Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Το Υπόγειο

Αυτό είναι το πρώτο διήγημα που έχω γράψει. Πρόκειται για μια ιστορία δώδεκα χρόνων, την οποία είχα κάποτε εκδώσει μαζί με δύο άλλα κομμάτια σ' ένα βιβλιαράκι στην Κύπρο. Σ' αυτή, τη νέα, και ελπίζω βελτιωμένη της εκδοχή, επαναφέρω το αρχικό "τέλος", αφού τα χρόνια πέρασαν κι ο άθλιος γραφιάς που είμαι άλλαξε, μαλάκωσε. Πολλοί (τι πολλοί; λέμε τώρα) από εσάς διαβάζοντάς την ίσως να σκεφτείται ότι περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Δε θα έχετε άδικο!
Καλό κουράγιο(μάλλον θα το χρειαστείτε για να διαβάσετε τις σχεδόν εννιά χιλιάδες λέξεις της)

Η ζωή μου εκείνο το χειμώνα κυλούσε -τι κυλούσε; σερνόταν- μες στη μονοτονία. Απ’ το βράδυ ως το μεσημέρι ανάγνωση και συγγραφή, γράψιμο και διάβασμα, κάνα σινεμά ή καμιά επίσκεψη σε κάποιον -οποιοδήποτε- γνωστό, έτσι για να ξεφύγω λιγουλάκι και να ξεκουραστούνε και τα έρμα τα μάτια μου, που πήραν να ματώνουν γύρω απ’ τις κόρες. Εντάξει, γι’ αυτό το τελευταίο ίσως να φταίει και το αλκοόλ, αλλά είναι κλισέ κι έτσι μην το πείτε σε κανένα!
Όπως και νάχει, εκείνες τις ημέρες πάλευα στ’ αλήθεια (ή στα ψέματα) με τις σελίδες, ρίχναμε κανονικές γροθιές λέμε, καθώς έψαχνα μέσα στα κείμενα για κρυμμένα νοήματα και γέμιζα τετράδια με σημειώσεις, σε μια προσπάθεια να πετύχω το ακατόρθωτο -ναι, ναι, το ακατόρθωτο δεν είναι τίποτα- να καταφέρω να γράψω ένα βιβλίο.
Α, όχι, δε δούλευα. Είχα ξοδέψει έξη ολόκληρα χρόνια απ’ την εξαιρετική μου ζωή, την προορισμένη για μεγάλα πράγματα, δουλεύοντας από δω κι από κει αποταμιεύοντας χρήμα ζεστό, εν αναμονή της ιστορικής εκείνης μέρας που θα αφυπηρετούσα με σκοπό να γράψω -όπως λέγαν οι συμπονετικοί δικοί μου- την ιστορία της ζωής μου. μιας ζωής που δεν πρόλαβα να ζήσω. Τελικά, τα κατάφερα στα είκοσι πέντε μου χρόνια. Λίγο περίεργη ηλικία για να βγει κανείς στη σύνταξη, κι όμως να.
Φυσικό ήταν (ή αφύσικο, δεν ξέρω) από κει και πέρα ν’ αρχίσω να ξοδεύω τα λεφτά με το σταγονόμετρο (τώρα, πώς είναι δυνατόν να το κάνει κάποιος αυτό; μη με ρωτάτε), ζώντας με την ελπίδα (που πεθαίνει τελευταία, η δόλια) ότι κάποια μέρα θα κατάφερνα να γράψω κάτι καλό, εξαιρετικό, μοναδικό, πρωτότυπο, κάτι που θα ’βρισκε το δρόμο του -μέσα από στενά σοκάκια κι αγριεμένες θάλασσες- για τα βιβλιοπωλεία.
Τον πρώτο καιρό, μες στον ενθουσιασμό για τη συνταξιοδότησή μου, έγραφα πολύ, με πυρετικούς ρυθμούς, παθιασμένα, με αποτέλεσμα την παραγωγή μιας εκπληκτικής ποσότητας σκουπιδιών.
Σαν ανυπόμονος τύπος που είμαι έσπευσα να τα παραδώσω σ’ έναν εκδότη, όντας σίγουρος ότι θα τον άκουγα ν’ αναφωνεί με περίσσιο θαυμασμό: Ω, γεννήθηκε ο νέος Γκογκόλ (καλά τώρα, Γκογκόλ του γκώλου). Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι μου συμπεριφέρθηκαν μεγαλόψυχα και με ευγένεια πολλή. Έτσι -αν και θα έπρεπε- δεν παρέδωσαν το πνευματικό μου παιδί στον κάλαθο των αχρήστων αλλά, το κακόμοιρο, μου το επέστρεψαν, μαζί με μια διπλωματική απάντηση για το λόγο που δεν μπορούσαν να το εκδώσουν. Εγώ, στο μεταξύ, στο διάστημα (δε βγαίνει νόημα) που μεσολάβησε, είχα αποκτήσει κάποιου είδους αυτογνωσία, έτσι παρέδωσα με ελαφρά τη ψυχή το πρώτο μου έργο στα παμφάγα απορριμματοφόρα του Δήμου (όχι Μούτση, Ζωγράφου).
Πριν περάσει καιρός πολύς -σαν άνθρωπος καλλιτεχνικής φύσης (τι λέω τώρα;) που σέβεται πάντα τους άλλους, αλλά ακόμη περισσότερο τον εαυτό του- άρχισα, όπως θα περίμενε κανείς, να τη βρίσκω με την ποίηση. Αυτό με οδήγησε σε χρόνο μηδέν (ή ντι τι) στη συγγραφή, ούτε λίγο ούτε πολύ, εκατόν δέκα ποιημάτων, που εγκρίθηκαν αμέσως για έκδοση από τη χωματερή Άνω Λιοσίων.
Ύστερα απ’ όλ’ αυτά, ίσως να πίστευαν κάποιοι ότι θα τα ’βαζα κάτω, ότι -ωιμέ- θα τα παρατούσα, αλλά όχι εγώ, αυτό δε θα το έκανα ποτέ. Σα συνταξιούχος δε θα έπαυα ποτέ να αγωνίζομαι για τα κεκτημένα δικαιώματά μου, όπως το δικαίωμα στ’ όνειρο, στην πρέφα, στη ρακή και στην ουτοπία. Έτσι, εφοδιάστηκα με δεκάδες βιβλία -σημαντικά κι ασήμαντα- ξοδεύοντας ένα μεγάλο μέρος της σύνταξής μου, με μοναδικό στόχο να μάθω να γράφω, ο ατάλαντος. Και ξανά για νέες απορρίψεις κινώ.

Αλλά, αρκετά κορόιδεψα τον εαυτό μου. ήρθ’ η ώρα να σοβαρευτώ...

Μέχρι τότε που άρχισα να γράφω το πρώτο μου μεγάλο μυθιστόρημα, που δικαίως δεν είδε ποτέ το φως της μέρας, πίστευα πώς η συγγραφή ήταν απλή υπόθεση. Σου έρχεται μια καλή ιδέα, κάθεσαι για ώρες και ώρες και τη γράφεις, κι αυτό είναι όλο, ντυμένος με τα ρούχα της παροιμιώδους μου άγνοιας, σκεφτόμουνα. Πολύ σύντομα θ’ άλλαζα γνώμη, καθώς οι τόσες ιδέες δε θα ’βρισκαν τον καλύτερο δρόμο, το σωστό, για το χαρτί, καθώς τίποτα απ’ όλα εκείνα που έγραφα δε θα με άφηνε ικανοποιημένο, καθώς μια λέξη θα με κρατούσε καθηλωμένο για μια ώρα, καθώς τα σχέδια για τη ροή του κειμένου συνεχώς θ’ άλλαζαν, ανάλογα με την εκάστοτε ψυχολογική μου κατάσταση.
Το Δικαίωμα στ’ Όνειρο άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μες στο καταχείμωνο και, αν όλα πήγαιναν καλά και σύμφωνα με το νοητό μου σχέδιο, υπολόγιζα να το τελειώσω ως το Μάρτη οπόταν -καθώς ο Μάρτης είναι ο μήνας μου- θα επέτρεπα στον εαυτό μου να ερωτευτεί.
Τις πρώτες ημέρες το κείμενο μου έβγαινε εύκολα, αβίαστα, κυλούσε σα γάργαρο νερό, κι έτσι προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς. Δεν άργησα, ωστόσο, να πάθω διανοητικό, σωματικό και ψυχολογικό μπλακ άουτ. Εντελώς ξαφνικά πήρα να νιώθω μια ανεξήγητη εξάντληση να με καταβάλλει, έχασα και το λιγοστό μου ύπνο, κι έτσι δεν μπορούσα καθόλου να συγκεντρωθώ, πόσο μάλλον να γράψω. Αφού είδα κι απόειδα και λυτρωμό δε βρήκα, κάποια στιγμή ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να ξεφύγω απ’ το σκοτεινό και μουχλιασμένο μου υπόγειο. να βγω έξω, στο φως. Έτσι κίνησα για την αγαπημένη μου πόλη, το αγαπημένο μου νησί: τα Χανιά στην Κρήτη. Ήμουν αποφασισμένος, ό,τι κι αν έφερνε η μοίρα στο δρόμο μου, να μην επιτρέψω στον εαυτό μου να ερωτευτεί, μια και δεν είχε βγει ακόμη ο Φλεβάρης! Λες κι αν συναντούσα τον έρωτα της ζωής μου θα τον απέρριπτα. Ω, πόσο μας αρέσει να τυραννάμε τον εαυτό μας, με τις μικρές διανοητικές σκλαβιές μας.
Τα δύο πρώτα μερόνυχτα τ’ αφιέρωσα στα ιερά καθήκοντα του ύπνου, του φαγητού και της μπαρότσαρκας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το τελευταίο. Την τρίτη μέρα είχα κιόλας συνέλθει απ’ τη μανιοκαταθλιπτική μου κατάσταση και, παραδόξως, άρχισα να γράφω σε καταιγιστικούς ρυθμούς – μιλάμε ξεσήκωνα τεράστια κύματα δημιουργίας μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου. Σε πέντε μόλις ημέρες κατάφερα να γράψω περισσότερες σελίδες απ’ όσες είχα γράψει στην Αθήνα σε έξη βδομάδες.
Με δεδομένη την ανεβασμένη σε δυσθεώρητα ύψη ψυχολογική μου διάθεση και τη φοβερή παραγωγικότητα των τελευταίων εικοσιτετραώρων, επιστρέφοντας στην Αθήνα αισθανόμουνα μια ακλόνητη βεβαιότητα, μια σιγουριά, πώς σε λίγες ημέρες θα πετύχαινα το στόχο μου, θα κατόρθωνα να ολοκληρώσω το πρώτο έργο της ζωής μου. Τότε, ακριβώς, ήταν που μου προέκυψε το νέο μπλακ άουτ.
Για δυο μήνες δεν κατάφερα να γράψω λέξη. Όχι! Όχι, αυτό είναι ψέμα, λέξεις έγραψα πολλές, καμία παράγραφο όμως. Τα μπλοκάκια μου είχαν γεμίσει με σημειώσεις, με ατάκες, με στιχάκια, με προτάσεις ολόκληρες, αλλά όταν καθόμουνα να γράψω κάτι λίγο πιο μεγάλο, κάτι μακροσκελές, τότε τα φώτα έσβηναν, όλα μαύριζαν κι έμοιαζαν να χάνονται σ’ ένα σκοτάδι αδιαπέραστο. Εκείνο τον καιρό ένιωθα σα να κυνηγούσα κάποιο όνειρο, που δεν ήταν δικό μου. Τα ’βαζα με τον εαυτό μου, με την τύχη μου, με τους γύρω μου, με το υπόγειό μου, με την Αθήνα και τ’ αυτοκίνητά της. Σκυλόβριζα σιωπηλά τα τροχοφόρα και τους οδηγούς τους που -ω, αθλιότης!- δε με άφηναν να συγκεντρωθώ.
Τρεις ημέρες μετά από το Πάσχα βρέθηκα πάνω σ’ ένα καράβι καλοτάξιδο με προορισμό το Ηράκλειο. Ένιωθα την ανάγκη να κάνω μία επίσκεψη στον τάφο του Καζαντζάκη. Λες κι αυτή θα με βοηθούσε να ξαναβρώ τη χαμένη μου έμπνευση...
Δε με βοήθησε. Κάθισα για ώρα πολλή πάνω στον προμαχώνα μες στο ψιλόβροχο, κοιτώντας τα σύννεφα και την πόλη, ψάχνοντας να βρω από κάπου να πιαστώ, να βγω απ’ το τέλμα. Δεν τα κατάφερα. Κατηφόρισα με βήματα αργόσυρτα προς την παραλία. Στο σταθμό των λεωφορείων.
Στο δρόμο προς τα Χανιά, μέσα σ’ ένα τοπίο που συνεχώς άλλαζε χρώματα -άλλοτε γινότανε γκρίζο σαν και τ’ ουρανού, άλλοτε πράσινο και γαλάζιο σαν της ζώσας φύσης και της θάλασσας- ένιωσα τη γαλήνη να επιστρέφει αγάλι αγάλι στην ψυχή μου. Κάτι η απομάκρυνση απ’ την Αθήνα, κάτι τα τοπία που περνούσαν με ταχύτητα εξήντα και κάτι χιλιομέτρων μπροστά απ’ το νυσταγμένο μου βλέμμα, κάτι τα σημάδια της Άνοιξης που έδιναν τ’ ανθισμένο παρόν τους εδώ κι εκεί. όλ’ αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά, μ’ έκαναν να νιώσω καλύτερα.
Έφτασα στην πόλη μου αργά το απόγευμα, κι επειδή βαριόμουνα να ψάξω για δωμάτιο πήγα στο ίδιο ξενοδοχείο που φιλοξένησε το ασθενές μου σαρκίο, την τελευταία φορά που ήμουν εκεί. Σαν σε ιεροτελεστία διάβασα, όπως-όπως, την εφημερίδα μου, ξάπλωσα και κοιμήθηκα. Κι ήταν ένας ύπνος βαθύς, ατάραχος, δίχως όνειρα. Όταν ξύπνησα, αργά πια το βράδυ, μού φάνηκε πώς ξημέρωνε για μένα μια καινούρια, μια καλύτερη μέρα.
Η υπαρκτοανύπαρκτη -όπως ο ψεύτης την αποκαλούσα- ανάγκη μου για αλκοόλ με οδήγησε εντελώς τυχαία εκείνη τη νυχτιά σ’ ένα μπαράκι. Εκεί, ανάμεσα σε αποχρώσεις μουσικής ρέγγε και κλασικών ροκ αναμνήσεων, ανάμεσα σε μπύρες και σε σφηνάκια, ανάμεσα σε ρεμάλια και σε κούκλες, γνώρισα εκείνη. Ήτανε το πιο όμορφο, το πιο δροσερό βράδυ τ’ Απρίλη, κι εκείνη ένα νυχτολούλουδο που άνθιζε και με προσκαλούσε σ’ ένα κόσμο μαγικό. ήχων, μυρωδιών, χρωμάτων και ξεχασμένων αισθήσεων.
Είχε μαύρα μακριά σγουρά μαλλιά, λίγο γεμάτα μάγουλα απαλά, στη μύτη... μυταρίκι, και φορούσε μαύρο μακό φανελάκι, ξεβαμμένο μπλου τζιν, κι ένα βλέμμα σκοτεινό, λες θανατηφόρο, βλέμμα σκορπιού. Μια femme fatale, ένα κορίτσι του διαβόλου. Κι όλ’ αυτά απ’ τη μέσα μεριά του μπαρ.
Ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα συμπαθούσα τόσο, ότι θ’ αγαπούσα απ’ τη μια στιγμή στην άλλη την... μπύρα. Κι αν μου έλεγε κανείς, ότι κάποια νύχτα θα πήγαινα σ’ ένα μπαράκι, και θα παράγγελνα τις μπύρες τη μία πίσω από την άλλη, μόνο και μόνο για τη γλυκιά απόλαυση τού να βλέπω κάποια να μου χαμογελά, θα τον έβγαζα τρελό. Έλα, όμως, που το χαμόγελό της ήταν τόσο ωραίο, τόσο γιομάτο ζωή κι αινίγματα!
Δε μιλήσαμε καθόλου εκείνο το βράδυ. Παρέμεινα μονάχα, σαν ο ηλίθιος που είμαι, να την κοιτώ διακριτικά, ερευνητικά, σα μαγεμένος, μ’ εκείνο το αποβλακωμένο -υποθέτω- βλέμμα θαυμασμού, που δεν κρύβεται εύκολα, όσο κι αν παριστάνει το φευγάτο. Σα ζωγραφιά φαινότανε στα μάτια μου, σα νεράιδα, σαν ξωτικό που δραπέτευσε απ’ τις σελίδες κάποιου βιβλίου και βγήκε έξω στον κόσμο τον αληθινό για να κάνει τη ζωή μου λίγο πιο όμορφη.
Άλλη κοίταγα, άλλη ποθούσα και μ’ άλλη μιλούσα όση ώρα ήμουν εκεί. Έπιασα -όχι και πολύ καλά, αφού κάθε τόσο μου ξέφευγε- την κουβέντα με μια φίλη της αυστραλέζα, που ζούσε στην ελληνική παροικία της Μελβούρνης. Είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα οι δυο μας. όπως τη μόνιμη ανάγκη για φυγή και ταξίδια, την αγάπη μας για την ποίηση, τη μελέτη των ανθρώπων, το κυνήγι της ουτοπίας. Ακόμη και τα λάθη μας, αν είναι ποτέ δυνατόν, ήταν πανομοιότυπα.
Όχι παραδόξως είχαμε πάρα πολλά να πούμε, πολλές αμαρτίες να εξομολογηθεί ο ένας στον άλλο. Μιλήσαμε για την παντοτινή μοναξιά, εκείνη που στοιχειώνει ανθρώπους σαν κι εμάς, για το θάνατο των κοντινών κι αγαπημένων, για τις κοπάνες απ’ την πλήξη της καθημερινότητας και τα σχέδια μας για το μέλλον. για όλα τα μικρά κι ανθρώπινα και μεγάλα, που συζητούν μεταξύ τους δύο εντελώς άγνωστα -όμοια κι ανόμοια- άτομα, διαφορετικής καταγωγής, που πολύ πιθανόν να μη συναντηθούν ξανά ποτέ στο σύντομο πέρασμά τους απ’ τη ζωή.
Εκείνο το βράδυ, με λίγη, ή μάλλον πολλή, βοήθεια απ’ το αλκοόλ μπόρεσα κι άνοιξα διάπλατα της ψυχής μου το βιβλίο. Μίλησα σε κάποια που δεν ήξερα -σε μια γυναίκα φάντασμα, που ούτε καν το όνομά της μπορώ να θυμηθώ τώρα. ίσως και να μην το έμαθα ποτέ- για το παρελθόν και τα λάθη μου. Συμφώνησα μαζί της πώς: Ό,τι έγινε έγινε και έχει πια περάσει, και δήλωσα το κλασικό: Ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. Και όλα είναι καλά, είπαμε -είναι, όμως;- αφού όλα σε βοηθούν να μάθεις, να κατανοήσεις τη ζωή και τα μυστήριά της.
Ναι, το φιλοσοφήσαμε -ή, μάλλον, αμπελοφιλοσοφήσαμε- πολύ οι δυο μας, και παρόλο που ένιωθα ότι στο πρόσωπο εκείνης της γυναίκας βρήκα στ’ αλήθεια μια αδελφή ψυχή, παραδόξως την άλλη, τη φίλη της σκεφτόμουνα σαν πήγα για ύπνο παραπατώντας μια ώρα πριν το ξημέρωμα. Στη γνωριμία μου με τη μια υπήρχε η ουσία, στη μη γνωριμία μου με την άλλη μια ανεξέλεγκτη, μια ζωώδης χημεία, ένα μυστήριο μεγάλο. Ο ύπνος, που με τύλιξε στον πέπλο του λίγο αργότερα ήταν βαρύς, αλλά σύντομος, κι αν είδα κάποιο όνειρο δεν το θυμάμαι.
Ξόδεψα το επόμενο πρωινό -ή ό,τι απέμενε απ’ αυτό, τέλος πάντων- σε μια απ’ τις καφετέριες στο ζεστό λιμανάκι, πίνοντας μαύρο πικρό φραπέ, διαβάζοντας φευγαλέα και δίχως ιδιαίτερη προσοχή εφημερίδα, παρακολουθώντας τα σύννεφα να πηγαινοέρχονται κατά βούληση στον ουρανό, κρυβοφανερώνοντας τον ήλιο, και τους λιγοστούς ξένους ν’ απολαμβάνουν μια βόλτα με τα πόδια ή με την άμαξα, ή το Εγγλέζικο Πρόγευμά τους παραδίπλα.
Κατά το μεσημέρι επέστρεψα στο ξενοδοχείο κι άρχισα να γράφω. Όλα, εκείνη τη στιγμή και στις ώρες που ακολούθησαν, φάνταζαν ξεκάθαρα στην σκέψη μου. Οι λέξεις, οι γραμμές, οι σελίδες, πήραν να διαδέχονται βιαστικά κι αβίαστα, η μια την άλλη. Η πένα πετούσε στο χοντρό μου τετράδιο, ζωγράφιζε απάνω του κόσμους και ιδέες, το γέμιζε με μια όμορφη διανοητική πλημμύρα φαντασίας. Συνέχισα να γράφω μ’ αμείωτους ρυθμούς μέχρι και το βράδυ. Αλλά, όταν το συγγραφικό μου ντελίριο έφτασε στο αναμενόμενο τέλος του, ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να πάω στο μπαράκι, δηλαδή σ’ Εκείνη.
Έτσι, βγήκα έξω στους δρόμους που νύχτωναν και πήρα να περιφέρω το σαρκίο μου, με βήματα επιτηδευμένα αργά, στην παλιά όμορφη πόλη. Περπάτησα μέχρι και το φάρο, διακόπτοντας άκομψα τα ερωτοτροπήματα τριών ζευγαριών, τα οποία κάπου ζήλεψα, αφού εκείνοι ήταν με του εαυτού τους το άλλο μισό, ενώ εγώ ακόμη το έψαχνα. Κι όσο πιο πολύ το έψαχνα, τόσο ο χρόνος δεν κυλούσε. Μη έχοντας τι άλλο να κάνω, μη βρίσκοντας κάτι να μου αποσπάσει την προσοχή, γύρισα πίσω στο λιμανάκι και κάθισα σε μια καφετέρια για να φάω κάτι και να πιω το στερνό της ημέρας φραπέ. Καθώς βρισκόμουν εκεί, χρησιμοποίησα όλη την πειθώ μου για ν’ αναγκάσω τους δείχτες του ρολογιού να κινηθούν λίγο πιο γρήγορα, κι αυτοί ζευγάρι πιστό στον εαυτό τους, μου έβγαλαν μαζί κοροϊδευτικά τη γλώσσα.
Χαμογελούσε το είναι μου όλο, καθώς έμπαινα ύστερα απ’ ώρα πολλή σ’ εκείνο το μπαράκι, το καλύτερο απ’ όλα, στον προσωπικό μου παράδεισο. Το μόνο που Εκείνη, δεν ήταν εκεί. Ένιωσα να πέφτω απ’ τα σύννεφα και ταυτόχρονα να χάνω το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. και άλλα, κωμικοτραγικά, κλισέ. Ήτανε βραδιά ξεκούρασης για κείνη, μου είπανε. Μετά από λίγο έπιασα τον εαυτό μου επ’ αυτοφώρω ν’ αναρωτιέται τα μεγάλα Γιατί: Γιατί να νιώθω έτσι για κάποια που δεν ξέρω; Γιατί τη σκεφτόμουνα πριν πάω για ύπνο, κι η εικόνα της ζωγραφίστηκε στην σκέψη μου μόλις ξύπνησα το πρωί; Γιατί η μορφή της δεν εγκατέλειψε το μυαλό μου ούτε στιγμή όλη μέρα; Γιατί... Όσο μέσα μου ρωτούσα, τόσο πιο πολύ μπερδευόμουνα. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι ήταν εκείνο που μ’ έκανε να την προσέξω, κι αν αλήθεια άξιζε της προσοχής μου. Εκείνο που ξέρω μετά βεβαιότητας, εκείνο που μπορώ να μαρτυρήσω, είναι ότι ήρθε σαν καταιγίδα στη ζωή μου και ένιωθα ότι θα παρέσερνε πολλά στο πέρασμά της.
Καθώς τα διάφορα γιατί ταλάνιζαν την ψυχή μου, πήραν να ενεργοποιούνται οι άμυνές μου, κι άρχισα να προσπαθώ να την αποβάλω από μέσα μου. Αλλά, ενώ έκανα αυτές τις απέλπιδες προσπάθειες το ήξερα, ένιωθα σίγουρος, πώς αν ποτέ μου ζητούσε να τους παρατήσω όλους, να τα αφήσω όλα πίσω, όλη μου την παλιά ζωή, για να πάω να ζήσω μαζί της στης γης τα ακροτελεύτια σύνορα, θα το έκανα. Θα το έκανα, δίχως δεύτερη σκέψη, παρακούοντας τους κανόνες της λογικής, τους δεσμοφύλακές μας. Έτσι κι αλλιώς, θα θυσίαζα ό,τι είχα και δεν είχα για ένα της μόνο χαμόγελο, για μια ευκαιρία. για μια μόνο ευκαιρία να την κάνω δικιά μου, να γίνω δικός της. Αν υπάρχει κάποιος ή κάτι που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε έτσι.
Όλα θα μπορούσαν να συμβούν εκείνο το βράδυ αν ήταν εκεί. Αλλά, δεν ήταν. Έτσι, αποφάσισα να πιω. Να πιω μέχρι λιποθυμίας. Τώρα, καθώς σκέφτομαι εκείνες τις στιγμές αναρωτιέμαι: τι είναι εκείνο το κάτι που οδηγεί τον άνθρωπο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στα όρια της τρέλας, της παράκρουσης;
Δοκίμασα όλα τα είδη των ποτών. Ψέματα! Όχι, όλα. Όσα μπόρεσα να δοκιμάσω. Έπινα, έπινα, έπινα και μιλούσα με την αυστραλέζα. Δε θυμάμαι για τι, όμως. Ωστόσο, κάπου μες στη μέθη μου την άκουσα να λέει ότι εκείνο ήτανε το τελευταίο της βράδυ εκεί, πώς θα έφευγε. Δε θα την έβλεπα ξανά ποτέ. Σίγουρα η τελευταία εικόνα που χαραζόταν στ’ αχνάρια της μνήμης της για μένα, δεν ήταν κι η καλύτερη, αλλά δεν είχα άλλη καμία να της προσφέρω εκείνη την ώρα. ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου που υποφέρει πολύ, χαμένος μέσα στις ονειροφαντασίες του, μιας ψυχής απελπισμένης που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τον πόνο της, ενός ναυαγού που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τη στεριά του.
Don’t drink your self away, μου είπε, αποχαιρετώντας με, και στο βλέμμα της διέκρινα μια θλίψη, λίγο οίκτο. Σα να αποχαιρετούσε μια καταδικασμένη ψυχή. Μια ψυχή που τα έχει όλα μπροστά της, αλλά της αρέσει να παραδέρνει στης ζωής τα άγρια κύματα. Το βλέμμα εκείνο ακόμη με στοιχειώνει.
Σαν ξύπνησα το πρωί ένιωσα το άδειο κεφάλι βαρύ, σαν αμαρτία. Η στυφή γεύση του πιοτού ήταν ακόμη έντονη στη γλώσσα μου, ο λαιμός μου ήταν στεγνός, αφυδατωμένος. Προσπάθησα να κοιμηθώ ξανά, αλλά μάταια, καθώς ένιωθα βελόνες κάθε τόσο να μου διαπερνούν τον εγκέφαλο, να ματώνουν το (α)νοητό είναι μου. Σηκώθηκα, πλύθηκα, βγήκα έξω, πήρα την εφημερίδα μου και κίνησα για κάποια καφετέρια. Ήξερα ότι η φραπεδιά δεν ήταν κι η καλύτερη λύση, ότι δε θα με βοηθούσε άμεσα, αλλά και πάλι την προτίμησα. Ο ουρανός του νησιού, νιώθοντας μάλλον κι αυτός τον πόνο μου, ήταν βαρύς, θλιμμένος, συννεφιασμένος, και σε λίγο άρχισε να χύνει άφθονα και με πάταγο τα δάκρυά του. δάκρυα, που ίσως θα έπρεπε να χύσω, αλλά δεν μπορούσα, εγώ.
Τέσσερις ώρες χαμένες στο τίποτα, δυο φραπεδιές, δήθεν διάβασμα εφημερίδας, μπόλικη βροχή, άφαντοι τουρίστες, άδειες σκέψεις. Το μεσημέρι έφτασε αλαφροπατώντας στα νερά και τα κύματα κι ο πονοκέφαλος έφυγε ψάχνοντας κάποιο νέο θύμα. Για μια ακόμη φορά άρχισα να περιφέρω τη θλίψη μου στους δρόμους της πόλης, που μετά την μπόρα πήρε να βρίσκει και πάλι τους γνώριμους, πλην βρεγμένους ρυθμούς της.
Τότε, καθώς περπατούσα, συνέβηκε το θαύμα: οι στεναχώριες μου το έβαλαν στα πόδια. έφυγαν βιαστικά -όπως τα σύννεφα- κυνηγημένες λες απ’ τον άνεμο. Έτσι στα ξαφνικά, δεν υπήρχε πια για μένα υπόγειο, δεν ήξεραν ποια ήταν, πού ήταν η Αθήνα. Ξαλάφρωσα! Δε σκεφτόμουνα άλλο το βιβλίο που προσπαθούσα απεγνωσμένα να γράψω, αλλά ούτε και τις αμέτρητες μικρές και μεγάλες, σημαντικές κι ασήμαντες απογοητεύσεις μου. Ο ουρανός είχε πια γίνει τόσο γαλανός, τόσο γαλήνιος, κι Εκείνη το ουράνιο τόξο του. το ουράνιο τόξο μου! Η καρδιά μου ντύθηκε σαν τις ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας, με χρώματα, κι Εκείνη πήρε δίπλα της, μέσα της βαθιά, τη θέση του μόνιμου και μόνου επιθυμητού επισκέπτη της, της Άνοιξης. Έτσι, δίχως λόγο και αιτία, η ευτυχία άρχισε να ξεχειλίζει από μέσα μου και να με παρασέρνει σε δρόμους φανταστικούς, κοντινούς όσο το τίποτα, απόμακρους όσο το καθετί.
Μόλις επέστρεψα στο ξενοδοχείο, στάζοντας ευδαιμονία, ξάπλωσα για να κοιμηθώ. Η ανυπομονησία μου για να τη συναντήσω, ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλη, που δεν κατόρθωσα να κλείσω μάτι. Πήρα, λοιπόν, να διαβάζω την ιστορία της ερωμένης κάποιου βασιλιά, της Μίνα Λώρι, ένα λιλιπούτειο βιβλιαράκι. Μόλις το τέλειωσα, ένιωσα τα βλέφαρά μου να βαραίνουν, τα μάτια μου να κλείνουν από μόνα τους, και παραδόθηκα αμαχητί στην ακλόνητη γοητεία του ύπνου.
Όταν ξύπνησα είχε ήδη πάει δέκα και δεν ήμουνα σίγουρος κατά πόσο χρειαζόμουνα πρόγευμα ή δείπνο. Μια ματιά στον καθρέφτη ήταν αρκετή για να με πείσει ότι το ξύρισμα ήταν πιο επείγον.
Λίγο μετά τις έντεκα βρήκα τον εαυτό μου στρογγυλοκαθισμένο σ’ ένα σκαμπό στο μπαρ, απέναντί της, να πίνει μία μπύρα και να προσπαθεί να μάθει την ιστορία της ζωής της. Κάναμε μια μεγάλη κουβέντα, μετά φυσικών εμποδίων, συνοδευόμενη από πολλά σφηνάκια. Την άκουγα έχοντας τα μάτια μου αδιάκριτα καρφωμένα στα μαύρα δικά της, κάτι, όμως, που δε φαίνονταν να την ενοχλεί. Όλα πάνω της εξέπεμπαν μια μυστηριώδη ενέργεια, μια αόρατη ζεστή λάμψη. Πόσο όμορφη φάνταζε κάτω απ’ το διερευνητικό βαθύ μου βλέμμα! Τι γλυκό που ήταν το χαμόγελο της, το γιομάτο τρυφερή κατανόηση κι αιχμηρή ειρωνεία!
Εκείνα τα μάτια, τα μοναδικά, ήταν εκεί για να τα κοιτάω εγώ, εκείνα τα χέρια για να τα αγγίζω, με ντροπαλή συστολή και κτητικότητα, εκείνα τα χείλη, τα γεμάτα, τα υπέροχα, για... για να τα... Ονειρομαγειρέματα, μιας άγρυπνης φαντασίας. Κι όμως, δε θα μπορούσα εύκολα να εξηγήσω με λόγια, να κάνω κάποιον άλλο να καταλάβει, πόσο πολύ, πόσο οδυνηρά ποθούσα να φιλήσω εκείνα τα χείλη, που λες κι έκρυβαν μέσα της τη λύση σε κάποιο ανομολόγητο γρίφο. Η επιθυμία μέσα μου άναβε σα φλογοβόλο και μου κατάκαιγε τα σωθικά, γίνονταν ένας πυρακτωμένος, άσβεστος πόθος. Ήθελα να ριχτώ στην αγκαλιά της, να την κρύψω στη δικιά μου, να τη φιλήσω με πάθος ατέλειωτα, να της ομολογήσω τα πρωτόγονα και πρωτόγνωρα αισθήματα, που γέννησε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη η παρουσία της μέσα μου. Κι ας με απέρριπτε αμέσως, κι ας με περιγελούσε, κι ας μου έλεγε πώς δε θα ήθελε να με ξαναδεί μπροστά της. Φτάνει να την είχα αγγίξει, να την είχα φιλήσει, να είχα νιώσει το σώμα μου σε άμεση επαφή με το δικό της. Τουλάχιστον έτσι, θ’ αντίκριζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, και ίσως κάπου να ένιωθα λίγο ευτυχισμένος. αφού τα χείλη μου θα είχαν φιλήσει τα τέλεια δικά της, αφού τα χαραγμένα χέρια μου θα είχαν αγγίξει το μετάξι των δικών της. Μα, δεν το έκανα.
Την έβλεπα, τη συναντούσα, ανάμεσα στο λυτρωτικό αλκοόλ και τις αλύτρωτες σιωπές για μια ολόκληρη βδομάδα, το ένα βραδύ μετά το άλλο. Λόγο το λόγο, πιοτό το πιοτό, της είπα τα πάντα για μένα, για της ζωής μου τα χθεσινά πλούτη, για το ζοφερό μου σήμερα. Μου ’πε κι εκείνη τα δικά της. για την πληκτική ζωή που παράτησε για να κατέβει στο νησί, για τα σχέδια της. Μιλήσαμε, όπως πάντα, για ταξίδια και μακρινούς προορισμούς, για τη μοναδική και μοναχική μαγεία της περιπλάνησης.
Όμως, όσα κι αν είπα, όσα κι αν άκουσα, όσα κι αν ήπια, δεν μπόρεσα παρ’ όλες τις προσπάθειές μου ν’ αναφερθώ στο θέμα. Το Θέμα. Εκείνο που μ’ έκαιγε, που ανάλωνε την ουσία μου. Αλλά, είμαι σίγουρος ότι έτσι κι αλλιώς διάβασε την αλήθεια στο βλέμμα μου, το αγιασμένα ένοχο, που αντίθετα με τα χείλη λέει πάντα εκείνο που νιώθει η καρδιά. Έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες πάντα ξέρουν, διαβάζουν τα σημάδια, κι ας μην το δείχνουν, κι ας μη θέλουν να το παραδεχτούν.
Η βδομάδα εκείνη κύλησε σαν όνειρο, σα δάκρυ και σα χάδι, βιαστικά, φτερουγίζοντας στο χώρο και στο χρόνο. Απόλαυσα μέρες γιομάτες ζωή και προσδοκία, βράδια υπέροχα κοντά στην γυναίκα, που ήθελα, που ποθούσα, μα δεν τολμούσα να προσεγγίσω ερωτικά. Τι ήταν εκείνο που με εμπόδιζε, δεν ξέρω. Ακόμη και σήμερα με ξενίζει ο εαυτός μου τού τότε. Αλλά, όπως και νάχει, η ουσία, το μεγάλο κέρδος που προέκυψε από την ιστορία αυτή είναι ότι όσο καιρό κρατούσε -για το λίγο που κράτησε- ένιωθα τη ζωή μου ν’ αποκτάει χρώματα, να χαίρεται και πάλι στη θέα της ομορφιάς, ν’ ατενίζει το σήμερα και το αύριο μ’ αισιοδοξία. Κάθε μέρα ήταν μια γιορτή. Μια γιορτή δημιουργίας και μέθης, σωματικής, ερωτικής, ψυχολογικής. Είχα βρει τη μούσα μου!
Έγραφα κάθε μέρα, όλη μέρα, με ένταση μεγάλη, με αυτοσυγκέντρωση φοβερή, χωρίς σταματημό. Έγραφα την ιστορία μου, έγραφα για κείνη, έγραφα μια ιστορία λυπημένη, με δυστυχισμένο τέλος. Έγραφα για τον πόνο, για τη θλίψη, κι ήμουν μες στην τρελή χαρά. Αλλά, σαν κατάφερα, επιτέλους, και τέλειωσα το βιβλίο, ένιωσα απίστευτα άδειος και κάπου βαθιά μέσα μου θλιμμένος, άδειος. λες και μου μάτωσε η ψυχή, κι η κλεψύδρα της ζωής μου άδειασε στις σελίδες εκείνου του τετραδίου. Ένιωσα στ’ αλήθεια σα να είχα χάσει ένα μεγάλο κομμάτι απ’ τον εαυτό μου, σα να είχα μεγαλώσει ένα παιδί, που τώρα έφευγε και μ’ άφηνε στην αιώνια μοναξιά, σα να είχα ένα θησαυρό -τον πιο πολύτιμό μου- τον οποίο είχα ολοκληρωτικά χάσει. Αν και τότε, εκείνη ήταν ο θησαυρός μου. Ωστόσο, κι εκείνη θα την έχανα, έστω προσωρινά -κι ας μην ήταν στ’ αλήθεια ποτέ δική μου- αφού έπρεπε να φύγω.
Της είπα ότι θα την έβλεπα ξανά σε δυο μήνες, αποφασισμένος να τη βγάλω με νερό και ξερό ψωμί για όσο καιρό χρειαζόταν, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω τη δίψα μου να βρεθώ κάποια στιγμή και πάλι κοντά της.
Στο καράβι για τον Πειραιά ένιωθα σαν ένα ανθρώπινο κουρέλι, ένας παραπεταμένος της ζωής, θλιβερά κι ασυγχώρητα μόνος. Από μέσα μου ράγιζα, έκλαιγα σπαρακτικά στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού και της μνήμης μου κι όλο μετρούσα και ξαναμετρούσα, ο άθλιος ανθρωπάκος, τις ημέρες που απέμεναν, μέχρι να γυρίσω ξανά σε κείνη, μέχρι να δω και πάλι το αγαπημένο πρόσωπο, τα ηδονικά χείλη, τα μαύρα μάτια, τα δικά μου.
Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν ένα πραγματικό μαρτύριο, ένας εν ζωή εφιάλτης. Δεν μπορούσα να την αφήσω να εγκαταλείψει την σκέψη μου ούτε λεπτό. Η εικόνα της μου τυραννούσε την ψυχή, μου διέλυε το σώμα. Έκλεινα τα μάτια και την έβλεπα περίλαμπρη μπροστά μου, με το ίδιο αμίμητο σπινθηροβόλο βλέμμα, με το ίδιο γλυκό και περιπαιχτικό χαμόγελο, με το φονικό κορμί που ποτέ δεν αντίκρισα στην τελειότητα της γύμνιας του. Τριγυρνούσα σκυφτός, λυπημένος στις βρώμικες γειτονιές και τις θορυβώδεις λεωφόρους της Αθήνας, κι όλο περίμενα, ευχόμουνα, προσευχόμουνα, να γίνει το μεγάλο θαύμα, να εμφανιστεί ξάφνου απ’ το πουθενά μπροστά μου, και να ριχτεί γιομάτη αγάπη και πάθος στην αγκαλιά μου, που τόσο επιθυμούσε να κρατήσει και πάλι σώμα γυναίκας. εκείνης της γυναίκας.
Το υπόγειό μου το χρησιμοποιούσα πια μοναχά για ύπνο. Επισκεπτόμουνα όλους τους γνωστούς ξανά και ξανά προσπαθώντας να ξοδέψω τη ζήση μου, έπαιζα σκάκι με τις ώρες, περπατούσα πολύ και κοιμόμουνα όσο περισσότερο μπορούσα. Αύξησα και τις ώρες τηλεχαύνωσης, παρακολουθώντας ακόμη κι αγώνες μπάσκετ και ποδοσφαίρου, που τότε καθόλου δε μ’ ενδιέφεραν. Έκανα οτιδήποτε περνούσε απ’ το χέρι μου, ό,τι μπορούσα για να σκοτώσω το χρόνο μου, αλλά εκείνος αρνιόταν πεισματικά να πεθάνει.
Η ξαδέλφη μου, που έμενε εκεί κοντά και μ’ επισκεπτόταν συχνά πυκνά, μάλλον από περιέργεια παρά από ανησυχία, με ρωτούσε πεισματικά τι με τσίμπησε κι άρχισα να συμπεριφέρομαι τόσο παράξενα, να είμαι συνέχεια λυπημένος και να ονειροβατώ, κι εγώ της απαντούσα μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο ότι ερωτεύτηκα ένα δελφίνι. Ντολφίν ήταν το όνομα της γαλλίδας.
Τα βράδια εκείνα, τ’ αξημέρωτα, πόση μοναξιά με πλημμύριζε, πόσος πόνος αφόρητος σμίλευε την ύπαρξή μου! Έβλεπα ένα ζευγάρι να φιλιέται στην τηλεόραση και δάκρυζα. Αντίκριζα τα ζευγαράκια στους δρόμους και ζήλευα. Διάβαζα σ’ ένα βιβλίο ένα κομμάτι που μιλούσε για τις χαρές του έρωτα και τρελαινόμουνα. Και τότε έβρισκα διέξοδο στη σιωπή, στη γλύκα των αναμνήσεών μου. Καθόμουνα απέραντα σιωπηλός μες στο πνιγερό σκοτάδι του υπόγειου και τη σκεφτόμουνα – τότε μου φάνταζε πιο προσιτή η εικόνα της. Θα με σκέφτεται, άραγε, καθόλου; ρωτούσα τον κατσούφη εαυτό μου. Όχι, μού απαντούσε μονολεκτικά εκείνος.
Όχι! Όχι, δε θα με σκεφτόταν. Δε σήμαινα το παραμικρό για κείνη. Έπρεπε να το πιστέψω αυτό, να πείσω και το μέσα μου, να το χωνέψω, να το καταλάβω. Απλά κορόιδευα τον εαυτό μου. Ποιος ήμουν εγώ, που ήθελα ντε και καλά να διεκδικήσω την αγάπη της; Ένα τίποτα ήμουνα. Το μικρό δαχτυλάκι της να κούναγε, δέκα άντρες θα έτρεχαν ξοπίσω της. Έλα, όμως που ποτέ μου δεν έπαψα να κυνηγώ το άπιαστο, όσο κι αν μου ξέφευγε αυτό.
Την αγαπούσα, το ένιωθα βαθιά μέσα μου, την αγαπούσα, ανεξήγητα πολύ, εκείνη τη μεγάλη μου άγνωστη, και κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνούσε, ήμουνα όλο και πιο σίγουρος γι’ αυτό. Στη δίνη της μοναξιάς και του έρωτα που με κατασπάραζε, έψαχνα απελπισμένα να βρω από κάπου να πιαστώ. Και το ’ριξα στο πιοτό. Το κρασί, το ευλογημένο αυτό νέκταρ, έγινε ο πατέρας κι αδελφός μου, ο σύντροφος κι εξομολογητής μου, το μόνο πράγμα στη ζωή που μου χάριζε μια πρόσκαιρη αίσθηση ευτυχίας.
Για μια όχι και πολύ μεγάλη περίοδο, κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, έβγαζα τη θλίψη μου σεργιάνι στους δρόμους, και τις νύχτες την έπνιγα στο κοκκινέλι, την τάιζα ξερό ψωμί και λησμονιά. Θεέ μου, πόσο πολύ ήθελα τότε να τη μισήσω! Πόσο ήθελα μέσα μου βαθιά να την συνθλίψω, να την εκμηδενίσω! Γιατί να μας πονάει τόσο εκείνο το κάτι που μας κάνει ευτυχισμένους;
Η οινοποσία μου κράτησε για δυο ολόκληρες, δακρυσμένες και χαμογελαστές βδομάδες. Ευτυχώς, όμως, έχω κάπου μέσα μου τη δύναμη να κόβω μεμιάς όλες τις κακές συνήθειες, γιατί αλλιώς δεν ξέρω που θα μπορούσε να με βγάλει εκείνη η παρεκτροπή.
Σιγά-σιγά άρχισα να ξαναβρίσκω τους παλιούς μου, αλλά τώρα πια αλλιώτικους ρυθμούς. Έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωση. Διάβαζα πολύ, αλλά δεν έγραφα καθόλου. Δεν είχα όρεξη να γράψω για τίποτα και για κανένα, εκτός απ’ εκείνη. εκείνη που ήθελα να ξεχάσω. Όσο, όμως, κι αν το ήθελα αυτό -που δεν το ήθελα στ’ αλήθεια- όσο κι αν το επιθυμούσα, δε θα μπορούσα ποτέ να τη διώξω απ’ το υποσυνείδητό μου, να της κάνω έξωση απ’ την καρδιά μου. Θα ’ταν ασήκωτο το φορτίο της απουσίας της απ’ της ψυχής μου το υπόγειο. Ήταν η έμπνευσή μου, κι ας μην έγραφα τίποτα, ήταν η έμπνευσή μου, αυτή που ζωγράφιζε με προσδοκίες του μέλλοντός μου τον καμβά.
Είναι παράξενο πολύ το πώς ένα άτομο -που ξέρεις τόσο λίγο και τόσο πολύ, σχεδόν καθόλου κι ολοκληρωτικά- μπορεί να σημαίνει τόσα πολλά για σένα. να σε κάνει να νιώθεις ότι ο κόσμος όλος, ορατός κι αόρατος, περιστρέφεται γύρω από το πρόσωπό του. Κι αυτά, ενώ εκείνο το πρόσωπο βρίσκεται τόσο πολύ μακριά σου, που μπορείς μονάχα να το βλέπεις μέσα από της φαντασίας σου τα μάτια.
Έτσι την έβλεπα κι εγώ, με την από μέσα μου όραση. Κάθε φορά που σταματούσα για μια στιγμή την ανάγνωση κι έκλεινα τα μάτια για να ξεκουραστώ, ήταν εκεί. Κάθε φορά που ανηφόριζα με τα πόδια στο Λυκαβηττό, για ν’ απολαύσω εκείνο το τόσο σιωπηλά μοναχικό, το απατηλά όμορφο και κοκκινωπό ηλιοβασίλεμα του νέφους, ήταν εκεί. Και κάθε φορά που της έγραφα μακροσκελή γράμματα κι ερωτικές εξομολογήσεις, που δε θα διάβαζε ποτέ, ήταν εκεί. Επειδή την ήθελα εκεί. Επειδή εκεί ανήκε. Από πάντα.
Διάβαζα, θυμάμαι, εκείνες τις ημέρες, σε μια άθλια και λειψή μετάφραση την Άννα Καρένινα, και γραμμή τη γραμμή, σελίδα τη σελίδα, ανακάλυπτα μέσα εκεί, κομμάτια, αποσπάσματα, στιγμές απ’ τη δικιά μας μικρή ιστορία. Δε θεωρούσα τώρα πια καθόλου παράξενο το γεγονός ότι ερωτεύτηκα, ότι αγάπησα παράφορα μια γυναίκα, που στο βάθος δε γνώριζα. Άρχισα σιγά-σιγά να ξεχωρίζω τα δύο εγώ μου, που ήταν -γιατί όχι;- σαν το άσπρο και μαύρο της σκακιέρας. της σκακιέρας όπου παίζεται το παιχνίδι μεταξύ της καρδιάς και της λογικής. Η ζωή μας εξαρτάται από το ποια θα κάνει πρώτη ματ.
Στη δικιά μου τη σκακιέρα έκανε ματ η καρδιά. Την τελευταία βδομάδα του Μάη, μέρα Τετάρτη, βρέθηκα πάνω σ’ ένα μεγάλο καράβι με προορισμό την Κρήτη, τα Χανιά. Καθισμένος στο κατάστρωμα μοναχός, πολύ μετά το μεσονύχτι, προσπαθούσα να δω με μάτια κλειστά, και μ’ ένα αεράκι αναζωογονητικό να μου χαϊδεύει τις αισθήσεις, το όνειρό μου να με πλησιάζει. Ένα όνειρο που άργησε πολύ να ’ρθει και που θα κρατούσε μόνο λίγο, αφού δε θα μπορούσα να μείνω κοντά της περισσότερο από δύο βράδια.
Νοίκιασα ένα δωμάτιο της κακιάς ώρας, μια και δεν μπορούσα να βρω χειρότερο, ή μάλλον φθηνότερο. Η κούραση απ’ το ταξίδι και ο ελάχιστος ύπνος των τελευταίων δύο-τριών ημερών μου βγήκε σε καλό, αφού κοιμήθηκα σαν αρκούδα που ξαπλώνει για τη χειμερία νάρκη της, απ’ τις οκτώ το πρωί μέχρι και το βράδυ.
Στις δέκα ακριβώς βρέθηκα στο ευλογημένο, για τον γράφοντα, μπαράκι. Ήμουν ο πρώτος πελάτης, κι -ίσως γι’ αυτό- ο πιο χαρούμενος. Πιο χαρούμενος απ’ τους απόντες. Πώς φτερούγισε από χαρά η ταλαιπωρημένη μου ψυχή μόλις την είδα! Πώς γέμισε ολόκληρο το είναι μου, η μεγάλη, η ιερή ανατριχίλα του βασιλιά έρωτα, μόλις γλυκά μού χαμογέλασε! Ναι, ήταν κι εκείνη χαρούμενη, ευτυχισμένη που ήμουν εκεί. Το διάβαζα τόσο καθαρά στο πρόσωπο, στο χαμόγελό της, στο βλέμμα της που πετούσε φωτιές, κι έσταζε τρυφερότητα, στην εμφανή της αναστάτωση.
Της έδωσα δειλά το χέρι μου για μια τυπική, δίχως σκοπιμότητες χειραψία. Φοβόμουνα, ο ασυγχώρητα δειλός, ο κιοτής, να την αγκαλιάσω. Φοβόμουνα μήπως και τη χάσω, κι ας μην ήτανε ακόμη, κι ας μην ήτανε ποτέ πριν δική μου. Φόβοι του τύπου ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει, δυστυχώς με στοιχειώνανε συχνά, από πάντα... Δειλός... Πάντα ήμουνα δειλός στις σχέσεις μου με τις γυναίκες που αγάπησα. Ποτέ δεν τα κατάφερνα να τους εκφράσω τα συναισθήματά μου. Ευτυχώς, όμως, εκείνη δεν κώλωνε σαν και την αφεντιά μου. τεντώθηκε πάνω από το μπαρ, μ’ αγκάλιασε και με φίλησε, και στ’ αυτιά μου άρχισε ν’ ακούγεται μια αυτοσχέδια μελωδία της ευτυχίας.
Αρχίσαμε την κουβέντα μας με τα τυπικά. πώς είσαι, τι κάνεις, κι άλλα τέτοια κουφά και απαράδεκτα. Ω, πόσο μισούσα τον εαυτό μου εκείνες τις ώρες! Πόσο πολύ τον έβριζα! Θυμόμουνα τα λάθη μου και τα λάθος πάθη μου, κι από μέσα μου έπαιρνα φωτιά, αλλά δεν έβγαζα καπνούς μήπως και δει εκείνη την ταραχή μου. Πες της τα ρε. Τι ντρέπεσαι; Πες της τα, μια κι έξω, να τελειώνει επιτέλους αυτή η φάρσα, με ξεκούφαινε η φωνή της συνείδησης, αλλά εγώ και πάλι δεν τολμούσα. Φοβόμουνα τόσο πολύ τότε, πιότερο κι απ’ το θάνατο, την απόρριψη. Δεν πίστευα καν αυτό που τόσο καθαρά διάβαζαν τα μάτια μου στα δικά της, αυτό που μάντευαν οι αισθήσεις, που με καλούσαν άγρια, επιτακτικά να ξυπνήσω. Όλα! Όλα μου βροντοφώναζαν πώς τα πράγματα θα πήγαιναν καλά, ότι η τύχη ήταν με το μέρος μου αλλά, ο άθλιος, δεν έπαιρνα από λόγια. Δεν ήθελα να πάω για το δάσος και να χάσω το δέντρο. Το δέντρο! Το όνειρο! Κάλλιο ένα όνειρο μικρό, παρά μία ακόμη απογοήτευση, σκεφτόμουνα.
Ξοδέψαμε τα δύο βράδια μιλώντας για όλα και για τίποτα. Παρακολουθούσα με άγρυπνο βλέμμα την κάθε της κίνηση, το κάθε μικρό χαμόγελο, την κάθε γκριμάτσα, ακόμη και των ματιών της το πετάρισμα. Πόσο ζήλευα όταν έβλεπα κάποιον άλλο να της μιλά! Ποιος του έδινε το δικαίωμα; Ποιος; Γιατί της μιλούσε; Γιατί δε μιλούσε με κάποια άλλη; Κι εκείνη... Εκείνη γιατί του απαντούσε;
Παραλογιζόμουνα, το ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και κάτι για να τ’ αποφύγω. Ωστόσο, ο πόνος μου, το μικρό μου δράμα ήταν και χαρά, αφού μ’ όποιον κι αν μιλούσε, ό,τι κι αν έκανε, κάθε τόσο γυρνούσε προς το μέρος μου και μου ’ριχνε μια φλογισμένη ματιά, ένα λαχταριστό χαμόγελο. Τότε ο κόσμος όλος χάνονταν, η μουσική -κι αυτή- σταματούσε, και σ’ ολόκληρο το σύμπαν δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο, κανείς, παρά μονάχα εκείνη κι εγώ, και το νιογέννητο αστέρι του έρωτα. Γιατί δεν της μίλησα; Γιατί δεν της ομολόγησα τη λατρεία μου; Αφού κι εκείνη, αυτό ακριβώς περίμενε...
Μια στιγμή μονάχα έφτασα μια ανάσα πριν τη μεγάλη εξομολόγηση, πριν το βροντερό των τειχών μου γκρέμισμα. Θέλω κάτι απ’ τη ζωή σου, της είπα. Σα με ρώτησε Τι, είδα το βλέμμα της να φωτίζεται, ν’ αλλάζει όψη και να με τυλίγει, να μ’ αγκαλιάζει. Ωστόσο, για μία ακόμη φορά τα λόγια της ψυχής δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο τον καλά, τον αιώνια χαραγμένο για τα χείλη, και παρέμειναν τα δόλια έγκλειστα στην προσωπική τους φυλακή, στο κελί της ανασφάλειάς τους. Ένα τσιγάρο, της απάντησα κι είδα τα μάτια της να θολώνουν, μια οργισμένη σκιά να τα διατρέχει και μετά ένα ξεφύσημα ειρωνείας. Με σκότωσε, επί τόπου, φαρμακερά χαμογελώντας. Αλλά, δε μ’ άφησε να πέσω χάμω, να τσακιστώ, με συγκράτησε, με έσωσε. Ίσως να μου δίνει με τον τρόπο της μια τελευταία ευκαιρία, σκεφτόμουνα. όχι μ’ ελπίδα, με θλίψη.
Την ημέρα που θα έφευγα την περάσαμε ολόκληρη μαζί. Περπατούσαμε και μιλούσαμε, τρέχαμε κι όλο γελούσαμε. Περνούσαμε υπέροχα μαζί οι δύο. Τα χνώτα μας ταίριαζαν, απόλυτα. Συμπλήρωνε ο ένας την κουβέντα του άλλου, οι σκέψεις μας συμβάδιζαν, όλα τα κοινά μας στοιχεία έδιναν το παρόν τους, φώναζαν την παρουσία τους, μάς έλεγαν Είστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Κι όμως, εμείς δεν τα ακούγαμε, δεν τους δίναμε σημασία, ζούσαμε μονάχα με πάθος εκείνο τ’ όνειρο της μέρας, που σύντομα ήτανε γραφτό του να τελειώσει. Όπως και έγινε.
Την ώρα του αποχαιρετισμού την αγκάλιασα το ίδιο δειλά όπως τις προάλλες είχα πάρει το χέρι της στο δικό μου. Εκείνη μ’ αγκάλιασε με δύναμη, με πάθος. Κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι αποφασιστικά και με φίλησε παθιασμένα στα διψασμένα χείλη, που έμοιαζαν να αιμορραγούν.
Σε λίγο θα έφευγα. Θα έφευγα και μάλλον δε θα την έβλεπα ποτέ ξανά αφού όλες σχεδόν οι οικονομίες μου έκαναν γοργά φτερά, δεν είχα πια λεφτά να ξοδέψω σε ταξίδια, δεν είχα τα μέσα για να γυρίσω κοντά της και πάλι. Της ευχήθηκα να έχει μια καλή ζωή, γιομάτη χαρές και συγκινήσεις μεγάλες, όπου κι αν την έβγαζε ο δρόμος της, ο μεγάλος και προσωπικός, στη συνέχεια. Της έγραψα σ’ ένα χαρτάκι τη διεύθυνσή μου στην Αθήνα, έτσι, για κάθε περίσταση. αν ήθελε και μπορούσε κάποτε να μ’ επισκεφθεί ή και να μου στείλει κάποιο γράμμα.
Συγγνώμη, της ψιθύρισα, αφήνοντάς την να ξεγλιστρήσει απ’ την αγκαλιά μου. Στα μάτια της διέκρινα μια κάποια αμηχανία και θλίψη ανείπωτη. Το βλέμμα της έμοιαζε ραγισμένο, ικετευτικό, σα να μου φώναζε να μείνω εκεί, μαζί της. κι από τότε σα μια βαριά κι αγιάτρευτη πληγή, έτσι το θυμάμαι. Εκείνο το μαύρο, το καταραμένο βράδυ, έκλαψα πολύ. έκλαψα πικρά για την αγάπη που ήξερα, τελικά, πώς είχα, και την οποία έχασα, για την αγάπη που δεν τόλμησα να κάνω δική μου.
Έχει δικά της σχέδια για τη ζωή, διαφορετικά όνειρα από σένα. Μαζί σου θα χανότανε, και θα ’χανε και όλα όσα είχε ποτέ ονειρευτεί, έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου, και μετά προσπαθούσα να τον κάνω να πιστέψει το δόλιο, το μεγάλο ψέμα μου. Ακριβώς όπως είχα καταφέρει να τον πείσω πώς, έτσι κι αλλιώς, δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Τα γκρίζα σύννεφα της μοναξιάς έπεσαν και πάλι βαριά, σκεπάζοντας με πόνο τα όνειρά μου.
Στο καράβι της επιστροφής ένιωθα σα ναυαγός στην έρημο του χρόνου, που όλο φεύγει και μ’ αφήνει μόνο. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της διαδρομής προσπαθούσα να πετύχω το αδιανόητο, να σβήσω απ’ το τρύπιο μου μυαλό την ανάμνησή της. Πόσο νωρίς, πόσο πολύ νωρίς ήταν για να επιχειρήσω να κλείσω με το έτσι θέλω μια ανοικτή, ματωμένη με δάκρυ και ενοχές πληγή! Είχα για μια ακόμη φορά αυτοτραυματιστεί σοβαρά, κρίσιμα πολύ, αλλά και πάλι θα επιβίωνα.
Το ακύμαντο μα ταραχώδες ποτάμι της σκέψης μου με γύρισε πίσω στο πιο μακρινό παρελθόν, και μ’ έφερε αντιμέτωπο μ’ άλλους χαμένους έρωτες, που -όπως κι αυτός- ίσως να μην υπήρξαν στ’ αλήθεια ποτέ. Και τότε κάθισα και άρχισα να γράφω με ρυθμούς πυρετικούς αυτή την ιστορία. μια ιστορία παθών και λαθών. Θέλησα να βγάλω όλο εκείνο το συσσωρευμένο πόνο από μέσα μου, ετούτη τη διαιωνιζόμενη θλίψη. Θέλησα να ξεφορτωθώ μια για πάντα τα φαντάσματα απ’ το κοντινό κι απόμακρο παρελθόν, που δε με άφηναν στιγμή να χαρώ τη ζωή.
Πόνο, θλίψη, ανακούφιση, εμφυσήματα χαράς, αυτά αισθανόμουνα καθώς ξαναζούσα όλα όσα μου είχαν χαρακώσει την ψυχή, όλα όσα με είχαν βαθιά πληγώσει. Πόνο και θλίψη επειδή έξυνα τις πληγές που ακόμη αιμορραγούσαν. Ανακούφιση και χαρά γιατί τις απέθετα πάνω στο χαρτί, αδειάζοντας ένα μέρος της καρδιάς μου, στο οποίο θα μπορούσε ίσως κάποτε να εισβάλει το φως.
Ο ήλιος ανέβαινε δειλά-δειλά, χωρίς καθόλου να βιάζεται, αναψοκοκκινισμένος από τη θάλασσα, καθώς το καράβι έμπαινε στο αγουροξυπνημένο λιμάνι του Πειραιά.
Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα ένα ξαλάφρωμα, μια μικρή ικανοποίηση, μόλις κούρνιαξα και πάλι μέσα στους ασφυκτικά περίκλειστους τοίχους του υπόγειού μου. Μέσα εκεί ένιωθα ασφαλής. Ασφαλής από τον εαυτό μου κι από τους άλλους. Κανείς δεν μπορούσε να εισβάλει στον ψυχωτικό μου χαρακτήρα, όσο βρισκόμουνα στο δικό μου έδαφος.
Η πρώτη βδομάδα μετά την επιστροφή μου στην φασαριόζα Αθήνα πέρασε ασυνήθιστα γρήγορα και παραδόξως ευχάριστα. Κοιμόμουνα από νωρίς το πρωί μέχρι το μεσημέρι, μετά βυθιζόμουνα στους κόσμους τους μαγικούς όπου με ταξίδευαν τα βιβλία έως και το βράδυ, οπότε πήγαινα επισκέψεις σε γνωστούς ψάχνοντας για φίλους. Ξόδευα επίσης χρόνο πολλή παρακολουθώντας ό,τι έδειχνε το χαζοκούτι, ενώ συχνά πυκνά πήγαινα και στα θερινά τα σινεμά, μ’ αγιόκλημα και γιασεμί, και άλλα λυρικά.
Η ευδαιμονία μου, ωστόσο, όπως θα περίμενε κανείς, δεν κράτησε και πολύ. Τα δόλια τα φαντάσματα απ’ το παρελθόν άρχισαν και πάλι να με κυνηγάνε και δεν ήξερα, δεν είχα ιδέα πώς να τους ξεφύγω. Πώς ξεφεύγει κανείς απ’ τα φαντάσματα του έρωτα; Ε; Πώς; Η μεγάλη γνωστή και άγνωστη, ο πικρός και γλυκός ανέκφραστός μου έρωτας, ο έρωτας των δύο αγκαλιών και του ενός και μοναδικού φιλιού, άρχισε να κάνει κατάληψη και πάλι στα όνειρά μου. Τη μια μου χαμογελά, την άλλη μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι, την άλλη δακρύζει με πόνο, έγραψα κάπου, σ’ ένα κομμάτι χαρτί, σ’ ένα μπλοκάκι γιομάτο στιγμές. Ίσως, τελικά, να μη σε αφήνουν, να μη σε εγκαταλείπουν ποτέ οι έμμονές σου ιδέες. εκτός κι αν καταφέρεις να τις αντικαταστήσεις με κάποιες άλλες.
Μπήκα σε μια νέα φάση πόνου, κατάθλιψης, μοναξιάς και ιδιότυπου παραλογισμού. Πρέπει να την ξεχάσεις. Πρέπει! Προσπαθούσα να επιβάλω τη λήθη στον εαυτό μου. Κι ήταν σα να του έλεγα, σα να τον παρότρυνα να ξεχάσει πώς να ζει, πώς ν’ αναπνέει.
Το φευγάτο βλέμμα επέστρεψε και πάλι στο πρόσωπό μου, και το μέσα μου άρχισε να ντύνεται επιμελώς και συστηματικά με τα σκουρόχρωμα ρούχα της οργής. Όλοι, τώρα πια, μού φαίνονταν αφόρητα πληκτικοί, όλα ανούσια. Πήρα να μισώ τον τρόπο ζωής και σκέψης όλων όσοι με περιέβαλλαν. Ήταν όλοι τους τόσο τακτικοί, τόσο καθώς πρέπει και εκκωφαντικά προβλέψιμοι. Τους απεχθανόμουν, τους βαριόμουνα. Μα πιότερο απεχθανόμουν τον εαυτό μου, επειδή επέμενε να κάνει παρέα μαζί τους, να επιζητεί τη συντροφιά τους. Ωστόσο, ήξερα! Το ήξερα ότι αυτοί δε φταίγανε σε τίποτα. εγώ ήμουνα ο φταίχτης, κι αυτοί τα θύματά μου. η μοναδική διέξοδος στα πολλά αδιέξοδα που τόσο περίτεχνα είχα δημιουργήσει για τον εαυτό μου.
Δεν έπρεπε να μένω μόνος, ούτε στιγμή. Δεν μπορούσα να μείνω μόνος. Αρρωστούσα. Πίστευα, ο κακομοίρης, πώς αν είχα κάποια -μια οποιαδήποτε- παρέα θα γινότανε το θαύμα, θα την ξεπερνούσα. Φανταζόμουνα ότι θα μπορούσα να ξεγελάσω ακόμη και τα ίδια μου τα συναισθήματα. Ανθρωπάκι! Μικρό ανθρωπάκι, αδύναμο. Πόσο σίγουρος ήμουνα λίγες μέρες πριν πώς όλα πια είχαν για τα καλά τελειώσει, πώς δε θα την έβλεπα ξανά ποτέ.! Και πόσο σίγουρος ήμουν όταν της το έλεγα! Ποιον, στ’ αλήθεια, ποιον προσπαθούσα να πείσω λέγοντας εκείνο το μεγάλο κι άθλιο, μα συνάμα αθώο ψέμα; Εκείνη ή το μικρό μου εγώ;
Ω, τόσο πολύ μισούμε τελικά τον εαυτό μας, που θέλουμε να το βασανίζουμε και να τον τιμωρούμε, μέχρι να φθάσει στο σημείο της κατάρρευσης;
Τρεις βδομάδες ακριβώς μετά το στερνό αντίο, βρέθηκα πάνω στο καράβι του Νίκου Καζαντζάκη με προορισμό την πόλη του. Γιατί μου φάνηκε τόσο μακρινό, μια μικρή αιωνιότητα, εκείνο το δεκάωρο ταξίδι; Γιατί άργησε τόσο πολύ να ξημερώσει εκείνη η μέρα; Γιατί δεν μπόρεσα ούτε και για μια στιγμή ν’ απολαύσω το ταξίδι; Γιατί δε χάρηκα εκείνη την αυτοκρατορική ανατολή με την οποία μας υποδέχτηκε το λιμάνι του Χάντακα;
Η διαδρομή με το λεωφορείο μού φάνηκε ακόμη μεγαλύτερη, πολύ οδυνηρή, δίχως τελειωμό. Καταριόμουνα τον εαυτό μου, το νεο-γεροξεκούτη, που δεν πήρε το καράβι που πήγαινε κατ’ ευθείαν στα Χανιά, άκουσον άκουσον, επειδή ξεκινούσε μισή ώρα αργότερα. Τίποτα! Τίποτα δεν μπορούσα να χαρώ τις ώρες εκείνες. Τα τόσο μαγευτικά τοπία της κρητικής φύσης φάνταζαν στα μάτια μου μουντά, άχρωμα. Δε μου μιλούσαν, δε μου έλεγαν κάτι καθώς εγώ πήγαινα μ’ ανυπομονησία περισσή κι αγωνία μεγάλη να δω το φως μου, τον ήλιο μου το θηλυκό, που μονάχα εκείνος θα μπορούσε να μου χαρίσει φως, χρώμα, ομορφιά.
Στα Χανιά βρήκα ένα σχετικά καλό δωμάτιο με θέα το λιμανάκι, σε αρκετά χαμηλή τιμή. Ο ιδιοκτήτης υπέθεσε ότι έψαξα κι αλλού, κι ας του επισήμανα απ’ την αρχή ότι η δικιά του ήταν η πρώτη πόρτα που χτύπησα. Ακόμη μία απόδειξη ότι η αλήθεια δε γίνεται ποτέ εύκολα πιστευτή. Τουλάχιστον, όμως, εκείνη η αλήθεια μού βγήκε σε καλό. Έκλεισα το δωμάτιο για μια βδομάδα. Θα ξόδευα ότι είχα και δεν είχα για να είμαι κοντά της, δίπλα της, ώστε ν’ απολαύσω όσο περισσότερο μπορούσα της θεσπέσιάς της ύπαρξης όλες τις χαρές και τις χάρες.
Κοιμήθηκα κάπως ανήσυχα ως νωρίς το βράδυ. Όταν ξύπνησα και βγήκα έξω μ’ ένα πλατύ μαρτυριάρικο χαμόγελο στα χείλη, η κίνηση στους δρόμους ήταν στο φόρτε της. Εκατοντάδες άτομα κάθε καταγωγής και ηλικίας πηγαινοέρχονταν με βήμα περιπάτου, καθώς ο ήλιος όδευε προς την αμετάκλητη δύση του. Οι καμπάνες τριών εκκλησιών κτύπησαν ταυτόχρονα τραγουδώντας πώς η ώρα πήγε εννιά. Η νύχτα άρχιζε τη βάρδια της, κι ήμουνα σίγουρος ότι για μένα θα ήταν μια νύχτα σημαδιακή, χαρά γιομάτη. Ωστόσο, για κάποιο ανεξήγητο λόγο ύστερα από λίγο ένιωσα να θρονιάζεται μέσα μου η μελαγχολία.
Μελαγχολία ή φόβος; Μάλλον φόβος. Φοβόμουνα πώς αυτή τη φορά δε θα διέκρινα εκείνη τη φλόγα στα μάτια της. Φοβόμουνα ότι κάποιος άλλος, που δεν ήτανε δειλός χαρτογιακάς σαν και του λόγου μου, θα είχε εισβάλει στη ζωή της. Ίσως να φοβόμουνα και την επόμενη μέρα. Όμως, αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος, είτε έτσι είτε αλλιώς, να κάνω το μεγάλο βήμα, να της πω της ψυχής μου την αλήθεια, να της εξομολογηθώ τον έρωτά μου. Θα της τα έλεγα όλα, μεμιάς, με μια ανάσα, και μετά θα δεχόμουνα με ευχαρίστηση ή και αγόγγυστα, τις ευχάριστες ή και δυσάρεστες συνέπειες. Τουλάχιστον, όμως, θα μάθαινα, θα ήξερα αν θα μπορούσα να συνεχίσω το δρόμο μου μαζί της ή μόνος.
Μερικές φορές τα λόγια είναι πολύ φτωχά, ανήμπορα, κι αδυνατούν να περιγράψουν κάποια οδυνηρά συναισθήματα, κάποιες τραγικές καταστάσεις. Βρήκα το μπαράκι κλειστό και μου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Πόνο, θλίψη, οργή, απογοήτευση; Τι ακριβώς ένιωσα εκείνη την ώρα, εκείνη τη στιγμή πανικού, δεν μπορώ στ’ αλήθεια να πω. Το μόνο που μπορώ να πω με μια σιγουριά ακλόνητη είναι ότι ποτέ στη ζωή μου ξανά δεν ένιωσα τόσο συντετριμμένος. Αν δεν είχα, για τόσα χρόνια, καλά εκπαιδεύσει το μέσα μου στις κακουχίες θα κατέρρεα εκεί, μπροστά στην κλειστή του πόρτα, θα πέθαινα επί τόπου απ’ τον καημό.
Μόλις συνήλθα κάπως απ’ το σοκ, είπα να το ψάξω λίγο το θέμα. Έτσι ρώτησα κάποιο γνωστό, που δούλευε στο διπλανό γυράδικο, να μου πει τι είχε συμβεί. Και μου είπε. Το μπαράκι έκλεισε μόλις δυο μέρες πριν, αφού η ιδιοκτήτρια χρεοκόπησε και δεν μπορούσε πια να το κρατήσει. Τον ρώτησα για την Ντολφίν, αλλά δεν είχε ιδέα που πήγε, αλλά ούτε και πού θα μπορούσα να ψάξω για να τη βρω. Το μέσα μου σκοτείνιασε.
Έφυγα! Απλά έφυγα και τον άφησα να με κοιτά παραξενεμένος, χωρίς να του προσφέρω καν μια ταπεινή ευχαριστία. Ήμουνα ήδη χαμένος, κρυμμένος βαθιά μέσα στον κόσμο τον εφιαλτικό, που μόλις ξημέρωνε για μένα. Πήγα κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό μου, ρίχτηκα στο παλιό σκληρό στρώμα που έτριζε τα χρόνια παράπονά του, και πνίγηκα στους λυγμούς. Τα δάκρυα έρεαν καυτά σα λάβα, ανέλπιδα, εκσφενδονίζονταν απ’ της καρδιάς μου το ηφαίστειο και πυρπολούσαν τα πλημμυρισμένα μάτια μου. Ζούσα ένα έρωτα φαρμακερό, δίχως αύριο, ένα έρωτα καταδικασμένο στην αποτυχία, ένα έρωτα χωρίς το αντικείμενό του. Κι όλ’ αυτά, επειδή υπήρξα δειλός, ασυγχώρητα δειλός.
Αν της μιλούσα τότε -τέλος πάντων κάποτε- ίσως όλα τώρα να ’τανε αλλιώς. Ίσως αυτή τη στιγμή να βρισκότανε εδώ, κρυμμένη στην αγκαλιά μου, κλέβοντάς μου ζεστασιά, χαρίζοντάς μου φως. Ίσως να δακρύζαμε μαζί κι ύστερα απαλά να στεγνώναμε ο ένας τα δάκρυα του άλλου. Ίσως τώρα να της χάιδευα το πρόσωπο, τα άγρια, τα σγουρά της τα μαλλιά. Ίσως να κάναμε έρωτα και να ταξιδεύαμε σε κόσμους αισθησιακά ανείπωτους, που τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Ίσως και να τσακωνόμασταν και μετά γλυκά πολύ να τα βρίσκαμε και πάλι, ν’ αφήναμε την αγάπη να διώξει μακριά όλα τα σκοτάδια. Ίσως...
Δε θα μπορούσε ποτέ κανείς να με μισήσει όσο μισούσα εγώ τον εαυτό μου εκείνη την ώρα, ούτε ο χειρότερός μου εχθρός. Μια αγάπη πέθαινε προτού καλά καλά γεννηθεί κι εγώ έφερα ακέραια την ευθύνη, κρίμα στο λαιμό μου βαρύ. Στο δάκρυ και τις θύμισες ξόδεψα ολόκληρο το βράδυ εκείνο. Όχι, δεν ήπια καθόλου. Δεν ήθελα να ξεχάσω. Δεν ήθελα να ξεχαστώ.
Το υπόλοιπο της διαμονής μου στα Χανιά το πέρασα, το χαράμισα ίσως να έλεγε κανείς, τριγυρνώντας σε ντίσκο και σε μπαράκια, πίνοντας ποτά αμέτρητα και ψάχνοντας για κείνη. τη μοναδική μεγάλη μου αγάπη, τη γυναίκα-φωτιά, τον έρωτα που χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα τους δρόμους της καρδιάς μου.
Κοιμόμουνα ελάχιστα, διάβαζα ακόμη πιο λίγο, κι όλο περπατούσα. περπατούσα δίχως προορισμό, πορευόμουνα χωρίς ελπίδα στους δρόμους, τα στενά και τα σοκάκια της πόλης, σκαρφάλωνα στα βράχια όπου έριχνα γροθιές μ’ αόρατους θεούς, κι απειλούσα με αντίποινα σκληρά τις θάλασσες. Στο τέλος, το μόνο που κατάφερα ήταν να μάθω απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη τα πάντα γύρω από τα Χανιά. μια γνώση δίχως την οποία θα μπορούσα να ζήσω. Ωστόσο, δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος πια κατά πόσο θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνη, των ονείρων μου τ’ όνειρο.
Καθώς γράφω ετούτες τις λέξεις, ετούτα τα λόγια τα στερνά του έρωτά μου, βρίσκομαι για μια ακόμη φορά στο καράβι για τον Πειραιά. Μόλις λίγες ώρες πριν η επιχείρηση Ψάχνοντας απελπισμένα την Ντολφίν, έφτασε στο τέλος της. Ένα ακόμη χαμένο ταξίδι στο κυνήγι τ’ ονείρου, θα έλεγε κάποιος. Όχι εγώ! Εξάλλου, κι αυτό είναι χιλιοειπωμένο, εκείνο που μετρά είναι το ταξίδι κι όχι ο προορισμός. Αν μη τι άλλο, απ’ όλη αυτή την αγωνία, απ’ όλο τον πόνο και τη θλίψη και τις μικρές χαρές, βγήκε και κάτι. μια ιστορία! Ίσως μετά από χρόνια πολλά να τη διαβάσω, να την ξαναζήσω γραμμή γραμμή, και να γελάσω ή να δακρύσω. Ο χρόνος πάντα απαλύνει τον πόνο, κι εκείνο που απομένει είναι μια πικρόγλυκη ανάμνηση. Μπορώ να πω σιγουριά ότι η ανάμνηση που θα μου μείνει απ’ αυτόν το μονόδρομο έρωτά μου θα ’ναι ευχάριστη. Η Ντολφίν μου έδωσε χαρά, χαρά για τη ζωή, κι ας μην το κατάλαβε ποτέ, κι ας μην το μάθει στον αιώνα τον άπαντα.
Τώρα, καθώς κάθομαι μοναχός με τις θύμισές μου εδώ, στο άδειο κατάστρωμα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, μ’ ένα κρύο αεράκι να μου δροσίζει σα χέρι γυναικός το πρόσωπο και να μου ξυπνά τις αισθήσεις, σκέφτομαι και πάλι εκείνη. Πού να βρίσκεται, άραγε, την ώρα ετούτη; Τι κάνει; Πώς νιώθει; Είναι ευτυχισμένη; Είναι ευτυχισμένη όσο της αξίζει;
Τα σχέδια, οι στόχοι, τα όνειρα, οι άνθρωποι, όλα πάνε κι έρχονται. Η ζωή μονάχα φεύγει και πίσω δε γυρνά, ούτε καν κοιτά πίσω. Την τελευταία βδομάδα έζησα έντονα. Μες στη μαύρη απελπισία μου, εκείνη της απώλειας, έζησα την κάθε στιγμή. Κατόρθωσα, επιτέλους, να καταλάβω τη σημασία της στιγμής, να την εκτιμήσω. Αν δεν ανέβαλλα συνεχώς την πιο σημαντική στιγμή, ίσως τώρα να μη βρισκόμουνα σ’ αυτό το καράβι, ίσως να μην έγραφα αυτά τα γλυκανάλατα, αλλά από ψυχής λόγια. Αν...
Ντολφίν, καλή μου, όπου και να ’σαι, μ’ όποιον και να ’σαι αυτή την ώρα, εύχομαι ειλικρινά να περνάς καλά, να χαίρεσαι τη ζωή, να χαμογελάς. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα να συναντηθούμε και πάλι, κι ίσως θυμηθούμε παρέα τα παλιά, εκείνα που ζήσαμε και τ’ άλλα, που δε ζήσαμε μαζί, ίσως να γελάσουμε και να δακρύσουμε, ίσως και ν’ ανέβουμε μαζί στην κορυφή του βουνού της ευτυχίας, ίσως ζήσουμε εκείνο που λένε Αγάπη, ίσως πάρουμε τη ζωή σαν ένα όνειρο, κι ίσως ξεφύγουμε απ’ τα φρικτά προσωπικά μας υπόγεια της μοναξιάς και του φόβου, ίσως αγγίξουμε τον ουρανό, και ίσως μπορέσουμε να ζωγραφίσουμε τον ολόδικό μας, το μοναδικό παράδεισο. Ίσως...

Κάποιοι λένε: Όσο ζω, ελπίζω!
Εγώ λέω: Όσο ζω, ονειρεύομαι!

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που έγραψα πάνω στο καράβι, λίγο πριν το χάραμα. Άδειασα το είναι μου ολάκερο στο χαρτί και κάπου ξαλάφρωσα, κάπου ένιωσα πιο δυνατός και μια ξεχασμένη φλόγα μέσα μου να σιγοκαίει.
Όταν έφτασα στον Πειραιά δε θέλησα να πάω κατ’ ευθείαν στο υπόγειό μου. Αποφάσισα για λίγο να περιπλανηθώ στην πόλη, ν’ ακούσω φωνές και φασαρία, ν’ αντικρίσω τη θέα της ζωής μετά από Εκείνη. Και τόκανα! Περπάτησα πολύ, για χιλιόμετρα ολόκληρα, στην παραλιακή του Πειραιά, ρούφηξα εικόνες, έφαγα ψάρια, ήπια ούζο, χόρτασα τη ματιά και το μυαλό μου.
Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν άνοιξα την πόρτα για να μπω στο υπόγειό μου. Το είδα λουσμένο στο φως. Αρχικά ξαφνιάστηκα, αλλά αμέσως μετά σκέφτηκα ότι η ξαδέλφη μου θα έκανε, μάλλον, μία ακόμη έφοδο καθαριότητος, αφού δεν άντεχε να με βλέπει να ζω μέσα στη βρωμιά και τη σκόνη. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ήθελα να τη δω, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να κλείσω την πόρτα και ν’ αποχωρήσω διακριτικά.
Ήρθα, φώναξα για να δηλώσω την παρουσία μου.
Γεια σου, μαλάκα, άκουσα κάποια να μου απαντάει με σπαστά ελληνικά.
Εκείνη! Εκείνη, εκεί; Ναι...
Παρέμεινα να την κοιτώ άφωνος, αποσβολωμένος, καθώς ξεπρόβαλλε χαμογελώντας πλατιά, ζεστά κι ειρωνικά, απ’ την κουζινούλα.
Σε βρήκα! συνέχισε στα αγγλικά.
Πώς; πήγα να ρωτήσω, αλλά θυμήθηκα. της είχα δώσει τη διεύθυνσή μου. Από κει και πέρα συνεργάστηκαν η τύχη, η σπιτονοικοκυρά και η ξαδέλφη μου και να ’την, μπρος στα μάτια μου, να με σκοτώνει με τα μάτια, να μ’ ανασταίνει με τα χείλη.
Πέταξα το σακίδιό μου στον πάτωμα, διέσχισα βιαστικά τα λιγοστά μέτρα που μας χώριζαν και την αγκάλιασα. σφικτά, κτητικά, αποφασισμένος να μην την αφήσω να φύγει ποτέ ξανά.
Αγάπη μου, της ψιθύρισα με την καυτή ανάσα μου στ’ αυτί, αγάπη...
Βλάκα μου, μου απάντησε εκείνη, βλάκα, κι ένιωσα τα δάκρυά της να τρέχουν καυτά, δροσερά, να μου διατρέχουν το λαιμό και το κορμί, να με ποτίζουν ευτυχία.
Αγάπη μου...
Βλάκα μου...


Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Μίνα

Να τη ξαναγράψω ή όχι αυτή την ιστορία; Ιδού η απορία. Ένας από τους λόγους που βρίσκομαι εδώ στην Τσιανγκ Μάι είναι ότι η ζωή είναι τόσο ήσυχη, τόσο ειρηνική, που με εμπνέει, με ηρεμεί, με βοηθάει να δουλέψω. Κι ένα από τα πολλά πράγματα που είχα να κάνω όταν ήρθα ήταν να ξαναγράψω 33 από τα διηγήματά μου. Τα είχα τυπώσει όλα γι' αυτό ακριβώς το λόγο - όλα εκτός από ένα που, δεν ξέρω πώς, μου ξέφυγε. Αυτό που μιλά για την ιστορία της Μίνας. Τι να κάνω, λοιπόν; Το μετέφρασα! Απ' την αγγλική του μετέφραση! (τρέλα, ε;). Όμως, τώρα που το ξαναδιαβάζω κάτι δε μου κολλάει. Γι' αυτό κι η απορία: Να το ξαναγράψω ή όχι;

Έλεγαν πώς η ιστορία της ήταν μια ιστορία τραγική και λυπημένη πολύ. ότι ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα κορίτσια που ζούνε στον πόνο και που η ψυχή τους πεθαίνει σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, και στα κρυφά. Την έβλεπα κάθε βράδυ να κάθεται μοναχή, σχεδόν παρατημένη, στην άκρη του μπαρ και να πίνει με μικρές απολαυστικές γουλιές ένα μπουκάλι καλό κόκκινο κρασί Χιλής. Δε φαίνονταν να δίνει καμία σημασία σε όσα συνέβαιναν γύρω της. Λες και δεν υπήρχε άλλος κανείς εκεί, εκτός απ’ την ίδια. την ίδια και τον πόνο της. Καθώς βρισκόταν βαθιά βυθισμένη στις ανομολόγητες σκέψεις της, αν έμπαινε κανείς στον κόπο να την παρατηρήσει προσεκτικά θα μπορούσε να διακρίνει τη θλίψη στα μάτια της, αλλά και μια κάποια απροσδιόριστου είδους γαλήνη. Κάθε τόσο, ακούγοντας προφανώς τους στίχους ενός αγαπημένου τραγουδιού, έβγαινε απ’ τον εντός της μικρόκοσμο, και το βλέμμα της φωτιζόταν, τα χείλη της έπαιρναν να ψιθυρίζουν σιγαλά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μεταμορφώνονταν, γίνονταν ατίθασα όμορφα. Έμοιαζε λες και ζούσε μέσα σ’ ένα όνειρο...

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι που ζούσε μια ζωή σαν παραμύθι. Μεγάλωνε μέσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, όπου μπορούσε να έχει ό,τι ζητούσε κι ό,τι ποθούσε, εκτός απ’ την αγάπη. Οι γονείς της, βλέπετε, ήτανε πάντα πολύ απασχολημένοι οι δόλιοι κυνηγώντας το χρήμα, έτσι το κορίτσι ουσιαστικά μεγάλωνε εν τη απουσία τους. Ήταν οι οικιακές βοηθοί και οι νταντάδες που τη βοήθησαν να κάνει τα πρώτα και πιο δύσκολα βήματά της στη ζωή – που ήταν εκεί για κείνη. Κι όταν πλησίασε επικίνδυνα ο καιρός για να πάει στο σχολείο, οι γονείς της προσέλαβαν κατ’ οίκον δασκάλους για να τη διδάξουν. Όλα για την κορούλα τους, που δε γνώριζαν.
Η Μίνα αγάπησε την ανάγνωση και τη γραφή απ’ την αρχή. Και μια και δεν είχε κανένα άλλο για να συζητήσει, ούτε φίλους, ούτε γονείς, ούτε κανένα, έστρεψε ολόκληρη την προσοχή της στα βιβλία, στα οποία βρήκε μια διέξοδο απ’ την καθημερινή της μοναξιά. Πουθενά αλλού παρηγοριά. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου, άρχισε να διαβάζει όλο και πιο πολύ και να ταξιδεύει σε κόσμους ανύπαρκτους και φανταστικούς, δημιουργήματα της φαντασίας κάποιου συγγραφέα. Έκλεισε τον εαυτό της σ’ ένα χρυσό κλουβί, η κακομοίρα, και πίστευε πραγματικά ότι πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο δεν υπήρχε στον κόσμο. Και το χειρότερο είναι ότι στους γονείς της, τους μεγάλους απόντες, ποτέ δεν περίσσεψε ο χρόνος για να τη βγάλουν απ’ τις ψευδαισθήσεις της, για να της ανοίξουν τα μάτια στον κόσμο τον πραγματικό. Έτσι κι αλλιώς, δεν την έβλεπαν σχεδόν ποτέ, αφού η οικογένεια συγκεντρωνόταν όλη μαζί ελάχιστες μονάχα φορές. Κι ακόμη και τότε οι γονείς της δε τη ρωτούσαν τίποτα περισσότερο απ’ τις συνηθισμένες ερωτήσεις, για το σχολείο και τους δάσκαλούς της, και τίποτ’ άλλο. Υποδειγματική, στ’ αλήθεια, οικογένεια.
Το κορίτσι, αν και αγνοούσε εκκωφαντικά όλες τις μικρές αλήθειες της ζωής, μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο έξυπνο, πιο σοφό. Ήταν σπουδαία μαθήτρια, καλόκαρδη κι ευγενική, αλλά πάντα ένιωθε ότι κάτι έλειπε απ’ της μικρής της ύπαρξης το μωσαϊκό. Μία και μόνο φορά τόλμησε να το αναφέρει αυτό στη μητέρα της, μόνο και μόνο για να την ακούσει ν’ αναφωνεί με αγανάκτηση: Μα τα έχεις όλα! Λες και το Όλα υπάρχει. Οι φτωχοί, στην αντίληψη, γονείς της πίστευαν ότι αν έχεις λεφτά τίποτ’ άλλο δε χρειάζεσαι στη ζωή.

Τα χρόνια γρήγορα πέρασαν, πέταξαν σαν αϊτός στον ουρανό του τίποτα, και η Μίνα είχε τώρα πια μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη, αλλά πάντα θλιμμένη έφηβη. Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι ήταν αυτό το κάτι που έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω στη νεανική της ψυχή. Μοναχά αναρωτιόνταν. Για τα τι και τα γιατί. Θα έβλεπαν τους μαύρους κύκλους να σχηματίζονται γύρω απ’ τα μάτια της, θα έκλεβαν τα θλιμμένα χαμόγελά της, θα χαίρονταν της μεγάλης ψυχής της τα δώρα, αλλά δε θα την καταλάβαιναν ποτέ. ποτέ τους δε θα τη διάβαζαν. Τι ήταν αυτό που κατάτρωγε, που έκαιγε το μέσα της; Τι ήταν εκείνο που την έκανε να μοιάζει τόσο ξεχωριστή; Γιατί η θλίψη της την έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ωραία; Γιατί όπου υπάρχει ομορφιά, εκεί κάνει πιάτσα κι ο πόνος; Οι ερωτήσεις τους δε θα έβρισκαν τις ανάλογες απαντήσεις, κι έτσι σύντομα πολύ θ’ άρχιζαν να της φτιάχνουν και να την τυλίγουν μέσα σ’ ένα πέπλο μύθου και μυστηρίου, όπως συνήθως γίνεται με όλες τις γυναίκες που είναι πολύ έξυπνες και ξεχωριστές, αλλά απελπιστικά εκτός επαφής με το στενόμυαλο κόσμο μας.
Τα βλέμματα των αγοριών ακολουθούσαν το κάθε της βήμα, καθώς η εξωπραγματική της ομορφιά ξυπνούσε μέσα τους πρωτόγνωρα αισθήματα, ένστικτα αντρικά. Όσο για τα κορίτσια, αυτά τη ζήλευαν και τη λυπούνταν. Ζήλευαν την ομορφιά της, λυπούνταν γιατί το σα ζωγραφιά πρόσωπό της ήταν πονεμένο κι επειδή το σα γλυπτό της σώμα, δεν αγγίχτηκε ποτέ από αγόρι. Κάθε φορά που κάποιο απ’ αυτά προσπαθούσε να πάει κοντά της, με κάποιο τρόπο να την προσεγγίσει, του ξεγλιστρούσε μ’ ένα χαμόγελο γλυκό, που έμοιαζε αληθινό, αλλά ήταν πέρα για πέρα ψεύτικο. Η θλίψη. αυτή ήταν το χαρτί της, αυτή το παιχνίδι της.
Θα ξόδευε τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας διαβάζοντας τα μαθήματά της και μεγάλα μυθιστορήματα, σα μια πριγκίπισσα έγκλειστη σε κάποιο κάστρο, που βλέπει τη ζωή αδιάφορα να την προσπερνά απ’ το παράθυρό της. Είναι πολύ καλό αυτό που κάνεις, που διαβάζεις τόσο πολύ, της έλεγαν μ’ αυτοπεποίθηση οι δάσκαλοι και οι γονείς της, αλλά εκείνη δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Αν όλα ήταν τόσο καλά, γιατί ο πόνος στην ψυχή της συνεχώς μεγάλωνε και γίνονταν ασήκωτος; Και γιατί όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο άδεια ένιωθε;
Κάποια μέρα καλή, ξύπνησε απ’ το χάραμα κι άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της, για να πει τις καλημέρες της στη φύση. Και τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα ευδαιμονίας να της πλημμυρίζει το είναι, να της γαληνεύει την ψυχή. Και, λες κι αυτό δεν ήταν αρκετό, το αμέσως επόμενο λεπτό, ένα πουλί μικρό, όμορφο και ταξιδιάρικο πολύ, κάθισε για να ξαποστάσει στα κλαριά του πεύκου στην αυλή, και πήρε να της τραγουδά ένα εξαίσιο σκοπό, καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει σα μια κόκκινη δοξασία στον ουρανό, κι ένα δροσερό βορινό αεράκι της χάιδευε το πρόσωπο και τα μαλλιά. Ω, η ζωή είν’ εκεί έξω! σκέφτηκε με θαυμασμό και χαμογέλασε πλατιά, επιτρέποντας σε μια αχτίδα ευτυχίας να της αγγίξει την καρδιά.
Έκλεισε το παράθυρο μεμιάς, έβγαλε με μία κίνηση και πέταξε στο κρεβάτι το νυχτικό της, για να φορέσει ένα παλιό φθαρμένο και ξεχασμένο στο χρόνο τζιν κι ένα απλό μαύρο μακό μπλουζάκι. Εκείνη την ώρα δε θύμιζε σε τίποτα το πλούσιο και ντυμένο με ακριβά ρούχα κορίτσι, που οι γονείς της την ήθελαν να είναι.
Κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά για το ισόγειο, άνοιξε κι έκλεισε με ορμή την εξώπορτα και ξεχύθηκε έξω, στη φύση, σαν κάποιο άγριο ζώο, στο οποίο δόθηκαν ξαφνικά και αναπάντεχα τα κλειδιά για την ελευθερία του. Με βήμα γοργό κι ευτυχισμένο πήρε ν’ απομακρύνεται όλο και πιο πολύ απ’ το σπίτι και τα πλούτη των γονιών της και τη ψευδή αίσθηση ασφάλειας -ασφάλειας χωρίς ζωή- που της έδιναν. Περπάτησε για ώρα πολλή, αφήνοντας το προάστιο των πλουσίων με κατεύθυνση ένα μικρό δάσος, που συχνά έβλεπε από απόσταση, περνώντας με το αυτοκίνητο. ένα δάσος που ήταν τόσο κοντά, αλλά το οποίο, δυστυχώς, περνούσε απαρατήρητο από τα μάτια εκείνων, που στ’ αλήθεια δε θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν την ομορφιά, ακόμη κι αν την έβλεπαν κατά πρόσωπο. Ήταν εκεί που η Μίνα ένιωσε για πρώτη φορά μια ανάσα ζωής να της γλύφει την ψυχή.
Περιπλανήθηκε στο δάσος για ώρες, παρατηρώντας τα πάντα χωρίς να τα βλέπει, καθώς μόνο τα από μέσα μάτια της τώρα, ήταν διάπλατα ανοικτά. Εντάξει, το σχολείο είναι καλό. Το ίδιο και τα βιβλία, σκεφτόταν, αλλά τα λόγια είναι φτωχά, οι λέξεις ανίκανες, για να περιγράψουν τη ζωή, για να σε κάνουν να τη ζήσεις. Αν κάποιος την έβλεπε να τριγυρνά στην ερημιά της άγριας φύσης, αν λίγο τη μελετούσε, θα σκεφτόταν πώς αυτό δεν ήταν ένα νέο κορίτσι, αλλά κάποιο ξωτικό, που μόλις κατέφθασε από κάποια άλλη γη άγνωστη κι απόμακρη πολύ. Έμοιαζε να βρίσκεται σε έκσταση, λες και όλα τα θαύματα της ζωής της είχαν μόλις αποκαλυφθεί. Ω, σκέφτηκε, άνθρωποι. Ηλίθιοι άνθρωποι. Ηλίθιοι που δε βρίσκετε το χρόνο ν’ αντικρίσετε τα θαύματα που σας περιβάλλουν.
Ο χρόνος πέρασε γρήγορα, σα μια ανάσα καθαρού αέρα, και γύρω στο μεσημέρι η Μίνα άφησε το δάσος με κατεύθυνση το σπίτι της. για να καθίσει στο τραπέζι με τους γονείς της, δυο άγνωστους ανθρώπους, και να φάει απ’ τα πιάτα της συνήθειας.

Με το σχολείο, τα διαβάσματα και τους μοναχικούς περιπάτους, που της έγιναν γλυκιά συνήθεια και της γαλήνευαν την ψυχή, ο χρόνος γοργά κυλούσε. Η Μίνα έμοιαζε μ’ ένα λουλούδι που μαγευτικά άνθιζε στον άγριο κήπο της ζωής, καθώς άρχιζε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Ακολουθώντας τη συμβουλή των γονιών της, στους οποίους ακόμη δεν μπορούσε ακόμη να προβάλει καμία αντίσταση, θα σπούδαζε για να γίνει δασκάλα. Όπως λέει ένα παλιό απόφθεγμα-μαλακία, οι γηραιότεροι πάντα ξέρουν καλύτερα, έτσι υπάκουσε στην εντολή τους.
Δεν πέρασε πολύς καιρός προτού αρχίσει και πάλι να συγκεντρώνει, χωρίς καθόλου να το επιδιώκει, όλα τα βλέμματα πάνω της. τόσο των αγοριών, όσο και των κοριτσιών. Το λαμπρό της μυαλό, τα φανταστικά της χαρακτηριστικά, οι απλοί κι ανυπόκριτοι τρόποι της, την έκαναν να ξεχωρίζει. Τα αγόρια ένιωθαν καλά, πραγματικοί θριαμβευτές, όταν κατάφερναν να κλέψουν ένα έστω βλέμμα απ’ τα υπέροχα γαλανά της μάτια, και τα περισσότερα απ’ αυτά σύντομα βγήκαν στο κυνήγι, προσπαθώντας να κατακτήσουν το υπέροχο θήραμα, που φάνταζε στα μάτια τους να είναι. Τα πάθη γύρω της άναβαν, γιγαντώνονταν, αλλά αυτή δεν έμοιαζε να δίνει μία. Κανένας δεν μπορούσε στ’ αλήθεια να την πλησιάσει, να σπάσει τις άμυνές της, έμοιαζε μ’ ένα κάστρο ακλόνητο, με τείχη απόρθητα, αδιαπέραστα. Όχι, βρε παιδιά. Όχι, φίλοι μου, δεν είστε εσείς για μένα, έμοιαζε να τους λέει. Αλλά, δεν ήταν αυτός ο αληθινός λόγος που τους κρατούσε σε απόσταση. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη ήταν ακόμη ένα κορίτσι, που ζούσε μέσα σ’ ένα κόσμο φανταστικό, ολόδικό της. Και σαν τέτοιο έψαχνε τον ιδανικό άντρα. Περίμενε τον πρίγκιπά της να έρθει καβαλά στ’ άλογο και να την πάρει μακριά. Ακριβώς όπως και στα παραμύθια. Η καημένη δεν μπορούσε να καταλάβει ότι η ζωή ήταν ήδη εκεί, δίπλα της κι αυτή, μέσα στη μεγάλη της άγνοια, απλά την προσπερνούσε. Δεν μπορούσε να δει ότι ο χρόνος πέρασε σα μια αστραπή κι ότι αυτή ποτέ δε μεγάλωσε. Έμεινε ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι από όλους αγαπητό, είν’ αλήθεια, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, μικρό και μόνο. Όσο για τους γονείς της, πώς να τη βοηθήσουν αυτοί; Πίστευαν οι δόλιοι, ότι είχαν ξοδέψει μια ολόκληρη ζωή κάνοντας τα πάντα για κείνη, και πώς τώρα όφειλε να τους ανταποδώσει τις θυσίες δικαιώνοντας τις προσδοκίες τους.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, όμως, η ζωή ποτέ δε συγχωρεί εκείνους που δεν καταφέρνουν να τη γνωρίσουν, έτσι κάποια μέρα έστειλε στο δρόμο της έναν υπέροχο, έξυπνο νέο άντρα, ο οποίος θα την ξυπνούσε απ’ το όνειρο, που εκείνη θεωρούσε ζωή. Ο Νίκος ήταν ένας τρελός κι αξιαγάπητος τύπος, ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που πίνουν με δίψα και πόθο όλους τους χυμούς της ζωής, και τολμούν να ζητήσουν ακόμη περισσότερα. Η Μίνα, αν και προσπάθησε πολύ, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί σ’ εκείνη την κρυφή γοητεία, που τον περιέβαλλε. Έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή της, άφησε τον εαυτό της αληθινά λεύτερο, επέτρεψε στις άμυνές της να χαλαρώσουν, απέθεσε την ψυχή της γυμνή στα χέρια και τα λόγια και τη ζεστή του παρουσία. Όταν βρίσκονταν μαζί έμοιαζαν με δίδυμους ήλιους, κι όποιος τους αντίκριζε ένιωθε πώς θα τυφλωνόταν απ’ της ουσίας τους τη λάμψη.
Αλλά, ως συνήθως, όταν κάτι πηγαίνει πολύ καλά, πάντα έρχεται κάτι άλλο για να το καταστρέψει. Έτσι, καθώς οι δυο τους πετούσαν στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας, κι η Μίνα έπαιρνε, επιτέλους, να μαθαίνει την πραγματική φύση της αγάπης, ήρθαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι να φέρουν την καταστροφή και τη μιζέρια στις ζωές τους. Όταν οι γονείς της έμαθαν για τη σχέση τους, προσέλαβαν κάποιον για να μάθει τα πάντα για το Νίκο, για το από που κρατά η σκούφια του, κι οι απαντήσεις που πήραν ήταν ακριβώς αυτές που φοβόντουσαν. Ήταν καλό παιδί κι άξιο παλικάρι και τα λοιπά, αλλά πολύ φτωχός, κι έτσι ακατάλληλος για την κόρη τους, μ’ όλη την περίσσια ομορφιά και τα τεράστια πλούτη της. Τη διέταξαν να τον παρατήσει, και μια και πότε αυτή στη ζωή της δεν έμαθε να τους λέει Όχι, απλά υπάκουσε, οδηγώντας και πάλι τον εαυτό της στα καλά γνώριμα μονοπάτια της μοναξιάς και της σιωπής, που τουλάχιστον της χάριζαν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Εκείνος, που την αγαπούσε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό του τον ίδιο, έπεσε σε κατάθλιψη βαριά και έχασε τη θέλησή του για ζωή, αν και επέμενε να λέει ότι ήταν δυνατός και θα την ξεπερνούσε...

Αυτή είν’ η ιστορία της, όπως άκουσα να τη λένε δυο και τρεις διαφορετικοί αφηγητές. Αληθινή ή ψεύτικη, αυτό δεν το γνωρίζω. Εκείνο, όμως, που σίγουρα ξέρω είναι τη συνέχεια. την ιστορία όπως εξελίχθηκε μετά το χωρισμό της με τον Νίκο. Αυτή την ξέρω από καρδιάς, αφού την άκουσα απ’ τα δικά της χείλη. Ήταν μια κρύα, λυπημένη και δίχως φεγγάρι νύχτα, όταν αποφάσισα να της μιλήσω, αφού δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο πια τη θλιβερή της θέα. Έτσι, πήγα και κάθισα δίπλα της, και της ζήτησα να μου πει μια ιστορία. Σήκωσε το βλέμμα της απ’ το ποτήρι του κρασιού και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Μετά από λίγο είδα ένα μικρό λυπημένο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Με είδε πολλές φορές να κάθομαι στο μπαρ, είπε, και πίστευε ότι στο πρόσωπό μου αντίκρισε έναν αδελφό στον πόνο. Κι άρχισε να μιλάει...

Υποθέτω δε χρειάζεται να σου πω ότι έζησα μια άθλια, μια μίζερη ζωή. Στη διάρκειά της ξανά και ξανά παρακάλεσα, προσευχήθηκα στον άγγελο του θανάτου να ’ρθει να με πάρει μακριά, παρέα με τη θλίψη μου, αλλά αυτός δεν τόκανε. Όπως, είμαι σίγουρη, γνωρίζεις τον μόνο άντρα που στη ζωή μου αγάπησα, τον παράτησα για το χατίρι των γονιών μου, κι από τότε καθημερινά πληρώνω το τίμημα της αμαρτίας μου. Ήταν η ανάσα μου, το όνειρό μου, η μόνη της ζωής μου αλήθεια, κι εγώ η άθλια, τα κατάστρεψα όλα, τον σκότωσα, κι εκείνον και τον εαυτό μου, κι όλ’ αυτά επειδή μέχρι τότε στη ζωή μου δεν είχα μάθει να λέω Όχι. Με δίδαξε πώς να ζω ο Νίκος, πώς να αγαπώ και ν’ αναρωτιέμαι. Με δίδαξε, τρυφερά πολύ, πώς να κάνω έρωτα και να νιώθω ευτυχισμένη, κι όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δίνουν στη ζωή αξία. Όταν ήμουνα μαζί του, ήμουν απλώς εγώ, κι όχι αυτή που ήθελαν, όχι αυτή που ονειρεύονταν οι γονιοί μου. Μαζί του άνθισα, άνοιξα τα πέταλά μου σα νούφαρο, έγινα ρυάκι και άρχισα να ρέω μέσα από τους αγρούς των λίγων και εκλεκτών, που μπόρεσαν ν’ αγαπήσουν απ’ της ύπαρξής τους όλης τα βάθη. Τι άλλο μπορώ να πω; Τι άλλο θα έπρεπε να πω; Μάλλον είμαι καταραμένη. Πρέπει! Πρέπει να κουβαλώ μια κατάρα βαριά, αλλιώς δε θα τολμούσα ποτέ να σκοτώσω την αγάπη της ζωής μου. Ναι, αυτό ακριβώς έκανα, τον σκότωσα. Τον σκότωσα τη σκοτεινή εκείνη νυχτιά που του είπα πώς όλα είχαν πια τελειώσει. Ήτανε τα χείλη και όχι η καρδιά μου που μιλούσε, κι αυτός το ήξερε. Σε λυπάμαι! ήταν οι τελευταίες λέξεις που μου είπε. τα στερνά του τα λόγια έπεσαν σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπό μου, στο μέσα μου, κι από τότε η ψυχή μου αιμορραγεί.
Και τώρα... Τώρα που στ’ αλήθεια ξέρω ποια είμαι και είμαι σίγουρη για το τι θέλω, δεν μπορώ να είμαι μαζί του, αφού έχει φύγει. Τώρα, ξαπλώνει, γαληνεμένος εύχομαι και προσεύχομαι, στην αγκαλιά του θανάτου. Ήταν ένα τρελό παιδί, ζούσε μια τρελή ζωή, κι έχασε τη ζωή του μ’ ένα τρελό τρόπο – καβάλα στην αγαπημένη του μοτοσικλέτα. Από εκείνη την ημέρα κι εμένα η καρδιά είναι πια νεκρή. νεκρή και μαύρη, όπως το πιο σκοτεινό κελάρι. Απ’ τα χείλη μου λείπουν τα αληθινά χαμογέλα, ποτέ μου δε γελώ, τα άλλοτε κατάμαυρα μαλλιά μου, όπως καλά κι εσύ το βλέπεις, πήραν να γκριζάρουν, το φλογερό γαλάζιο των ματιών μου ράγισε. Το να είσαι νεκρή εν ζωή. μεγαλύτερη κατάρα απ’ αυτή δεν υπάρχει. Και αν γεννιέται μέσα σου η επιθυμία να με ρωτήσεις, γιατί συνεχίζω να ζω, η απάντηση είν’ απλή: είμαι δειλή. Δεν έχω τα κότσια να βάλω τέλος σ’ αυτή την κωμωδία, σ’ αυτή την τραγωδία, τη ζωή μου...

Αυτά ήταν τα λόγια της, όπως τα κατέγραψε ο σκληρός δίσκος της μνήμης μου, εκείνο το βράδυ. λόγια που αναστάτωσαν βαθιά της ψυχής μου τη γαλήνη. Είναι η αγάπη στ’ αλήθεια τόσο δυνατή, που μπορεί να οδηγήσει κάποιον κατ’ ευθείαν στου χάρου τα δόντια; Ή, μήπως, είναι οι ένοχες σκέψεις, αυτές που ποτέ τους δεν ξεχνούν και δε συγχωρούν, που δεν την αφήνουν ν’ αναπαυτεί; Αυτά αναρωτιόμουνα σιωπηλά, καθώς σηκωνότανε για να φύγει. Δεν την ακολούθησα, δεν προσπάθησα να την εμποδίσω. Παρέμεινα εκεί για να τελειώσω το κρασί μου, για να ξεπλύνω σ’ αυτό τις σκέψεις μου. Κάποια στιγμή, εντελώς ασυναίσθητα, πήρα να χαϊδεύω απαλά το ποτήρι απ’ το οποίο έπινε, κι αμέσως μετά, στα ξαφνικά, όλα τα δικά μου προβλήματα πήραν να μου φαίνονται ασήμαντα, η καρδιά μου γέμισε με τη θλίψη της. Ωστόσο, μες στην ψυχή μου δεν έσβησε ούτε λεπτό η ελπίδα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα για κείνη. Και έγιναν!
Τη συνάντησα ξανά το επόμενο βράδυ, στο ίδιο μέρος. Καθόμουν, ως συνήθως, στη γωνιά μου, πίνοντας κρασί, προσπαθώντας να διώξω απ’ το μυαλό μου τη ραγισμένη της εικόνα, τον πόνο της. Δεν την είδα να έρχεται, χαμένος καθώς ήμουνα μέσα στα βαθιά πηγάδια της σκέψης μου. Κάθισε δίπλα μου και μ’ άγγιξε απαλά στον ώμο. Γύρισα προς το μέρος της έκπληκτος, ξαφνιασμένος. Η έκπληξή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν είδα να παίρνει μορφή στα χείλη της ένα πλατύ, της ζωής, χαμόγελο. Μ’ ευχαρίστησε γλυκά που κάθισα και την άκουσα το προηγούμενο βράδυ, που έστω άθελά μου, τη βοήθησα ν’ ανοίξει επιτέλους το κελί, όπου κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή της. Ένιωθε πολύ καλύτερα μετά, είπε, η καρδιά της έμοιαζε πιο ανάλαφρη, κι ο κόσμος φαίνονταν λίγο πιο φωτεινός. Ίσως, απλά ίσως, το τέλος της ζωής της, να μπορούσε λίγο ακόμη να περιμένει.Παρέμεινα για ώρα πολλή ακίνητος, να την κοιτάω αμίλητος. Μπορούσα να διακρίνω καθαρά μια φλόγα ν’ ανάβει μες στα μάτια της και να τους χαρίζει το αλλοτινό τους χρώμα, και μια λάμψη ξεχωριστή να χρωματίζει με ζωή το απαλό της πρόσωπο, το όμορφο σαν... το όμορφο σαν... το απερίγραπτα όμορφό της πρόσωπο. Καθώς την έβλεπα να μεταμορφώνεται, εκεί μπροστά στα μάτια μου σκεφτόμουνα, θυμάμαι, με θαυμασμό, ότι εκείνο που συνέβηκε ήτανε το μεγαλύτερο θαύμα απ’ όλα. το ότι δηλαδή, εκεί που έκανε ο θάνατος παιχνίδι, ήρθε για να κερδίσει την παρτίδα η ζωή!


Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Οι Παλιόφιλοι

Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού και περιφερόμουν δίχως σκοπό στο μοναδικό πάρκο που απέμεινε, να φυτοζωεί έστω, στην αφιλόξενη πόλη μου, όταν είδα δύο γεροντάκια στα περασμένα ογδόντα τους, να κάθονται σκεφτικά και κάπως λυπημένα σ’ ένα παγκάκι και να συζητάνε, ν’ αναπολούν με πίκρα τα παλιά. Έδειχναν τόσο μόνοι. Ένιωθαν τόσο μόνοι. Απ’ τη φύση μου περίεργος, κάθισα κι εγώ με τη σειρά μου σ’ ένα παγκάκι ακριβώς από πίσω τους και, πήρα να τους κρυφακούω.
- Μας ξέχασαν όλοι, Γιώργη. Τώρα που δε μας χρειάζονται, μας ξέχασαν. Μας παράτησαν. Την κατάρα μου να ’χουν όλοι τους.
- Άτιμο πράμα τα γηρατειά, ρε φίλε, άτιμο. Κι οι κατάρες δε βοηθάνε. Άσε...
Άτιμο πράμα, στ’ αλήθεια. Τα χρόνια κι οι άλλοι άνθρωποι ξεζουμίσουν πάντα τον φτωχό και μετά τον παραπετάνε σα σκουπίδι στη χωματερή, παρέα με τα υπόλοιπα απομεινάρια μιας απομίμησης ζωής. Και τον αφήνουν εκεί, ανάμεσα σε όλους τους παρατημένους μόνο, ν’ αναρωτιέται νύχτα μέρα αν τελικά κάτι απ’ όλα όσα έζησε έχει νόημα, αν κάτι απ’ αυτά τα λίγα ή πολλά που έκανε έχει αξία.
- Πενήντα χρόνια στο μεροκάματο ρε Γιώργη, και τι κερδίσαμε; Μια θέση στο παγκάκι. Αυτή μονάχα. Μια ζωή δουλειά και κούραση, κι αγρύπνια, κι αγωνία, για μια θέση στο παγκάκι. Πλούσια στ’ αλήθεια ανταμοιβή!
- Δύσκολα χρόνια, φίλε μου Αντρέα, αλλά δεν είχαμε και άλλη επιλογή.
- Δεν είχαμε;
Παρέμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί, κοιτώντας το κενό μ’ εκείνο τον ιδιαίτερο τρόπο των αποσταμένων από τη ζωή, των ηλικιωμένων, εκείνων που πάντα σκέφτονται, πονούν, γελούν και θυμούνται.
Χαμογελούν τώρα. Χαμογελούν σε κάποια άγνωστη ανάμνηση και παλιά. Παλιά σαν αλλοτινό, φθαρμένο στο διάβα του χρόνου, τετράδιο.
- Θα έπρεπε να παίρναμε εκείνο το καράβι, Γιώργη, να πηγαίναμε κάπου αλλού, να βλέπαμε λίγο απ’ το φως του κόσμου εκεί έξω, κι ας πεθαίναμε μετά...
- Μα, ήμασταν δειλοί, κιοτήδες. Μα, θαρρείς πώς εγώ δεν το ’χω μετανιώσει; Αν φεύγαμε τότε ίσως τώρα να μην καθόμασταν εδώ αναπολώντας μια ζωή γεμάτη πόνο και πλήξη και μοναξιά.
Αν έφευγαν! Το για πάντα ματαιωμένο ταξίδι στο άγνωστο, ίσως να στεκόταν η σωτηρία τους, η προσωπική τους σωτηρία, ίσως να τους άνοιγε το δρόμο για μια καλύτερη και πιο γιομάτη από χρώματα ζωή, πολύ διαφορετική απ’ την ασπρόμαυρη δικιά τους. Αλλά, δεν έφταιγαν σε τίποτα κι ετούτοι οι κακομοίρηδες. Έκαναν ακριβώς εκείνο που ήξεραν, ακολούθησαν τη λογική, κι από τότε πληρώνουν ακριβά για τη συγκεκριμένη επιλογή.
- Ξέρεις, Αντρέα, τα βαρέθηκα όλα. Και τη ζωή την ίδια. Ακόμη και τα παιδιά μου, που τόσο πάσκισα για ν’ αναστήσω, και για τα οποία τώρα πια νιώθω πώς είμαι μονάχα ένα βάρος περιττό. Μακάρι να με σήκωναν ακόμη ετούτα τα καταραμένα τα πόδια μου και θα συνέχιζα να δουλεύω. Τουλάχιστον έτσι δε θα μαράζωνα.
Στο βαθιά χαραγμένο απ’ τους τροχούς του χρόνου μάγουλο κύλησε ένα δάκρυ.
- Κι εγώ βαρέθηκα, Γιώργη, αλλά τι να γίνει; Από τότε που έμεινα μόνος δεν έχω τι να κάνω, από που να πιαστώ.
- Πήραμε τη ζωή μας λάθος...
Άναψαν από ένα τσιγάρο σέρτικο, βαρύ, μπας και πήγαιναν κάτω με τον καπνό τα κρυφά τους τα φαρμάκια, και μείναν σιωπηλοί. Τι άλλο να έλεγαν, άλλωστε; Για τι άλλο να εκφράζανε την πίκρα τους; Τόσα χρόνια φίλοι αδελφικοί, σύντροφοι στον πόνο, ήξεραν πολύ καλά τα πάντα ο ένας για τον άλλο.
Καθώς πήρα να σηκώνομαι αργά, αθόρυβα, για να φύγω, η εικόνα τους άρχισε να παίρνει στο μυαλό μου ολοζώντανη μορφή, μα δίχως χρώματα, κλεμμένη λες από κάποια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία. Θυμήθηκα...
- ...μα δεν αλλάξαμε ζωή!

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Αλλού το διήγημα... πουλάει!

Ανακοινώθηκε η μεγάλη λίστα των υποψηφιοτήτων για το διεθνές (πλην ιρλανδικό) βραβείο διηγήματος, Φρανκ Ο' Κόνορ. Και, άκουσον άκουσον, ανάμεσα στα υποψήφια για βράβευση βιβλία είναι και ένα που ανήκει σε "αυτο-εκδοθήσα" συγγραφέα, το Gilded Shadows της Mary Roshford. Θα μπορούσε, άραγε, να συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο και στην Ελλάδα; Καλά ντε, μη θυμώνετε, λέμε και καμιά μαλακία πού και πού για να περάσει η ώρα. Ιδού ο πλήρης κατάλογος των υποψηφιοτήτων, όπως δημοσιεύθηκε στον Γκάρντιαν:

From Ireland

Gilded Shadows Mary Rochford (Tia Publishing)
Storm over Belfast Mary O'Donnell (New Island)
Country of the Grand Gerard Donovan (Faber & Faber)
Taking Pictures Anne Enright (Jonathan Cape)
The Deportees Roddy Doyle (Jonathan Cape)

From Britain

Torc James Waddington (Ogo Press)
The Loudest Sound and Nothing Clare Wigfall (Faber)
29 Ways to Drown Niki Aguirre (Flipped Eye Publishing)
Little Marvel Wendy Perriam (Robert Hale Limited)
Aroma Bingo David Gaffney (Salt Publishing)
Some New Ambush Carys Davies (Salt Publishing)
Balancing on the Edge of the World Elizabeth Baines (Salt Publishing)
Broken Things Padrika Tarrant (Salt Publishing)
Searching Glance Linda Cracknell (Salt Publishing)
The I Love You Book William Guy (Salt Publishing)
Vanessa Gebbie Words From a Glass Bubble (Salt Publishing)
Body Parts: The Anatomy of Love Richard Bardsley (Salt Publishing)
Tiny Deaths Robert Shearman (Comma Press)
Instruction Manual for Swallowing Adam Marek (Comma Press)

From Australia

Her Father's Daughter John Clancy (University of Queensland Press)
A History of the Beanbag Susan Midalia (Uwa Press)
Camera Obscura Daughter Kathryn Lomer (University of Queensland Press)
The Boat Nam Le (Canongate)

From New Zealand

Transported Tim Jones (Random House New Zealand)
Etiquette for a Dinner Party Sue Orr (Random House New Zealand)
The Girl Who Proposed Elizabeth Smither (Cape Catley)
Ask The Posts Of The House Witi Ihimaera (Raupo)

From the US

Unaccustomed Earth Jhumpa Lahiri (Knopf/Bloomsbury)
Jazz and Twelve O'Clock Tales Wanda Coleman (Black Sparrow Books)
Refresh, Refresh Benjamin Percy (Jonathan Cape)
Trespassing - Dirt Stories and Field Notes Janet Kauffman (Wayne State University Press)
Like You'd Understand, Anyway Jim Shepard (Knopf)
Signaling For Rescue Marianne Herrmann (New Rivers Press)
Desert Gothic Don Waters (University of Iowa Press)
Knockemstiff Donald Ray Pollock (Harvill Secker)

From Canada

Fifteen Modern Tales of Attraction Alison MacLeod (Hamish Hamilton)

From Singapore

Lions in Winter Wena Poon (MPH Group)

From Taiwan

Urn's Bottom Village Stories Egoyan Zheng (Qian-Ci Zheng) (Press Store Publishing)

From Nigeria

Dandaula and Other African Tales Tubal R Cain (Precious Styles)

Από την ίδια εφημερίδα και σε σχέση πάντα με το διήγημα αλιεύουμε μία ακόμη είδηση:
Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για το βραβείο Κέιν, που θεωρείται το αφρικανικό μπούκερ, και το οποίο πηγαίνει κάθε χρόνο σ' ένα συγγραφέα από τη μαύρη ήπειρο, που γράφει στη μικρή φόρμα.
Οι υποψήφιοι είναι οι:

Mohammed Naseehu Ali Mallam Sile από την Γκάνα
Henrietta Rose-Innes και Gill Schierhout από τη Νότιο Αφρική
Stanley Onjezani Kenani από το Μαλάουι
και
Uzor Maxim Uzoatu από τη Νιγηρία

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

Το τελευταίο χάδι

Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα και κάποτε αποτελούσε μέρος ενός τόσο κακογραμμένου μυθιστορήματος, που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να διαβάσω. Την ξανάπιασα στα χέρια μου προχθές, τη δούλεψα λίγο, και ιδού το αποτέλεσμα:

Θα ’ταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά τρυφερά, ανάλαφρα στην πλάτη. Άνοιξε τα μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια της, για ν’ αντικρίσει το γλυκό, σα χάδι, χαμόγελο και το φλογισμένο, το ενθουσιασμένο βλέμμα της Άννας.
-Σε ζητάνε; της ανακοίνωσε, προτού καλά καλά προλάβει να βγει απ’ την αγκαλιά του Μορφέα.
- Ποιος; Δεν είναι ο γέρος, έτσι; Δεν μπορεί να είναι αυτός...
- Άντε, νίψου για να ξυπνήσεις, φτιάξε λίγο και τα χάλια σου, κι έλα να δεις, της απάντησε εκείνη μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο.

Σε λίγο.

-Νικόλα! Έμεινε άφωνη να τον κοιτά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν εκεί, μπροστά της. Θαρρούσε πώς κοιμόταν ακόμη κι έβλεπε ένα όνειρο όμορφο, απ’ το οποίο δεν ήταν πρόθυμη να ξυπνήσει.
-Όχι, το φάντασμά του, αποκρίθηκε εκείνος και της χαμογέλασε πλατιά, όπως μόνο σ’ εκείνη χαμογελούσε.
Τη στιγμιαία σιωπή που ακολούθησε, τη γλυκιά αμηχανία, ακολούθησε ένα ξέσπασμα εκδηλώσεων αγάπης, ερωτικής λατρείας. Τον τύλιξε σα μάνα με δύναμη στον κόρφο της κι άρχισε να τον φιλάει παντού, να ανιχνεύει το κορμί του, να τον χαϊδεύει, να του δίνει μικρά χαστούκια, προσπαθώντας προφανώς να το χωνέψει ότι πράγματι ήταν εκεί, μπροστά της, μαζί της, στην αγκαλιά της.
Στην Άννα, που όλη αυτή την ώρα έκανε θεληματικά και εντελώς τυχαία μάτι, εκείνα τα φιλιά φάνταζαν ατελεύτητα, αιώνια. Τόσο αθώα, τόσο, αυθόρμητα, τόσο εκρηκτικά, τόσο... της αληθινής αγάπης! Οι δυο τους, οι φίλοι της οι αγαπημένοι, λες και ήθελαν ν’ αναπληρώσουν μεμιάς όλο το χαμένο χρόνο, να εξοφλήσουν αμέσως κι άμεσα ένα γραμμάτιο με τη ζωή, που έληγε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Λες και τα φιλιά τους, τα τόσο τρυφερά και πυρακτωμένα, ήταν η δύναμη που έκανε τη γη να γυρίζει. Έφυγε, σιγοπατώντας απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τους μόνους ν’ απολαύσουν εκείνο το κομμάτι απ’ την πίτα της ευτυχίας.
Κάποτε, σαν το όνειρο και το πάθος κι ο ανεκπλήρωτος πόθος, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους στον σκληρό κι απάνθρωπο ετούτο κόσμο, τον αληθινό, τα φιλιά αργά αλλά διστακτικά έσβησαν -σα φλόγα σε γερασμένο κερί- κι η Σοφία αναστατωμένη, σχεδόν τρομαγμένη, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της για να δει αν υπήρχε κάποιος άλλος στο χώρο και τους παρατηρούσε. Σα βεβαιώθηκε ότι βρισκόταν μόνη εκεί, με το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής της, αναστέναξε με ανακούφιση και χαμογέλασε ευδαιμονικά.
Κοίταξε βαθιά μέσα στα υγρά καφέ του μάτια. Το βλέμμα της πύρινο, διεισδυτικό, φαίνονταν να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Και την επόμενη στιγμή βρέθηκε να τον φιλάει πάλι με πάθος, λες κι ήθελε να ρουφήξει από μέσα του ζωή, να εμπλουτίσει τη δική της απ’ την κλεμμένη του ανάσα. Πήρε να διασχίζει σαν κύμα ημερεμένο, με τ’ απαλά, φτιαγμένα λες από βελούδο δάχτυλά της, τα μακριά του τα μαλλιά. Έμοιαζε ολόκληρη να λάμπει από χαρά, από μια απερίγραπτη ευτυχία. Τελικά, τον ρώτησε:
-Νικόλα, τι γυρεύεις εδώ;
-Κατάφερα να πάρω την άδειά μου πιο νωρίς απ’ ό,τι υπολόγιζα, έτσι πήρα το πρώτο αεροπλάνο και ήρθα να σε βρω, μικρή μου ξελογιάστρα. Καλά δεν έκανα; Θα είμαστε μαζί για δυο βδομάδες, κυρά διανοούμενη, γι’ αυτό ξέχνα τα βιβλία σου.
-Αμάν! Πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με την Άννα για κρουαζιέρα...
Άκουσε τα λόγια της και τρόμαξε κι η ίδια. Άλλα σκεφτόταν, άλλα ήθελε να πει, και άλλα βγήκαν απ’ τα χείλη της. Δάγκωσε τη γλώσσα της. Τα είχε χαμένα.
-Δεν έρχεσαι κι εσύ; τον ρώτησε σχεδόν αμέσως, δειλά-δειλά, προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να τα μπαλώσει.
-Μην ανησυχείς, κουτό. Ούτε εγώ θα πάω, αλλά ούτε κι εσύ. Η Άννα μου είπε πριν από λίγο ότι θέση δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, μωρό μου, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Για μας, δηλαδή.
-Υπέροχα, κραύγασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε μ’ ικανοποίηση. Υπέροχα!
-Άντε, φύγαμε.
-Για που;
-Από πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει εσένα το πού;

Ξεχνώντας να πουν ένα τυπικό έστω αντίο στην Άννα, που τους είδε να περνούν σα σίφουνας από μπροστά της και να χάνονται, βγήκαν από το πολύ μικρό και αποπνικτικό διαμέρισμα για να περιφέρουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τη μαγική ευλογία του νέφους. Μέσα στην τόση χαρά και την ανεμπόδιστη βιασύνη τους, κατέβηκαν με τα πόδια τους οκτώ ορόφους της πολυκατοικίας, κι έστειλαν φιλιά στο θυρωρό, που δεν ήταν εκεί.
Ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά στον ταλαίπωρο αττικό ουρανό. Τα σύννεφα θα ’ταν ακόμη σε διακοπές, απ’ ό,τι μπορούσαν τουλάχιστον να διακρίνουν μέσα από τις λιγοστές χαραμάδες στη φύση, που άφηνε σε πείσμα των καιρών να υπάρχουν, ο πολυώροφος πολιτισμός μας. Η κίνηση στους δρόμους αραιή. Για τους δυο τους ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ας είναι πάντα καλά ο Αύγουστος, ο αποδεκατιστής της Αθήνας.
Κινούνταν σα μέσα σε κάποιο όνειρο οι δυο τους. Άλλοτε περπατούσαν αγκαλιασμένοι, σαν ένα, φιλιόντουσαν, γελούσαν με την καρδιά τους όλη, μιλούσαν για το χθες, για το χαρούμενο αύριο, γι’ αυτά που έχασαν και για τα σχέδιά τους, τα όνειρά τους, όπως τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά τους, αυτά που θα κυνηγούσαν. Κι άλλοτε, κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου κι έτρεχαν, αφηνιασμένα, νιώθοντας λεύτεροι σαν τα πουλιά, έξω απ’ το χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Ο κόσμος όλος εκείνες τις στιγμές τους ανήκε, κι ήταν ένας κόσμος φανταστικός, εξωπραγματικός, ένας κόσμος όπου τα πιο τρελά τους όνειρα, και οι ψευδαισθήσεις τους ακόμη, θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Είχαν ταυτιστεί τόσο πολύ η Σοφία κι ο Νικόλας, που χωρίς καμία υπερβολή θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν κάποτε πέθαινε ο ένας, θα χάνονταν και των δύο οι σκιές απ’ τη γη.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα, φιλί το φιλί, έφτασαν στο από παλιά τουριστοκρατούμενο Μοναστηράκι, του... How Nice! Πέρασαν βιαστικά μπροστά από κάποιους, που ποτέ τους δεν πουλήσανε κάτι με το ζόρι σε κανένα, μέσα από ένα πλήθος τουριστών που έψαχνε για bargains -Δεν ήξεραν. Δε ρώταγαν;- και συνέχισαν γραμμή για το Θησείο. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ την πασίγνωστη πια Πλατεία Αβησσυνίας, μπήκαν σ’ ένα μικρό -σαν παραφωνία στον ωκεανό της αγοράς- μαγαζί, κι αγόρασαν από ένα μαύρο λογοκάπηλο μπλουζάκι, που έγραφε: Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λέφτερος. Τα φόρεσαν αμέσως, έτσι για να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, μέσα στην κοσμοπλημμύρα.
Φθάνοντας στο Θησείο αποφάσισαν ν’ ανηφορίσουν για τη νεφοφαγωμένη Ακρόπολη, για ν’ απολαύσουν, αν είναι ποτέ αυτό δυνατόν στην Αθήνα, μια μεγάλη φέτα ουρανό. Ένα σμήνος φωτογραφικών μηχανών, που συνόδευε ένα σχεδόν ισάριθμο στίφος καταϊδρωμένων τουριστών, ακολουθούσε την ίδια μ’ εκείνους -εξοντωτική κάτω από τον καυτό ήλιο- διαδρομή, απαθανατίζοντας τ’ αρχαία, μην τύχει και την κοπανήσουν κι αυτά για κανένα βρετανικό μουσείο. Μικρά μπουκάλια νερό, αγορασμένα στην τιμή δύο λίτρων αμόλυβδης ή και σούπερ βενζίνης, άλλαζαν χέρια.
Κουρασμένοι, ιδρωμένοι και χαρούμενοι, κάθισαν για λίγα λεπτά πάνω απ’ την Αρχαία Αγορά. Δυο σώματα σε μια καρδιά, που εκείνη την ώρα χτυπούσε σαν τρελή. Λευκά περιστέρια της ζωής, του έρωτα και της αθωότητας, έφερναν σκιρτήματα ευτυχίας, φτερουγίζοντας στο κελάρι εκείνης της καρδιάς. Ωστόσο, παρ’ όλα τα φαινόμενα, μια μαύρη σκιά έμοιαζε να τους σκεπάζει, και μόνος ο ένας απ’ αυτούς μπορούσε να τη δει.
Σε λίγο, σηκώθηκαν από χάμω, τίναξαν τη σκόνη απ’ τα ρούχα τους στον αραιό βρώμικο αγέρα, και κατηφόρισαν για το Μοναστηράκι και πάλι, ακολουθώντας τις χαμογελαστές ορδές των δαιμόνιων φωτογράφων. Τώρα, περπατούσαν αργά, σιγοπατώντας, καθόλου δε βιάζονταν. Γιατί να βιαστούν άλλωστε; Μπορούσαν ν’ απολαύσουν τη στιγμή!
Πήραν την Αθηνάς με κατεύθυνση το κέντρο. Ναι, εκείνο το κέντρο που στα παλιά τα χρόνια, τα καλά, φιλοξενούσε ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά, απότομα, απροειδοποίητα, η Σοφία σταμάτησε στη μέση ενός πεζοδρομίου που έζεχνε, διακόπτοντας άτσαλα το αργόσυρτο αγκαλιαστό τους βήμα.
-Αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου, εδώ και τώρα, του ανακοίνωσε. Μια και η ζωή μου πρόκειται ν’ αλλάξει πολύ σύντομα οριστικά, σκέφτηκα ν’ αλλάξω λίγο και την εικόνα. Αν και είναι πολύ νωρίς για να λέω τέτοια... Δίστασε... Έτσι δεν είναι; Τα μάτια της φάνηκε για μια στιγμή να σκιάζει ένα νεφικό αμφιβολίας.
-Κάνε ό,τι θες και όπως το θες, της απάντησε εκείνος, κι η Σοφία, δίχως να περιμένει στιγμή, τον τράβηξε μαζί της στο πρώτο κομμωτήριο που βρέθηκε στο δρόμο τους.
Όταν βγήκαν έξω έμοιαζε με κάποια άλλη. Είχε μεταμορφωθεί. Τα μαλλιά της κοντά, αγορίστικά κουρεμένα, της έδιναν μια νέα υπόσταση.
Πήραν τον υπόγειο απ’ τον εκτρωματικό, τότε, σταθμό της Ομόνοιας. Όρθιοι και σφικτά αγκαλιασμένοι, έμοιαζαν να αγνοούν εντελώς τους γύρω τους, που δεν ήταν δα και πολλοί. Περισσότεροι ήταν οι ζήτουλες απ’ τους επιβάτες, και κανείς απ’ αυτούς δεν είχε θέση στον κόσμο τους, τον αγγελικά -από έκπτωτους ίσως- πλασμένο.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν έφθασαν στο διαμέρισμα της Άννας. Ήταν νηστικοί, αλλά όχι πεινασμένοι. Ήταν κουρασμένοι, αλλά όχι εξαντλημένοι. Ένιωθαν ζωντανοί, πιο ζωντανοί από ποτέ, αναγεννημένοι, μέσα από το θαύμα της αγάπης.
Η Άννα ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δικοί της, κι έτσι είχαν ολόκληρο το διαμέρισμα για πάρτη τους, όπως ακριβώς είχαν κι οι δυο βαθιά μέσα τους ευχηθεί, χωρίς ωστόσο κανένας από δαύτους να το ομολογήσει. Πήγαν κατ’ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσε τη Σοφία, το οποίο φάνταζε στα ερωτευμένα τους μάτια σαν τη ζεστή φωλιά των χαμένων τους καημών.
Αγκαλιασμένοι με ορμή στο ημίφως, που διείσδυε πεισματικά μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα, άρχισαν να χορεύουν σαν ένα, στους ήχους μιας παλιάς μελαγχολικής μπαλάντας. Η μουσική κινούσε σα μαριονέτες τα φλεγόμενα κορμιά τους, σε ρυθμούς μαγικούς, ερωτικούς, υπνωτικούς. Τα πεταχτά φιλιά και τ’ ανάλαφρα χάδια, άρχισαν ν’ αποκτούν σιγά σιγά όλο και περισσότερο πάθος. Ανάσες καυτές, σαν ψίθυροι, σαν υποσχέσεις, μεγάλωναν τον πόθο. Τα αναψοκοκκινισμένα τους πρόσωπα έμοιαζε να φωτίζει μια αγκαλιά ηλιοβασίλεμα και δε μιλούσαν.
Η μουσική κάποτε σταμάτησε και ο μόνος ήχος που ακουγόταν, σα γλυκιά παραφωνία να σπάει τη σιωπή, ήταν αυτός απ’ τις ανάσες τους. Σώπαιναν. Σώπαιναν και με προσοχή αφουγκράζονταν τη λαχτάρα της ψυχής, ένιωθαν τη μεγάλη φωτιά να τους πυρπολεί τα κορμιά. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Η ένωσή τους θα έφτανε επιτέλους στον προορισμό της, στην ολοκλήρωσή της. Τόσο, μα τόσο ξαφνικά. Τόσο αναπάντεχα!
Στην αρχή ένιωσε ένα ρίγος και μετά ένα απροσδιόριστο φόβο να την κυριεύει, η Σοφία. Δεν άργησε, ωστόσο, να του παραδοθεί, να του ομολογήσει μ’ ένα παλλόμενο σώμα τον έρωτα, την πίστη της σ’ αυτόν. Άλλωστε, όλα εκείνα τ’ ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της αυτό σκεφτόταν, αυτό περίμενε, αυτό ονειρευόταν. Και να, όπως και τώρα, δάκρυα ευτυχίας γέμιζαν τα μάτια της, πλημμύριζαν την ύπαρξή της όλη. Το μόνο που τούτα δω ήταν πιο γλυκά, απερίγραπτα, μια αποκάλυψη για κείνη.
Αφέθηκε, λοιπόν, στα χάδια του, στα πιο γνωστικά απ’ τα δικά της φιλιά του, στην πρωτόγνωρη δίνη του πόθου. Εκείνο το κάτι, που πάντα βαθιά μέσα της πολύ φοβόταν, τώρα της φάνταζε σαν κάτι εντελώς φυσιολογικό, σαν την αναμενόμενη κατάληξη, σαν την αποκορύφωση του έρωτά της. Ένιωθε με όλες της τις αισθήσεις όλη την αγάπη και την απέραντη τρυφερότητα, που εξέπεμπε της ζωής της ο σύντροφος, ο ένας και μοναδικός. Η φλόγα του πόθου, το πάθος του έρωτα, έκαιγε σαν πύρινη φλόγα τα κορμιά τους, καθώς γίνονταν ένα. Το μέγα μυστήριο λύθηκε, επιτέλους, γι’ αυτήν και το μόνο που αισθανόταν πια ήταν χαρά. Χαρά και ανακούφιση.
Παρέμειναν για πολλή ώρα στο κρεβάτι, ξαναμμένοι, γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Στο βλέμμα της Σοφίας ήταν ζωγραφισμένη η γαλήνη και μια ονειρική ευτυχία. Κοιτούσε το ταβάνι με μάτια που πέταγαν φωτιές και χαμογελούσε. Τα έκλεινε, τα ξανάνοιγε, έβλεπε τον Νικόλα κι απογειωνότανε σε άγνωστους ως τότε ουρανούς ευδαιμονίας, μόνο και μόνο επειδή εκείνος ήταν εκεί, μαζί της. Επειδή της ανήκε. Επειδή της χαρίστηκε. Σα δώρο θεϊκό. Σαν ανταμοιβή μετά από μια αιωνιότητα μοναξιάς.
Σηκώθηκε πρώτος απ’ το κρεβάτι, αμίλητος. Μπήκε στο μπάνιο για μερικά λεπτά και σα βγήκε αργότερα της είπε:
-Κορίτσι μου, θα πεταχτώ μια στιγμούλα μέχρι το περίπτερο για να πάρω τσιγάρα και θα επιστρέψω. Μη μου φύγεις. Εντάξει, αγαπούλα;
Δεν του απάντησε. Μονάχα παρέμεινε μ’ ένα χαμόγελο, ζωγραφισμένο ακόμη στο γαληνεμένο της πρόσωπο να τον κοιτάει. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο, στα χείλη, της χάιδεψε τα μαλλιά. Έμοιαζε με το στερνό, το τελευταίο, εκείνο το χάδι.
Ύστερα από δυο λεπτά σηκώθηκε κι εκείνη απ’ το κρεβάτι. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Τον είδε να βγαίνει απ’ το κτήριο και ν’ απομακρύνεται. Κάποια στιγμή της φάνηκε ότι γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω και την κοίταξε λυπημένα. Αλλά, μάλλον η ιδέα της ήταν. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να διακρίνει το βλέμμα του από τόσο μεγάλη απόσταση; Απομακρύνθηκε απ’ το παράθυρο. Πήγε και πάλι στο κρεβάτι. Εκεί, στα λευκά σεντόνια, μπορούσε να διακρίνει καθαρά την αιμάτινη απόδειξη ότι ήταν γυναίκα. Ξάπλωσε. Έκλεισε τα μάτια.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Η Κυρία Μόνη

Θα βγει μόνη ετούτη τη νύχτα -μάλλον θα βγει μόνη Κι ετούτη τη νύχτα- αυτή με τον καλούλη, τον εαυτό της. Χρωματίζει μ’ ένα ελαφρύ κραγιόν τα χείλη, με μολύβι βάφει τους κύκλους γύρω απ’ τα χαραγμένα της μάτια. Όχι, δε βάζει μέικ απ, δεν της αρέσει. Έτσι κι αλλιώς δεν το χρειάζεται για να γίνει όμορφη, είναι ήδη. Παρατηρεί για μια στιγμή προσεκτικά, αλλά φευγαλέα, το είδωλό της στον καθρέφτη. Τα μακριά βαμμένα μαύρα μαλλιά, το χλωμό πρόσωπο, τα πράσινα μάτια που όταν χαμογελάνε φωτίζει η πλάση. Ναι, είναι όμορφη.
Ελπίζει να βρει κι απόψε κάποιον. Όχι ένα συγκεκριμένο, απλά κάποιον. Κάποιον για να περάσει για λίγες ώρες καλά, ε, κι αν προκύψει και κάνα κρεβάτι μετά, αυτό καθόλου δε θα τη χαλάσει. Δεν το επιδιώκει ποτέ άλλωστε, δεν είναι διψασμένη για σεξ, χορτασμένη είναι, αλλά όταν οι σειρήνες των αισθήσεων την καλούν, απλά αφήνει τα πράγματα να συμβούν, καθόλου δεν αντιστέκεται. Θα ήταν ανθυγιεινό κάτι τέτοιο.
Όσο για αγάπες κι έρωτες, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχει καθόλου χώρο στη ζωή της. Όχι πως δε θέλει, όχι πως δε νιώθει την ανάγκη να ερωτευτεί, ν’ αγαπήσει αληθινά και με πάθος, αλλά να, οι άντρες στο τέλος-τέλος τη χαλούν. με τις ζήλιες τους, τις απαιτήσεις, τα θέλω και τις ιδιοτροπίες τους, με τους εγωισμούς τους. Έτσι κι αυτή κάποτε είπε: Ως εδώ και μη παρέκει, και έγινε η απόλυτη κυρίαρχος του εαυτού της και των αναγκών του.
Πάνε δύο σχεδόν χρόνια τώρα που είναι μόνη, χωρίς δηλαδή κάποιο μόνιμο σύντροφο στη ζωή της κι η αλήθεια είναι -η πικρή αλήθεια είναι- ότι δε νιώθει και τόσο άσχημα γι’ αυτό. Της αρέσει αυτή η ασύδοτη ερωτική ελευθερία, να φλερτάρει ασύστολα, να κάνει έρωτα δίχως σκέψεις για το αύριο. Μια ζωή την έχουμε, λέει.
Συνήθως -όχι απόψε, όμως- βγαίνει με μεγάλες αντροπαρέες, συνάδελφούς της απ’ τη δουλειά, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, καταφέρνει και βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κι αυτό όχι μόνο λόγω της εξαιρετικής της ομορφιάς, αλλά κι επειδή είναι ευγενική, πρόσχαρη και ανοικτή σε όλα. προσόντα που την κάνουν πολύ ελκυστική. Όσο όμως κι αν προκαλεί το θαυμασμό στους άντρες, άλλο τόσο τους τρομάζει. Δε μοιάζει με καμιά συνηθισμένη γυναίκα, τουλάχιστον απ’ αυτές που οι ίδιοι γνωρίζουν. Δεν μπορούν να εισβάλουν στο μυαλό και να διαβάσουν τις σκέψεις της. Πολλές φορές την παρατηρούν καθώς χάνεται κάπου μέσα της, κι ολότελα ξεχνιέται, και δεν ξέρουν πώς να το ερμηνεύσουν αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πάει είναι κάπου αλλού. Ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι της και δεν πολυβλέπει, δεν ενδιαφέρεται να δει, τι συμβαίνει γύρω της. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ένας στους δύο άντρες που συναντά τη βλέπει σαν κάτι περισσότερο από μια πιθανή ερωμένη. Τους μιλά, τους ακούει, πολλές φορές τους χαρίζει κάποιες στιγμές ηδονής, αλλά πέρα απ’ αυτά τίποτα. Έτσι, κι αλλιώς, όλα τα ξεχνάει μετά. Οι άντρες είναι τα πιόνια της. Οι δικές της συσκευές ηδονής. Τους χρειάζεται μα δεν τους θέλει. Γίνεται γι’ αυτούς η καλύτερη φίλη, η πιο τρυφερή ερωμένη, μα μετά τους διαγράφει με μια μονοκοντυλιά. Πάντα! Πάντα κάπου αλλού το μυαλό της ταξιδεύει.Θα βγει, λοιπόν, απόψε μόνη. Θα πάει κάπου, θα πιει, θα τραγουδήσει και θα γελάσει, κι αν όλα πάνε πρίμα θα συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι της. Με ποιον, δεν ξέρει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να περάσει καλά, χωρίς πιέσεις και δίχως υποχρεώσεις. Κι ό,τι θέλει ας ξημερώσει η επόμενη μέρα. Τι θα ξημερώσει; Μα, ακριβώς ό,τι θέλει αυτή. αφού είναι κυρία του εαυτού της. Κυρία και μόνη. Η κυρία Μόνη.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Ο Μπεκρής

Όλα τα έχασε. Όλα! Και τώρα τριγυρνά μοναχός, με σκυμμένο το κεφάλι, μέσα στους δρόμους μιας βρώμικης, οχληρής κι αφιλόξενης πόλης, και σκέφτεται. Όσο του το επιτρέπει το θολωμένο απ’ το πιοτό μυαλό του, σκέφτεται. Σκέφτεται την προηγούμενή του ζωή, τα νιάτα που ξεκίνησαν σα μέσα σ’ ένα όνειρο και κατάντησαν εφιάλτης – πήγαν χαμένα. Σκέφτεται το άθλιο, μίζερο, μισερό παρόν του, που χρόνια πριν στα μάτια της φαντασίας του φάνταζε λαμπρό κι ευτυχισμένο. Σκέφτεται και θυμάται. Θυμάται τη γυναίκα που τόσο αγάπησε, πιότερο κι απ’ τη ζωή του την ίδια, την κορούλα του, τον άγγελό του, τους καλούς του φίλους, που χάθηκαν κι αυτοί στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Θυμάται ότι κάποτε έκανε όνειρα. Θυμάται...
Μ’ ένα κουρέλι, παλιό, βρώμικο και πολυμεταχειρισμένο, μοιάζει τώρα η ύπαρξή του. Ένα κουρέλι που πολύ θα ήθελε να πυρπολήσει. Απλά, να του βάλει φωτιά και για πάντα να ξεγνοιάσει. Να ξεχάσει και να ξεχαστεί.
Που ήμουνα; Που είμαι; Ποιος είμαι; Που πάω; μονολογεί, καθώς διαβαίνει, με βήματα αργά που σέρνονται στο μαύρο της ασφάλτου, το ένα μετά το άλλο τα σκοτεινά σοκάκια, όπου κάνουν πιάτσα τα παιδιά της νύχτας, τα δίχως σπίτι και ασφάλεια, και τα κορίτσια τα αθώα, του πόνου και της αμαρτίας.
Κι εγώ πόρνη είμαι! σκέφτεται φωναχτά, κοιτώντας τις γυναίκες -τις έντονα βαμμένες και προκλητικά ντυμένες- που στέκονται νωχελικά στις γωνιές των δρόμων, περιμένοντας, δίχως όμως να δείχνουν να αναζητούν, κάποιον πελάτη. Χειρότερος, ακόμη, κι από πόρνη είμαι. Αυτές, τουλάχιστον, πουλάνε μόνο το κορμί, ενώ εγώ πούλησα και την ψυχή μου.
Σκύβει πιο χαμηλά το κεφάλι -λες και θέλει να κρυφτεί απ’ τον εαυτό του τον ίδιο- και δακρύζει ο μπεκρής, πικρά δακρύζει. Γιατί; Γιατί; Γιατί; από μέσα του ρωτά και φωναχτά απορεί, μα απάντηση δεν παίρνει. Κάποιοι απ’ τους βιαστικούς ανθρώπους, που σαν σκιές περνάνε και χάνονται, τον κοιτούν ειρωνικά, άλλοι μ’ ένα βλέμμα συμπάθειας, αλλά κανένας δεν ξέρει τι ν’ αποκριθεί στα γιατί του. Μονάχα κάποιοι αόρατοι θεοί, μόνο αυτοί οι μπαγαπόντηδες, θα μπορούσαν να του εξηγήσουν το λόγο, τους λόγους, που η κορούλα κι η γυναίκα του πέθαναν, που ένα αυτοκίνητο περαστικό τις πήρε και τις παρέσυρε στου χάροντα το σκοτεινό ποτάμι. Πόσο άδικο! Πόσο πολύ άδικο!
Τη θέση τους σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει το πιοτό. Τη θέση του σπιτιού του, η συνεχής, η δίχως αναπαμό περιπλάνηση στους δρόμους, η συνύπαρξη με του δόλιου ετούτου κόσμου τα ανθρώπινα απορρίμματα, με τους καταραμένους. Τα πούλησε όλα όσα είχε, παράτησε τη δουλειά και ό,τι του θύμιζε την παλιά του, την καλή ζωή, κι έγινε ένα συνεπής αλήτης, ένας συνειδητοποιημένος μπεκρής. Όχι, πώς το ποτό τον βοηθάει, όχι πολύ, αφού δεν ξεχνάει, αλλά τουλάχιστον μ’ αυτό λίγο ανακουφίζεται. Πίνει πολύ, κλαίει περισσότερο, ανακουφίζεται. Η ζωή πια δεν έχει γι’ αυτόν κανένα χρώμα. Όλα τα ίδια του μοιάζουν. παραλλαγές του μαύρου, που γεμίζει το μέσα του.
Για ποιον κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, του μιλούσαν κάποτε οι στίχοι; Δόλιε ποιητή, τον κορόιδεψες. Ο κόσμος είναι πόνος, και στο επίκεντρο του πόνου είν’ αυτός.
Περπατάει, σκέφτεται, αποφασίζει, μετανιώνει, αποφασίζει: Πρέπει να βάλω τέρμα σε τούτη τη φάρσα, πρέπει να λυτρωθώ.Τα βήματά του, όπως κάθε βράδυ άλλωστε, τον οδηγούν στο σημείο όπου συνέβη το μοιραίο. στο μέρος όπου ακούμπησαν για τελευταία φορά τα κορμιά των αγαπημένων του, προτού ταφούν στο χώμα. Τα μάγουλα μουλιάζουν απ’ τα δάκρυα, τα μάτια του καίνε και θολώνουν. Τέλος, ψιθυρίζει και κάνει, δίχως καθόλου να διστάσει, μια βουτιά στο οδόστρωμα που ζέχνει. Ένα φορτηγό του κόβει σχεδόν μεμιάς το νήμα της ζωής, και τον στέλνει με χαμόγελο να πάει να βρει τις γυναίκες του, να τις κρατήσει για μία ακόμη φορά και για πάντα στην τρυφερή του αγκαλιά. Ένα μικρό μπουκάλι ουίσκι ίπταται για λίγο πάνω από τη σκηνή και σε λίγο πέφτει με πάταγο στο έδαφος χωρίς να σπάσει. Η ζωή τελειώνει. Η ζωή συνεχίζεται.

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

Το ροκ του μέλλοντός του

Αυτή είναι μια από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα, δε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Τη δούλεψα ξανά χθες και ιδού το (μετριότατο είν' η αλήθεια) αποτέλεσμα:

Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι..., τραγουδούσε το φιλαράκι μου ο Στάθης, ο κολλητός μου, απ’ την εποχή που ήμασταν πιτσιρίκια.
Και γιατί να σε φοβηθώ, ρε φίλε; τον προκαλούσα εγώ.
Με τον Στάθη ζήσαμε πολλά, μια ζωή παρέα, όλες τις μεγάλες χαρές και τις τεράστιες λύπες, ήπιαμε τόνους πίκρα -να μην πω για μπύρα- κάναμε αμέτρητα λάθη και λίγα σωστά, τσακωθήκαμε άγρια για μίνι φούστες (για το περιεχόμενό τους μιλάω, ρε) και στρογγυλές θεές, και τα λοιπά συνήθη, πλην ευτράπελα, τραγικά.
Παρ’ όλα αυτά μια χαρούλα ήταν η ζωή μας, «ρόδα, μπύρα και κοπάνα», πάντα όμορφη, πάντα ενδιαφέρουσα, πάντα φευγάτη. Το ίδιο φευγάτη όπως και κάθε θηλυκό, που έκανε το τραγικό λάθος, το μοιραίο, να μας πλησιάσει.
Όλοι μας αγαπούσαν... Κοπρόσκυλο, ανεπρόκοπο, τούβλο και, άλλα οικοδομικά υλικά, με αποκαλούσε ο γέρος μου, που -σαν καθώς πρέπει βιοπαλαιστής- πούλησε το σπίτι της μακαρίτισσας της μάνας του, κι απ’ τα σαράντα του άάάραξε. Ο Στάθης ήταν ο ροκάς του κερατά κατά τον απόμαχο της πολυθρόνας. Ας είναι καλά η γριά μου, που πάντα με υποστήριζε. Άσε το παιδί να χαρεί τη ζωή του τώρα που είναι νέος, τον μάλωνε. Αθάνατη μάνα, όλα για το βλαστάρι σου! Μόνο τη νύφη που σου φέρνει στο σπίτι κουβαλητή, την απορρίπτεις.
Θα ’μασταν γύρω στα δεκαεφτά (χρόνια, όχι δρομάκια) όταν ο Στάθης το πήρε επιτέλους απόφαση: Ρε φιλάρα, λέω να φτιάξω ένα γκρουπάκι. Να βγάλω τ’ απωθημένα μου, ρε συ! Τη γρατζουνάω που τη γρατζουνάω την κιθάρα κι η φωνή μου δεν είναι και τόσο άσκημη...
Το ’πε και το ’κανε, ο παλιομπαγάσας! Μάζεψε μισή χούφτα παιδιά (δυόμισι δηλαδή, αφού ο ένας ήταν πάντα μισολιώμα), που κάτι ήξεραν από μουσική (πάντως κάτι περισσότερο από μένα), έβαλε μπρος τις μηχανές και μάρσαρε για το ονειρεμένο ροκ του μέλλοντός του, το οποίο θα περιελάμβανε συναυλίες ανά την υδρόγειο (η υδρόγειος ήταν ένα υπόγειο μπαράκι στα Πατήσια), ποτό, μαστούρα, σκάνδαλα και, φυσικά, το πιο απαραίτητο αξεσουάρ: θεογκόμενες!
Μια κι εγώ δεν ήξερα να παίζω κανένα Μουσικό όργανο, κι η φωνή μου, μετά από τεράστια προσπάθεια από τον ηχολήπτη, θύμιζε γάτα γριά, στειρωμένη και παράφωνη, όταν της τραβά κανείς την ουρά, ανέλαβα καθήκοντα μάνατζερ. Ήμουνα κι ο νονός του γκρουπ μάλιστα, αφού σε μια έκλαμψη διαύγειας εμπνεύστηκα το γαμάουα όνομα Υπέργεια Κατάβαση.
Απ’ τις πρώτες κιόλας ημέρες, απ’ τις πρόβες, αντιλήφθηκα ότι το συγκρότημά μας ήταν προορισμένο για μεγάλα πράγματα. Τα παιδιά έδεσαν μεταξύ τους πολύ εύκολα, σαν χρόνιοι κρατούμενοι στις χειροπέδες, και κάτω από το άγρυπνο και λίγο αόμματο βλέμμα μου, άρχισαν να χτυπούν τα ρέστα τους. Οι γείτονες του Στάθη -αφού στο σπίτι του κάναμε τις πρόβες- ήταν κι αυτοί ενθουσιασμένοι με το γκρουπ. Έφτασαν, μάλιστα, στο σημείο να προσεύχονται νύχτα μέρα για την επιτυχία του, αφού όλο για Παναγίες και Χριστούς ακούγαμε να φωνάζουν απ’ όλες τις κατευθύνσεις.
Οι πρόβες, οι δοκιμές, τα μεθύσια, τα... όπως και να τα λένε, κράτησαν για αρκετούς μήνες, που κύλησαν γοργά, σαν το χαρτζιλίκι μας, που ποτέ δε μας έφτανε για τίποτα. Τα παιδιά, μ’ αυτά κι αυτά, κατέληξαν σ’ ένα εξ’ ολοκλήρου κλεμμένο ρεπερτόριο από ελληνικά και ξένα ροκ κομμάτια, ξεσήκωσαν και δυο-τρία παλιά λαϊκά στα οποία έκαναν βραχώδεις διασκευές, και τελικά αποφάσισαν ότι έφτασε επιτέλους η ιστορική εκείνη μέρα, που θα δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους σε μια ζωντανή εμφάνιση.
Ωστόσο, και παρά το ότι ήμουν -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις που είχα- ένας άψογος μάνατζερ, δεν κατόρθωσα να βρω κάποιο χώρο για να κάνουν το ντεμπούτο τους στην Αθήνα. Στην αρχή απογοητεύτηκαν πολύ, τους είδα να σκύβουν λυπημένα τα κεφάλια, αλλά εγώ -μάνα σε τέτοια- τους ανύψωσα με μπύρες το ηθικό, τους έδωσα κουράγιο. Ανέτρεξα ακόμη και στην ιστορία για να τους πω: Ακόμη και οι Μπιτλς στην αρχή, δεν έβρισκαν που να τραγουδήσουν. Και τα χαμόγελα άνθισαν και πάλι. Έπρεπε, όμως, να βρω κάτι σύντομα, προτού τους πιάσει ξανά η κατάθλιψη (είχα ξεμείνει κι από μετρητά, έτσι ξεχάστε τις μπύρες), γιατί έτσι κι έπαιρναν φόρα, φορά κατηφόρα, κι ο Θεός ο ίδιος δε θα τους σταματούσε, αφού πολύ πιθανόν να είχε σοβαρότερα πράγματα ν’ ασχοληθεί.
Προτού περάσει καιρός πολύς, το αστέρι μου έλαμψε εκτυφλωτικά, διαλύοντας τα δόλια τα σκοτάδια ετούτου του παλιόκοσμου και της παλιοκενωνίας. Ένα ηλεκτρονικό μου φιλαράκι με (ναι ρε, Με) είπε ότι σ’ ένα μπαράκι στο νησί του εμφανίζονταν -από το πουθενά;- νέα γκρουπάκια, κι αν ήθελα θα μπορούσε να μεσολαβήσει στον ιδιοκτήτη για να δεχτεί τα φώτα μας. Όπως και έγινε!
Φθάσαμε θριαμβευτικά στο νησί λίγο πριν τα μεσάνυχτα κάποιου ζεστού και υγρού Ιουλίου, με όλες μας τις αποσκευές: δυο κιθάρες, ένα μπάσο, ένα μεγάλο κιβώτιο με ντραμς, τη φωνάρα του Στάθη και τους υπνόσακούς μας. Την αράξαμε αμέσως στο σαλόνι του καλωδιομένου φίλου μου, και κοιμηθήκαμε σαν τα αρνιά στο παχνί. Η μέρα που θα ξημέρωνε σε λίγες ώρες θα ήταν ιστορική, αφού θα σήμαινε... the end of the world as we know it! Wow! Το πρόσωπο της ροκ επρόκειτο να αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα.
Ξυπνήσαμε πρωί πρωί, κατά το δειλινό, και τα παιδιά βάλθηκαν -από μένα- να κάνουν πρόβες, ενώ εγώ σαν καθώς πρέπει μάνατζερ ετοίμαζα τις φραπεδιές, κι η μάνα του οικοδεσπότη, συμμετέχοντας στον αναβρασμό που επικρατούσε, καταριόταν την ώρα που τον γέννησε.
Στο μπαράκι πήγαμε κατά τις οκτώ το βράδυ για μια τελευταία πρόβα -όχι πώς υπήρχε περίπτωση να πάει κάτι στραβά- έλεγχο ήχου και ό,τι ήθελε προκύψει. Στην αρχή μας προέκυψαν μπύρες, μετά βότκες, μετά, ανέβηκαν στη σκηνή όσο έπαιρνε φτιαγμένοι.
Το πρόγραμμα άρχισε στις έντεκα και κάτι ακριβώς και, σύμφωνα με τον τυπά που είχε το μαγαζί, έπρεπε να κρατήσει τουλάχιστον μέχρι τις δύο. Έβλεπα τ’ αγόρια μου εκεί πάνω και τα καμάρωνα, καθώς ήταν όλα ντυμένα στα μαύρα, βγαλμένα λες από ροκ περιοδικό της δεκαετίας του εβδομήντα.
Take it easy baby, take it as it comes, τραγούδησε με το που πήρε το μικρόφωνο στα χέρια του ο Σταθάρας, και τα αίματα άναψαν μεμιάς. Συνέχισε με μια σειρά από κλασικά ροκ ακούσματα, το ένα καλύτερο απ’ το άλλο, καθηλώνοντας το έτσι κι αλλιώς φευγάτο κοινό: Stairway to heaven, Smoke on the water, Paranoid, Born to be wild, Another brick in the wall, Catch the rainbow. Όλοι και όλες στο χώρο κρέμονταν απ’ τα χείλη του (γι’ αυτό, άραγε, πήραν να μπλαβίζουν;). Ο Στάθης είχε εκείνο το κάτι, εκείνο το μυστικό κάτι, που κάποια μέρα θα μπορούσε στ’ αλήθεια να τον κάνει αστέρι: μαγνήτιζε το κοινό, του επιβαλλόταν. Το θλιμμένο του βλέμμα, οι νωχελικές του κινήσεις, η βραχνή του φωνή φαίνονταν να μαγεύουν τον κόσμο. Τα κορίτσια ειδικά, ήταν under his spell (πώς το μιλάω ρε, ο μπαγάσας, το αγγλικό!), κινούνταν το ρυθμό που υπέβαλλε η φωνή του. Στα γρήγορα δυνατά τραγούδια χόρευαν και χτυπιούνταν, σα σε διονυσιακή τελετή, ενώ στις μπαλάντες κινούνταν αργά, λες νυσταλέα, σα μέσα σ’ ένα όνειρο γλυκό από το οποίο δεν ήθελαν ποτέ να ξυπνήσουν. Κι η ώρα περνούσε, κι η μουσική συνεχιζόταν, κι η μαγεία κρατούσε. Ελληνικά και ξένα τραγούδια έγιναν ένα, και έλληνες κι αλλοδαποί τα απολάμβαναν το ίδιο. Ο Στάθης απ’ το I’m your man περνούσε στο A man’s world, κι από εκεί στο Imagine, και πήγαινε ακόμη πάρα πέρα σμίγοντας το τρυφερό Να με προσέχεις με το Nights in white satin, το Πριν το τέλος με το The End, το δικό του Ζήσε τα όλα με το I want it all, το Να μ’ αγαπάς με το Love. Η μουσική ήταν το όχημα, οι στίχοι ο δρόμος, η φωνή του ο οδηγός, και το τέρμα μια νύχτα στον προσωπικό παράδεισο ή κόλαση του καθενός καθώς, τις μοναδικές εκείνες ώρες είδα μάτια πικρά να δακρύζουν, γυναίκες και άντρες να χορεύουν σα μέσα σ’ έκσταση, σώματα αφημένα απ’ την εξάντληση στο πάτωμα, και κάτι που μου φάνηκε σαν το μαύρο πουλί του θανάτου να τριγυρίζει στο χώρο. Και το ροκ εξακολουθούσε να κυλά, και το ποτό εξακολουθούσε να ρέει, όπως και ο ιδρώτας, και τα βλέμματα γίνονταν όλο και πιο φλογισμένα, κι ο Στάθης χάνονταν, βυθίζονταν όλο και πιο βαθιά στα τραγούδια του... at the house of the rising sun.
Το πότε πέρασαν οι ώρες κι ήρθε σιγοπατώντας το πρωί, κανείς από μας δεν το κατάλαβε. Εκείνη η νυχτιά θαρρώ ήταν της σύντομης ζωής μας η πιο σημαντική, καθώς είδαμε ένα όνειρο να γίνεται ξαφνικά πραγματικότητα.
Ο ιδιοκτήτης του μπαρ μας είπε, αν γουστάραμε, να μείνουμε και να δουλέψουμε εκεί, επί πληρωμή, για το υπόλοιπο του καλοκαιριού. Άλλο που δε θέλαμε! Τα παιδιά έπαιζαν τις μουσικές τους κάθε βράδυ, κι εγώ κάθε μέρα, όλη μέρα, έκανα δημόσιες σχέσεις.
Το σκηνικό της πρώτης βραδιάς επαναλήφθηκε πολλές φορές όσο ήμασταν εκεί, και όλη η νεολαία του νησιού μας είχε στο στόμα της. Τόσο οι ντόπιοι, όσο κι οι ξένοι. Όπου κι αν πήγαινες, όπου κι αν καθόσουν ή στεκόσουν ή ξάπλωνες, όλο για την Υπέργεια Κατάβαση θα άκουγες. Ήμασταν η ευχάριστη έκπληξη του καλοκαιριού, η αποκάλυψη της σεζόν: τέσσερις πιτσιρικάδες που έπαιζαν ροκ με την ψυχή τους και ο καθ’ όλα άψογος (δε μου αρέσει να κοκορεύομαι) μάνατζέρ τους!
Κάποια από τις πολλές βραδιές, που ήμασταν τύφλα στο μεθύσι, καθώς φεύγαμε από το μπαράκι μας πλησίασε μια νέα γυναίκα και όμορφη πολύ -παράξενα ντυμένη, σα ζωγραφιά, σα ξωτικό- και μας πρότεινε να πάμε σπίτι της για καφέ. Δεχτήκαμε. Ήταν ξένη, δε θυμάμαι από που, αλλά στο πρόσωπό της υπήρχε μία λάμψη που στα μάτια μου φάνταζε οικία, μια ηρεμία παράταιρη, κανένα ίχνος οργής ή ανησυχίας.
Καθίσαμε στην απλόχωρη βεράντα του σπιτιού της, που έβλεπε προς το λιμάνι, και πιάσαμε την κουβέντα. Συζητούσαμε τσάτρα πάτρα στα αγγλικά, μια κι εκείνη δεν ήξερε ελληνικά. Τι είπαμε; Δε θυμάμαι! Θυμάμαι μοναχά ότι μιλήσαμε πολύ, κι ότι σε κάποια φάση προσφέρθηκε να διαβάσει το μέλλον του καθενός από εμάς στην παλάμη του. Το τι απεκάλυψε σε μένα και στα άλλα παιδιά, και πάλι δε θυμάμαι. Το μόνο που θυμάμαι, είναι εκείνο που μας είπε την επομένη ο Στάθης πως του είχε πει: Θα ζήσεις με το ροκ και θα πεθάνεις με το ροκ. Το περίεργο είναι ότι καθώς μου το έλεγε, είδα ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της, πρόσθεσε. Θα ζήσω με το ροκ και θα πεθάνω με το ροκ. Του άρεσε πολύ αυτή η φράση, μιλούσε λέει στην ψυχή του, γι’ αυτό και τη σημείωσε σ’ ένα τετράδιο -στο ίδιο που έγραφε και τους στίχους του- ακριβώς όπως του την είπε, στα αγγλικά.
Το τελευταίο βράδυ στο νησί -καθώς το θερινό μας όνειρο έφτανε στο τέλος του- λίγο προτού αρχίσει το πρόγραμμα είδα την παράξενη εκείνη κοπελιά να με πλησιάζει αργά, αδιόρατα, σαν οπτασία. Μου είπε αινιγματικά: Πρέπει να βγάλετε δίσκο νωρίς, γιατί μετά θα είν’ αργά, και έφυγε. Τότε, ασυναίσθητα σχεδόν, εντελώς μηχανικά, συνέδεσα ένα κασετόφωνο στην κονσόλα του ήχου, αποφασισμένος να ηχογραφήσω τη στερνή μας εκείνη συναυλία.
Ο Στάθης, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ειδικά εκείνη τη βραδιά, είπε πολλά απ’ τα δικά του τραγούδια, δίνοντας μια από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες της σύντομης καριέρας του. Λες και ήθελε να αποτίνει ένα φόρο τιμής στο χώρο όπου ξαφνικά και απροσδόκητα είδε το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε για ένα ακόμη χάραμα πυρακτωμένος στον ουρανό, όλοι συμφωνούσαν ότι εκείνη η τελευταία εμφάνιση ήταν η πιο μαγική, η πλέον συναρπαστική.
Φύγαμε απ’ το νησί -αποκαμωμένοι, χαρούμενοι, λίγο σκεφτικοί και λυπημένοι- το μεσημέρι της ίδιας μέρας και λίγο πριν να πέσει η νύχτα φτάσαμε στην Αθήνα. Σε λίγες ημέρες θα άνοιγαν τα καταραμένα τα σχολεία, αλλά αυτό φυσικά δε σήμαινε ότι θα εγκαταλείπαμε τη μεγάλη μας αγάπη κι ερωμένη, τη μουσική. Τα παιδιά συνέχισαν να κάνουν πρόβες καθημερινά και να εισπράττουν τις μούντζες και τις βρισιές των πιστών στον Χριστό και στην Παναγία γειτόνων, ενώ εγώ προσπαθούσα να καταστρώσω στο μυαλό μου νέα, μεγάλα και μεγαλοπρεπή σχέδια για το μέλλον της μπάντας. Έτσι, κάποια Παρασκευή πρωί, που κάναμε απ’ το σχολείο αποχή για... δε θυμάμαι τι, πήρα τις κασέτες απ’ την τελευταία εκείνη συναυλία στο νησί και τις πήγα σε μια νέα και δήθεν ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία, νιώθοντας βαθιά μέσα μου μια ακλόνητη σιγουριά ότι η τύχη θα μας χαμογελούσε. Αλλά...
Την ίδια μέρα ο Στάθης, που ήταν πάντα χαρακτήρας ανήσυχος πολύ και δεν ήθελε ν’ αφήνει ούτε στιγμή να πηγαίνει χαμένη, αποφάσισε να δοκιμάσει τις ικανότητές του στην ορειβασία. Έτσι, παρέα με κάποια άλλα παιδιά πήραν με λεωφορείο το δρόμο για τον Όλυμπο. Οι άλλες ορειβάτες είχαν κάποια ή και πολλή εμπειρία και έλεγαν στον Στάθη να μη δοκιμάσει τίποτα παρακινδυνευμένο, επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις η ζωή σου κρέμεται από μία κλωστή. Δυστυχώς, το ξεροκέφαλο παιδί, δεν τους άκουσε.
Τον βρήκαν νεκρό στο βάθος ενός γκρεμού, καταπλακωμένο από ένα τεράστιο βράχο, τον οποίο φαίνονταν ν’ αγκαλιάζει. Στα χείλη του σα να διαγραφόταν ένα αχνό χαμόγελο, μου είπαν μετά. Ήταν μια Υπέργεια Κατάβαση!
Λίγες μέρες αργότερα, φυλλομετρώντας το τετράδιο όπου έγραφε τους στίχους του, διάβασα για πρώτη φορά τα λόγια που του είχε πει, η παράξενη εκείνη γυναίκα: You will live with rock, and die with a rock.
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1996 κυκλοφόρησε ένας δίσκος από το συγκρότημα Υπέργεια Κατάβαση με τίτλο Ζήσε τα όλα, εις μνήμην του Στάθη Ν...

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Τ’ όνομα της είναι Θάλασσα

Κάποιοι πάντα μου έλεγαν ότι αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω γράψει. Και πάντα διαφωνούσα μαζί τους. Ωστόσο, είναι η πιο αληθινή, και γι' αυτό της έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Διαβάστε, λοιπόν, για το κορίτσι που ήθελε να το φωνάζουν Θάλασσα:

Στη θαλασσιά Μαρίνα

- Ποια είσαι;
- Δεν ξέρω!
- Τι φοβάσαι;
- Εμένα.
- Φοβάσαι κάτι που δεν ξέρεις;
- ...


Κάπως έτσι έγινε η αρχή για τη γνωριμία μας κάποια απ’ τις πολλές, σημαντικές κι ασήμαντες, αλλά πάντα μοναχικές, βραδιές στο mirc.
Τ’ όνομά μου είναι Μαρίνα, αλλά θα ήθελα να με αποκαλούν Θάλασσα, μου ομολόγησε λίγο μετά. Χαμογέλασα! Χαμογέλασα πλατιά μπροστά στην οθόνη ενός καινούριου τότε, αλλά απηρχαιωμένου τώρα, ηλεκτρονικού υπολογιστή. Λες μέσα από όλο αυτό το συρφετό των ανθρώπων, που τριγυρνούν μέρα νύχτα στο διαδίκτυο της πλάνης και της μοναξιάς, να συνάντησα, επιτέλους, μια αληθινή ψυχή; αναρωτήθηκα.
Ναι, αυτό τελικά αποδείχτηκε πώς ήταν η Μαρίνα. Μια αληθινή, πλην μοναχική, ψυχή. μια από εκείνες τις υπάρξεις που ψάχνουν για το μαγικό, που δημιουργούν μαγεία, που ξεχωρίζουν για του μέσα τους κόσμου την αλήθεια, κι όχι για την τόσο παραπλανητική κάποτε εικόνα.
Μετά από εκείνη την πρώτη, την αναγνωριστική συνάντηση, κλείσαμε πολλά ραντεβού στα δωμάτια και τα δώματα του κυβερνοχώρου, ανταλλάξαμε πολλά απρόσωπα αλλά γιομάτα ψυχή ηλεκτρονικά μηνύματα, μιλήσαμε για ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο, για το λίγο και το πολύ της ζωής μας. Και όταν τελικά συναντηθήκαμε, σε μια άλλη μακρινή αλλά όχι άγνωστη πόλη, σε μια άλλη χώρα, νιώσαμε μεμιάς σα να γνωριζόμασταν από πάντα, από τα βάθη του χρόνου τα απροσμέτρητα. λες και δε μας χώριζαν χιλιόμετρα σιωπής, αιώνες απουσίας, ασήκωτα βάρη προσωπικού πόνου, πόθου και απώλειας. Συναντηθήκαμε στα σύνορα του αληθινού με το φανταστικό, που όχι μόνο μοιάζουν, αλλά είναι κιόλας όμορφα.
Από τότε πέρασαν χρόνια, πολλά. κύλησαν αβίαστα και γοργά και χάθηκαν στη δίνη του όμορφου χθες. Η επικοινωνία μας, λόγω αποστάσεων και καταστάσεων, είναι πια πιο αραιή, περιορισμένη, αλλά πάντοτε το ίδιο αληθινή. γιομάτη αγάπη για τις μέρες που έφυγαν, μα μέσα μας ζούνε, μ’ αισιοδοξία γι’ αυτές που έρχονται, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Λείπει η παλιά επαφή, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εκείνο το κάτι που μας διατηρεί τον ένα κοντά στον άλλο, που δίνει χρώματα και ζωή σ’ αυτά που ζήσαμε και μοιραστήκαμε, που εξιδανικεύει τις στιγμές μας, οι αναμνήσεις.
Πιάνω στα χέρια μου προσεκτικά, στ’ αλήθεια τρυφερά, τα e-mail που μου έχει στείλει. Κρατώντας γερά την ανάσα μου, κάνω βουτιά στα γαλανά νερά της ύπαρξής της. Γεμίζει με γλυκιά αλμύρα το κορμί μου, με απέραντη θαλπωρή η ψυχή μου. Κλέβω χαρά απ’ τις στιγμές, τα λόγια που κάποτε με όλη τη γενναιοδωρία της μου είχε χαρίσει: Λίγη θάλασσα να γίνω, αλμυρένια και ποτέ ξανά η ίδια.
Το ’πε και τόκανε. Έγινε κύμα, έγινε θάλασσα, η Μαρίνα, και ταξιδεύει ανάλογα με τα κέφια του καιρού μακριά πολύ, χαϊδεύει άλλες ακτές, τραγουδά συντροφιά με άγνωστους γλάρους. μα, κάθε τόσο, μου στέλνει μεθυστικό ένα μήνυμα: ...Να είσαι νερό. Υγρός, ρευστός, δροσιστικός, διάφανος... Αυτά μου λέει. Και με θέλει ακόμη, μου ζητάει να χαμογελώ στο ατέλειωτο μπλε των ονείρων μου. Μου μιλάει για τους ανθρώπους, για το πόσο αγαπά την ποίηση μέσα τους.
Αχ, μωρέ Μαρίνα, Μαρινάκι, γιατί μου τόκανες αυτό; Γιατί έγινες κύμα και μου έφυγες; Όμορφες δεν ήταν οι ατέλειωτες, μα τόσο τελειωτικές, συζητήσεις μας; Γλυκές, σαν τα εκλέρ που τόσο αγαπούσα, δεν ήταν οι στιγμές που ζήσαμε μαζί; Θυμάσαι εκείνη την ολική, την τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο μυστηριακό, έκλειψη σελήνης που μας μάγεψε μια δροσερή και χαρούμενη, μα παράταιρα σιωπηλή, νύχτα στην παραλία; Εικόνες! Εικόνες αμέτρητες, στη φύση τους μοναδικές, που με κυνηγάνε, που στοιχειώνουν τα γραπτά και τα όνειρά μου. κι αναμνήσεις, πολύ ξεχωριστές για να σβήσουν στου χρόνου το πέρασμα. Μου έφυγες! Σε άφησα να φύγεις. Πήρες το δρόμο σου. το δρόμο της καρδιάς σου. Κι εγώ παρέμεινα πίσω εδώ ν’ αναρωτιέμαι: Ζηλεύεις ακόμη τους γλάρους; Αγαπάς, όπως πάντα, τα Πράσινα Μάτια της Ντυράς; Λατρεύεις, όπως τότε, σα θεό, σαν αμαρτία, τον Πάμπλο Νερούδα, με το όνομα το υγρό; Ω, πόσο αγαπούσες τον τελευταίο. Θυμάσαι; Θυμάσαι που πλημμύριζες τα μηνύματά σου με στίχους του και συνήθιζες να με ταξιδεύεις με τις υδάτινες κραυγές του;
Ο χρόνος προχωρά και πίσω δε γυρνά, λέει το τραγούδι. Έλα, όμως, που εγώ τον θέλω, τον θέλω απ’ της ψυχής μου τα απόμακρα βάθη, να γυρίσει πίσω, να με γεμίσει θάλασσα και ήχους από κογχύλια, να γίνω ναυάγιο στην ακροθαλασσιά της ύπαρξής σου, όπως μου αρέσει να λέω, κλέβοντας ασύστολα τους στίχους της Έμιλι Ντίκινσον.
Αλλά, στ’ αλήθεια απορώ, γιατί σου γράφω σε πρώτο πρόσωπο; Τώρα, είσαι μακριά, πολύ μακριά από μένα. όσο κι η αιωνιότητα. Ακόμη κι αν γράψω αυτό το γράμμα στ’ αστέρια, ακόμη κι αν εισβάλω με τούτα τα φτωχά, τα ασήμαντα λόγια, σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του κόσμου, πολύ πιθανόν ετούτο το μήνυμα, ο χαρούμενος θρήνος και ύμνος στη ζωή, να μη φθάσει ποτέ σε σένα. Έτσι, ας αλλάξω ρώτα, ή μάλλον πρόσωπο...
Εκείνο που ζει πιο έντονα στη μνήμη μου από κείνη είναι το πρόσωπό της, τόσο γαλήνιο, τόσο αλλού, αλλά και οι απορίες της, οι επαναλαμβανόμενές της ερωτήσεις. Πάντα ρωτούσε γιατί, για το καθετί! Για την μορφιά και την ασκήμια, για τη χαρά και τη θλίψη, για την ευδαιμονία και τον πόνο, για τις απαραίτητες αλήθειες και τ’ αναγκαία ψέματα. Ήθελε να τα γνωρίσει όλα, να τα μάθει όλα, να ταξιδέψει παντού -με σώμα και με πνεύμα- να ρουφήξει όλες τις εμπειρίες που υπάρχουν εκεί έξω. Κι υποστήριζε ότι σ’ ετούτη τη ζωή τίποτα δεν είναι τυχαίο. ήταν σίγουρη πώς κι αυτή ακόμη, η γνωριμία μας, ήταν γραμμένη κάπου εκεί ψηλά, σε ουρανούς ανείπωτους, να συμβεί.
Ονειρευόταν πολύ, κι έβλεπε θαλασσένια όνειρα. Ζούσε την κάθε μέρα σαν κάτι το μοναδικό, το ανεπανάληπτο. Όταν μιλούσε για το υδάτινο στοιχείο που πλημμύριζε το μέσα της, γινόταν ποιητική, χανόταν σε κυματισμούς ολόδικούς της: Όταν βλέπω τα δαντελωτά κύματα ξέρω ότι μπορώ να αναπνέω... Ονειρεύομαι δίχως όνειρο, κι αυτό το όνειρο το μοιράζομαι με τη θάλασσα... Απέραντη ήταν η Μαρίνα, ατέλειωτη, κι εγώ ήμουνα τόσο λίγος, τόσο μικρός... πώς να χωρέσω μέσα στην απεραντοσύνη της;
Πολλές φορές οι αναμνήσεις γίνονται δίκοπο μαχαίρι, επικίνδυνο, και σου χαρακώνουν την καρδιά, σου ματώνουν την ψυχή. Οι δικές μου δεν είν’ απ’ αυτές. Είναι αναμνήσεις γλυκές, σα χάδι, σα γιατρικό, σαν ανταμοιβή. Είναι αναμνήσεις που με σπρώχνουν με αγάπη και απαλά προς το αύριο, καθώς μέσα απ’ αυτές μαθαίνω καλύτερα τον εαυτό μου, μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου. Όπως ακριβώς ήμουν μ’ εκείνη. τη μάγισσα και τη μαγική, τη διάφανη, την εξομολογήτριά μου, τη μάνα, την κόρη, τη φίλη κι αδελφή μου. Εκείνη που έγραφε ποίηση και ζούσε ποιητικά, που είχε μεγάλη καρδιά, που ήξερε ν’ ακούει, που αγαπούσε με πάθος τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που την πλήγωναν και την έδιωχναν όλο και πιο μακριά: Βαρέθηκα τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πράγματα. Θέλω την τρέλα και το πάθος και τους αληθινούς ανθρώπους. Ναι, αυτούς έψαχνε, γι’ αυτό μεταμορφώθηκε σε κύμα κι έφυγε. αφού οι γύρω της νόμιζαν: ότι είναι ζωντανοί, αλλά αγνοούν το νόημα της ζωής.
Μια νύχτα ανοιξιάτικη μου ομολόγησε ένα κρυφό όνειρό της: Θέλω να βρέξει μπλε βροχή, και τότε, θα τρέξω στην αγκαλιά της θάλασσας.
Είχαμε τόσα πολλά κοινά οι δυο μας κι άλλες τόσες διαφορές. Κάποτε, σε διαφορετικούς κόσμους, σε άλλες εποχές, θελήσαμε να πεθάνουμε από ευτυχία. Αγαπούσαμε κι οι δυο με πάθος την τέχνη της φωτογραφίας. μας άρεσε να κλέβουμε στιγμές απ’ το χρόνο και τους ανθρώπους. Κι ήμασταν αθεράπευτα ερωτευμένοι, με τα όνειρα. Υποστηρίζαμε πώς ξέραμε από τι ήταν φτιαγμένα, την ύλη και την ουσία τους, κι ας τα βλέπαμε πού και πού να αιμορραγούν. Ίσως, κάποτε, να ονειρευόμαστε και τα ίδια όνειρα, μου έλεγε, για να ρίξει, την αμέσως επόμενη στιγμή, τον αφορισμό της: Ψάχνουμε τα όνειρά μας στον ουρανό, αλλά τι διάολο θα κάνουμε αν πραγματοποιηθούν;
Πολλές φορές τα κοινά σημεία -τα κοινά ενδιαφέροντα, οι κοινές απόψεις- είναι εκείνα που χωρίζουν τους ανθρώπους, γιατί από κάποια στιγμή και μετά παύει να υφίσταται η διαφορετικότητα, το πραγματικό είναι, η ουσία του καθενός. Στη δική μας περίπτωση δε συνέβηκε κάτι τέτοιο, αλλά αν συνεχίζαμε να διασχίζουμε τους ίδιους δρόμους (θυμάσαι Μαρίνα;... πάντα άγνωστός ο δρόμος, πάντα ανηφορικός) πολύ πιθανόν κάποια μέρα όσα ζήσαμε να εκμηδενίζονταν, να περνούσαν ανεπίστρεπτα και ανεπίτρεπτα στη λήθη, να αργοπέθαιναν. Φανήκαμε, ωστόσο, τυχεροί πολύ. το όμορφο χθες μας στιγμή δε μας εγκατέλειψε, κι είμαι ανείπωτα χαρούμενος γι’ αυτό. Το ίδιο, είμαι σίγουρος, θα νιώθει κι αυτή, η θαλασσιά μου η Μαρίνα.
Ποιος ξέρει, όμως; Ποιος ξέρει τι θα μας φέρει το αύριο; Ίσως ν’ ανεβαίνουμε κι οι δυο στο ίδιο βουνό από διαφορετικό μονοπάτι και κάποτε συναντηθούμε ξανά. Ίσως και όχι. Δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι την έχω μέσα μου, στης ύπαρξής μου το απέραντο γαλάζιο, αλμυρή πλημμύρα και με γεμίζει, μου ζεσταίνει την κάποτε μοναχική ψυχή, χαρίζει γαλήνη στην σκέψη μου.
Τώρα, κάθε φορά που ακούω Loreena McKennitt ή Enya, την σκέφτομαι και ταξιδεύω νοερά στους κέλτικους προορισμούς που ποτέ δεν κατορθώσαμε να περπατήσουμε, στο δρόμο των ονείρων της, του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στην τεράστια εκείνη πανσέληνο του Ιουνίου στην Αθήνα, στο αστείο μου δυστύχημα με τ’ αυτοκίνητο που μας χάρισε τόσο γέλιο, στα λόγια και τις σιωπές μας στην αγαπημένη της προκυμαία, στα ποιήματά της που ποτέ δεν είχαν τίτλους, στα γράμματά της τρυφερά φυλακτά όλων των μικρών στιγμών του μακρινού παρελθόντος μας, σε όλ’ αυτά που μου χάρισε απ’ της ψυχής της τα βάθη προτού πετάξει μακριά για άλλα παραμύθια.
Η λατρεία μου, ασάλευτα με βασανίζει και με περιγελά, αλλά ταυτόχρονα μου θυμίζει ότι κάποτε στάθηκα τυχερός πολύ και γνώρισα έναν πραγματικά αληθινό άνθρωπο, που μου έκλεψε και μου έδωσε ζωή, που έγινε για μένα η πιο ζωντανή ανάμνηση κι η πιο γλυκιά προσμονή. Δεν ξέρω, ετούτη τη στιγμή, που τριγυρνά και ποιες θάλασσες τη γοητεύουν. Ξέρω μονάχα πώς αν κάποτε γυρίσει, θα βρει φιλόξενο λιμάνι, αν το θελήσει, στη δική μου αγκαλιά. Έως τότε, θα της κρατάω συντροφιά από μακριά, διαβάζοντας τα ολοζωή μηνύματα που μου ’χει στείλει, κοιτώντας τις φωτογραφίες της, ανασύροντας απ’ της καρδιάς μου τον παλμικό υπολογιστή όλες τις στιγμές της θαλασσιάς συνύπαρξής μας.

υ.γ. Όλα τα λόγια με ιταλικούς χαρακτήρες είναι δικά της. Της ανήκουν από τότε. Από πάντα...