Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Τέλος στην κρίση στην Ταϊλάνδη; - update

Ίσως ναι, ίσως και όχι. Το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας διέταξε τη διάλυση του κυβερνώντος κόμματος, αφού αποδέχθηκε σαν επαρκείς τις ενδείξεις που υπήρχαν ότι κέρδισε τις τελευταίες εκλογές με δόλο. Για τον ίδιο λόγο διέταξε τη διάλυση και ενός μικρότερου συμμαχικού κόμματος.
Τέλος, λοιπόν, στις διαδηλώσεις και στους αποκλεισμούς των αεροδρομίων; Μάλλον είναι πολύ νωρίς για να πει κανείς. Σ' αυτό το παιχνίδι παίζουν δύο παίκτες και αυτό που μένει είναι να δούμε πως θα αντιδράσουν οι οπαδοί της κυβερνητικής συμμαχίας. Αν αντιδράσουν ήρεμα, αποδεχτούν τα γεγονότα και η χώρα οδηγηθεί σε νέες εκλογές, όλα καλά. Αν όχι, κανείς δεν ξέρει τι θα μας φέρει η επόμενη μέρα.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε στάση αναμονής, ευχόμενοι ότι θα επικρατήσει η λογική κι έτσι η όμορφη ετούτη χώρα, θα βγει όσο το δυνατόν αλώβητη από το χάος. Λέω, όσο το δυνατόν, αφού οι ζημιές που έχουν προκληθεί στον τουρισμό είναι ήδη τεράστιες και σύμφωνα με υπολογισμούς ίσως και ένα εκατομμύριο άτομα χάσουν τις δουλειές τους...

Τα νεώτερα: Αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς ο έκπτωτος Somchai Wongsawat υπέβαλε την παραίτησή του και προσωρινά καθήκοντα πρωθυπουργού ανέλαβε ο μέχρι σήμερα αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Chavarat Charnveerakul. Οι πρώτες εμπορικές πτήσεις άρχισαν να αναχωρούν από την Μπανγκόκ, ενώ αύριο θα γίνει και η πρώτη προσγείωση από την έναρξη της κρίσης. Οι αρχές του αεροδρομίου ανακοίνωσαν ότι αυτό θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία, σε ότι αφορά το επιβατικό κομμάτι, μία βδομάδα ακριβώς μετά την αναχώρηση των διαδηλωτών από το αεροδρόμιο.
Στο μεταξύ, τα κόμματα του συνασπισμού που μέχρι τώρα κυβερνούσαν τη χώρα ανακοίνωσαν ότι θα συνεργαστούν ξανά για τη δημιουργία μιας νέας κυβέρνησης. Αυτό, φυσικά, θα καταστεί δυνατόν, αν οι διαδηλωτές θεωρήσουν ότι πέτυχαν τον στόχο τους με την αποπομπή του πρωθυπουργού, που ήταν το βασικό τους αίτημα, και δεν αποφασίσουν να πιέσουν για τη διενέργεια νέων εκλογών.
Διαβάστε ένα σχετικά καλά ενημερωμένο άρθρο στα Νέα

Σοφία Κολοτούρου - Παρουσίαση: Αν-επίκαιρα Ποιήματα

Η Σοφία είναι μια αξιόλογη ποιήτρια και φίλη από τα χρόνια της Αθήνας. Οι στίχοι της με ταξιδεύουν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να κόβει βόλτες στις γειτονιές του ίντερνετ. Όποιος θέλει και μπορεί ας την τιμήσει με την παρουσία του...

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Προδημοσίευση...

από τις "Γυναίκες της συγνώμης" μπορείτε να διαβάσετε στα Λογοτεχνικά Επίκαιρα. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω και δημόσια τον Θοδωρή Βοριά για τη φιλοξενία.
Το βιβλίο θ' αρχίσει να φτάνει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από μεθαύριο και ως και τις 10 του μήνα θα βρίσκεται στα περισσότερα από αυτά. Νεώτερα αύριο... (αν δεν μας προλάβουν οι πολιτικές εξελίξεις στην Ταϊλάνδη φυσικά)

"Ντροπή" νιώθουν οι Ταϊλανδοί

Πιο πολύ συγχυσμένη παρά τεταμένη παραμένει η κατάσταση στην Ταϊλάνδη μετά την κατάληψη των δύο αεροδρομίων της Μπανγκόκ από τους διαδηλωτές την περασμένη βδομάδα. Στη διάρκεια του σαββατοκύριακου είχαμε κάποιες επιθέσεις οπαδών της κυβέρνησης εναντίον των διαδηλωτών μέσα στην πόλη, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό 51 ατόμων και καμία σύλληψη, ενώ κάποιες πτήσεις εξακολουθούν ν’ αναχωρούν από στρατιωτικό αεροδρόμιο απομακρύνοντας «εγκλωβισμένους» τουρίστες.
Οι διαδηλωτές επέτρεψαν να αναχωρήσουν 88 πτήσεις από τον διεθνή αερολιμένα χωρίς επιβάτες με προορισμό άλλες πόλεις της χώρας, σε μια προσπάθεια να γίνει δυνατή η αναχώρηση των ξένων, που λόγω του αποκλεισμού δεν ήταν δυνατό να φύγουν μέσω Μπανγκόκ.
Ο πρωθυπουργός της χώρας και «μαύρο πρόβατο» για την αντιπολίτευση, Somchai Wongsawat, φέρεται να ασκεί τα καθήκοντά του από εδώ, στην Τσιανγκ Μάι.
Οι φόβοι για πραξικόπημα, προς το παρόν, μοιάζουν να έχουν υποχωρήσει, αλλά αυτό το ενδεχόμενο δεν αποκλείεται.
Στο μεταξύ σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσίευσε χθες η αγγλόφωνη Bangkok Post το 76,5% των Ταϊλανδών νιώθουν ντροπή για την πολιτική αναταραχή και την αρνητική εικόνα που έχουν οι ξένοι για τη χώρα. Το 65,1% δήλωσαν ότι θα είναι λιγότερο περήφανοι για τη χώρα τους αν η κατάσταση χειροτερεύσει και γίνει βίαια. Το 92,3% πιστεύει ότι τα πολιτικά προβλήματα μπορούν να επιλυθούν μέσω της δικαστικής οδού. Και τέλος, το 58,4% απ’ αυτούς δεν θέλησαν να υποστηρίξουν κάποια από τις δύο πλευρές στη διένεξη.
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αντιλαμβάνεται κανείς και τη διστακτικότητα του στρατού να επέμβει σε μια κατάσταση, που φαίνεται να οδηγεί αμετάκλητα τη χώρα στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Ο Φαφλατάς

Ένα ακόμη από τα εγκληματικά ασύστολα διηγήματά μου,
γι' αυτό το όμορφο βράδυ (για μένα, δηλαδή) Κυριακής

Πριν πολλά, πάρα πολλά χρόνια, όταν βρισκόμουνα ακόμη στα σύνορα της νιότης με τη μέση ηλικία, η οργή αποτελούσε τον ένα και μοναδικό κανόνα στην καθημερινότητά μου. Ήμουνα μόνιμα κατσούφης και θυμωμένος, τα έβαζα με όλους και με όλα, και οι λίγοι φίλοι που ακόμη με ανέχονταν προσπαθούσαν να με βάλουν σε μια τάξη, αλλά μάταια. Πώς να το πετύχαιναν αυτό άλλωστε; Αφού, όπως και να το κάνουμε, είχα πάντα ή σχεδόν πάντα δίκιο στις κρίσεις μου για τους ανθρώπους, κι εκείνοι που συνήθως έβαζα στο στόχαστρό μου δεν ήταν παρά οι κοκόροι, οι ξερόλες κι οι φαφλατάδες – όλοι όσοι δηλαδή μου έμοιαζαν!
Τη θυμάμαι, λες και ήταν χθες, εκείνη τη βραδιά που συναντήθηκα μ’ εκείνους τους φίλους και δυο-τρεις άλλες άγνωστες σε μένα φάτσες, σε μια απ’ τις πολλές δήθεν παρακμιακές ταβέρνες, που διαθέτει η πόλη μας. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που οι μόνες φορές που σταματούν να μιλούν για τους εαυτούληδές τους είναι όταν μιλούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Μια αηδία.
Μας πήρε, λοιπόν, μονότερμα. Μας μίλησε για τις αμέτρητες γυναίκες του, για τις απίστευτες περιπέτειες που έζησε, για τα ατέλειωτα μεθύσια και την αναμφισβήτητη μαγκιά του. Ήμασταν μια αντροπαρέα οκτώ ατόμων, αλλά η μοναδική φωνή που ακουγόταν ήταν η δικιά του. Στην αρχή είπα να το παίξω εκκωφαντικά αδιάφορος, αλλά μετά από αρκετή ώρα θέλοντας και μη -κι αφού, φαινομενικά, δεν είχα άλλη επιλογή- άρχισα να δίνω μια κάποια σημασία στα λόγια του και να τον παρατηρώ με το ειδικό μου βλέμμα, εκείνο που σφάζει. Τι ψεύτης! Τι φαφλατάς! Μας φλόμωσε στη μαλακία... σκεφτόμουνα καθώς εκείνος συνέχιζε το κρεσέντο του. Τα μάτια του πρόδιδαν, φώναζαν τη ψευτιά και το φόβο του, το φόβο μην αμφισβητήσει κανείς τα λεγόμενά του.
Πήρα να τον καρφώνω όλο και πιο έντονα με το βλέμμα, θέλοντας να του προκαλώ συνέχεια αμηχανία, και κάθε τόσο τα κατάφερνα, αφού που και που έχανε τα λόγια του, για λίγο κόμπιαζε, αλλά δεν του έπαιρνε και πολύ προτού να ξαναπιάσει όπως-όπως το νήμα της αφήγησης, εξασκημένος καθώς ήταν, προφανώς, στο ρόλο που του έλαχε να παίξει.
Ο αφόρητα πληκτικός μονόλογός του κράτησε, λες, για μια αιωνιότητα και διακοπτόταν μονάχα που και που από κάποιες ηλίθιες ερωτήσεις, αλλά και πανηλιθίες προπόσεις του στιλ Γεια σου, μάγκα μου ξερόλα... Ξερόλα αποκαλούσα από μέσα μου τον τυπάρα, που δεν έπαψε ούτε στιγμή σαν παραπονιάρικο γατί να... κελαηδεί.
Η ώρα περνούσε, αργά ή γρήγορα, το κρασί έρεε, και όσο το θείο ποτό χυνόταν μέσα μου, τόσο πιο πολύ εκνευριζόμουν με το ανεκδιήγητο εκείνο τομάρι, που ήταν δεν ήταν σαράντα χρόνων και είχε το θράσος να υποστηρίζει ότι τα είχε ζήσει πια όλα και έτσι δε φοβόταν τίποτα, ούτε και το θάνατο. Για κάτσε καλά, σκέφτηκα όταν άκουσα αυτή την τελευταία δήλωση και χαμογέλασα έκδηλα ειρωνικά. Εκείνος έπιασε την κίνησή μου στον αέρα, χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα, για να το ξανασηκώσει αμέσως και ν’ αρχίσει να μιλά για το σεξ, ο πρωταθλητής. Τι είχαμε, τι χάσαμε!
Όπως λένε κάποιοι, κι εγώ διαφωνώ μαζί τους, όλα τα καλά πράγματα κάποτε φθάνουν στο τέλος τους, έτσι δεν άργησε να ’ρθει και το τέλος εκείνης της βραδιάς. Όλοι, καθώς πληρώναμε τον καθόλου παρακμιακό λογαριασμό, έμοιαζαν ολόκληροι να έχουν λουστεί στο φως της μεθυσμένης ευτυχίας. Για συμπαράσταση, δοξάστε με τον φιλάνθρωπο, υποδυόμουνα κι εγώ το μεθυσμένο, αφού τρία καραφάκια κρασί ούτε για ξέπλυμα των δοντιών δε με έφταναν τότε.
Αποχαιρετιστήκαμε -δίχως δάκρυα στα μάτια, οϊμέ- έξω απ’ την παρακμιακή πόρτα της ταβέρνας, δίνοντας μια αόριστη υπόσχεση να βρεθούμε – σε περίπτωση που θα χανόμασταν δηλαδή. Κίνησα πρώτος για το σπίτι μου, που δεν ήταν μακριά, με τα πόδια, περπατώντας πότε αργά πότε γρήγορα, κάθε τόσο παραπατώντας, συνεχίζοντας την παράσταση. Σαν έκοψα όμως τη στροφή άρχισα σχεδόν να τρέχω, αφού είχε καρφωθεί στο μυαλό μου μια σατανική ιδέα.
Μόλις έφτασα στο σπίτι -ζούσα στο δεύτερο όροφο ενός μικρού αρχοντικού στην παλιά πόλη- ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά, μπήκα σα σίφουνας μέσα, άρπαξα το περίστροφο που είχα κρυμμένο στο πρώτο συρτάρι του γραφείου, κατέβηκα τρέχοντας κάτω, καβάλησα τη μηχανή μου και πήρα πάλι το δρόμο προς την ταβέρνα. Δε μου πήρε και πολλή ώρα να εντοπίσω το αμάξι του κύριου ξερόλα καθώς απομακρυνόταν. Το δόλιο το αυτοκίνητο, παρόλη τη μαγκιά του κατόχου του, κυλούσε αργά σαν αμαρτία.
Τον ακολούθησα από κάποια απόσταση, όπως στις παλιές αμερικάνικες ταινίες, χωρίς να περάσω ωστόσο δυο και τρεις φορές μπροστά απ’ το ίδιο σκηνικό. Σιγά-σιγά αφήσαμε τα χλωμά φώτα της πόλης με κατεύθυνση κάποιο απόμακρο, όπως νόμιζα, προάστιο. Χρόνο στη διάθεσή μου είχα απεριόριστο, κι έτσι γι’ αυτόν δε με έσκιαζε σκοτούρα καμιά – για κάτι άλλο ανησυχούσα, αν θα μ’ έφτανε η βενζίνη. Ωστόσο, εκείνη η καριόλα που θέλουν να αποκαλούν Θεά Τύχη ήταν με το μέρος μου, κι έτσι σύντομα τον είδα με μεγάλη, το λέω, ανακούφιση να στρίβει σ’ ένα σκοτεινό χωματόδρομο και να κατευθύνεται προς ένα πολυκαιρισμένο ξύλινο σπίτι στη μέση του πουθενά, το οποίο μετά βίας διακρινόταν κάτω από το ξεψυχισμένο φως του φεγγαριού.
Έσβησα τη μηχανή και την άφησα να με κουβαλήσει έως εκεί που μπορούσε, την ακούμπησα με στοργή σχεδόν στο έδαφος και άρχισα να κινούμαι με αργά προσεκτικά βήματα προς το στόχο μου.
Τον είδα ν’ ανοίγει την εξώπορτα και να μπαίνει παραπατώντας και τρεκλίζοντας στο σπίτι, και την επόμενη στιγμή -δεν ξέρω γιατί, αλλά- έκπληκτος αντιλήφθηκα μια λάμπα να ανάβει και να ρίχνει φως στη μπαζωμένη αυλή. Σκυφτός-σκυφτός, σχεδόν μπουσουλώντας, πήρα να πλησιάζω όλο και πιο πολύ. Τότε, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα μια σκιά να κόβει φέτες το φως και έκανα μια αχρείαστη, όπως αποδείχτηκε, βουτιά στα ξερά χόρτα – ο καταδρομέας! Το κοκόρι είχε απλά βγει έξω για να καθίσει στη βεράντα. Αναστέναξα σιωπηλά και συνέχισα την ύπουλη, μυστική μου πορεία, μέχρι που σε μια ανύποπτη για κείνον στιγμή βρέθηκα μπροστά του, κρατώντας στα χέρια μου το αγαπημένο μου περίστροφο. Πιστέψτε με, σκότωσα πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, αλλά σε κανενός άλλου το πρόσωπο δεν αντίκρισα εκείνο τον αμίλητο τρόμο, που είδα να ζωγραφίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη στο δικό του. Πατώντας με ψυχρή ηρεμία τη σκανδάλη, άκουσα μια σπαρακτική κραυγή αγωνίας να του ξεσκίζει τα σωθικά, βγαίνοντας λες από τα βάθη των αιώνων, και είδα τον άγγελο του θανάτου -ναι, αυτόν που δε φοβόταν- να τον παίρνει αμέσως σχεδόν ευσπλαχνικά στην τρυφερή του αγκάλη. Λες και δεν ήμουν στ’ αλήθεια εκεί, σαν να παρακολουθούσα ολόκληρη τη σκηνή απ’ έξω και δεν είχα καμία απολύτως συμμετοχή στο δράμα, ένιωσα στη στιγμή να σχηματίζεται στα χείλη μου ένα σατανικό χαμόγελο.
Δίχως να βιάζομαι καθόλου έμεινα να τον παρατηρώ για ώρα και λίγο πριν το χάραμα πήρα και πάλι το δρόμο της επιστροφής για το φτωχικό μου. Ήταν μια από τις λίγες νύχτες της ζωής μου, που δεν είχα μεθύσει, και δε μετάνιωνα καθόλου γι’ αυτό, αφού είχα ζήσει μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες που θα μπορούσε ποτέ να ζήσει άνθρωπος.
Το ξημέρωμα με βρήκε πάνω απ’ τη μονάκριβη μου γραφομηχανή, δίπλα από ένα υπέροχο μπουκάλι Τζέιμσον, να γράφω αυτή την ιστορία.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ένας από τους κοινούς γνωστούς με ενημέρωσε ότι κάποιος είχε βρει τον ξερόλα νεκρό στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε πεθάνει, λέει, από ανακοπή καρδίας. Α, ναι, ξέχασα να σας πω ότι το περίστροφο ήταν άδειο!


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Φεστιβάλ Κουλτουρομαγειρέματα. Εδώ, θα εκτεθώ...

Στις 29 και 30 του Νοέμβρη η Νεολαία Οικολόγων, με τη στήριξη του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου, οργανώνει φεστιβάλ με θέμα το διαπολιτισμικό διάλογο μέσα από διάφορα στοιχεία κουλτούρας από διάφορες χώρες, στο κέντρο της Λευκωσίας μπροστά από την εκκλησία της Φανερωμένης. Το φεστιβάλ στηρίζουν επίσης η Πρεσβεία της Τσεχίας, η Πρεσβεία της Αυστρίας η Πρεσβεία τη Ολλανδίας καθώς επίσης και με την παρουσία του το Europe Direct Λευκωσίας.

Το φεστιβάλ ξεκινά στις 29 του Νοέμβρη στις 19:00, με την προβολή 3 ντοκιμαντέρ – Where shall I go του Κρίστοφερ Μαλαπίταν, το Μelilla Migartion του FYEG και το Bom dia Alegria της Ελίνας Αντωνίου- στο καφενείο Καλά Καθούμενα.

Στις 30 του Νοέμβρη από τις 14:00- 19:00 το απόγευμα, μπροστά από την εκκλησία της Φανερωμένης, νέοι θα παρουσιάσουν με διαδραστικό τρόπο, στοιχεία από διάφορες χώρες, όπου όλοι οι καλεσμένοι θα έχουν την ευκαιρία να βιώσουν εμπειρικά, στοιχεία από διάφορες κουλτούρες.

Το φεστιβάλ θα περιλαμβάνει Κυπριακή μουσική, Χορό της κοιλιάς, Κρουστά με αφρικάνικους ρυθμούς, Ζογκλέρ, Αφρικάνικους χορούς, Κουρδικούς χορούς και μουσική από λατινική Αμερική, καθώς και έκθεση φωτογραφίας του Λάκη Φουρουκλά. Θα γίνουν εργαστήρια ζογκλέρ, κρουστών, χορού της κοιλιάς καθώς επίσης και εργαστήρια για τη διαφορετικότητα ενώ θα υπάρχει παιδική γωνιά με κατασκευές από 5 διαφορετικές χώρες Θα προβληθούν παιδικές ταινίες από την Τσεχία, ντοκιμαντέρ σχετικά με τη διαφορετικότητα ενώ θα υπάρχουν εργαστήρια για παραδοσιακά φαγητά από διάφορες χώρες καθώς επίσης και διάφορες συνταγές.

υ.γ. Χε χε. Τα κατάφερα και πάλι. Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας μου και δεν θα είμαι εκεί. Κύπριοι κοντοχωριανοί, να πάτε και για μένα:)

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Υστερόγραφο...

στην προηγούμενη ανάρτηση. Διαβάζω στο ίντερνετ τις κυπριακές και τις αθηναϊκές εφημερίδες και αναρωτιέμαι στ' αλήθεια τι ξέρουν οι δημοσιογράφοι ή οι γραφειοκράτες για την Ταϊλάνδη. Λίγο έλειψε να με πείσουν ότι ενώ πίνω μπύρες η ζωή μου κινδυνεύει.
Ήρεμα, παιδιά. Ήρεμα. Ακόμη και στην Μπανγκόκ η κατάσταση είναι τόσο ήσυχη που κανείς δεν διατρέχει κίνδυνο. Όσο για την Τσιανγκ Μάι, σαν να είναι σε άλλο πλανήτη. Ελπίζω να μην σκέφτηκε κανείς να με δηλώσει στο υπουργείο εξωτερικών σαν "εγκλωβισμένο" γιατί θα σταματήσω ν' απαντώ το τηλέφωνο. Εγκλωβισμένοι είναι εκείνοι που θέλουν να επιστρέψουν. Εγώ θέλω να μείνω εδώ. Ως τον Φεβράρη κι ακόμη πάρα πέρα... Ουφ!

Ανταπόκριση από την... εμπόλεμη ζώνη της Ταϊλάνδης

Εξακολουθώ να παίρνω μηνύματα "αγωνίας" για την παρουσία μου εδώ στην Ταϊλάνδη και δεν ξέρω πια τι να απαντήσω. Θα σας πω μόνο ότι η Τσιανγκ Μάι είναι εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Μπανγκόκ και ότι η ζωή εδώ κυλά κανονικά, όπως πάντοτε. Οι μόνοι χώροι όπου υπάρχουν προβλήματα είναι τα δύο αεροδρόμια της πρωτεύουσας της χώρας και τα κυβερνητικά κτήρια, πάλι εκεί, που τελούν υπό κατάληψη.
Φόβοι για πραξικόπημα υπάρχουν, μερικοί το προτείνουν μάλιστα για να βγει η χώρα απο το αδιέξοδο, αλλά κι αν γίνει, πολύ πιθανόν να είναι αναίμακτο, όπως ακριβώς και το προηγούμενο, αφού οι στρατιωτικοί (που στη συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούν μάλλον μεσολαβητικά), δε θα κάνουν τίποτα χωρίς να πάρουν το πράσινο φως από τον λαοφιλή βασιλιά της χώρας.
Ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί όλες αυτές οι διαδηλώσεις; Επειδή τη χώρα φέρονται να κυβερνούν μέλη της ίδιας διεφθαρμένης ελίτ, που ανατράπηκε πριν δύο χρόνια. Σημερινός πρωθυπουργός είναι ο κουνιάδος του ανατρεπόντος Τάκσιν Σιναουάτρα (τον οποίο είδαμε για δυο χρόνια ιδιοκτήτη της Μάντσεστερ Σίτι στην Αγγλία) και τα πράγματα δεν μοιάζουν να πηγαίνουν και πολύ καλά υπό την ηγεσία του. Το κόμμα του είναι πολύ δημοφιλές στην επαρχία, αλλά στις μεγάλες αστικές περιοχές, αντιμετωπίζεται περίπου σαν "κατάρα".
Τι ζητούν οι διαδηλωτές; Παραίτηση της κυβέρνησης και -ακούστε αυτό- αλλαγή του συντάγματος ώστε κάποιοι βουλευτές να μην εκλέγονται, αλλά να διορίζονται!
Πώς βγαίνει κανείς από μια τέτοια πολιτική κρίση; Ούτε οι ειδικοί δεν ξέρουν. Γι' αυτό κι ο απλός λαός εδώ στην Ταϊλάνδη προσεύχεται για την μακροημέρευση του βασιλιά, που θεωρείται ο μοναδικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις διάφορες τάσεις. Όλοι δηλώνουν σίγουροι ότι μονάχα αυτός μπορεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου.
Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο για το πόσο γαλήνια είναι η ζωή στην Τσιανγκ Μάι: Χθες στην μπυραρία ήταν όλοι τόσο συνταραγμένοι από τις πολιτικές εξελίξεις στην Μπανγκόκ, που δεν είχαν άλλο θέμα συζήτησης από: την Chonlada και τη γρίππη της, το ότι ένας οδηγός τουκ-τουκ μεθυσμένος οδήγησε το όχημά του μέσα σ' ένα κανάλι και τη θερμοκρασία που άρχισε να πέφτει καθώς μπαίνουμε σ' ένα από τους πιο κρύους μήνες του χρόνου.
Ύστερα απ' όλ' αυτά: Chok Tee (στην υγειά μας)

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Βρε, μπελά που βρήκαμε...

νυχτιάτικα. Άκουσαν, λέει, στην Κύπρο ότι έγινε πραξικόπημα στην Ταϊλάνδη και οι πολίτες πρέπει να ενημερώσουν το Υπουργείο Εξωτερικών αν έχουν κάποιο δικό τους στη χώρα. Τι πραξικόπημα, ρε παιδιά; Όχι πως θα το παίρναμε χαμπάρι εδώ στην Τσιανγκ Μάι, αλλά ούτε τα μεγάλα τηλεοπτικά δίχτυα που παρακολουθώ τώρα μεταδίδουν κάτι. Εκτός κι αν κάποιος φωστήρας στην Κύπρο βάφτισε την κατάληψη του αεροδρομίου στην Μπανγκόκ, πραξικόπημα. Πάντως, αν έγινε αυτό θα το αντιληφθώ αύριο όταν θα δω τους δύο φαντάρους να πίνουν χυμό στην πλατεία Τα Πάε. Ακριβώς όπως και την προηγούμενη φορά. Θα είναι ευκαιρία να βγάλω και φωτογραφίες. Χμμ! Τώρα που το σκέφτομαι μακάρι να γίνει πραξικόπημα αμέσως. Βαρέθηκα ν' ακούω ρέγγε απ' τη μπυραρία παραδίπλα...

Η Μαίρη

Μία ακόμη αναμετάδοση από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις. Ως πότε θα συνέχιζε να είναι αλύτρωτη, μοναχή, σαν έρημη χώρα, δίχως έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο ακόμη θα ανεχόταν εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ μέχρι το άλλο πρωί για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους λιγοστούς, άλλωστε, υποψήφιους εραστές μέσα απ’ τα χέρια της;
Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει πολύ καλά αυτό. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία αμέσως κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικα μεγάλα λόγια και γλυκά, επειδή δεν μπορεί να μιλά όπως το μαλακισμένο που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν των κραγιόν τα χρώματα, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.
Τη ζηλεύει πολύ τη σκύλα -ναι, έτσι την αποκαλεί στα κρυφά κι από μέσα της- τη ζηλεύει και την απεχθάνεται, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Είναι μια γυναίκα ψυχρή, χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για κάτι εξαιρετικό, τον εαυτούλη της. Να, αυτές τις μέρες τα έχει με δύο άντρες και ποιος ξέρει με πόσους άλλους παίζει – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού τον κλέψει κι αυτόν, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Όχι στ’ αλήθεια. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος εαυτός της δεν την άφησε να τον προσεγγίσει όπως έπρεπε, να του τα ρίξει, με αποτέλεσμα -μάλλον γρήγορα παρά αργά- να πέσει κι αυτός στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, να φυλακιστεί στη λάγνα σαγήνη του πορνιδίου.
Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλος πόνος, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια. Τέρμα οι δικαιολογίες...
Πρέπει ν’ αλλάξει, εδώ και τώρα, και ν’ αλλάξει ριζικά, προτού να είναι ανεπίτρεπτα αργά. Αν δεν το κάνει η ζωή της θα συνεχίσει να παραδέρνει στις ίδιες αδιέξοδες τροχιές, κι αυτό καθόλου δεν το θέλει. Πώς, όμως; Πώς ν’ αλλάξει; Δεν ξέρει τον τρόπο. Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να σκεφτεί, ό,τι και να πει, όσο κι αν προσπαθήσει, νιώθει πάντοτε να βρίσκεται στη σκιά της μεγάλης αδελφής, ένα αποπαίδι. Μία φορά... μία μονάχα φορά έκανε έρωτα στα είκοσι δύο χρόνια της ζωής της, κι εκείνη ήταν άχρωμη, άοσμη, λειψή. Λίγο χάρηκε τη θεία επαφή, μια και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ακόμη θυμάται, ακόμη νιώθει το ρίγος που διαπέρασε τότε το είναι της όλο, που έσεισε το αλάτρευτο κορμί της συθέμελα.
Είναι τρελό! Είναι τρελό, σκέφτεται, το πως της λείπει τόσο πολύ, τόσο οδυνηρά, κάτι που ουσιαστικά ποτέ δε γνώρισε. Αλλά, κι εδώ φυσικά, βάζει το χεράκι της, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή, η αγαπητή της αδελφούλα, που δε χάνει καμία ευκαιρία για να της μιλήσει λεπτομερώς για τις συνευρέσεις της, να της αφηγηθεί ξεδιάντροπα το καθετί. Είναι χυδαία, την απορρίπτει μέσα της με μια δόση πικρόχολης ζήλιας κι απ’ έξω της μ’ ένα μορφασμό. Είναι χυδαία, αλλά τουλάχιστον εκείνη ζει σε κάθε έκφανσή της τη ζωή, την απολαμβάνει – σε αντίθεση με την ίδια που επιβιώνει με την προσδοκία της.
Δακρύζει πάλι. Κλαίει πολύ. Με αναφιλητά αθόρυβα, καταπιεσμένα. Ποτίζει με πίκρα χρόνων και φρέσκια οφθαλμαλμύρα το μαξιλάρι της. Ως εδώ, Καίτη. Φτάνει. Αρκετά! απευθύνεται νοητικά στην αδελφή της. Δε σε αντέχω πια. Δεν αντέχω πια να με σκοτώνεις απαλά με λόγια ψεύτικα τρυφερά και με χαμόγελο. Δεν αντέχω να βλέπω πια εκείνα τα μεγάλα σου τα δόλια μάτια. Είσαι το κρίμα μου. Η κατάρα μου. Έτσι τη νιώθει, έτσι την σκέφτεται την αδελφή της, σα μια κατάρα ή ένα δαίμονα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι όπως τα φέρνει συνήθως η βλαμμένη η τύχη, ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει, για να ξεγλιστρήσει απ’ τα πλοκάμια της και να λυτρωθεί απ’ αυτή, είναι να πάρει στα χέρια της τον απεχθή ρόλο του εξορκιστή. Κι αυτό πρέπει να το κάνει σύντομα, αν θέλει να προλάβει να ζήσει και να χαρεί το μετά.
Κάθεται στο σαλόνι μόνη, μοναχή και κουρασμένη και την περιμένει. Είναι Σάββατο βράδυ και θα επιστρέψει, ως συνήθως, αργά. Αν επιστρέψει, δηλαδή. Πίνει λίγο κρασί κόκκινο, βαρελίσιο, που της βάφει πιο βαθιά κόκκινη τη γλώσσα, κι αφήνει το χρόνο να κυλήσει αβίαστα, ακολουθώντας τους δρόμους της σιωπής. Το καφέ των ματιών της έχει πια στεγνώσει και το πρόσωπό της μοιάζει άχρωμο, παγωμένο, ντυμένο λες με τη μάσκα του θανάτου.
Κάποτε ακούει τα κλειδιά της Καίτης στην πόρτα κι αναπηδάει ξαφνιασμένη. Κοιτάει το ρολόι στον τοίχο. Νωρίς γύρισε! Τη βλέπει να μπαίνει στο σπίτι αργόσυρτα, φτωχή από ζωντάνια και δυνάμεις, καταπονημένη. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι όπως συνήθως. Σε τίποτα δε θυμίζει τον εαυτό της. Δε χαμογελά αυτάρεσκα με μάτια που λάμπουν. Μάλλον λυπημένη, χαμένη σ’ ένα ολότελα δικό της κόσμο, μοιάζει.
Τη ρωτάει τι συμβαίνει, πιότερο από περιέργεια παρά από γνήσιο ενδιαφέρον. Ο Νίκος με παράτησε, απαντάει εκείνη και δε δείχνει ικανή να πιστέψει τα λόγια που μόλις βγήκαν απ’ τα χείλη της.
Την παράτησε; Μα, την Καίτη δεν την παρατάει ποτέ, κανείς. Αυτή τους παρατάει. Πάει, χάλασε ο κόσμος. Ή μάλλον καταρρίφθηκε ένας ακόμη μύθος!
Τον μαλάκα! Τον μαλάκα! φωνάζει κι οδύρεται, τον βρίζει και πέφτει άτσαλα, σαν ένα κούτσουρο βαρύ όπως το παρελθόν, στον καναπέ. Οι λυγμοί της φαντάζουν σα μια μικρή παραφωνία στη σιγαλιά της νύχτας.
Όσο για τη Μαίρη, αυτή θέλει να χαμογελάσει, να χαμογελάσει πλατιά, ευτυχισμένα, να ξεσπάσει σε γέλια άγρια λυτρωτικά μετά από πολλή καιρό, αλλά δεν το κάνει. Την παίρνει τρυφερά, σχεδόν μητρικά, στην αγκαλιά της. Της χαϊδεύει φευγαλέα τα αφόρητα μαλακά μαύρα ίσια της μαλλιά. Προσπαθεί δίχως λόγια αχρείαστα να την παρηγορήσει. Κι εκείνη, μετά από λίγο ανασηκώνεται, σκουπίζει στο μανίκι της τα δάκρυα, της μιλάει: Βάλε και σε μένα λίγο κρασάκι για να πιω, αδελφούλα, την παρακαλεί.
Της χαμογελά η Μαίρη. Της χαμογελά άδολα, γνωστικά, ζεστά, με μάτια που ξάφνου λούζονται στο φως. Σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα και δύο μόλις λεπτά αργότερα επιστρέφει μ’ ένα ποτήρι κρασί. Της το δίνει λέγοντας πώς ό,τι είναι θα περάσει. Στα σίγουρα θα περάσει, προσθέτει από μέσα της.
Εκείνο το ποτό, το θεϊκό γλυκόπιοτο κρασί, ήταν το τελευταίο που ήπιε στη ζωή της, η Καίτη. Τη βρήκανε νεκρή το άλλο κιόλας πρωί στο δωμάτιό της. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, που πραγματοποίησε την ίδια εκείνη μέρα τη νεκροψία, ο θάνατός της προήλθε από δηλητηρίαση, αφού στον οργανισμό της ανιχνεύθηκε μεγάλη ποσότητα στρυχνίνης. Δίπλα στο κρεβάτι της, στο κομοδίνο, βρήκαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή της επειδή την παράτησε ο άντρας που αγαπούσε. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν ότι όντως επρόκειτο για αυτοκτονία και η αστυνομία αποφάσισε να μη διερευνήσει περισσότερο την υπόθεση.
Έκλαψε πολύ. Έκλαψε πολύ και πικρά για το χαμό της αδελφής της, η Μαίρη. Ναι, τις χώριζαν πολλά, ναι, τη ζήλευε, αλλά βαθιά μέσα της την αγαπούσε ακόμη, την αγαπούσε την ηλίθια, κι ας της έκανε την καρδιά μαύρη όσο ζούσε, κι ας την πλήγωνε βαθιά, κι ας της έκλεβε τη μία μετά την άλλη όλες τις χαρές της.
Όταν, ωστόσο, οι νεκροί φεύγουν, οι ζωντανοί μένουν και η ζωή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζεται. Ο χρόνος, ο γητευτής, κι η απουσία της Καίτης την άλλαξαν πολύ, την έκαναν πιο δυνατή, πιο αποφασισμένη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στη χαρά και την ευτυχία – ένα νέο άνθρωπο. Βρήκε, λοιπόν, το κουράγιο και κυνήγησε σα θήραμα τον Νίκο της και τούτη τη φορά τον κατέκτησε. Κι αυτός έγινε ο εραστής που πάντα αναζητούσε. Έμαθε επιτέλους να μιλά σωστά, κοινωνικά, και να φλερτάρει. Κι απέκτησε μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση, αφού αντιλήφθηκε -κάλλιο αργά, παρά ποτέ- πόσο όμορφη είναι. Λυτρώθηκε!
Τώρα, τη σκέφτεται συχνά την αδελφή της, όπου κι αν αρμενίζει εκείνη, με λίγη πίκρα κι ένα μικρό παράπονο – επειδή όσο ήταν εκείνη ζωντανή δεν άφηνε την ίδια να ζήσει. Κι ακόμη θυμάται. Θυμάται τις τελευταίες της στιγμές. Θυμάται το στερνό της το βλέμμα, το γιομάτο απορία και ψήγματα τρόμου, προτού ξεψυχήσει. Τη σκότωσε την Καίτη, τη σκότωσε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τη σκότωσε για να ζήσει. Για να συνεχίσει να ζει. Εκείνη έβαλε τη στρυχνίνη στο ποτήρι με το κρασί που της πρόσφερε, εκείνη τη βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για τον τελευταίο της ύπνο, εκείνη ανέσυρε μέσα από τα συρτάρια της απύθμενης μνήμης της ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που η αδελφή της κάποια μέρα της ομολόγησε πώς είχε γράψει παλιά, το οποίο έψαξε και βρήκε σ’ ένα τετράδιο ξεχασμένο.
Ναι, τη σκότωσε. Αλλά, δεν το μετάνιωσε. Καθόλου. Ούτε στιγμή. Κι ας το ξέρει πως είναι βαρύ το τίμημα που η ψυχή της θα κληθεί να πληρώσει. Ας ζήσω τον παράδεισο εδώ, κι ας πάω στην κόλαση μετά, σκέφτεται -μ’ ένα χαμόγελο μυστικό κι ένα δάκρυ- καθώς κλείνει στην αγκαλιά της τον αγαπημένο, καθώς του χαϊδεύει το γυμνό κορμί κι εκείνος την αρπάζει με λαχτάρα και πόθο μεγάλο και τη φέρνει από πάνω του. Καθώς γίνονται για μία ακόμη φορά ένα.


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Τα Ημερολόγια της Τσιανγκ Μάι update

Όλο λέω ν’ αρχίσω να γράφω «εκείνο» το βιβλίο, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνω. Αλλά, δεν ανησυχώ. Παίρνω σημειώσεις, διαβάζω και ξαναδιαβάζω κάτι γράμματα παλιά -ακόμη και ηλεκτρονικές συνομιλίες- και προετοιμάζομαι. Σιγά-σιγά η ιστορία παίρνει να πλάθεται μέσα μου, ν’ αλλάζει μορφές, να επεκτείνεται στο χώρο και στο χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, το ξέρω. Όπως πολύ καλά ξέρω ότι το μέσα μου ανικανοποίητο δε θα γαληνέψει μέχρι να γράψω την πρώτη γραμμή.
Στα της Τσιανγκ Μάι τώρα. Κάποιοι εξακολουθούν να με ρωτάνε γιατί επέλεξα αυτή την πόλη για να ζω τη μισή ζωή μου. Κι εγώ επιμένω: επειδή είναι η πόλη μου. Κάθε μέρα την περπατώ, κάθε μέρα την αφουγκράζομαι, νιώθω τους παλμούς της. Με μεταμορφώνει αυτή η πόλη, σαν γυναίκα αγαπημένη, με κάνει καλύτερο άνθρωπο, με γαληνεύει, μου ανοίγει τα μάτια στις πιο απλές αλήθειες που μάλλον ξεχνώ όταν είμαι στη Δύση. Έρχομαι εδώ για τους αργούς ρυθμούς ζωής, για τα πλατιά χαμόγελα, για τη φύση, για τους φιλόξενους ανθρώπους που -αν και με μισθό δύο ευρώ την ημέρα- προσφέρονται να μοιραστούν μαζί σου το φαΐ τους!
Όλα καλά και άγια, λοιπόν; Φυσικά όχι. Απλά εδώ είναι πολύ καλύτερα από αλλού. Τόσο καλύτερα που οι μοναδικές φορές που εκνευρίζομαι είναι όταν οι ξένοι κοιτούν αφ’ υψηλού τους ντόπιους, όταν τους ειρωνεύονται και με σπαθί το χρήμα προσπαθούν να τους εξευτελίσουν. Ευτυχώς η συντριπτική πλειοψηφία των «ντόπιων» ξένων δεν είναι έτσι, οπότε οι παρεκτροπές είναι ελάχιστες.
Φυσικά σε πόλεις όπως η Μπανγκόκ, το Πουκέτ κι η εκτρωματική Πατάγια, τα πράγματα δεν είναι έτσι αλλά, όπως ανέφερα και σε προηγούμενες αναρτήσεις, προσωπικά θεωρώ την Τσιανγκ Μάι σαν την πρωτεύουσα της πραγματικής Ταϊλάνδης...

update: Οι διαδηλώσεις και οι φασαρίες της Μπανγκόκ καθόλου δεν αγγίζουν την Τσιανγκ Μάι. Λες και είμαστε σε μια άλλη χώρα