Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ατιτλοφόρητο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ατιτλοφόρητο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Ατιτλοφόρητο ΙΙ

«Γιατί δε μου είπες τίποτα;» τον ρώτησα με το που μπήκε στο σπίτι.
Κατάλαβε αμέσως, μόλις είδε τη μηλόπιτα στο τραπέζι και χαμογέλασε, μ’ εκείνο το αποκρυπτικό κάπως τρόπο, που πάντα μου άρεσε.
«Έκανε πάλι το θαύμα της η κυρά-Ρόντα!» δήλωσε κατηγορηματικά, αλλά όχι με πικρία. Σα να το περίμενε. «Δεν είχα τι να σου πω. Δε μου αρέσει άλλωστε να μιλάω για τον εαυτό μου και το ξέρεις».
«Ναι, αλλά έπρεπε να μου μιλήσεις για ετούτο, Άντι. Θα μπορούσα να σε βοηθήσω».
«Δεν είναι δικός σου αυτός ο αγώνας, Χοπ. Δεν ήθελα να περιπλέξω τα πράγματα μεταξύ μας. Εξάλλου τα βγάζω πέρα μια χαρά».
«Θα μπορούσες να τα βγάζεις καλύτερα».
«Με τα λεφτά του μπαμπά σου; Ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω. Είμαι αλλιώς μαθημένος…»
«Σε καταλαβαίνω, Άντι, κι ένας θεός ξέρει ότι δε θέλω να σε αλλάξω, μου αρέσεις ακριβώς όπως είσαι, αυτός που είσαι. Αλλά, να, τώρα με πιάνει το παράπονο. Σκέφτομαι ότι δεν έχω κερδίσει την εμπιστοσύνη σου και γι’ αυτό δε μου μιλάς…»
«Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Σ’ εμπιστεύομαι απόλυτα. Ίσως… Ίσως απλά να είμαι λίγο παράξενος, ιδιόρρυθμος, όπως θέλεις πες με. Δε μου αρέσει να φορτώνω τα βάρη μου στις πλάτες των άλλων».
«Εσύ τότε γιατί φορτώνεσαι τα βάρη που δε σου ανήκουν; Και γιατί δε θέλεις να γνωρίζω εκείνα που θα με έκαναν περήφανη για σένα, πού θα μου έλεγαν ποιος στ’ αλήθεια είσαι;»
«Απλά έτσι έμαθα. Έτσι με δίδαξαν οι γονείς μου. Αυτοί πάντα βοηθούσαν τους άλλους στα κρυφά, κι ας μην ήμασταν σε καλύτερη μοίρα απ’ εκείνους. Αυτοί με έμαθαν να κοιτώ τον κόσμο με συμπόνια, να ψάχνω στους ανθρώπους το καλό και όχι να προσπαθώ με το έτσι θέλω ν’ ανακαλύψω την όποια κακία κρύβουν μέσα τους».
«Κι η Σάρα;»
Το πρόσωπό του φωτίστηκε νοσταλγικά, τα σχεδόν πάντα γαλήνια μάτια του έμοιαζαν να ξεχειλίζουν από αγάπη στην σκέψη της, στο άκουσμα του ονόματός της.
«Η Σάρα! Δε σου μίλησα γι’ αυτήν κι απολογούμαι, αλλά και πάλι δεν ήξερα τι να σου πω. Δε μου αρέσει να το παίζω τραγικός…»
Γέμισε την κουζίνα ερωτηματικά η σιωπή του. Άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα απαλά το δεξί δικό του, που έμοιαζε να έχει παραλύσει κρατώντας την κούπα του καφέ. Το βλέμμα του έμοιαζε να ταξιδεύει αλλού, στην αγαπημένη του αδελφή ίσως. Το δικό μου προσπαθούσε να μαντέψει το μέσα του. Πόσα άλλα μυστικά μού κρύβει; αναρωτιόμουνα. Ένιωθα τόσο περίεργα, τόσο ξένη απ’ τον πρότερο εαυτό μου. Ο Άντι, με τα λόγια και τα έργα και τις σιωπές του, έμοιαζε να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο μέσα μου, να ορίζει πια δίχως να καθορίζει τη ζωή μου.
Το χέρι που κρατούσε την κούπα την άφησε και πήρε ζεστά το δικό μου. Με το άλλο μου χάιδεψε το μάγουλο. Πήρε να μου μιλάει δίχως λόγια κι εγώ σιωπηλά του φώναζα πως ήθελα να τα μάθω όλα. Ύστερα του το είπα κιόλας, κι εκείνος αρκέστηκε σ’ ένα τρυφερό χαμόγελο, για να μου απαντήσει μετά πως το όλα δεν υπάρχει.
Όταν βγήκαμε έξω είχε απλωθεί βαθύ σκοτάδι. Μόνο το σπίτι της Ρόντας έριχνε φως, σαν μια παραφωνία, στη φύση. Ήταν μια βραδιά ανέφελη και χωρίς φεγγάρι. Ο ουρανός ήτανε διάσπαρτος απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ αστέρια, ενώ τη γη δρόσιζε ένα αεράκι απαλό, σαν ψίθυρος. Μου κρατούσε το χέρι και περπατούσαμε. Του κρατούσα το χέρι και περπατούσαμε. Κάποια πουλιά της νύχτας σπούσαν πού και πού τη σιγή, επιβεβαίωναν ότι βρισκόμασταν εκεί, οι δυο μας μαζί, στη μέση του όμορφου πουθενά.
«Δεν μπορώ να στα πω όλα, μα μπορώ να στα δείξω», μου είπε ξαφνικά βγάζοντάς με από την ευχάριστη περισυλλογή μου. «Αλλά, ίσως να μη σου αρέσουν αυτά που θα δεις», βιάστηκε να προσθέσει.
«Η απόφαση είναι δική μου. Κανείς δε με υποχρέωσε να είμαι εδώ, αυτή τη στιγμή, μαζί σου».
«Είναι σκληρός ο κόσμος μου, Χοπ, κι εσύ είσαι αλλιώς μαθημένη».
«Θα προσαρμοστώ. Θ’ αλλάξω. Αλλάζω συνεχώς…» Εσύ με κάνεις ν’ αλλάζω, προς το καλύτερο, ήθελα να του πω, μα δεν το έκανα.
«Κι εγώ!»
Διασχίσαμε κάτι χωράφια, όπου οι μόνες σκιές που έπεφταν ήταν οι δικές μας, κι αυτές κάποιων αιωνόβιων δέντρων, για να καταλήξουμε σε μια απόκρυφη όχθη του ποταμού, που επέμενε να παραμένει ζωντανός. Καθίσαμε εκεί για ώρα πολλή, ακούγοντας το νερό να κυλά, τα βατράχια πού και πού να κοάζουν, τις κουκουβάγιες να στέλνουν τα δικά τους μηνύματα. Καθισμένη δίπλα του, κρυμμένη στην αγκαλιά του, μπορούσα και σιωπούσα υπέροχα, μπορούσα και απολάμβανα αβίαστα την ομορφιά της φύσης.
«Αν μείνεις μαζί μου…» Πήγε να μιλήσει, αλλά και πάλι άφησε την πρότασή του στη μέση. Το έκανε τόσο συχνά αυτό. Ίσως να τον φόβιζαν τα λόγια περισσότερο απ’ τις σιωπές. Ίσως και να ένιωθε ότι δεν ήμουνα ακόμη έτοιμη ν’ αποδεχτώ τον κόσμο του, αυτόν που απλωνόταν τώρα μπροστά μου -σ’ ένα σκοτάδι εξαίσια ζεστό και στις αισθήσεις καταπραϋντικό- κι εκείνον τον άλλο, που ακόμη δεν είχα γνωρίσει. Δεν τον πίεσα να μιλήσει, αφού ήμουνα σίγουρη ότι θα το έκανε. Τον άφησα να βρει τις λέξεις, να τις ζυγίσει μία-μία προτού τις αφήσει να ξεφύγουν απ’ τα χείλη του.
«Αν μείνεις μαζί μου θα υποφέρεις πολύ», είπε τελικά με μια ανάσα, χαμηλόφωνα. Δεν ταράχτηκα. Καθόλου. Σχεδόν μάντεψα τα λόγια του, περίμενα ν’ ακούσω αυτές τις λέξεις. Έτσι σήκωσα σιγά-σιγά το κεφάλι κι επιχείρησα, στο αμυδρό φως, να διαβάσω το βλέμμα του. Πάλι στραμμένο προς τα μέσα έμοιαζε.
«Προτιμώ να υποφέρω κοντά σου, παρά να είμαι ευτυχισμένη χωρίς εσένα», του είπα με πεποίθηση, κι εκείνος δεν άντεξε, για λίγο γέλασε.
«Πού το διάβασες αυτό;» με ρώτησε και του απάντησα ειλικρινά ότι δεν το διάβασα. Ότι απλά το έλεγα και το εννοούσα.
«Η ζωή…» Μου χάρισε και πάλι δυο λέξεις και τρεις τελείες, τα αιώνια αποσιωπητικά του.
Έψαξα τα χείλη του, βρήκε τα δικά μου. Το ποτάμι εξακολουθούσε να κυλάει, η γη να γυρίζει, μα εμείς ήμασταν πια κάπου αλλού.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Ατιτλοφόρητο


Απ' τα ωραία της ζωής ή, αν προτιμάτε, απ' τα τερτίπια της συγγραφής. Όταν άρχισα να γράφω το πιο κάτω το φανταζόμουνα σα μια ιστορία-οδηγό, χιλίων πεντακοσίων λέξεων το πολύ, την οποία θα ξαναέγραφα και θα ανέπτυσσα περισσότερο αργότερα. Αλλά να που αυτή αποφάσισε να πάρει τα πράγματα στο χέρι της και απ' το πουθενά πάει να μου προκύψει μυθιστόρημα ή τουλάχιστον νουβέλα. Πρόκειται για μια απλή αφήγηση για τα προφανή μα ακατανόητα της ζωής. Ένα απόσπασμα:

Τ’ όνομά μου είναι Χοπ, ή ίσως και Χόουπ -ανάλογα με την προφορά- και θέλω να προσφέρω ακριβώς αυτό που λέει, ελπίδα δηλαδή. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Πώς να είναι άλλωστε, αφού πού και πού νιώθω ακόμη κι εγώ η ίδια απελπισμένη! Ωστόσο προσπαθώ, κάνω ό,τι μπορώ, κι ας είμαι τόσο μόνη. Όχι ακριβώς μόνη, αλλά μόνη. Αυτά που κάνω είναι η ζωή μου, δίχως αυτά δεν έχω ζωή. Δεν έχω ζωή.
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, μ’ ένα πατέρα που ήταν σχεδόν πάντα απόν και μια μητέρα που μόνο φαινομενικά ζούσε εκεί. Είχαμε λεφτά με την ουρά, αφού η μητέρα μου καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια κι ο πατέρας μου ήταν ένας αδίστακτος άνθρωπος, που κανένα εμπόδιο δεν μπορούσε να σταθεί στο δρόμο του προς την κορυφή. Όταν λέμε κορυφή βλέπε, το χρήμα και τη φήμη. Το πρώτο το απέκτησε σχετικά εύκολα, με ένα γάμο, το δεύτερο, λίγο πιο δύσκολα, πατώντας επί πτωμάτων. Στην αρχή ήταν απλά ένα μικρό στέλεχος μιας μεγάλης επιχείρησης, αλλά σαν άτομο χωρίς πολλούς ενδοιασμούς και άγνοια της λέξης ενοχή, πήρε σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς την κορυφή που ονειρευόταν. Διαθέτοντας ένα λαμπρό μυαλό και μια καρδιά από πέτρα, κατόρθωσε σε λίγα μόλις χρόνια να γίνει συνέταιρος σ’ εκείνη την πρώτη του δουλειά, και -αφού έφτιαξε το όνομά του- να την παρατήσει και να φύγει γι’ άλλα. Με το χρήμα της μάνας μου, αλλά και με τις δικές του πλέον οικονομίες, δημιούργησε μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών, που όπως έλεγε τον έβαλε στον χάρτη. Σιγά-σιγά το όνομά του άρχισε να αναφέρεται όλο και πιο συχνά στα οικονομικά ένθετα των εφημερίδων και τα περιοδικά, κι εκείνος πήρε να εμφανίζεται σαν ειδικός στα τηλεοπτικά πάνελ, να δίνει συνεντεύξεις, να οργανώνει δεξιώσεις για πολιτικούς και επιχειρηματίες, να καταξιώνεται.
Πού ήμουνα εγώ όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Κλεισμένη στο χρυσό κλουβί μου, φυσικά. Πρώτα παρέα με τις γκουβερνάντες, ύστερα με τις νηπιαγωγούς και τους δασκάλους στα καλύτερα σχολεία, και μετά σπουδάζοντας -άβουλο πλάσμα όπως ήμουνα- διοίκηση επιχειρήσεων σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας. Είχα ένα όνειρο να πραγματοποιήσω βλέπετε, το όνειρο του πατέρα μου. Όσο για τη μάνα μου, το είπα και πιο πάνω, ήταν σα μια σκιά στη ζωή μου, μια γυναίκα ουσιαστικά άγνωστη, που απλά έτυχε να με γεννήσει.
Τη θυμάμαι τώρα και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω, όχι με ζεστασιά, αλλά ειρωνικά. Πόσο διαφορετικές είμαστε! Σχεδόν από άλλο πλανήτη. Εκείνη ήτανε πάντοτε κομψή, καλοντυμένη, στολισμένη με χρυσαφικά και διαμάντια, βαμμένη μέρα-νύχτα στην εντέλεια, και με εξεζητημένες κομμώσεις, που σύμφωνα μ’ ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό δημιουργούσαν μόδα. Κι είχε κι εκείνο το παγωμένο πράσινο βλέμμα, που πάντα έλαμπε, αλλά στο οποίο ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς ένα ίχνος αγάπης, συμπάθειας έστω. Εγώ; Εγώ, τώρα μοιάζω σαν αλητάκι. Απλά ένα αλητάκι κάποιας ηλικίας. Φοράω πάντα τζιν και φανελάκι ή φαρδιά πολύχρωμα ρούχα, σαντάλια αγορασμένα από τα παζάρια των φτωχών και τα μαλλιά μου είναι σχεδόν πάντα ατημέλητα, λες και μόλις ξύπνησα. Όσο για τα μάτια μου αυτά είναι μελένια – σαν και το μέλι που στάζει η ψυχή μου λέει μία φίλη, αφού δεν μπορεί να δει τα σκοτάδια που κρύβω μέσα μου.
Όπως και νάχει, έζησα για πολλά χρόνια μέσα σ’ αυτό το τεράστιο ψέμα που θεωρούσα φυσιολογική ζωή. Τα μάτια μου ήτανε, βλέπετε, κλειστά. Δεν έβλεπαν τις σκληρές αλήθειες αυτού του κόσμου, παρά μόνο το περίτεχνο περιτύλιγμά του, αυτό που εμφύτεψαν μέσα μου οι γονείς.
Τώρα όταν σκέφτομαι τον εαυτό μου του τότε νιώθω μέσα μου να βράζω, να οργίζομαι. Πώς μπορούσα να είμαι τόσο τυφλή; Πώς μπορούσα να μη βλέπω; Ίσως να έφταιγε το ότι απλά έτσι έμαθα. Είμαστε αυτοί που μας κάνουν οι άλλοι, μέχρι να γίνουμε -αν συμβεί ποτέ αυτό- ο εαυτός μας. Κι εγώ ήμουνα ένα όμορφο ανέμελο κορίτσι, με άφθονο χρήμα στην τσέπη, ακριβά ρούχα, πανάκριβο πολυτελές αμάξι και φίλους καλογυαλισμένους, προϊόντα κι αυτοί οικογενειών σαν και τη δικιά μου, φαινομενικά τέλειων, στην ουσία δυσλειτουργικών.
Θυμάμαι τα πάρτι μας, τις δίχως όρια και τέλος υπερβολές μας, τις βολικές αλήθειες και τις ανέφελες ζωές μας. Βγάζαμε τη γλώσσα στην πραγματικότητα. Κι αυτή, κάποιους από εμάς αποφάσισε να τους τιμωρήσει, δείχνοντάς τους μια όψη της πραγματικής ζωής. Ανάμεσά τους ήμουν κι εγώ.
Όλα άρχισαν από τον καιρό που ήμουν μικρή, όλα τέλειωσαν την εποχή που αρνιόμουνα να μεγαλώσω. Ναι, πάντα παιδί ένιωθα. Παρά τα ποτά, τις λυκοφιλίες, την υψηλή κοινωνία, τις ψευδαισθήσεις ευτυχίας και τα ναρκωτικά που διακινούνταν ελεύθερα στον κύκλο μας, χαρίζοντάς μας περιοδικές στιγμές ικανοποίησης και γεμίζοντας τις τσέπες των εμπόρων και των πολυτελών κλινικών αποτοξίνωσης με χρήμα. Ήταν τότε που βούλιαζα ανατέλλοντας που τον γνώρισα.
Ο Άντι δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους γνωστούς μου -φίλους δεν είχα τότε- αφού έμοιαζε να μην ανήκει εκεί...

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ