Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Μου αρέσει να γελάω δυνατά

Τ’ όνομά μου είναι Νούι και είμαι πολύ-πολύ θυμωμένη. Φυσικά θα μπορούσαν να με λένε Κα, Ντα, Νουν, Μα, Γκάι ή κάποια άλλη συντομογραφία. Έτσι κι αλλιώς όλα τα ονόματά μας, αυτά που λέμε δηλαδή, συντομογραφίες είναι, αφού τα κανονικά είναι σιδηρόδρομοι, κι άντε να καταφέρει ένας ξένος να πει την αδελφή μου Καεκοκάνχα. Μπορεί; Δεν μπορεί; Πάντως θα ήθελα να με λένε Γκάι, αφού έτσι νιώθω πολλές φορές, κοτόπουλο δηλαδή. Αστείο όνομα, το ξέρω, αλλά και σοβαρό.
Ζω στην Τσιανγκ Μάι μαζί με τις τρεις αδελφές μου, αν και δεν είμαι από δω. Από την Τσιανγκ Ράι είμαι. Από ένα χωριό έξω από την Τσιανγκ Ράι δηλαδή. Ήρθα εδώ για να δουλέψω, όπως και οι αδελφές μου, μαζί μ’ αυτές κιόλας. Τη μια ήμουνα σε μια φάρμα στο χωριό με τις αγελάδες, τα χωράφια με το ρύζι, και τα μικρότερα αδέλφια μου και την επόμενη βρέθηκα στην πόλη να σερβίρω σ’ ένα μπαρ μπύρες σε μεθυσμένους, αλλά πού και πού ευγενικούς τουρίστες. Πού και πού.
Πιο πάνω είπα ότι είμαι πολύ θυμωμένη. Ε, μ’ αυτούς είμαι θυμωμένη. Με τους τουρίστες. Που έρχονται εδώ και μας αντιμετωπίζουν σαν αξιοθέατα, που μας φωτογραφίζουν χωρίς να μας ρωτάνε, που ξοδεύουνε χιλιάρικα σε ποτό και δεν μας αφήνουν ούτε ένα μπατ φιλοδώρημα, που μας κοιτάνε αφ’ υψηλού. Να συνεχίσω;
Ωστόσο, μου αρέσει η ζωή στην πόλη. Εδώ όλο και κάτι μαθαίνεις. Μαζεύω λόγια και εικόνες από παντού, μαθαίνω να γράφω και να μιλώ καλύτερα. Μόνο το δημοτικό τέλειωσα αφού δεν είχα κι άλλη επιλογή, κι έτσι τώρα αντιμετωπίζω τα όσα ζω εδώ σαν το σχολείο μου. Μαθαίνω σιγά-σιγά όλο και περισσότερες λέξεις στ’ αγγλικά, βλέπω ταινίες -κάτι που ήταν αδύνατο στο χωριό μου αφού δεν είχαμε ηλεκτρισμό, οπότε ούτε και τηλεόραση- διαβάζω περιοδικά και πού και πού, όταν πέφτουν αναδουλειές κάθομαι μοναχή και τραγουδάω παλιούς σκοπούς.
Φαντάζομαι πόσο φτωχή θα φαντάζει η ζωή μου στα μάτια σας. Η αλήθεια όμως είναι ότι δε ζηλεύω τη δική σας. Τουλάχιστον αν είναι έτσι όπως ακούω να την περιγράφουν αυτοί που έρχονται εδώ κάθε βράδυ, οι αιώνιοι περαστικοί, που δε σταματούν ούτε στιγμή να μιλάνε για τον εαυτό τους: εγώ… εγώ… εγώ… κι εγώ… Η αλήθεια είναι ότι έχουν την πλάκα τους. Τριγυρνούν από δω κι από κει, πίνουν ασταμάτητα, τρώνε τα πιο ακριβά φαγητά και μιλάνε για το πόσο δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα ταξιδεύοντας, και ξοδεύοντας δίχως έγνοια καμιά τα λεφτά του μπαμπά και της μαμάς. Και περιγράφουν μια επίσκεψη σ’ ένα χωριό, με οδηγό, σα μια μεγάλη περιπέτεια. Εμείς νοιαζόμαστε μονάχα να βγάλουμε αρκετά για ν’ αγοράσουμε ένα πιάτο φαϊ, κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Είμαστε πιο τυχεροί. Δεν είμαστε;
Θέλω να γελάσω όταν τους ακούω και κάποιες φορές το κάνω κιόλας, αφού όσο κι αν λέω ότι είμαι θυμωμένη, μου αρέσει να γελάω πολύ και να γελάω δυνατά. Κι αυτοί οι φαλάνγκ*, μου δίνουν πολλές αφορμές. Όπως μου δίνουν κι αφορμές για να θυμώσω. Να, τις προάλλες κάποιοι ήθελαν ντε και καλά να τους κεράσουμε μια από τις δεκάδες μπύρες που ήπιαν. Εμείς τους εξηγούσαμε ότι απλά δουλεύουμε εδώ και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, κι έκεινοι έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν. Και φώναζαν. Φώναζαν πολύ. Ειδικά οι γυναίκες. Οι εγγλέζες. Και ήθελα να βγω έξω και να τις χτυπήσω, ν’ αρπάξω ένα μπουκάλι Τσιανγκ** και να τους δείξω τι εστί ελέφαντας. Αλλά δεν το έκανα, αφού δεν μου αρέσει η βία, μου αρέσουν οι αγκαλιές. Μα, πόσο ηλίθιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, πόσο ηλίθιοι. Αν πληρώναμε εμείς την μπύρα τους θα μέναμε νηστικές εκείνο το βράδυ, αφού τα φιλοδωρήματα δεν έφταναν για τίποτ’ άλλο. Θα μέναμε νηστικές για να μεθούν εκείνοι. Στο τέλος πλήρωσαν, αλλά αφού μας έσπασαν τα νεύρα. Κι αφού τους βρίσαμε πολύ, στα ταϊλανδέζικα φυσικά, Chi pay***.
Κάθε τόσο σκέφτομαι το χωριό, αυτούς που άφησα πίσω μου. Θα ήθελα να γυρίσω εκεί; Η αλήθεια είναι το πώς τώρα πια όχι. Όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή μου εδώ, όσο κι αν μου λείπουν οι γονείς και τα μικρότερα αδέλφια μου. Εξάλλου για χάρη τους έφυγα, αφού χρειάζονται το μισθό μου για να τα βγάλουν πέρα – εγώ ζω με τα φιλοδωρήματα. Δουλεύω δώδεκα ώρες την ημέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα, είκοσι εφτά το μήνα. Είκοσι εφτά επειδή δικαιούμαι τρεις ολόκληρες μέρες άδεια, οπότε κι επισκέπτομαι το χωριό μου. Όσο για το μισθό μου, μετά από την τελευταία αύξηση έφτασε τα εκατόν πενήντα μπατ**** την ημέρα, έγινα πλούσια δηλαδή. Δεν ξέρω πόσο κάνουν αυτά σε δικά σας λεφτά, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι πολύ λίγα. Δε χρειάζομαι περισσότερα όμως. Όχι πως θα με πείραζε αν είχα δηλαδή.
Α, ξέχασα να σας πω πώς είμαι, ή πώς μοιάζω, ή αυτό, τέλος πάντων. Έχουμε και λέμε: ύψος ένα μέτρο και πενήντα πέντε εκατοστά, βάρος τριάντα οχτώ κιλά. Πολύ χοντρή δηλαδή. Τόσο χοντρή που μου πέφτει το παντελόνι που κληρονόμησα από την αδελφή μου, ακόμη κι όταν φοράω ζώνη, με αποτέλεσμα να κάνω τους άλλους να γελάνε. Ωστόσο, δε με πειράζει αυτό, ας γελάνε. Μακάρι να γελάει όλος ο κόσμος. Φτάνει να μη σκοτώνεται. Ηλικία; Θα γίνω δεκαεννιά σε δύο μήνες και δουλεύω ήδη εδώ και εφτά χρόνια. Έχω ίσια μαύρα μαλλιά, όχι πολύ μακριά, τα οποία συνηθίζω να πιάνω σε μια μικρή κοτσίδα και μάτια ελαφρά καφέ. Δεν ξέρω αν είμαι όμορφη, αλλά είμαι χαριτωμένη. Είδα κι έπαθα να μάθω τι σημαίνει αυτό. Άκουγα τους ξένους να λένε συνεχώς ότι είμαι κιουτ και μέχρι να μου εξηγήσει κάποιος τη σημασία της λέξης σχεδόν αγωνιούσα. Εντάξει, καλά, ψέματα λέω, αλλά όσο να ’ναι ήθελα να μάθω.
Οι αδελφές μου λένε ότι θέλουν να βρουν κάποιο ξένο να παντρευτούν για να τα παρατήσουν όλα, αλλά εγώ καθόλου δε βιάζομαι. Ούτε να βρω ξένο θέλω, αλλά ούτε και να παντρευτώ. Εξάλλου δε μ’ αρέσουν και πολύ οι ξένοι. Κάποιοι είναι συμπαθητικοί, αλλά συνήθως είναι πολύ μεγάλοι για μένα. Ω, δεν μπορώ να σας πω πόσο θυμώνω όταν βλέπω μια νέα ταϊλανδή μ’ ένα γέρο ξένο. Ανάβουν τα αίματά μου -πώς το λέτε εσείς;-, παίρνω ανάποδες. Μα, ύστερα… Ύστερα σκέφτομαι ότι το κάνει από ανάγκη και λίγο τη συγχωρώ. Μόνο λίγο. Πάντα υπάρχει άλλη λύση, σκέφτομαι. Έτσι δεν είναι;
Η κοκέτα της παρέας λέει ότι πρέπει να μάθω λίγο περισσότερα αγγλικά, ν’ αρχίσω να φροντίζω τον εαυτό μου και να φλερτάρω με τους ξένους, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απλά δεν μπορώ. Εγώ θα ήθελα… Θα ήθελα… Να το πω; Ε, θα το πω! Αφού δεν έχετε ιδέα ποια είμαι, θα το πω: εγώ θα ήθελα να είμαι με την Ανν. Ορίστε, το είπα. Μου αρέσει πολύ η Ανν. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα στη δουλειά με έθεσε υπό την προστασία της και πάντα με φροντίζει, κι όταν της περισσεύουν λίγα λεφτά μου αγοράζει και κάνα πιάτο φαϊ, για να μην πεθάνω λέει απ’ την πείνα. Κι η αλήθεια είναι πώς παρά το ότι είμαι μικροκαμωμένη πεινάω πολύ. Ίσως επειδή δεν τρώω τίποτα σχεδόν όλη μέρα. Ίσως επειδή κάποιες φορές δεν τρώω ούτε τη νύχτα. Όταν δεν έχω καθόλου λεφτά για φαγητό, τρώω παγάκια. Ναι, μη γελάτε. Τα παγάκια κάνουν το στομάχι να νιώθει για λίγο γεμάτο. Ευτυχώς όμως δε συμβαίνει πολύ συχνά αυτό. Κάποιες φορές ένα-δυο ξένοι που μένουν στην πόλη με βλέπουν έτσι κι αμέσως μου παραγγέλνουν φαϊ, και δεν περιμένουν ούτε ένα ευχαριστώ. Αυτοί μου αρέσουν. Αλλά όχι σαν την Ανν. Η Ανν είναι το κάτι άλλο. Κάθε νύχτα στο τέλος της βάρδιας καθόμαστε στα σκαμπό ακουμπώντας πλάτες, και μοιραζόμαστε τις ίδιες μουσικές, κι η ζωή τότε γίνεται πολύ ωραία. Όχι πως δεν είναι πάντα. Είναι. Πάντα! Απλά πού και πού τη μαυρίζουν η θλίψη κι η πείνα. Υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά…
Κλαίω τώρα. Κλαίω! Κάποιος μου έφερε παγωτό. Πρώτη φορά τρώω παγωτό στη ζωή μου. Τι καλά! Είμαι ευτυχισμένη. Τραγουδάω ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Τραγουδάω. Και τώρα γελάω. Το γέλιο μου μυρίζει βανίλια-σοκολάτα.
Με λένε Νούι και μ’ αρέσει να γελάω δυνατά.

*Ξένοι
**Ελέφαντας, αλλά και μάρκα μπύρας
***Η χειρότερη βρισιά στα ταϊλανδέζικα. Αμετάφραστη…
****Περίπου τρία ευρώ

υ.γ. Πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας και πάλι

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου