Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Ο βασιλιάς του δρόμου

Το όνομά μου είναι Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου -τουλάχιστον σύμφωνα με τον μπαμπά μου- αλλά σίγουρα ξέρει καλύτερα αυτός. πάντα ξέρει καλύτερα αυτός. Αφού μου το λέει κιόλας: να με υπακούς. Εγώ ξέρω καλύτερα. Ε, για να το λέει κάτι θα ξέρει.
Είμαι οκτώ χρονών, αν και δείχνω πιο μικρός, ίσως έξι. Είμαι λεπτός πολύ, κοντός και πάντα φοράω βρώμικα ρούχα από δεύτερο ή τρίτο χέρι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Η μαμά λέει ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι μ’ αυτά που έχουμε, αλλά πού και πού την ακούω να λέει στον μπαμπά πως δεν έχουμε αρκετά. Κι εκείνος της λέει ότι προσπαθεί. Πάντα προσπαθεί. Δεν κατάλαβα για τι, αλλά δεν πειράζει.
Έχω πέντε ακόμη αδέλφια, αφού η μάνα μου, μου λένε οι γειτόνισσες, ότι γεννάει σαν κουνέλα. Πώς μπορεί μια γυναίκα να γεννάει σαν κουνέλα; Και τι είναι η κουνέλα; Έτσι αποκαλούν τις μαμάδες που γεννάνε πολύ; Τι έλεγα; Α, ναι, για τ’ αδέλφια μου. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Μετά είναι ο αδελφός μου, η αδελφή μου, η αδελφή μου, κι ο μικρός μου αδελφός, κι ύστερα το μωρό. Αυτό δεν κατάλαβα αν αδελφός ή αδελφή ακόμη, αφού το αποκαλούν μπέ-ι-μπι. Ή πέ-ι-πι. Δεν είμαι σίγουρος.
Ζούμε στην καλύτερη και την πιο σημαντική πόλη της Ινδίας και του κόσμου ολόκληρου, σύμφωνα και πάλι με τον μπαμπά, την Άγρα. Υπάρχουν κι άλλες πόλεις εκτός απ’ αυτήν; Κι αν ναι, πού είναι; Όλο ρωτώ και ρωτώ, το ξέρω, αλλά τι να κάνω αφού μου αρέσει;
Η μαμά μου λέει ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα και κάθε τόσο όταν συναντώ κάποια νεκρή γάτα στο δρόμο, αναρωτιέται ποια είναι αυτή η κυρία περιέργεια που σκοτώνει τις γάτες. Τι τις έφταιξαν οι κακομοίρες; Εγώ αγαπώ τις γάτες. Οι γάτες είναι φίλες μου. Κάνουμε πολλή παρέα, αφού κι εγώ, όπως κι αυτές, όλη μέρα στο δρόμο βρίσκομαι. Όχι πως δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, έχω, αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό. Κάποιοι μου λένε ότι πρέπει να πάω στο σχολείο. Μα γιατί να φύγω από την Άγρα και να πάω στο σχολείο; Τέλος πάντων.
Όπως έλεγα, είμαι συνέχεια στο δρόμο και κάνω αυτό για το οποίο η μαμά κι ο μπαμπάς περηφανεύονται: κάθομαι και κλαίω. Αστείο δεν είναι; Αλλά σοβαρά μιλάω. Κάθομαι και κλαίω απ’ το πρωί ως τη νύχτα, κάθε μέρα σε κάποιο διαφορετικό σημείο της πόλης, όπου με πάει με το τρίκυκλο ο μπαμπάς. Τη μια είμαι στην είσοδο του Ταζ Μαχάλ, την άλλη στο Φρούριο ή το Κάστρο της πόλης -δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς το λένε- και την άλλη στο σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγαίνω εκεί απ’ τα χαράματα και κάθομαι και κλαίω, και διάφοροι άνθρωποι έρχονται και μου δίνουν φαγητό ή λεφτά, κάποτε και ρούχα. Όχι δε ζητιανεύω. Μου εξήγησε ο μπαμπάς τι είναι αυτό και δεν το κάνω. Μου είπε ότι ο κόσμος αντιπαθεί τους ζητιάνους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μάλλον επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Ή όχι;
Πω πω, πόσα πράγματα δεν ξέρω! Δεν πειράζει όμως, κάποια μέρα θα τα μάθω. Εξάλλου κάθε μέρα και κάτι μαθαίνω. Δεν κλαίω μόνο. Τι νομίσατε; Όταν κάθομαι στη γωνιά μου ακούω τους ανθρώπους που μιλάνε και μαθαίνω διάφορα, ακόμη και ξένες λέξεις. Τις μαθαίνω από τους ξένους, όταν πολύ σπάνια έρχονται και μου μιλάνε, ή όταν περιμένουν το τρένο, ή όταν τους παίρνουν οι ξεναγοί -πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη- από το ένα μέρος στο άλλο και τους μιλούν για το ένα και για το άλλο.
Μου αρέσουν οι ξένοι, αλλά όχι πολύ. Κάθε τόσο μου δίνουν λεφτά, ή κάτι να φάω, όμως τις περισσότερες φορές με αγνοούν. Αγ-νο-ούν! Ορίστε, το είπα. Κάνουν ό,τι δεν υπάρχω, κι ας μην τους ενοχλώ. Α, κι οι ξένοι δεν είναι σαν τον μπαμπά και τη μαμά μου. Δεν άκουσα ποτέ κανέναν απ’ αυτούς να λέει στο γιο του ότι είναι ο βασιλιάς του δρόμου και πολύ λίγες φορές είδα κάποιον να σηκώνει τα παιδιά του στις πλάτες του όπως κάνει ο μπαμπάς. Μάλλον δε θα είναι περήφανοι γι’ αυτά. Γιατί όμως; Αφού είναι καθαρά, καλοντυμένα και μιλούν και ξένες γλώσσες. Αγγλικά. Ισπανικά. Ιταλικά. Γιαπωνέζικα. Χίντου γιατί δε μιλάνε; Παράξενοι άνθρωποι. Δεν πειράζει.
Α, τώρα θα νομίζετε ότι ζω στο δρόμο, μα όχι δεν ζω. Στο δρόμο. Στο σπίτι μου ζω. Όχι πως είναι κανονικό σπίτι. Μια παράγκα είναι με πάτωμα από χώμα, σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες. Σ’ αυτές ζουν πολλοί κάτοικοι. Όπως και το σπίτι μας δηλαδή, οκτώ νοματαίοι. Αλλά μας χωράει μια χαρά. Κοιμόμαστε όλοι πάνω σε παλιές κουβέρτες που μας δίνουν κάθε χρόνο οι φιλανθρωπίες, όποιες κι αν είναι αυτές ενώ νερό κλέβουμε -ή παίρνουμε, δεν είμαι σίγουρος- από τις βρύσες της γειτονιάς. Η μαμά όλη μέρα μαγειρεύει αφού τα μωρά πεινούν συνεχώς, ενώ ο μπαμπάς, που δεν μπορεί να βρει μια α-ξι-ο-πρε-πή δουλειά, τριγυρνά από δω κι από κει με το τρίκυκλο για να βγάλει λίγες δεκάρες. Όταν τον ρωτώ από πού πρέπει να τις βγάλει γελάει δυνατά και μου λέει: Είσαι αστείος. Κι είσαι έξυπνος. Είσαι ο βασιλιάς του δρόμου.
Ναι, είμαι, αφού αν δεν ήμουνα δεν ξέρω που θα βρίσκαμε λεφτά για φαγητό. Όλο και κάτι φέρνω στο σπίτι, κι έτσι δεν πεινάμε -τουλάχιστον όχι πολύ- ποτέ.
Πού και πού, αργά τη νύχτα, ακούω τον μπαμπά και τη μαμά να τσακώνονται -όταν νομίζουν ότι κοιμάμαι- και θέλω ν’ αρχίσω να κλαίω, μα δεν το κάνω. Κλαίω όλη μέρα, δεν μπορώ να κλαίω και τη νύχτα.
«Είσαι άχρηστος. Δεν είσαι ικανός για τίποτα», του φωνάζει αυτή.
«Και τα παιδιά που σου έκανα; Δεν είναι κάτι;» ρωτάει μ’ απορία, χωρίς να φωνάζει αυτός.
Θέλω να τους μιλήσω, να τους κάνω να γελάσουν, αλλά και να τους ρωτήσω πώς ο μπαμπάς έκανε τα παιδιά, δηλαδή εμάς, αλλά σιωπώ. Αφήνω να περάσει η μπόρα, όπως λένε οι μεγάλοι. Και πάντα περνά. Ύστερα όμως επειδή εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ βγαίνω έξω στο δρόμο και κάθομαι και κοιτάω τους περαστικούς πολύ-πολύ λυπημένος. Πάντα κάποιος περνάει. Κάποιοι σταματούν και με ρωτάνε τι κάνω εδώ, γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου, μα έχω κατεβασμένα τα μούτρα και δεν τους απαντάω κι έτσι φεύγουν.
Φίλους δεν έχω πέρα απ’ τα αδέλφια μου αφού δουλεύω συνεχώς και δεν έχω χρόνο για παιχνίδια. Μόνο τις Κυριακές λίγο ξεκουράζομαι όταν φοράμε όλοι τα καλά μας, που κι αυτά δε φαίνονται και τόσο καλά, και πηγαίνουμε όλοι μαζί, ένα τσούρμο, στο σινεμά. Εκεί ο μπαμπάς δίνει κάποια από τα νομίσματα που του φέρνω όλη τη βδομάδα, μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε ταινίες, μασώντας στραγάλια, που μου αρέσουν πολύ-πολύ, αφού σ’ αυτές όλοι τραγουδάνε και χορεύουν. Στις ταινίες όχι στα στραγάλια.
Το αγαπημένο μου τραγούδι, εκείνο που μου κόλλησε, είναι το «Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία… Η ζωή είν’ ωραία…». Δεν ξέρω αν είναι αυτός ο τίτλος του, αλλά πρέπει να είναι, αφού κάθε φορά που το τραγουδάνε, κάτι πολύ όμορφες κύριες χορεύουν σαν χορεύτριες, φορώντας πολύχρωμα ρούχα και κάτι περίεργα πράγματα στα χέρια και στο λαιμό, που όλο στραφταλίζουν. Πρέπει να είναι χρυσαφικά.
Πάντα όλοι είναι χαρούμενοι όταν πηγαίνουμε στο σινεμά. Φωνάζουν, τραγουδούν, γελούν. Μακάρι όλη η ζωή να ήταν σαν το σινεμά. Να ζούσαμε όλοι μέσα στα παλάτια και να ερωτευόμαστε όμορφες λεπτές κυρίες, που κλαίνε και τραγουδάνε πολύ.
Η μαμά δεν είναι λεπτή, είναι χοντρή, αλλά εγώ και πάλι την αγαπώ. Παχαίνει λέει από τις μυρωδιές που ρουφάει όλη μέρα καθώς μαγειρεύει για μας – ευτυχώς που δεν τρώει κιόλας δηλαδή, αφού τότε δε θα τη χώραγε η πόρτα για να μπει στο σπίτι. Ο μπαμπάς είναι λεπτός πολύ. Αυτός λέει ότι τον έφαγαν οι στεναχώριες. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Γιατί τις άφησε; Πού είναι αυτές οι στεναχώριες; Ποιες είναι και γιατί τρώνε τον μπαμπά μου; Τον ρωτάω να μου πει για να πάω να τις δείρω, αλλά αυτός γελάει. Πάντα γελάει όταν του κάνω κάποια έξυπνη ερώτηση και ύστερα μού λέει ότι είμαι ο βασιλιάς του δρόμου. Λες και δεν το ξέρω. Αχ, αυτοί οι μεγάλοι!
Τέλος πάντων, η ώρα πέρασε, τα δάκρυα στέρεψαν. Έβγαλα αρκετά σήμερα κι έτσι απόψε θα φάμε όλοι πολύ και θα γίνουμε ακόμη πιο πολύ ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον για απόψε. Αύριο είναι μια άλλη μέρα.
Με λένε Σάντζιου και είμαι ο βασιλιάς του δρόμου!

Πρώτη γραφή μιας ιστορίας που εμπνεύστηκα από την πιο πάνω φωτογραφία, που έβγαλα στην Καλκούτα το 2004
Δημοσίευση σχολίου