Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού

Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, έχει κλειστά τα μάτια και χαμογελά στο σκοτάδι. Πικρά! Χαμογελά με παράπονο και μια παράξενη γαλήνη για της ζωής το αχ, για τους τροχούς της τύχης, που μοιάζουν να ορίζουν την πορεία μας απ’ την πρώτη ανάσα μας μέχρι και την τελευταία.
«Ποτέ δεν το περίμενα ότι θα έβρισκα μ’ αυτό τον τρόπο τον προορισμό μου, τον σκοπό στη ζωή, αλλά να που…»
Σκέφτεται αυτά που συνέβησαν, μελετά σιωπηλά τα γεγονότα που τον έφεραν μέχρι εκεί, αναλογίζεται το απρόοπτο, που τον έσωσε και τον καταδίκασε. Ένας άνθρωπος του πόνου ήταν πάντα, του πόνου, της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Και ήταν ένας άνθρωπος σκληρός, μα καλόκαρδος, καλόκαρδος όσο δεν έπαιρνε. Τα λάθη του πολλά, τα σωστά του περισσότερα. Αλλά, ακόμη κι αυτά τα πρώτα σαν σωστά τα βλέπει τώρα πια, καθώς η οργή μέσα του καταλάγιασε, καθώς το άδικο αυτού του κόσμου πλέον δεν τον αγγίζει.
Όλα άρχισαν χρόνια πριν, όλα άρχισαν πριν μερικές βδομάδες. Όλα άρχισαν και τέλειωσαν χθες και θα ξαναρχίσουν και θα τελειώσουν αύριο. Ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του ή μάλλον οι λέξεις δεν μπορούν να την αποδώσουν. Η στιγμή, μόνο ετούτη η στιγμή μετράει – η ώρα του απολογισμού.
Μετανιώνει για κάτι; Ίσως θα έπρεπε, αλλά όχι, δεν μετανιώνει. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, όπως ήταν γραμμένα σε κάποια βιβλία άγραφα. Δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Σκέφτεται. Σκέφτεται κάθε μέρα και όλη νύχτα, κάθε ώρα και ανά πάσα στιγμή αυτό που έκανε, πονάει πολύ, αλλά δεν μετανοεί. Κι ας πληρώνει τώρα ακριβά το τίμημα. Κι ας το πληρώσει και μετά, αν υπάρχει επόμενη ζωή, μια κόλαση ή ένας παράδεισος. Είναι έτοιμος. Είναι έτοιμος να σταθεί με πείσμα κι ηρεμία μπρος στον ύστατο κριτή και να του πει: είμαι ένοχος, έκανα το σωστό.
«Κατάντησες βλάσφημος», κακίζει τρυφερά τον εαυτό του κι ας γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ή ίσως και να είναι, αφού παρέβηκε τους νόμους, εκείνους των πιστεύω του, για να εφαρμόσει κάποιον άλλο νόμο, γραμμένο από τον ίδιο, αλλά σε μια πολύ πιο εκδικητική μορφή του θεό. Εφάρμοσε το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και θυσιάζοντας της ψυχής του τη σωτηρία απένειμε σκληρή δικαιοσύνη. Κι αυτό για ένα κορίτσι που καλά-καλά δεν ήξερε, για μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Τριγυρνά στις σκέψεις του, κάνει κατάληψη στα όνειρά του, εκείνη η μικρή. Εκείνη η μικρή που έγινε γυναίκα με τη βία, που γνώρισε τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, πριν προλάβει να δει τα χρώματά της. Αλλά, τουλάχιστον, τώρα εκείνη είναι καλά. Τώρα άρχισε να ζει. Η νέα ζωή είναι το δώρο που της χάρισε, η κατάληξή του το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει. Ένα πάρε-δώσε από όπου κανείς δεν βγήκε απόλυτα κερδισμένος, αφού οι πληγές είναι ακόμη νωπές, και για να γιατρευτούνε θα πρέπει να περάσουν ακόμη χρόνια πολλά, να χυθεί απ’ τις ψυχές τους κι άλλο αίμα.
«Αχ, κορίτσι μου», σκέφτεται κι αναστενάζει βαθιά, «σε έσωσα για να με σώσεις!» Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Η δικιά του απόλυτη αλήθεια. Το έγκλημά του, το φονικό, στάθηκε η σωτηρία του. Γαλήνεψε τους μέσα του δαίμονες, δάμασε την οργή του, τον έκανε ένα καλύτερο άνθρωπο, κι ας ήτανε η καλοσύνη κάτι που δεν του έλειψε ποτέ.
Η Κατερίνα. Το Κατερινάκι του. Η μαύρη νεράιδά του! Ήρθε κοντά του κτυπημένη άγρια απ’ τους ανθρώπους και τη μοίρα, λυγισμένη, καταματωμένη, κι αυτός ανέλαβε να την αναστήσει, να της δείξει το άλλο πρόσωπο του φεγγαριού, να την κάνει να πιστέψει στον εαυτό της και να τη βοηθήσει ν’ αγαπήσει τον κόσμο αυτό, το μόνο απτό μα τόσο ψεύτικο. Και τα κατάφερε. Κι ύστερα ήρθαν οι ανθρώπινα κτήνη να τη διεκδικήσουν ξανά. Ο πατριός της, ο βιαστής και δυνάστης της, ήρθε να τη ματώσει και πάλι. Κι αυτός τον σκότωσε. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα, τον κτύπησε με οργίλη δύναμη στο κεφάλι και απλά τον σκότωσε. Κι ύστερα έστειλε τη μικρή στο καλό. Της έδωσε την ευχή του και της είπε απλά να φύγει, αφού δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί της το κρίμα του.
Από τότε βρίσκεται στη φυλακή. Από τότε βρήκε το σκοπό του στη ζωή. Άρχισε σιγά-σιγά να μεταμορφώνεται σε πατέρα για παιδιά ορφανά και παραστρατημένα, αδελφό για της κοινωνίας τους απόκληρους, εξομολογητή για όλους. Έως εκείνη τη στιγμή τα ράσα έκαναν τον παπά, αλλά τώρα πια ο παπάς κάνει τα ράσα. Ωστόσο ακόμη μισεί, μισεί εκείνους που μισούν, μα προσπαθεί όπως μπορεί να τους φέρει στον καλό το δρόμο. Η αγάπη, αυτή πιστεύει ότι είναι το μόνο γιατρικό σε όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Η αγάπη, αυτή λέει μπορεί να μας σώσει, ακόμη κι από τον εαυτό μας. Ο νόμος της αγάπης πρέπει να μας ορίζει, διακηρύττει με φωνή που βγαίνει σαν τραγούδι και σαν ύμνος απ’ τα χείλη του ξανά και ξανά αλλά, κάπου μέσα του βαθιά ακόμη πιστεύει πώς ο νόμος της εκδίκησης, κάποιες φορές, είναι ο μοναδικός που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις!

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου