Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Όλα αυτά που χάσαμε - Κεφάλαιο 14

Το καλοκαίρι κατέφθασε στα μπαγκάζια του με μια έκπληξη. Ευχάριστη; Δυσάρεστη; Τότε δεν μπορούσα με σιγουριά να πω.
Ήταν αργά το απόγευμα, σχεδόν βράδυ, όταν φθάνοντας στο κτήριο όπου στεγαζόταν το σχολείο μας, βρήκα απέξω τον πατέρα μου να με περιμένει. Τα έχασα. Πώς με βρήκε; Πώς; Μάλλον δε θα δυσκολεύτηκε, αποφάσισα, αφού αυτός πάντα είχε τον τρόπο να μαθαίνει πράγματα, τίποτα δεν του ξέφευγε. Μόλις τον είδα συνοφρυώθηκα, κι ετοιμάστηκα για μια λεκτική επίθεση που δεν ήρθε ποτέ.
«Γεια σου, Χοπ», μου είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν λυπημένα.
«Γεια σου, πατέρα». Πώς από δω; ήθελα να τον ρωτήσω αλλά δεν το έκανα.
«Είσαι καλά, βλέπω».
«Μια χαρά είμαι. Εσύ; Η μάνα;»
«Καλά είμαστε. Για τη μάνα σου ήρθα. Είναι τα γενέθλιά της το Σάββατο και…». Ναι, ήταν τα γενέθλιά της. Το ξέχασα εντελώς, αφού πίστευα ότι αυτή ποτέ δε γερνούσε, ότι τα χρόνια δεν την άγγιζαν, κρυμμένο καθώς ήταν το πραγματικό της πρόσωπο κάτω από τόνους από αλοιφές και προσαρμοσμένο σε μια αλλοτινή ηλικία από τις ενέσεις.
«Και;» Δεν το είπα επιθετικά. Χαμηλόφωνα το είπα. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα μου ζητούσε. Και δε θα μπορούσα να του το αρνηθώ.
«Θα σ’ ευγνωμονούσα, αν ερχόσουνα στη δεξίωση». Δεξιώσεις έδιναν αυτοί, δεν έκαναν πάρτι. Θα πήγαινα; Θα πήγαινα.
«Τι ώρα;»
«Στις οκτώ».
«Θα είμαι εκεί».
«Σ’ ευχαριστώ, Χοπ. Μου επιτρέπεις να περάσω μέσα; Θέλω να δω το σχολείο;» Το σχολείο; Τι διάολο ήξερε αυτός για το σχολείο; Και, του επιτρέπω να περάσει μέσα; Τι μύγα τον τσίμπησε; Δεν ακουγόταν σαν τον πατέρα μου αυτός, αλλά σαν κάποιο ευγενικό ξένο. Του επέτρεψα.
Του άνοιξα την πόρτα και τον ακολούθησα. Δεν είχα καμία διάθεση να κόντρες σήμερα. Μπήκαμε σιωπηλοί στον ανελκυστήρα, που σ’ αυτό το κτήριο, παρά την παλαιότητά του, λειτουργούσε κι ανεβήκαμε στον έβδομο όροφο.
Όλες οι αίθουσες είχαν κόσμο μέσα. Η Μάριαν με τα παιδιά της, η Σάρα με κάποια άλλα, ενώ ήταν και κάποιοι που απλά σκότωναν το χρόνο τους συζητώντας χαμηλόφωνα παρέες-παρέες σε κάποιες γωνιές. Είδα πολλά ζευγάρια μάτια να καρφώνονται πάνω μας κι αμέσως μετά να κινάνε γι’ αλλού. Μάλλον διάβασαν την αμηχανία μου και δεν ήθελαν να με κάνουν να νιώσω ακόμη χειρότερα. Τον οδήγησα λοιπόν σ’ όλες τις τάξεις, απάντησα σε κάποιες ερωτήσεις του, και τον συνόδεψα και πάλι έξω.
«Ώστε εδώ πήγαν τα λεφτά απ’ τ’ αμάξι σου;» με ρώτησε, καθώς περιμέναμε τον αργοκίνητο ανελκυστήρα να καταφθάσει.
«Εδώ». Δεν είχα τίποτα να κρύψω πια. Εξάλλου για να ’ρθει και να με βρει, τα ήξερε ήδη όλα. Τότε ήταν που μου έριξε και τη βόμβα.
«Είμαι περήφανος για σένα, Χοπ! Ξέρω. Ξέρω, παράξενο ακούγεται απ’ τα χείλη μου αυτό, αλλά το εννοώ. Νόμιζα ότι όλ’ αυτά που έκανες ήταν μια ακόμη νεανική τρέλα, αλλά όπως βλέπω έπεσα έξω. Είναι όμορφο αυτό που φτιάξατε εδώ. Λίγο επικίνδυνο, λόγω της γειτονιάς, αλλά παρ’ όλ’ αυτά όμορφο. Αν μου το έλεγες από την αρχή…».
«Αν σου το έλεγα δε θα με πίστευες. Και θα προσπαθούσες να μου αλλάξεις μυαλά». Ήρεμη ακόμη. Λες και τίποτα δεν μπορούσε να με ταράξει πια, να με κάνει να χάσω την αυτοκυριαρχία μου.
«Μισώ που το παραδέχομαι, αλλά έχεις δίκιο. Συγχώρα με, Χοπ, απλά εγώ έμαθα αλλιώς. Είχα άλλα όνειρα για σένα και ξέχασα ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να είσαι εσύ ευτυχισμένη».
Ευτυχώς που ήρθε επιτέλους ο ανελκυστήρας και μ’ έσωσε. Με έπιασε εντελώς εξ’ απροόπτου αυτή η επίθεση ζεστασιάς απ’ τον πατέρα μου, ήταν κάτι που δεν περίμενα ποτέ. Θα δάκρυζα αν το μπορούσα. Αλλά, όχι εκείνη την ώρα, και σίγουρα όχι μπροστά του. Το ταξίδι με το κλουβί προς το ισόγειο κύλησε μέσα στη σιωπή. Αλλά όταν φτάσαμε κάτω, δεν άντεξα και τον ρώτησα:
«Πώς με βρήκες;»
«Πάντα ήξερα που ήσουνα. Ξέρω και που ζεις. Νόμιζες ότι φεύγοντας απ’ το σπίτι χάθηκαν τα ίχνη σου. Νοιαζόμαστε για σένα, Χοπ, κι ας μην είμαστε πολύ καλοί στο να το δείχνουμε. Τώρα τελευταία, με τις πράξεις σου, μ’ έβγαλες πολλές φορές ψεύτη. Νόμιζα ότι όταν...». Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός να με κοιτάει βαθιά στα μάτια, προσπαθώντας λες να διαβάσει σ’ αυτά τη δύναμή μου, να δει τις αντοχές μου. Συνέχισε. «Νόμιζα ότι όταν έφυγε ο Άντι θα τα παρατούσες. Ότι θα χανόσουν. Αλλά όπως βλέπω βγήκες πιο δυνατή απ’ αυτή την τραγωδία. Και λυπούμαι που δεν ήμουνα εκεί όταν με χρειαζόσουνα πιο πολύ. Λυπόμαστε πολύ κι οι δυο».
Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Ένιωθα ότι πρωταγωνιστούσα σε κάποια ταινία ή πώς απλά έβλεπα ένα παράξενο όνειρο, σχεδόν σουρεαλιστικό. Ο πατέρας μου να απολογείται ξανά και ξανά. Ο πατέρας μου ν’ αναγνωρίζει το δίκιο μου. Αυτός, να ζητά από μένα να τον συγχωρέσω. Ξυπνήστε με, ήθελα να φωνάξω. Ξυπνήστε με, αποκλείεται να συμβαίνει αυτό. Κι όμως συνέβαινε. Κι είχα ξεμείνει από λόγια. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Δεν μπορούσα να κινηθώ. Εκείνος έδειχνε να έχει καταλάβει τι συνέβαινε μέσα μου και δε θέλησε να φουντώσει περισσότερο τη φουρτούνα της σύγχυσης. Έκανε να με αγκαλιάσει, αλλά την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη. Με άγγιξε απλά στους ώμους, απαλά, πατρικά, μου είπε ότι θα με περιμένουν, χαιρέτισε κι έφυγε. Καθώς τον έβλεπα ν’ απομακρύνεται ένιωθα ότι σα να έφευγε το χθες μου, σα να ερχόταν το αύριο. Το μόνο που το δικό μου αύριο είχε από καιρό αφιχθεί. Από τη μέρα που γνώρισα τον Άντι.
Μπήκα μέσα και κάθισα στα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο. Σε λίγο άκουσα τον ανελκυστήρα να τίθεται σε λειτουργία. Μια στιγμή αργότερα είδα τη Μάριαν να κάθεται δίπλα μου. Δε μου είπε τίποτα. Απλά έμεινε για λίγο εκεί κοιτώντας με, μετά με άγγιξε απαλά στο δεξί πόδι και σηκώθηκε κι έφυγε. Μ’ άφησε μόνη, αφού το ήξερε πολύ καλά ότι εκείνη τη στιγμή αυτό ακριβώς χρειαζόμουνα.

Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου εκείνη τη νύχτα. Σκεφτόμουνα συνεχώς εκείνη τη συνάντηση με τον πατέρα μου και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Έκλεινα τα μάτια, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Έβλεπα μοναχά το πρόσωπο του τελευταίου και αναρωτιόμουνα τι τον οδήγησε σ’ αυτή την ξαφνική στροφή. Ήταν η μάνα μου; Ή μήπως μου έστηνε καμιά παγίδα; Μετάνιωσε στ’ αλήθεια γι’ αυτά που έγιναν μεταξύ μας ή απλά έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να με φέρει στα νερά του; Κι όμως έμοιαζε ειλικρινής. Τόσο ειλικρινής όσο έδειχνε κι όταν ήταν θυμωμένος. Σκεφτόμουνα την πρότασή του να πάω στο σπίτι για τα γενέθλια της μάνας μου, και παρά την υπόσχεση που του είχα δώσει, ένιωθα να ταλαντεύομαι κατά πόσο θα μπορούσα να το κάνω αυτό. Ο κόσμος τους δεν ήταν πια ο κόσμος μου, αυτό ήταν ξεκάθαρο, αλλά από την άλλη εκείνη εξακολουθούσε να είναι η μάνα μου, όσο κι αν δεν άντεχα τους τρόπους της, όσο κι αν μισούσα την επιμονή της να ζει με τους κανόνες που της επέβαλαν το χρήμα και η καταγωγή της. Θα είμαι ξένη εκεί, σκεφτόμουνα, όσο περνούσε η ώρα. Μόνη και ξένη. Ήταν λίγο προτού ξημερώσει όταν πήρα επιτέλους την οριστική μου απόφαση: θα πάω κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, είπα στον εαυτό μου, κι ησύχασα. Στο κάτω-κάτω της γραφής αν είναι όλα τόσο βαρετά όσο τα περιμένω, πάντα μπορώ να σηκωθώ και να φύγω.
Το επόμενο τριήμερο πέρασε όπως όλ’ τ’ άλλα, με πολλή δουλειά, καλή παρέα, συζητήσεις και σιωπές, και όλο και πιο πολλή γέλιο. Όσο πιο πολύ μαθαίναμε τη Σάρα, όσο πιο πολύ μας γνώριζε κι αυτή, τόσο περισσότερο μας έκανε να γελούμε. Εγώ κι η Μάριαν, οι συνήθως σοβαρές και βαθυστόχαστες, οι αφόρητα πληκτικές μες στην αιώνια θλίψη τους, αρχίσαμε σιγά-σιγά να υιοθετούμε τους δικούς της ιλιγγιώδεις ρυθμούς, να κάνουμε όλο και περισσότερα πράγματα, να χαιρόμαστε τη ζωή όπως δεν τη χαρήκαμε ποτέ.
Μέσα στην αγωνία με βρήκε το Σάββατο, ή μάλλον μέσα στην αμηχανία. Με αναστάτωνε πολύ η προοπτική της, έστω προσωρινής, επανασύνδεσης με τους γονείς μου. Η Σάρα μου έλεγε να χαλαρώσω, επέμενε ότι όλα θα πάνε μια χαρά, ενώ η Μάριαν σιωπηλά συμφωνούσε. Θα πήγαιναν όλα όντως καλά; Δεν ήμουνα και τόσο σίγουρη.
Στις οκτώ ήταν η δεξίωση, στις έξι πήγα εκεί. Κι αυτό επειδή δεν είχα τι να φορέσω. Όλα τα επίσημα, τα ακριβά μου ρούχα, τα είχα αφήσει πίσω μου φεύγοντας απ’ το σπίτι, αλλά γνωρίζοντας τη μάνα μου ήμουνα σίγουρη ότι θα τα συντηρούσε σε άριστη κατάσταση. Όχι εκείνη η ίδια δηλαδή, αλλά κάποια απ’ τις οικιακές βοηθούς. Κι όντως έτσι ήταν. Πήγα, κτύπησα το κουδούνι -αν και είχα ακόμη τα κλειδιά- μου άνοιξαν, ανέβηκα στο δωμάτιό μου και τα βρήκα όλα όπως ακριβώς τα είχα αφήσει. Μπήκα στο μπάνιο, λούστηκα, έφτιαξα τα μαλλιά μου μάλλον βιαστικά, αλλά όχι και τόσο πρόχειρα και πήγα στη ντουλάπα, που κάλυπτε ένα σχεδόν τοίχο, για να διαλέξω τα ρούχα μου για το βράδυ. Τότε ακριβώς άκουσα κάποιον να χτυπάει την πόρτα και είπα ότι ήταν ανοιχτή. Μπήκε η μάνα μου. Ήταν ντυμένη ήδη, έτοιμη από ώρα, μ’ ένα λευκό συνολάκι που έμοιαζε να της χαϊδεύει το κορμί, τα μαλλιά πιασμένα σ’ ένα περίτεχνο κότσο απ’ τον οποίο θα ήταν αδύνατο να ξεφύγει τρίχα και ψηλά τακούνια, που ταίριαζαν απόλυτα με τα ρούχα της. Ό,τι και να φορούσα, μπροστά της θα εξακολουθούσα να μοιάζω μ’ αλητάκι. Με πλησίασε, άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα δικά μου, μου έδωσε ένα φιλί στον αέρα για να μη χαλάσει το μέικ απ στα μάγουλα και το κοκκινάδι στα χείλη της.
«Σ’ ευχαριστώ που ήρθες», μου είπε. «Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό για μένα». Χαμογέλασα. Αν ήταν κάποιες άλλες μέρες, κάποιες άλλες εποχές, ίσως να τη ρωτούσα να μου πει τι σήμαινε όντως αυτό για κείνη, αλλά τώρα πια δεν μπορούσα να το κάνω.
«Ευχαρίστησή μου», της απάντησα, και με μια μικρή δόση έκπληξης αντιλήφθηκα ότι όντως το εννοούσα. Ναι, ήμουνα χαρούμενη για την παρουσία μου εκεί εκείνη τη μέρα. Ίσως ο χρόνος να με μαλάκωσε. Ή ίσως και να θέριεψε την ανάγκη μου για επαφή με τους άλλους ανθρώπους.
«Τι θα φορέσεις;»
«Δεν ξέρω. Έχει περάσει τόσο πολύς καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκα σε τέτοια περίσταση, που πραγματικά δεν ξέρω τι θα μου πηγαίνει πιο πολύ. Έχεις καμία εισήγηση;»
«Το κόκκινο», απάντησε δίχως δισταγμό.
Το κόκκινο! Έστρεψα και πάλι το βλέμμα μου στη ντουλάπα και δε δυσκολεύτηκα καθόλου να το βρω. Ξεχώριζε εύκολα. Το πήρα στα χέρια μου, έκλεισα τη ντουλάπα και το κράτησα για λίγο μπροστά μου, κοιτώντας την αντανάκλασή μας στον ολόσωμο καθρέφτη. Μου πήγαινε πολύ. Κι ήταν από πάντα το αγαπημένο μου. Αυτό και τα κόκκινα γοβάκια. Όμορφο φουστάνι, έξωμο, στενό, με σκισίματα και στις δύο πλευρές, σέξι, αλλά όχι προκλητικό. Το δοκίμασα. Και μου ταίριαζε γάντι, όπως πάντα. Ίσως όλα στη ζωή μου να άλλαξαν, αλλά το σώμα μου παρέμεινε το ίδιο, κι αυτό το ρούχο το κολάκευε. Φόρεσα και τα χαμηλοτάκουνα γοβάκια. Τέλεια! Έμοιαζα με κάποια άλλη. Κάποια που μου άρεσε να κοιτώ στον καθρέφτη συχνά παλιά, αλλά όχι και τόσο τώρα πια. Αλλά αυτή ήταν, όπως είπα, μια ξεχωριστή περίσταση.
«Κούκλα είσαι, όπως πάντα», είπε η μάνα μου, μ’ έβαλε να καθίσω στο κρεβάτι, κι άρχισε να μου φτιάχνει τα μαλλιά.
«Μου αρέσουν έτσι όπως είναι», έκανα να αντισταθώ αδύναμα, αλλά δε σήκωνε κουβέντα. Δεν της άρεσαν οι μισές δουλειές είπε. Τι να έκανα; Παραδόθηκα. Ωστόσο δεν έγινε το χειρότερο. Δεν προσπάθησε να με κάνει κάποιο αντίγραφο του εαυτού της, απλά τα έβαλε σε μια τάξη, κι ύστερα με διέταξε να σηκωθώ και να πάω να δω και πάλι τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Το έκανα, και χαμογέλασα πλατιά. Πρώτη φορά από τότε που πέθανε ο Άντι έβλεπα τον εαυτό μου τόσο όμορφο. Ψηλή, μ’ ένα κορμί λίγο πιο λεπτό απ’ το κανονικό, αλλά παρ’ όλ’ αυτά συμμετρικό, με καστανόξανθα κυματιστά μαλλιά που τώρα δεν έκοβαν βόλτες από δω κι από κει, κι ένα ζευγάρι μάτια που ήταν σα χρυσά, κι έμοιαζαν να λάμπουν από χαρά. Χαιρόμουνα και τα είχα χαμένα την ίδια ώρα.
Ένιωσα το χέρι της μάνας μου ν’ αγγίζει απαλά το δεξί δικό μου και το άρωμα της να μου χαϊδεύει τις αισθήσεις.
«Σε μισή ώρα να είσαι κάτω», μου είπε και έφυγε κλείνοντας πίσω της απαλά την πόρτα.

Συνεχίζεται

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ