Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Αυτή που βλέπει φωτιές

Είμαι δεκαεφτά χρονών και εδώ και δύο χρόνια ζω στο περιθώριο. Όχι της ζωής, της κοινωνίας. Τ’ όνομά μου είναι Χιμίκο, που σημαίνει Αυτή που βλέπει φωτιές. Ταιριαστό κι αταίριαστο είναι αφού δεν είμαι εκείνη που βλέπει φωτιές, αλλά μάλλον εκείνη που τις βάζει. Τι εννοώ; Μεγάλη ιστορία, κι ίσως κάποια μέρα να σας την αφηγηθώ, αλλά όχι σήμερα. Ή -γιατί όχι;- ίσως και σήμερα! Ναι, σήμερα. Περιληπτικά.
Η πόλη μου είναι το Τόκυο, αλλά μονάχα τη νύχτα. Την ημέρα δεν έχω πόλη, την ημέρα δεν έχω ζωή. Είμαι φρικιό και χαμαιλέοντας. Συνεχώς μεταμορφώνομαι για να επιβιώσω. Δεν είναι δύσκολο, ειδικά όταν ξέρεις ότι ο δρόμος είναι ο προορισμός σου, ότι σου αρέσει να είσαι μοναχική, αλλά η μοναξιά δε σου πάει.
Μένω σ’ ένα δωμάτιο με δύο άλλα κορίτσια λίγο μεγαλύτερα από μένα, που το έχουν επίσης σκάσει απ’ το σπίτι, τη Γιόκο και τη Σάρα. Όχι πως αυτό είναι το όνομα της τελευταίας, αλλά έτσι θέλει να τη λέμε κι εμείς δεν έχουμε καμία αντίρρηση. Όλα είναι αποπνικτικά εδώ μέσα, αλλά και όμορφα την ίδια ώρα. Χαιρόμαστε η μια τη συντροφιά της άλλης, αλλά το περιορισμένο του χώρου μας πνίγει. Όλο λέμε ότι θα θέλαμε κάποια μέρα να ζήσουμε κοντά στη θάλασσα ή σ’ ένα βουνό, κάπου στην εξοχή, αλλά ξέρουμε πως δε θα το κάνουμε. Κατ’ αρχήν είμαστε παιδιά της πόλης και της νύχτας, μας πάει ο θόρυβος, τα νέον φώτα και οι βιαστικοί άνθρωποι. Όχι πως βιαζόμαστε εμείς, καθόλου. Ή, ίσως και να βιαζόμαστε, να ζήσουμε. Γι’ αυτό εξάλλου φύγαμε απ’ το σπίτι, τουλάχιστον έτσι λέμε.
Εγώ προσωπικά έφυγα επειδή δεν είχα άλλη επιλογή. Υπήρξα μέλος μιας παρωδίας οικογένειας. Ο πατέρας μου έριχνε κέρατο στη μάνα, κι ενώ εκείνη το ήξερε δεν αντιδρούσε, με αποτέλεσμα να ακροβατεί συνεχώς πάνω απ’ το κενό, παρασύροντας και μένα μαζί της. Σα φάντασμα που κατά τύχη ανέπνεε, έτσι τη σκέφτομαι τώρα. Και τη μισώ, περισσότερο κι από κείνον, μια και λόγω καταστάσεων το μίσος μου για το πρόσωπό του έχει χάσει την ορμή του. Τη μισώ επειδή υπήρξε ανίκανη μάνα, επειδή δεν ήταν ποτέ εκεί για μένα, επειδή με άφησε να κατρακυλήσω στην άβυσσο. Μια άβυσσο που μου αρέσει, αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
Από τότε που έφυγα από κει νιώθω πιο ελεύθερη, μα το ίδιο λυπημένη. Ίσως και να μη βρήκα εκείνο που αναζητούσα. Ίσως και να μην αναζητούσα στ’ αλήθεια κάτι. Απλά δεν ήθελα να είμαι κοντά της. Και τώρα, δεν κάνω άλλο τίποτα παρά να κινούμαι σαν σκιά στους δρόμους της νύχτας, αλλάζοντας προσωπεία. Όταν είμαι μόνη ή με τα κορίτσια είμαι μια οργισμένη και λυπημένη κοπέλα ντυμένη μόνιμα στα μαύρα, με μοβ σκιές κάτω από τα μάτια, ενώ όταν δουλεύω αλλάζω φορεσιά εντελώς. Γίνομαι αυτή που θέλει να γίνω ο πελάτης. Μην πάει το μυαλό σας στην πορνεία, όχι, σ’ ένα μπαρ δουλεύω. Κανονικά δεν έχω το δικαίωμα στην ηλικία μου, αλλά κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια πόσων χρονών είμαι. Έτσι, σχεδόν κάθε νύχτα, φοράω τα δήθεν καλά μου κι ένα πλατύ χαμόγελο, κρύβω το σκοτάδι των ματιών μου στις παραλλαγές του χώρου και σερβίρω ποτά σε άγνωστους επί το πλείστον ανθρώπους, που γελάνε πολύ, αλλά στο βάθος είναι πολύ λυπημένοι. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, αφού τους αναγνωρίζω, είναι οι καθρέφτες μου. Κάποιοι απ’ αυτούς πού και πού προσπαθούν να με δελεάσουν με το χρήμα τους, να με ψωνίσουν, αλλά δε μασάω. Όχι πως δεν έχω ανάγκη τα λεφτά, αλλά να, είμαι αυτοκαταστροφική και δεν έχω καμία απολύτως εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Μια φορά μονάχα αφέθηκα και στο τέλος ερωτεύτηκα και στο τέλος τα έκανα θάλασσα, φέρνοντας στα πρόθυρα διαζυγίου ένα ζευγάρι. Γι’ αυτό σας λέω ότι είμαι αυτή που ανάβει φωτιές. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Κάποτε έπεισα τη Σάρα, που είχε ανάγκη από λεφτά, να πάει να τα κλέψει από το σπίτι των γονιών της, ενώ η Γιόκο δε χάνει ευκαιρία να διηγηθεί την ιστορία όπου την έπεισα να κάνει στριπτίζ σ’ ένα μεσήλικα σ’ ένα βαγόνι του μετρό κάτω από τα λάγνα βλέμματα των αντρών και τα επικριτικά των γυναικών. Εντάξει, ήμασταν κι οι δυο μεθυσμένες, αλλά…
Δεν είναι μόνο αυτά που έκανα. Έκανα πολλά και τραγικά, και ίσως να κάνω ακόμη περισσότερα στο μέλλον – αν έχω μέλλον δηλαδή. Η αλήθεια είναι ότι δε δίνω μία για το αύριο. Εδώ ούτε με το σήμερα δεν ασχολούμαι. Το μόνο που με νοιάζει είναι να περνάω καλά την κάθε στιγμή. Την κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Η επόμενη δε με νοιάζει. Είσαι νεκρή, μου λέει κάθε τόσο μ’ εκείνο το παρατημένο χαμόγελό της η Σάρα, και προσπαθεί να αντικρίσει στο μαύρο των ματιών μου τις σκέψεις μου. Ποτέ δεν τα καταφέρνει. Είναι μικρή ακόμη, κι ας με περνάει δυο χρόνια. Ίσως τα καταφέρει αυτή. Ίσως βγει απ’ το μπουντρούμι μας.
Κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Μου λένε ότι είμαι όμορφη. Είμαι; Δεν ξέρω. Συνηθισμένη μοιάζω στα μάτια μου. Μια συνηθισμένη γιαπωνέζα έφηβη, που ζει μια ασυνήθιστη ζωή. Πού βλέπουν την ομορφιά, απορώ. Τα μάτια μου είναι μικρά και οργισμένα και το κορμί μου, που είναι σφιγμένο και λευκό, μοιάζει ανέγγιχτο. Μικρή μου θυμωμένη, με αποκαλεί ο Τανάκα.
Ο Τανάκα είναι ο φίλος μου, κάθε τόσο δηλαδή, αφού έχει λέει πολλές δουλειές και δεν μπορεί να με βλέπει πιο συχνά, αλλά εγώ ξέρω. Συναντά κι άλλα κορίτσια. Είναι ψηλός, γύρω στο ένα ογδόντα, είναι γεροδεμένος κι όμορφος. Πώς να αρκεστεί σε μένα; Όχι ότι υποτιμώ τον εαυτό μου, αλλά να… Εξάλλου κοιμάμαι κι εγώ με άλλους. Και με άλλες. Συνήθως όταν με κερνάνε ποτό ή κάνα φιξάκι. Τις έχω ανάγκη τις ουσίες, είναι η ουσία μου. Παίρνοντάς τες πάντα νιώθω πιο καλά και για λίγο αγαπώ όλο τον κόσμο, κι ύστερα τον μισώ και πάλι. Ίσως γι’ αυτό και δεν κάνω εύκολα φιλίες. Τρομάζω τους ανθρώπους. Μου το είπε ο Τανάκα αυτό. Τους τρομάζω επειδή ποτέ δεν ξέρουν τι να περιμένουν από μένα. Τη μια στιγμή μπορεί να ερωτοτροπώ με κάποιον και μετά να τον βρίζω, μπορεί να τα ρίχνω σε κάποιον και ύστερα να τον καρφώνω στη φιλενάδα του. Και τη μια νύχτα μπορεί να μεθώ με κάποιον και την επόμενη μέρα να τον χτυπώ επειδή με μέθυσε. Χρειάζεσαι μια ισορροπία στη ζωή σου, μου λένε κάθε τόσο κι εγώ απορώ τι εννοούν. Η ζωή είναι πάντα ισορροπημένη, απλά εγώ είμαι ανισόρροπη.
Ευτυχώς που είναι και τα όνειρα -αν δεν ήτανε κι αυτά θα τα ’χανα τελείως- όχι αυτά του ύπνου, αλλά του ξύπνιου, ή μάλλον της παραίσθησης. Μου αρέσουν τα χρώματά τους, μου αρέσει η απόστασή τους από τον κόσμο, απ’ τη ζωή μου, κι ας είναι αποτέλεσμά τους. Όταν ταξιδεύω παρέα μ’ αυτά είμαι αφάνταστα ευτυχισμένη, τότε όλα μοιάζουν δυνατά. Το μόνο που δεν ξέρω ποια είναι αυτά τα όλα.
Πρώτη φορά δοκίμασα ναρκωτικά στα δεκατέσσερα, στο σπίτι μιας φίλης, της οποίας τώρα δε θυμάμαι καν το όνομα. Θα έλειπαν οι γονείς της απ’ το σπίτι για δυο μέρες, κι έτσι με προσκάλεσε να μείνω μαζί της. Θα ήταν κι ο αδελφός της μου είπε, αλλά να μην ανησυχώ, αυτός είναι πάντα στον κόσμο του. Ε, σ’ αυτόν ακριβώς τον κόσμο μπήκα κι εγώ από τη μια στιγμή στην άλλη. Έφτασα εκεί νευρική, συνοφρυωμένη, μετά από ένα ακόμη τρικούβερτο καυγά με τον πατέρα μου και σε λίγες ώρες ένιωθα πώς ήμουνα στα ουράνια. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν ένα ποτό κι ένα χαπάκι και όλες οι σκοτούρες έσβησαν. Από τότε… Από τότε, άρχισα να βάζω φωτιές.
Για αρχή τα είπα ένα χεράκι στον πατέρα μου και έβρισα άγρια τη μάνα μου. Ύστερα άρχισα τους καυγάδες στο σχολείο. Μετά έδιωξα με το έτσι θέλω απ’ τη ζωή μου όλους τους παλιούς μου φίλους και τέλος άρχισα τα σκασιαρχεία. Πρώτα απ’ το σχολείο, μετά απ’ το σπίτι. Μετά απ’ όλα. Μέσα σ’ ένα χρόνο έγινα κάποια άλλη και όλο σκεφτόμουνα ότι, πρέπει να φύγω, προτού γίνει κάποιο μεγαλύτερο κακό. Πρέπει να φύγω.
Αλλά δεν έφυγα, τουλάχιστον όχι έγκαιρα, και το κακό έγινε. Κάποια βραδιά που επέστρεψα αργά πολύ στο σπίτι, άκουσα τον πατέρα μου, που ήταν μεθυσμένος, να φωνάζει πάλι στη μάνα μου και πηγαίνοντας προς το δωμάτιό τους, τον είδα να την χτυπά. Κι εκείνη, η αθλία, αντί να του αντισταθεί, αντί να τον χτυπήσει, αντί να τον βρίσει, απλά προσπαθούσε να προστατεύσει το πρόσωπό της -προφανώς για να μη δω εγώ τα σημάδια- και τον εκλιπαρούσε να τη λυπηθεί, να τη συγχωρέσει. Ζητούσε συγχώρεση η κερατωμένη. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θόλωσα. Κι έτσι οργισμένη, αμίλητη, έβγαλα ένα σουγιά που εδώ και καιρό κουβαλούσα μαζί μου απ’ την τσέπη του τζιν, τον άνοιξα, πλησίασα τον πατέρα μου αθόρυβα από πίσω και του τον κάρφωσα με όση δύναμη είχα στο σβέρκο. Ένας πίδακας αίματος άρχισε ν’ αναβλύζει απ’ την πληγή και σε λίγα δευτερόλεπτα, που απ’ τα μάτια μου πέρασαν βασανιστικά αργά, είδα το κορμί του να καταρρέει πάνω από εκείνο της μάνας μου, που έμοιαζε να βαριανασαίνει. Δεν είπα τίποτα. Τράβηξα μονάχα κι έβγαλα το σουγιά από πάνω του, τον σκούπισα με ένα χαρτομάντιλο, κι έφυγα δίχως να ρίξω δεύτερη ματιά πίσω μου. Ο κόσμος μου πια είχε οριστικά αλλάξει και τώρα χάραζα πορεία για ένα νέο, όπου δε θα είχα πια την πολυτέλεια να τρέφω ενοχές.
Τ’ όνομά μου είναι Χιμίκο, και είμαι αυτή που βλέπει φωτιές, που τις βάζει.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου