Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Μαρία - Κεφάλαιο 1


Ανάμεσα στα πολλά και διάφορα με τα οποία καταπιάνομαι αυτές τις μέρες είναι και η ετοιμασία κάποιων ηλεκτρονικών εκδώσεων με το έργο της Μαρίας Πολυδούρη, στην οποία είχα αφιερώσει μια τεράστια σε όγκο σελίδα στο παρελθόν, σελίδα που χάθηκε στα αχανή μονοπάτια του διαδικτύου. Ψάχνοντας χθες στα αρχεία μου ανακάλυψα μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή της ποιήτριας, την οποία άρχισα να γράφω πριν από δέκα και βάλε χρόνια και που δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ. Στόχος μου ήταν να δώσω μια νέα ζωή στην ποιήτρια, τοποθετώντας τα έργα και τις ημέρες της στο σήμερα. Ίσως κάποτε στο μέλλον να το καταφέρω. Αυτό είναι το πρώτο απόσπασμα. Θα ακολουθήσουν μερικά ακόμη αύριο και την ερχόμενη βδομάδα και στη συνέχεια δωρεάν ηλεκτρονικές εκδόσεις των γραπτών της.

ΠΕΡΑΣΕ ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΞΥΠΝΙΑ! Ξύπνια και σκεφτική. Ήθελε να φύγει. Να πάει μακριά, στη μεγάλη πόλη. Να αφήσει πίσω της όλα όσα την κρατούσαν σκλαβωμένη. Οι γονείς της, την καταλάβαιναν. Μια από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις γονιών που δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο στα όνειρα των παιδιών τους. Κι η Μαρία τους εκτιμούσε γι’ αυτό, και τους αγαπούσε. Αλλά, όσο έντονη κι αν ήταν η αγάπη αυτή, κάποτε της γίνονταν βραχνάς, ένιωθε να πνίγεται μέσα της. Ένα λεύτερο πουλί, ένα ξωτικό, ένα πνεύμα που δε χωρούσε μέσα σε όρια και συμβάσεις, ήταν η Μαρία. Έπρεπε να πετάξει. Και πετούσε συχνά, μέσα απ’ τα όνειρα και τους στίχους της. Απολάμβανε, όμως, μονάχα ανάσες ελευθερίας. Έπρεπε να φύγει.
Για μια νύχτα ακόμη, λοιπόν, ξύπνια. Με τα μαύρα μάτια της που βγάζουν σπίθες να κοιτά προς το κλειστό παράθυρο, που αφήνει λίγο φως να τρυπώνει μέσ’ απ’ τις τρίλλιες. “Σαν τρίλλιες που σβήνουν” σκέφτεται.
Έχει μόλις πατήσει τα δεκαοκτώ και νιώθει δυνατή και σίγουρη για τον εαυτό της, ξέρει πως η ζωή της τώρα αρχίζει, πως ο κόσμος όλος είναι εκεί έξω και την περιμένει. Ο χρόνος, ο χρόνος δουλεύει για κείνην, κι ας της φαίνεται που και που ακίνητος, μαρμαρωμένος, στη μικρή νωχελική της πόλη.
Τον έρωτα; δεν τον έζησε ακόμη. Πολύ ξενέρωτοι τής φαίνονται οι συμμαθητές της. Εκείνη δεν ψάχνει για ένα συνηθισμένο έρωτα, για κάτι απ’ τα ίδια που ζητούν απεγνωσμένα οι γύρω της, ζητά ένα ιδανικό, κάποιο ίνδαλμα, το απόλυτο. Κι ας διακηρύττουν όλοι, με κάθε τρόπο ότι δεν υπάρχουν πια ιδανικά, πως χάθηκαν τα ινδάλματα. Όχι, αυτή δεν ανήκει στη σύγχρονη ιλλουστρασιόν κοινωνία μας, δεν παίρνει μέρος σ’ αυτή την κωμωδία. Αυτή ζει μέσα της, μες στο μυαλό της που ξεχειλίζει από ιδέες κι όνειρα, που φαντάζουν αλλοτινά.
“Θα τα βρεις σκούρα, Μαρία, αν συνεχίσεις να πηγαίνεις μ’ αυτά τα μυαλά” της λέει συχνά πυκνά ο πατέρας της, κι ας νιώθει κατά βάθος περήφανος για την κόρη του. Πρώτη σε όλα η Μαρία, σε ό,τι κάνει: στο σχολείο όπου αριστεύει, στο χορό, στη ζωγραφική, στο τραγούδι, γράφει και στίχους. Δάσκαλος ο ίδιος, θέλει να ελπίζει ότι η Μαρία θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο, αλλά εκείνη δεν είναι για τέτοια. Απ’ τα δεκατρία της δήλωνε καλλιτέχνις. Σκάρωνε ιστοριούλες και στιχάκια, έφτιαχνε και ζωγραφιές. Ήταν και επαναστάτις. Μεγάλη επαναστάτις. Συνέτασσε πού και πού μερικές παθιασμένες διακηρύξεις για το ένα ή το άλλο θέμα, και τις μοίραζε στις φίλες της και στους καθηγητές. Οι τελευταίοι άλλοτε τις διάβαζαν μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο κι άλλοτε οργίζονταν, αφού συχνά πυκνά στρέφονταν εναντίον τους. Κάποιος απ’ αυτούς, μάλιστα, επισκέφθηκε μια μέρα το δάσκαλο και του είπε να προσέχει τη μικρή γιατί είναι διαόλου κάλτσα, κι αν της αφήσει ελεύθερα τα χαλινάρια θα αφηνιάσει. “Δε σηκώνει γκέμια η Μαρία” του απάντησε εκείνος σκεφτικός.
Τα αγόρια, τη φοβούνται. Είναι η μόνη κοπελιά που δεν τολμούν να πειράξουν, να κοροϊδέψουν, να ειρωνευτούν. Τα μάτια της. Τα μάτια της που μοιάζουν να τους διαπερνούν σαν πύρινα βέλη κάθε φορά που συναντούνται με τα δικά τους, τούς κάνουν να τα χάνουν. Κάποιος τόλμησε κάποια φορά να την προσεγγίσει ερωτικά, αλλά αμέσως μετά έφυγε τρομαγμένος. “Τι έχεις εσύ να μου προσφέρεις;” τον ρώτησε. Παρ’ όλα αυτά είναι αγαπητή σε όλους. Όσο κι αν εκπέμπει σε διαφορετικές συχνότητες, η ενέργεια και η χαρά που μεταδίδει στους γύρω της, όπου κι αν βρίσκεται, την κάνουν αντικείμενο σιωπηλής λατρείας. Κάποια απ’ τα κορίτσια τη ζηλεύουν, αλλά δεν την εχθρεύονται. Η Μαρία καταφέρνει και βγάζει το καλύτερο απ’ τον καθένα, κι είναι μέγιστο χάρισμα αυτό.
“Είμαι απ’ άλλο πλανήτη” σκέφτεται και χαμογελά σιωπηλά, καθώς ξημερώνει άλλη μια μέρα. Ήρθε το καλοκαιράκι και άρχισαν οι εξετάσεις. Θέλει να περάσει στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Ερεθιστικό φαντάζει το κάλεσμα της μεγάλης πόλης στη φαντασία της. Θα πετύχει τους στόχους της; Θα τους πετύχει! Αλλά…
…Αλλά πολλές φορές έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται: “Είναι στ’ αλήθεια αυτό που θέλω;” Αυτό θέλει; Η Αθήνα μοιάζει, προς το παρόν, στα μάτια της σαν η ιδανική λύση. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δε θα μεταμορφωθεί κι αυτή σ’ ένα νέο κλουβί, σε μια νέα σκλαβιά.
“Θα ήθελα να ήμουνα πουλί…”. Ίσως οι φτερούγες της ψυχής να μην είναι αρκετές για κείνην. Αλλά, ο καιρός γρήγορα περνά, οι εξετάσεις τελειώνουν, πλήρης επιτυχία, η Αθήνα την περιμένει.
Περπατά μόνη της στο μόλο, προς τον αγαπημένο της φάρο, που συντρόφεψε πολλές φορές τη μοναξιά της. Εκεί πηγαίνει πάντα, αργά το βράδυ, όταν θέλει να καταπνίξει τη θλίψη που φουντώνει μέσα της. Κάθεται σ’ ένα τοιχάκι και κοιτά τη γενέθλια πόλη. Την αποχαιρετά με το βλέμμα, καθώς τα κύματα χαϊδεύουν σα μωρό τα βράχια από πίσω της. “Αύριο, αύριο θα ξημερώσει η καινούρια μέρα, η νέα ζωή, αλλά, θα βρω τάχατες τον πρίγκιπά μου;” Το φεγγάρι χαράζει το μονοπάτι του στο ανθισμένο λιβάδι των κυμάτων. Σε λίγο θα κινήσει να βρει τους φίλους. Θα τους αποχαιρετήσει. Σαν τελειωτικός της φαίνεται, από τώρα, αυτός ο αποχαιρετισμός. Είναι σίγουρη ότι δε θα τους ξαναδεί. Θ’ αφήσει πίσω την παλιά της ζωή και ό,τι την αποτελεί. “Δε γυρίζω σελίδα. Σκίζω την παλιά και γράφω νέα”.
Θλιμμένα χαμόγελα κι ατέλειωτες σιωπές το σκηνικό. Θα τους λείψει τελικά το τρελοκόριτσο, κι ας μην τολμά κανείς να τ’ ομολογήσει. Ή σχεδόν κανείς. Μονάχα η Βάσω, η καλή της φιλενάδα, μονάχα αυτή δακρύζει και μονολογεί: “Θα μου φύγεις καρδιά μου, θα μου φύγεις!” “Αχ καλό μου φιλαράκι, αχ και να με καταλάβαινες”, σκέφτετ’ εκείνη. Αλλά, δεν την καταλάβαινε ούτε κι αυτή, κι ας της γέμισε τα σχολικά τετράδια με σκιτσάκια και στίχους. “Το πιο όμορφο λουλούδι της ψυχής μου” την αποκαλούσε, κι όμως ξέρει πως κι αυτό το λουλούδι το αποχαιρετά οριστικά. Δεν είναι καιρός για δάκρυα θλίψης, αλλά χαράς. Αυτή δεν ακούει τις μπαλάντες του αποχωρισμού, αλλά τους ύμνους της ζωής. Περνά η ώρα με θλίψη, γέλια, αναμνήσεις, ξημερώνει. Το τελευταίο φραπέ στο λιμανάκι. Μαύρο πικρό, σαν και τη ζωή που αφήνει πίσω της, σκέφτεται, κι ας είχε κι αυτή τις όμορφες στιγμές της. Μαύροι κύκλοι κλείνουν μέσα τους λίγα ζευγάρια υγρά μάτια. Αγκαλιάζει και φιλάει την καθεμιά και τον καθένα τους ξεχωριστά, σαν διαφορετικές στιγμές του χρόνου της εκεί. Τους χαμογελά και το πρόσωπό της λάμπει σαν ήλιος που ξεπροβάλλει θριαμβευτής πίσω απ’ τα απρόσιτα βουνά, μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα. Γίνεται όλη φως και χαρίζοντας τους μια τελευταία αχτίδα αποχωρεί, κινώντας να βρει το πεπρωμένο της…


Συνεχίζεται
Δημοσίευση σχολίου