Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Σύλβια Πλαθ - Γράμμα αγάπης


Δεν είναι εύκολο να φανεί η αλλαγή που έκανες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουν νεκρή,
αν και, όπως μία πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
παρέμενα ακούνητη κατά τη συνήθεια.
Δε με βοήθησες καθόλου, ούτε τόσο δα
ούτε και μ' άφησες να κοιτάξω με το μικρό κενό μου βλέμμα
προς τον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
να συλλάβω το απέραντο γαλάζιο, ή τ' αστέρια.

Όχι, δε συνέβη αυτό. Κοιμήθηκα, ας πούμε: ως ένα φίδι
κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρες πέτρες σα μαύρη πέτρα
στο λευκό του χειμώνος χάσμα
σαν και τους γείτονές μου, μη βρίσκοντας ευχαρίστηση
στα εκατομμύρια τέλεια λαξευμένα
μάγουλα που φωτίζονται κάθε στιγμή για να λιώσουν
τα δικά μου μάγουλα, τα φτιαγμένα από βασάλτη. Έγιναν δάκρυα
άγγελοι που θρηνούσαν πάνω από πλήξης τοπία.
Αλλά δε μ' έπεισαν. Αυτά τα δάκρυα πάγωσαν.
Το κάθε νεκρό κεφάλι είχε μια προσωπίδα από πάγο.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν ένα λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που υπήρξα ήταν καθαρό αεράκι
και οι μπλεγμένες σταγόνες που αναδύονταν στη δροσιά
διαυγείς σαν πνεύματα. Πολλά πετράδια εξαπλώνονταν
πυκνά κι ανέκφραστα τριγύρω.
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι' αυτό.
Λαμποκοπούσα, μικροσκοπική, και ξεδιπλωνόμουνα
για να αδειάσω τον εαυτό μου σαν κάτι ρευστό
ανάμεσα σε πόδια πουλιών και μίσχους φυτών.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε αναγνώρισα αμέσως.

Δέντρο και βράχος φανταχτερός, χωρίς σκιές.
Το δάχτυλό μου έγινε λαμπρό σα γυαλί.
Άρχισα ν' ανθίζω σαν κλαδί του Μάρτη:
ένα μπράτσο κι ένα πόδι, και μπράτσο και πόδι.
Από βράχο σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα θυμίζω κάποιου είδους θεό
επιπλέοντας στον αέρα μέσα στην αναπτερωμένη μου ψυχή
αγνή σαν ένα τζάμι φτιαγμένο με πάγο. Είναι μια ευλογία.

Σε δική μου πρόχειρη μετάφραση, η οποία όμως δε διαφέρει και πολύ από κάποια "τελική".
Δημοσίευση σχολίου