Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Τα 9 θαύματα του κόσμου (όπως τον βλέπω)


Ένα κείμενο-παραγγελιά που έγραψα πριν δυόμιση χρόνια το οποίο, εκτός κι αν κάνω λάθος, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.

Θαύμαζα και θαυμάζω το μοναδικό εκείνον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δεν δεν προηγήθηκε μόνο της εποχής του, αλλά και όλων των εποχών που ακολούθησαν. Διανοούμενος, καλλιτέχνης, εφευρέτης και… και… και… Αν υπήρχε τεστ νοημοσύνης τότε που έζησε και τον υπέβαλλαν σ’ αυτό θα τρέλαινε τα «μηχανάκια». Με τη ζωή και το έργο του επηρέασε τις τέχνες και τον πολιτισμό γενικότερα και έθεσε τις βάσεις για το σύγχρονο οικοδόμημα της επιστήμης. Ακόμη θυμάμαι και ανατριχιάζω ένα από τα μεγάλα έργα του, το «κατασκοπικό» δωμάτιο με τους καθρέφτες, που είδα πριν μερικά χρόνια στη Λισαβόνα.

Θαυμάζω την Τσίντα και την κάθε Τσίντα αυτού του κόσμου. Είναι ένα κορίτσι που γνώρισα στο Πάι της Ταϊλάνδης. Εγκατέλειψε το σχολείο από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού για να δουλέψει στα χωράφια με τους γονείς της, μια και ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας. Στα δώδεκά της χρόνια, και μια και οι δικοί της δεν τα έβγαζαν πέρα, μετακόμισε από το μικρό παραδοσιακό χωριό της, στην κωμόπολη του Πάι, όπου έπιασε δουλειά σ’ ένα πανδοχείο σαν το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Ξόδεψε την επόμενη δεκαετία και βάλε, δουλεύοντας εφτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες το χρόνο και μαθαίνοντας όσα γράμματα δεν πρόλαβε να μάθει στο σχολείο. Έμαθε επίσης αγγλικά συνομιλώντας, αρχικά στη νοηματική γλώσσα, με τους επισκέπτες του πανδοχείου. Σήμερα έχει μια μικρή πανσιόν στην πόλη Τσιανγκ Μάι. Ποτέ δεν την άκουσα να παραπονιέται για τις δυσκολίες που συνάντησε στη ζωή και το χαμόγελο δε λείπει ποτέ απ’ τα χείλη της. Την ιστορία της αφηγήθηκα σ’ ένα μάλλον λειψό διήγημα, που φέρει σαν τίτλο το όνομά της.

Θαυμάζω το νερό, τη δύναμη του, την οργή και τη γαλήνη του. Κάποια μάλιστα κάποτε μου είχε πει ότι είμαι νερό, πάντα ρευστός, ποτέ ακίνητος, πάντα έτοιμος να φύγω. Πώς να μη θαυμάσει κανείς αυτό το στοιχείο, που περισσότερο απ’ το καθένα ορίζει τις ζωές μας; Πώς να μείνει κανείς αδιάφορος μπροστά στην ομορφιά της θάλασσας και των κυμάτων την οργή; Πώς να μη χαρεί τη γαλήνια ροή του ποταμού και τη βροντή των νερών του καταρράκτη; Πώς να αγνοήσει τη χαρμόσυνη ηχώ του ψιλόβροχου που πέφτει; Πώς να μην το αγαπήσει; Πώς να μην το φοβηθεί;

Θαυμάζω τη ροή του χρόνου και το ρυθμό της ζωής στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Τα αργά βήματα, την υπομονή στις ουρές, τις κόρνες των αμαξιών που δεν ακούγονται, τη γαλήνη των ψυχών που ακόμη δεν παρέσυραν στο πέρασμά τους οι ρυθμοί της αδηφάγας δύσης, τα χαμόγελα που δε σβήνουν ποτέ από τα χείλη των ανθρώπων, η ευγένειά τους που δεν είναι υποκριτική, το πόσο πολύ δε μας μοιάζουν.

Θαυμάζω τον Ντοστογιέφσκι. Όχι σαν άνθρωπο, αλλά σαν συγγραφέα. Πάνε δεκαοκτώ χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα κάτι δικό του, ωστόσο οι ιστορίες και οι ήρωές του εξακολουθούν ακόμη να με στοιχειώνουν. Δεν ξέρω αν υπήρξε ποτέ άλλοτε ή αν υπάρχει σήμερα κάποιος άλλος συγγραφέας που να καταβυθίστηκε τόσο πολύ, τόσο επίμονα και τόσο επίπονα στις ψυχές των ανθρώπων, καταγράφοντας όλα τα σκοτεινά και φωτεινά τους σημεία, μιλώντας για τα στίγματα και τους ανθισμένους κήπους τους. Τον Ντοστογιέφσκι τον ανακάλυψα μέσω του Χέμινγουεϊ. Από τότε δεν διάβασα ποτέ ξανά τον τελευταίο.

Θαυμάζω τους ζωγράφους. Τους πραγματικούς ζωγράφους και όχι αυτούς που φτιάχνουν «καραγκιοζιλίκια» πουλώντας πρωτοπορία. Θαυμάζω εκείνους που αιχμαλωτίζουν με τα πινέλα τους τη γαλήνια ή την άγρια ομορφιά της φύσης, που κλέβουν τα χρώματα απ’ τις ματιές των γυναικών, που μέσα απ’ τις ζωγραφιές τους λένε ιστορίες, όσο απλές κι αν είναι αυτές.

Θαυμάζω τις (περισσότερες) ταινίες των Γούντι Άλεν και Τιμ Μπέρτον. Με αιχμαλωτίζει το ακαταμάχητο χιούμορ και τα ευτράπελα στο έργο του πρώτου, η ευχέρεια να φτιάχνει κινηματογραφικά παραμύθια του δεύτερου. Χάνομαι στις ατάκες του Γούντι, περιπλανιέμαι στις εικόνες του Τιμ.

Θαυμάζω τις αλλαγές των εποχών, στην ανατολή και πάλι. Κάθε έξι πανσέληνους αλλάζουν οι εποχές εκεί. Και τότε η βροχή κόβεται μαχαίρι ή ο ουρανός συννεφιάζει – ανάλογα. Και τότε οι άνθρωποι γιορτάζουν. Και τότε τα χρώματα κι οι μουσικές γεμίζουν τους δρόμους των πόλεων και των χωριών. Και τότε (στη Γιορτή των Φώτων, τέλος της εποχής των βροχών, 28 Νοεμβρίου φέτος) φανάρια αφιερωμένα στις ψυχές των νεκρών υψώνονται στους ουρανούς τις νύχτες, και λίμνες και ποτάμια πλημμυρίζουν με αφιερώματα-ευχές για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε (τέλος της ξηρής περιόδου, την Άνοιξη) αρχίζει η Γιορτή των Νερών, ένας πόλεμος υγρός απ’ τον οποίο κανείς δε βγαίνει… στεγνός.

Θαυμάζω τη Λίσα και την κάθε Λίσα αυτού του κόσμου
. Μια αμερικανίδα που γνώρισα στην Τσιανγκ Μάι, όπου έφτιαξε από το τίποτα ένα σχολείο, όπου μαθαίνουν ταϊλανδέζικα και αγγλικά παιδιά προσφύγων από τη Βιρμανία, αλλά και άτομα από τις φυλές της Ταϊλάνδης, που δίχως τα προτερήματα της γλώσσας και της μόρφωσης δύσκολα θα τα έβγαζαν πέρα στην πόλη. Η Λίσα (που πέρασε εθελοντικά κι από την ταλαίπωρη Σουαζιλάνδη, αλλά έφτιαξε παρόμοιο με το πιο πάνω σχολείο και στο Θιβέτ) είναι ένα από εκείνα τα άτομα που σε κάνουν να χαμογελάς και να σκέφτεσαι ότι: Ναι, υπάρχει ακόμη ελπίδα! Η ιστορία της με ενέπνευσε να γράψω το μυθιστόρημα «Όλα αυτά που χάσαμε», αποσπάσματα από το οποίο μπορείτε να βρείτε πιο κάτω:


Κεφάλαιο 1
Κεφάλαιο 2
Κεφάλαιο 6
Κεφάλαιο 10
Κεφάλαιο 14
Κεφάλαιο 25

Δημοσίευση σχολίου