Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Η Όμορφη και το Κοράλλι

Γεια σας! Με λένε Μαρκ και ζω στην Μπαμπάνε της Σουαζιλάνδης. Α, όχι, δεν είμαι μαύρος, αν ήμουνα δε θα είχα τόσο συνηθισμένο όνομα. Λευκός είμαι και μάλιστα εγγλέζος. Βρέθηκα εδώ τυχαία πριν από μερικά χρόνια, ερωτεύτηκα μια πολύ όμορφη γυναίκα που άκουγε στο όνομα Κοράλλι, την Μαρτζιάνι, και κόλλησα. Από τότε ζω σ’ αυτό το πανδοχείο στην κορυφή του λόφου, το οποίο αγόρασα και εξόπλισα πουλώντας ό,τι είχα και δεν είχα στη χώρα μου.
Τώρα είμαι τριάντα τριών χρόνων και είμαι χήρος. Η Μαρτζιάνι μου πέθανε πριν δύο χρόνια, μετά από επιπλοκές στη διάρκεια του τοκετού. Ευτυχώς όμως η κόρη μας έζησε, κι αυτή ακριβώς είναι το μεγάλο κόλπο κι η ευλογία μου, αυτή που με κρατάει στον ίσιο δρόμο, που δε μ’ αφήνει να παρεκτραπώ. Η κόρη μας, η κόρη μου, η Ζούρι, η όμορφη.
Δεν μπορώ με λόγια απλά -δεν έχω λέξεις για- να σας περιγράψω πόση χαρά μου δίνει αυτό το παιδί. Όσο κι αν η γέννησή της μου κόστισε την απώλεια της μοναδικής γυναίκας που αγάπησα, δε θέλησα ούτε στιγμή να της φορτώσω το κρίμα του χαμού της. Έχασα ένα θείο δώρο, απέκτησα ένα θησαυρό.
Τώρα κάθομαι εδώ στο σαλόνι, ή αν προτιμάτε στη μεγάλη αίθουσα, και παρακολουθώ την κάθε της κίνηση ενός ο άνεμος απ’ έξω λυσσομανάει. Τέλη Ιουλίου, χειμώνας δηλαδή, και τα ξύλα σιγοκαίνε στο τζάκι. Κάποιοι από τους φιλοξενούμενους στο πανδοχείο κάθονται μπροστά από τη φωτιά και σιγοψιθυρίζουν, άλλοι διαβάζουν ή βλέπουν τηλεόραση, κάποιοι μοιράζονται μπύρες Milk Stout ή απολαμβάνουν ένα ποτήρι καλό κόκκινο βαρελίσιο κρασί από τη Νότιο Αφρική. Η Ζούρι πηγαίνει από τον ένα στον ένα και τους παρατηρεί, τους μιλά, τους παρενοχλεί δίχως να τους ενοχλεί. Εξάλλου, αυτή η μικρή μιγάδα έχει γίνει πια για τα καλά η μασκότ μας. Όλοι την αγαπούν, όλοι την προσέχουν. Κι αν έχει ένα μόνο πατέρα, έχει μια ντουζίνα μητέρες. Είναι οι γυναίκες που δουλεύουν για μένα, είναι και οι εθελόντριες που μένουν για μήνες και μήνες εδώ. Πάντα έχει κάποιο δίπλα της, έτοιμο να της μιλήσει και να παίξει μαζί της, κι αυτό μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση. Ωστόσο δεν έχει τη μάνα της, κι αυτό πού και πού αργά τη νύχτα, ειδικά αν είμαι και λίγο πιωμένος, με κάνει να δακρύζω.
Μου λείπει η Μαρτζιάνι πολύ. Λες και τα όσα ζήσαμε παρέα δεν κράτησαν παρά μία μονάχα στιγμή. Κάθε τόσο κοιτώ τις φωτογραφίες που βγάλαμε μαζί, θυμάμαι τις εκδρομές μας στα εθνικά πάρκα, στο Χλάνι και στο Μιλουάνι, τα ζώα που πρωτοείδα μαζί της, τις συγκινήσεις που έζησα, και νιώθω πολύ τυχερός, και νιώθω απερίγραπτα άτυχος. Ήταν ανάγκη να τη χάσω τόσο νωρίς; Αναρωτιέμαι. Ήταν ανάγκη;
Νιώθω ότι της χρωστάω πολλά, τα πάντα. Αυτή με έμαθε να ζω. Αυτή με έμαθε να χαίρομαι την κάθε στιγμή και να γελώ δυνατά. Αυτή με έπεισε ότι δεν ήμουνα το άχρωμο ανθρωπάκι, του οποίου από πάντοτε την εικόνα κουβαλούσα.
«Είσαι εγγλέζος, κι αυτό τα εξηγεί όλα», μου έλεγε και γελούσε με την καρδιά της όταν προσπαθούσα μάταια να καταλάβω στην αρχή τον τρόπο που ζούσε, το ατελείωτό της κέφι, τη μανία της για το χορό. «Εσείς οι άνθρωποι του βορρά δεν ξέρετε να ζείτε. Έχετε ένα σωρό λεφτά και είστε φορτωμένοι ένα τόνο μιζέρια. Εμείς δεν έχουμε τίποτα, κι έτσι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, γι’ αυτό είμαστε πιο ευτυχισμένοι».
Πόσο δίκιο είχε! Τώρα που άλλαξα αυτό μπορώ και το βλέπω ξεκάθαρα. Όπου και να πάμε κουβαλούμε μαζί μας τον τόπο μας, τις συνήθειες μας, φοράμε πάντα τις παρωπίδες που φορτωθήκαμε από μικροί. Ταξιδεύουμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όχι για να γνωρίσουμε άλλους λαούς, όχι γι’ αυτό, αλλά για να δώσουμε σ’ εκείνους την ευκαιρία να γνωρίσουν εμάς, ώστε να έχουμε να λέμε μετά, στους γνωστούς που ανακυκλώνονται μα ποτέ δεν αλλάζουν, πόσο διευρύναμε τους ορίζοντές μας.
Αχ ρε Μαρτζιάνι. Αχ! Αχ και να ήσουνα τώρα εδώ. Ζήσαμε όμορφα, αλλά δεν πρόλαβες να νιώσεις το πιο υπέροχο συναίσθημα, την επαφή με την κόρη μας. Δεν πρόλαβες να τη βάλεις σ’ ένα μπόγο και να τη βγάλεις μια βόλτα έχοντάς την δεμένη στο κορμί σου. Δεν πρόλαβες να τη θηλάσεις. Δεν πρόλαβες να την ακούσεις να λέει τις πρώτες λέξεις, να τη δεις να κάνει τα πρώτα της βήματα. Το κλάμα της. Μόνο αυτό άκουσες και μετά έφυγες.
Έρχεται και σκαρφαλώνει στα πόδια μου η μικρή, κι αρχίζει με τα χεράκια της να μου τραβάει το πυρόξανθο μούσι, ένα από τα αγαπημένα της παιχνίδια. Κοιτάω τα καφέ της μάτια που λάμπουν λες με λαχτάρα, παιχνιδιάρικα, της χαϊδεύω τα σγουρά μαύρα μαλλιά, που μέρα με τη μέρα όλο και θεριεύουν. Η ίδια η μάνα της είναι, απλά λίγο πιο ανοιχτόχρωμη. Και είμαι σίγουρος ότι σαν μεγαλώσει θα γίνει κι ετούτη μεγάλος μπελάς. Μπορώ να το διακρίνω από τώρα αυτό. Ο τρόπος που κινείται συνεχώς, το ό,τι δε βάζει γλώσσα μέσα, το πώς πετάγεται πάνω και προσπαθεί να χορέψει με το που ακούει κάποια μουσική να παίζει, όλα αυτά μου δείχνουν ότι πολύ θα με κάνει να υποφέρω αυτό το κορίτσι. Και θα υποφέρω υπέροχα. Μ’ ένα χαμόγελο πλατύ και περήφανο, και πέρα ως πέρα αληθινό.
Χτυπάει το κουδούνι της καγκελόπορτας, ρωτάω ποιος είναι, και μια στιγμή αργότερα ανοίγω στον Άντριου. Θείο τον αποκαλεί η Ζούρι, αλλά δεν έχουμε καμία συγγένεια. Απλά είναι ο καλύτερός μου φίλος, αυτός που μου στάθηκε στις δύσκολες ώρες. Έτσι όπως με βλέπει σκεφτικό με διαβάζει αμέσως και δε λέει τίποτα. Σηκώνει απλά την κόρη μου, την κλείνει στην αγκαλιά του και την παίρνει μαζί του σ’ εκείνο το μικρό χώρο που μας αρέσει να αποκαλούμε «Η μπυραρία», και που δεν είναι παρά ένα μικρό και κάπως αποπνιχτικό ημιυπόγειο. Σε λίγο μουσικές ρέγγε αρχίζουν να φτάνουν στ’ αυτιά μου. Λάκι Ντούμπι, ο άνθρωπός μου.
Σιγά σιγά ο χώρος αρχίζει ν’ αδειάζει, καθώς η νύχτα μοιάζει ν’ αποκτάει ζωή. Οι φωνές από δίπλα όλο και δυναμώνουν, τα γέλια κι οι φωνές αντικαθιστούν τους προηγούμενους ψίθυρους και τις ατελείωτες σιωπές. Κι ο άνεμος όλο και δυναμώνει. Ανησυχώ λίγο. Πρέπει να βγω έξω να δω τι συμβαίνει, αφού τίποτα εδώ δεν φαίνεται να είναι κτισμένο σε στέρεες βάσεις. Πρέπει, αλλά δεν το κάνω. Θυμάμαι και πάλι την Μαρτζιάνι. Τη θυμάμαι να μου λέει πειραχτικά: Μάθε να γελάς ασπρουλιάρη, κι αλλάζω γνώμη. Όχι απόψε. Ας μη βυθιστώ κι απόψε στις αναμνήσεις του χθες και τις έγνοιες του αύριο. Ας χαρώ τη στιγμή.
Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα. Παίρνω ένα κουτάκι μπύρα απ’ το ψυγείο και με τη συνοδεία του φύλακα σκύλου μας, του Ντοβ, του Λαμπραντόρ, ακολουθώ τη μουσική. Η «Μπυραρία» δείχνει να δονείται από μια νότα ζωής μαγική, γεμάτη νιάτα κι ευτυχία, ενώ τα στοιχεία της φύσης απέξω μοιάζουν κι αυτά να στήνουν ένα ακόμη πιο άγριο και πιο τρελό χορό. Σηκώνω τη Ζούρι στην αγκαλιά μου κι αφήνομαι στο ρυθμό με μάτια κλειστά, καθώς βλέπω ένα τεράστιο χαμόγελο λευκό, σαν φως στο σκοτάδι, να παίρνει μέσα μου μορφή.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου