Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Κέιτ Τέμπεστ - Ξυπνώντας μαζί σου αυτό το πρωί



Χασμουριέσαι. Παρακολουθώ το πηγούνι σου να υπακούει το στόμα σου
ανάμεσα από τις βλεφαρίδες μου μη όντας σίγουρη ότι έχω ξυπνήσει.
Μικρές πτυχές χαράζουν απαλά το πρόσωπό σου.
Η θερμότητα που πηγάζεις θα ζεστάνει αυτό το σπίτι.

Σε παρακολουθώ καθώς επιστρέφεις από κει που ήσουν.
Είναι ζωγραφισμένο πάνω σου. Οι γυμνοί σου ώμοι λάμπουν,
αρπάζουν την αυγή και την κρατούν ακίνητη και την κάνουν να αργοπορεί.
Τα φρύδια σου προβάλλουν τα όνειρά σου σκηνή τη σκηνή.

Τρυπώνεις στα ρούχα και μετά ξεπηδάς γελώντας, και με συνθλίβεις,
 το πεινασμένο σου για φιλιά στόμα θέλει να τραφεί.
Αργά και τρυφερά, απλώνεις τον εαυτό σου κατά μήκος μου
τα χείλη σου καθοδηγούν τα δικά μου όπως τα βελόνια τις κλωστές.

Μερικές φορές συλλαμβάνω μια σου ματιά και νιώθω έκπληξη:
σε κοιτούσα αλλά δε σ' έβλεπα εδώ και μέρες.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
 

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Σεπτέμβρης του 1918 της Έιμι Λόουελ



Αυτό το δειλινό είχε το χρώμα του νερού καθώς πέφτει στη λιακάδα˙
Τα δέντρα λαμποκοπούσαν απ' το πέσιμο των φύλλων˙
Τα πεζοδρόμια έλαμπαν σαν δρομάκια φτιαγμένα από πεσμένα φύλλα σφενταμιών,
Τα οποία τα σπίτια περιτριγύριζαν γελώντας μέσα από τετράγωνα ανοικτά παράθυρα.
Κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο,
Δυο αγόρια ξαπλωμένα μπρούμυτα,
Μάζευαν προσεκτικά κόκκινα μούρα
Τα οποία τοποθετούσαν μέσα σ' ένα κουτί από πολτοσανίδα.
Κάποια μέρα δε θα υπάρχει πόλεμος,
Και τότε θα πάρω αυτό το απόγευμα
Και θα το στριφογυρίσω στα δάχτυλά μου,
Και θ' αποτυπώσω τη γλυκιά του γεύση στον ουρανίσκο μου,
Και θα καταγράψω την εύθραυστη ποικιλία των φύλλων του.
Σήμερα το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το μαζέψω,
Και να το βάλω στο καλάθι με το κολατσιό μου,
Αφού δεν έχω χρόνο για τίποτ' άλλο πέρα
Από την προσπάθεια να ισορροπήσω
Επάνω σ' ένα κόσμο θρυμματισμένο.

Σε δική μου μετάφραση από τα αγγλικά.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Βδομάδα 34



Του αρέσει να πηγαίνει στα παζάρια τις Κυριακές, όχι τόσο για να βλέπει ανθρώπους και πραμάτεια, όχι γι’ αυτό, αλλά επειδή μόνο εκεί μπορεί να μένει μόνος με τις σκέψεις του.

Περπατά πάνω-κάτω, δεξιά κι αριστερά στους δρόμους μιας πόλης που αυτή τη μέρα ειδικά γίνεται πολύχρωμη και αφήνει τον εαυτό του να χαθεί, να ξεχαστεί μέσα στη βουή του κόσμου – μια βουή που κάποτε γίνεται εκκωφαντική, μα η οποία αποτελεί ευλογία για τον ίδιο.

Έγινε μοναχός για να βρει γαλήνη, λέει, κι όμως παραμένει ανήσυχος όσο ποτέ. Το πρόβλημα είναι ότι όπου και να πάει κανείς οι σκέψεις του πάντα τον ακολουθούν, και μόνο ο θόρυβος μπορεί για λίγο να τις φιμώσει.