Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Συνέντευξη: «Η κατ’ επανάληψη προδοσία, χαρακώνει βαθιά τις ψυχές και οδηγεί και τις καρδιές, που αγαπούν βαθιά και δίχως όρια, στην άβυσσο»

Ο Λάκης Φουρουκλάς γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε από Κύπριους γονείς και τώρα μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην αγροτική Κύπρο και την Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης.


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Κύριε Φουρουκλά, στο τελευταίο σας βιβλίο, που φέρει τον τίτλο "Αγγελική. Το ημερολόγιο μιας πόρνης", πώς γεννήθηκαν οι ήρωες; Από πού ήρθε η έμπνευση;


Η έμπνευση προήλθε από ένα δημοσίευμα σε εφημερίδα, πριν από οκτώ χρόνια. Φυσικά, η ηρωίδα του μυθιστορήματος έχει λίγα μόνο κοινά στοιχεία με την ηρωίδα της ζωής, αλλά σημαντικά: κουράγιο, αυταπάρνηση, πείσμα, πόνο, πτώσεις και ανορθώσεις. Την Αγγελική τη νιώθω πιο αληθινή από την ηρωίδα της πραγματικής ζωής, αφού "ζούσα" και "ζω" μαζί της από τότε που ήρθε να κάνει κατάληψη στις σκέψεις μου –αρχικά ως ηρωίδα ενός μονόλογου, μετά ενός διηγήματος και τελικά αυτής της νουβέλας.
Τις εικόνες απ’ τη ζωή της κόρης της, Ιωάννας, τις εμπνεύστηκα από ένα δωμάτιο, όπου ξόδεψα λίγο καιρό στη Θεσσαλονίκη, κι από ιστορίες που άκουσα την εποχή εκείνη, ενώ ο Καπετάνιος, ο Γιώτης, είπε να επισκεφθεί μέσω αυτής της ιστορίας το παρελθόν του, αφού ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές στο προηγούμενό μου μυθιστόρημα, τις "Γυναίκες της συγνώμης". Όσο για την Κρίστη, την τρανταχτο / γελαστή πόρνη, τη μορφή της την έκλεψα από ένα άρθρο για μια ταινία σε κάποιο περιοδικό.


Η ηρωίδα του μυθιστορήματος εγκαταλείπει τη συζυγική στέγη προς ανεύρεση μιάς καλύτερης τύχης. Αν και εδώ δεν τίθεται τόσο θέμα απιστίας, στην πραγματική ζωή πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να συγχωρεί μια προδοσία;


Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι με τα υλικά της συγχώρεσης, απλώς πολλές φορές το πείσμα και ο εγωισμός δεν τους επιτρέπουν να τα βγάλουν στο φως. Ζούμε σ’ έναν κατ’ εξοχήν σκληρό κόσμο, όπου η φράση "ο θάνατός σου, η ζωή μου" δεν θεωρείται και τόσο υπερβολική, αλλά πιστεύω ότι βαθιά μέσα μας κρύβουμε ακόμη σταλάγματα από εκείνη την αγάπη, που μπορεί να μας βοηθήσει να συγχωρήσουμε πολλά.
Φυσικά, το θέμα δεν είναι και τόσο απλό, αφού η προδοσία αποφέρει πολλές φορές καίρια πλήγματα στα θύματά της. Άλλοι απ’ αυτήν μπορούν να βγουν πιο δυνατοί, πιο σοφοί, κι άλλοι να νιώσουν την καρδιά τους να ξεχειλίζει από μίσος. Κάποιοι ίσως αβίαστα καταρρεύσουν. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν για τη μεγάλη τους καρδιά, που μπορεί να συγχωρέσει σχεδόν τα πάντα, αλλά και γι’ αυτούς δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος, αφού η κατ’ επανάληψη προδοσία, χαρακώνει βαθιά τις ψυχές και –πού και πού– οδηγεί και τις καρδιές, που αγαπούν βαθιά και δίχως όρια, στην άβυσσο.


Για σας η συγγραφή βιβλίων είναι εσωτερική ανάγκη ή μιά ακόμη ενασχόληση;


Δεν θα έλεγα ότι είναι "μια ακόμη ενασχόληση", αφού ουσιαστικά αυτές τις μέρες δεν κάνω άλλο τίποτα. Ακόμη και την αγαπημένη μου φωτογραφική την έχω σχεδόν παρατήσει, κι ας είναι αυτή που μου προσφέρει το όποιο εισόδημά μου. Βασικά, από το καλοκαίρι του 2007 και μετά, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο από το να γράφει.
Τα τελευταία δυόμισι χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά της ζωής μου, κι αν δεν έκανα κάποια αναγκαστικά διαλείμματα, τώρα θα είχα καμιά δεκαριά βιβλία στο ράφι, περιμένοντας την έκδοσή τους. Για να το θέσω απλά: η συγγραφή είναι πια η ζωή μου.


Σε τι περιβάλλον προτιμάτε να γράφετε;


Εδώ και δύο χρόνια γράφω τα βιβλία μου σε διάφορα δωμάτια φτηνών μοτέλ, στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Πριν απ’ αυτά έτυχε να γράψω ένα μυθιστόρημα στην κουζίνα ενός σπιτιού στη Λευκωσία, μια συλλογή διηγημάτων, που θύμιζαν παραμύθια στο σπίτι στο χωριό, και μια νουβέλα σ’ ένα γραφείο αργά τη νύχτα, και στο τραπέζι της μάνας μου στο δικό της σπίτι, ακόμη πιο αργά τη νύχτα.
Όλα αλλάζουν με τον καιρό. Προς το παρόν, στην Τσιανγκ Μάι είμαι –συγγραφικά– στα καλύτερά μου. Αύριο, ποιος ξέρει!


Πώς θα περιγράφατε το δικό σας συγγραφικό στυλ;


Έχω συγγραφικό στυλ; Δεν ξέρω. Άλλοι μου λένε ότι γράφω πολύ συναισθηματικά και κάποιοι υποστηρίζουν ότι έχω μιά τάση να δραματοποιώ τα γεγονότα. Προσωπικά πιστεύω ότι απλώς αφήνω την ιστορία να με οδηγήσει και είναι πολλές φορές που αυτή μου αλλάζει και μου χαράζει πορεία.
Θα σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: Στο πρώτο μου μυθιστόρημα, "Μίρα, το λουλούδι του πολέμου", στην αρχική εκδοχή είχα τον πρωταγωνιστή να πεθαίνει, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε ότι έπρεπε να ζήσει. Το μέσα μου είχε δίκιο, αφού μετά από λίγα χρόνια, θα γινόταν ήρωας σε δύο ακόμη βιβλία, ενώ θα έκανε ένα μικρό πέρασμα κι από κάποιο τρίτο.
Και κάτι ακόμη, τώρα που το θυμήθηκα: Σε ένα διήγημα, που μεταμορφώθηκε σε νουβέλα και μάλλον θα κυκλοφορήσει στην Κύπρο εντός του χρόνου, έδινα αρχικά το ιδανικό ευτυχισμένο τέλος, για να αποδειχτεί –χρόνια μετά– όταν το ξανάπιασα στα χέρια μου, ότι το "ιδανικό" δεν ήταν και το σωστό.
Τι θέλω να πω με όλ’ αυτά; Ότι απλώς δεν έχω στυλ, γράφω και λειτουργώ αυθόρμητα και μπορώ να δανειστώ, με κάποια προσπάθεια, τη φωνή διάφορων συγγραφέων. Τα παραμύθια / διηγήματά μου θυμίζουν, όπως μου είπαν, Παπαδιαμάντη, τον οποίο δεν έχω διαβάσει ποτέ. Οι εγκληματικές μου ιστορίες θυμίζουν Τζέφρι Ντίβερ (αν και πολύ φτωχές μπροστά στην αφεντιά του). Τα μυθιστορήματά μου τους θυμίζουν όλους ή και κανέναν, αφού μιλάνε για συνηθισμένους ανθρώπους, που ζούνε κάποιες ασυνήθιστες καταστάσεις, όπως δηλαδή ο καθένας. Ένα μυθιστόρημα, το οποίο δουλεύω τώρα, δεν θυμίζει σε τίποτα τα προηγούμενά μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι και σ’ αυτό θ’ ακούγεται ξεκάθαρα η δική μου φωνή.


Τι σημαίνει για σας "καλός συγγραφέας";


"Καλός συγγραφέας" είναι αυτός που μπορεί να πει μιαν ιστορία και να προσφέρει συγκίνηση ή χαμόγελα ή, έστω, να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη –ό,τι ιστορία κι αν είναι αυτή. "Καλός" είναι και ο συγγραφέας που απλώς σε ταξιδεύει με τις λέξεις, χωρίς να νοιάζεται και πολύ για το μύθο.
Θα αναφέρω τον Τζον Μπάνβιλ, που είναι ένας από τους συγγραφείς που χαίρεσαι να τους διαβάζεις, κι ας μη συμβαίνει και τίποτα το ιδιαίτερο στα βιβλία τους.


Γνωρίζω ότι μοιράζετε το χρόνο σας ανάμεσα στην αγροτική Κύπρο και στην Τσιανγκ Μάι της Ταϊλάνδης. Ποια στοιχεία λατρεύετε σ’ αυτά τα μέρη και ποια είναι εκείνα που δεν αντέχετε;


Η Τσιανγκ Μάι έχει γίνει κάτι σαν η "τρίτη μου πατρίδα", αφού γεννήθηκα στη Ζιμπάμπουε και μεγάλωσα στην Κύπρο. Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μου αρέσουν σχεδόν όλα, αλλά και πάλι όλα σχεδόν δεν μου αρέσουν –ανάλογα με την ψυχική κατάσταση. Όταν γράφω, όταν δημιουργώ, όλα φαντάζουν στο βλέμμα μου φωτεινά, όταν δεν το κάνω, είμαι λυπημένος και το σκηνικό σκοτεινιάζει.
Τι μ’ έκανε να ερωτευτώ αυτήν την πόλη; Το ότι, αν και μεγάλη, πολλές φορές θυμίζει χωριό. Τα χαμόγελα των κατοίκων της. Το ότι δεν ακούω… κόρνες στους δρόμους. Οι ατέλειωτες διαδρομές που ακολουθώ, τριγυρνώντας από στενά σε πλατείες, από το ποτάμι στους ναούς και στα πάρκα. Είναι μια πόλη παλιά και τέτοια θυμίζει και ίσως ξυπνά μέσα μου κάποια νοσταλγία από εποχές που δεν έζησα.
Τι δεν αντέχω; Τους τουρίστες, που έρχονται εδώ και συμπεριφέρονται αλαζονικά, που δεν σέβονται τους ανθρώπους και τα "πιστεύω" τους, που τους βλέπουν αφ’ υψηλού, αφού αυτοί δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν σε κάποια πλούσια χώρα της δύσης, ώστε να τριγυρνούν στην Ασία, πουλώντας "μούρη" με τα λεφτά του μπαμπά.
Όσο για το χωριό, εκεί –πάνω απ’ όλα– απολαμβάνω την ησυχία, το πράσινό του το χειμώνα και την ηχώ της βροχής στη στέγη, τα υπέροχα ηλιοβασιλέματά του το καλοκαίρι.
Τι δεν αντέχω; Την ησυχία και πάλι, που κάποιες φορές γίνεται εκκωφαντική, ακόμη και για τα δικά μου μοναχικά γούστα.


Έχετε κάποιους αγαπημένους συγγραφείς και ποιητές;


Πολλούς. Ποιον να αναφέρω και ποιον να αφήσω έξω;
Τα πρώτα μου ουσιαστικά διαβάσματα ήταν οι Χέμινγουεη, Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Τους δύο τελευταίους τούς γνώρισα χάρη στα βιβλία του πρώτου και τους αγαπάω ακόμη, εκείνον όχι και τόσο.
Αγαπώ, ακόμη, τον Ουγκό για τους "Αθλίους" του, τον Καζαντζάκη για όλα τα πεζογραφικά του, την αθυρόστομη Λιλή Ζωγράφου, την ξεχωριστή Μαργαρίτα Καραπάνου, τη Σώτη Τριανταφύλλου, την οποία ακολουθώ σταθερά στα ταξίδια της, τον Αντώνη Σουρούνη, που θυμίζει παραμυθά του παλιού καλού καιρού, την Ίρμα Μητροπούλου για το "Ανοιχτό παράθυρό" της, που βαθιά με συγκίνησε, τη Ρέα Γαλανάκη, τον Όμηρο Αβραμίδη για την "Κίτρινη σημαία" του, τους Τζον Μπάνβιλ, Σεμπάστιαν Μπάρι και Ρόντι Ντόιλ –τους καλούς ιρλανδούς παραμυθάδες, τον Τόλκιν για τον κόσμο που δημιούργησε, τον Ουίλμπουρ Σμιθ για τα έπη του, τον Φίλιπ Πούλμαν για τις κατασκευές της φαντασίας του αλλά κι επειδή δηλώνει περήφανος που βρίσκεται πάντα στην πρώτη θέση των "απαγορευμένων" συγγραφέων στις ΗΠΑ, τους Τζέφρι Ντίβερ, Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, Μάικλ Κόνελι, Ίαν Ράνκιν και Πατρίσια Κόρνγουελ, που με συναρπάζουν με τα θρίλερ τους, τον Αλεσσάντρο Μπάρικκο για τον "Ωκεανό" του, κι ακόμη τους ιάπωνες: Μπανάνα Γιοσιμότο, Γιόκο Όγκαβα, Γιόκο Τάβατα, Ρίου και Χαρούκι Μουρακάμι, Μιγιούκι Μιγιάμπι, Νατσούο Κιρίνο.
Θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες με ονόματα.


Τρεις λέξεις που θα περιέγραφαν τον εαυτό σας;


Ανήσυχος, πεισματάρης, ανυπόμονος.


Σε πέντε χρόνια από σήμερα πώς θα θέλατε να είναι η ζωή σας;


Λίγο πιο άνετη και ίσως λίγο πιο ενδιαφέρουσα. Το να είσαι όλη μέρα κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο και να γράφεις και τα βράδια να βγαίνεις και να τριγυρνάς στην πόλη με "καμμένο" το μυαλό, δεν θα έλεγα πως είναι ό,τι το καλύτερο.
"Το τίμημα της συγγραφής", θα μου πεις. "Το τίμημα του να κάνεις αυτό που αγαπάς", θα σου απαντήσω.


Βάσω Β. Παππά. Εφημερίδα Γνώμη Χαλκιδικής

Δημοσίευση σχολίου