεις έτσι θα πεινάσεις Μαρία μου” της λένε. “Ας πεινάσω” απαντάει, “φτάνει που χαίρομαι τούτη τη στιγμή”.

Κι όμως, παρόλο το κέφι και τη ζωντάνια της πολλές φορές νιώθει μόνη. Νιώθει ότι της λείπει κάτι. Εκείνο το κάτι. Η αγάπη. Και δεν ζητά καν ν’ αγαπηθεί, μονάχα ν’ αγαπήσει. Να νιώσει εκείνο το έντονο συναίσθημα που σου καίει τα σωθικά, όπως διαβάζει και στα βιβλία. Θα το νιώσει; Πολύ το αμφιβάλλει. Κι η μοναξιά μεγαλώνει. Δε μιλά γι’ αυτό στις φίλες της, που συχνά πυκνά τής κάνουν τις προξενήτρες. Κάθεται μονάχα αργά κάθε βράδυ και, σαν ηρωίδα κλασικού μυθιστορήματος, εξομολογείται σ’ ένα τετράδιο, στο ημερολόγιό της. Σπαράγματα θλίψης γεμίζουν τις σελίδες, αλλά η σωτηρία είναι αλλού.

Είδε ένα παράξενο όνειρο τις προάλλες. Κοιμότανε, λέει, και σαν ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια, είδε μπροστά της ένα καθρέφτη που δεν υπήρχε στο δωμάτιό της, και μέσα σ’ αυτόν ν’ αντικατοπτρίζεται το πρόσωπο μιας δακρυσμένης γυναίκας. Πήρε, λοιπόν, μολύβι και χαρτί και το ζωγράφισε από μνήμης, μέσα σ’ ένα κυκλικό πλαίσιο, πάνω απ’ το οποίο δέσποζε επιβλητικό το κεφάλι ενός αετού.
“Είναι φορές που νιώθω πως τρελαίνομαι, φιλενάδες”. Το έλεγε συχνά αυτό. Ανήσυχο πνεύμα, δεν μπορούσε στιγμή να ηρεμήσει. Ακόμη κι όταν πήγαινε για ύπνο, οι σκέψεις δεν έλεγαν ν’ αφήσουν ήσυχο το μυαλό της. Η κούραση πολλή, οι έγνοιες περισσότερες, μόνο στο πιοτό, πίστευε πως, έβρισκε έξοδο διαφυγής. Το μπουκάλι με το κόκκινο πάντα στο προσκεφάλι της. “Γλυκιά μου λησμονιά” το αποκαλούσε.

Ο πρώτος χρόνος κύλησε γοργά. Η Μαρία δεν επέστρεψε στην πόλη της για τις καλοκαιρινές διακοπές. Έμεινε στην Αθήνα για να δουλέψει. Για να βγάλει λεφτά. Για να τα ξοδέψει. Για να μείνει μόνη. Είναι παράξενο το πως μερικές φορές τη μοναξιά τη βλέπει σαν την καλύτερή της φίλη… “Αφού δε βρήκα τον άνθρωπό μου”.

Τριγυρνά στην Πλάκα, το Μοναστηράκι, το Θησείο και παρατηρεί τους ανθρώπους που βιώνουν την εικονική ζωή τους. “Τελικά τίποτα δεν έχει σημασία; Είναι όλα μάταια; Όχι, δεν είναι! Τι σ’ έπιασε, Μαρία;” μονολογεί σιωπηλά. Χαμογελά με τα παιχνίδια του μυαλού της.

Μπαίνει σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Δυο γυναίκες ψαχουλεύουν ανάμεσα στα βιβλία λες και πρόκειται για εσώρουχα στη λαϊκή, ένας νέος σοβαρός, σκυθρωπός περιεργάζεται έναν τόμο. Στέκεται στο πλάι και διαβάζει τον τίτλο του βιβλίου: Μια εποχή στην κόλαση. “Αυτό ζούμε” λέει, κι εκείνος έκπληκτος γυρνά και την κοιτάει μ’ ένα βλέμμα που στάζει θλίψη. “Το ξέρω”. Το ξέρει! “Μαρία”. “Κώστας”. “Θα το πάρεις το βιβλίο;”. “Το έχω”. “Θα το πάρω εγώ” λέει και τού το αρπάζει απ’ τα χέρια, κατευθύνεται προς την πωλήτρια, πληρώνει και σιγοπατώντας βγαίνει απ’ το μαγαζί κι απομακρύνεται. Εκείνος, σα μαρμαρωμένος, μένει σιωπηλός παρακολουθώντας τη φιγούρα της σιγά σιγά να θολώνει και να χάνεται. “Υπάρχει στ’ αλήθεια αυτή η γυναίκα ή ήταν απλά μια οπτασία;”. Βγαίνει κι αυτός στο δρόμο. Την ψάχνει με το βλέμμα. Πουθενά. “Μαρία…”.

Όμορφη φαντάζει η μεγάλη τούτη πόλη τις καυτές νύχτες τ’ Αυγούστου. Μισοάδεια καθώς είναι αποκτά μια ανθρώπινη διάσταση. Θερινό σινεμά με σουβλάκι και μπυρίτσα απολαμβάνει απόψε η Μαρία, αλλά, τα μάτια αν και κοιτούν την οθόνη δεν τη βλέπουν. Αλλού ταξιδεύει το μυαλό της. “Κι αν είναι εκείνος;” Αν είναι ο Κώστας, ο θλιμένος νέος που συνάντησε τυχαία, ο ποιητής της, ο πρίγκιπάς της; Δεν έπρεπε ν’ αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά το έκανε. Τώρα, πρέπει να ψάξει να τον βρει. Κι αν δεν είναι εκείνος; Ε, τι είχαμε, τι χάσαμε!

Τελείωσε η ταινία. Για τι μιλούσε; Για Κείνον. Χαμογελά. Κάποιοι περαστικοί την παρατηρούν παραξενεμένοι. “Θα νομίζουν ότι είμαι μαστουρωμένη” σκέφτεται, κι αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της ακράτητο το γέλιο. “Τώρα, θα είναι σίγουροι”. Δεν τη νοιάζει. Δεν τη νοιάζει τίποτα. Φτάνει να γίνει αυτό που θέλει. Φτάνει να τον βρει. Κάποιο πρεζόνι τη σταματά στη Θεμιστοκλέους και της ζητά ένα ευρώ. Του δίνει πέντε. Την κοιτά έκπληκτος. “Να ’χουμε να τρώμε όλοι, φίλε”. Να ’χουμε!
Φτάνει στο σπίτι της και κοιτώντας μες στο γραμματοκιβώτιο βλέπει έκπληκτη ένα γράμμα να την περιμένει. Από ένα της παλιό συμμαθητή, που την είχε ερωτευτεί και τώρα, λέει, του λείπει. “Για σένα είμαι πια νεκρή” μονολογεί και σκίζει το γράμμα, το πετάει. Σαν ανάμνηση. “Έπρεπε να μιλήσεις, τότε που έπρεπε”.

Ο Κώστας εδώ και λίγες μέρες έχει χάσει το μυαλό του, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα. “Τι μ’ έχει πιάσει; Πως μπόρεσε και μου ’γινε έμμονη ιδέα εκείνο το παράξενο κορίτσι;”.
Είναι κι ο Σ. στη μέση. Ο σύντροφός του στην αιώνια κατήφεια, στη δίχως όρια απαισιοδοξία. Το άλλο ασχημόπαπο της παρέας. Γιατί κι ο Κώστας ασχημόπαπο είναι. Άσχημος και θλιμμένος. Κι όμως κάπου μέσα του ελπίζει. Ελπίζει ότι θα ερωτευτεί ξανά, ότι θα αγαπηθεί και πάλι. Ο τελευταίος του έρωτας τού άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή, τον μάτωσε. Αλλά, πως τον τάραξε έτσι η όμορφη, μεγάλη άγνωστη Μαρία; “Είναι δυνατόν αυτή να είναι Εκείνη; Κι αν είναι; Αλλά, εκείνη είναι μια νεράιδα, ένα ξωτικό, πως να γυρίσει να κοιτάξει εμένα;”.

Έχει τα κόμπλεξ του ο Κώστας. Κόμπλεξ κατωτερότητας. Κι ας είναι ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά της γενιάς του. Το πρόβλημά του είναι ότι αδυνατεί να δει τα πράγματα έστω και μια φορά απ’ τη φωτεινή τους όψη. Όλο για τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων μιλάει. Και φαίνεται να ζει μόνο εν αναμονή του θανάτου. Ανακαλύπτει το σκοτάδι μες στο φως, την ασχήμια μες στην ομορφιά, απεχθάνεται τον τρόπο που σκέφτονται και ενεργούν οι άλλοι, αλλά πού και πού βαθιά μέσα του εύχεται να ήταν σαν κι αυτούς. Είναι ένας ποιητής σε καιρούς πεζούς, και την ομορφιά που κρύβει μέσα του δεν ξέρει πως να τη φανερώσει, προς τα που να την κατευθύνει. “Μαρία… Μαρία…” μονολογεί με τη σκέψη, στο γραφείο, στο δρόμο, στο κρεβάτι. “Τ’ όνομά σου κρασί γλυκό και με μεθάει!”.

Συνεχίζεται