Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Το Στοιχειωμένο Σπίτι

Πέντε η ώρα το πρωί, κι ένας οδυνηρός πόνος στο πόδι και η τρέλα που με δέρνει δε μ' αφήνουν να κοιμηθώ. Έτσι είπα να ανεβάσω για σας μια σχεδόν τρομακτική ιστορία και να την κάνω σιγά-σιγά για το χωριό. Υγρασίας βοηθούσης ίσως έχω την ευκαιρία να συλλαβώ με το φωτογραφικό φακό μια ματωμένη ανατολή.
Τα λέμε, μάλλον, το Σάββατο...

Ακούγαμε πολλά για κείνο το σπίτι. Έζησε, μας λέγαν οι παλιοί, και πέθανε εκεί μια πολύ κατατρεγμένη απ’ την τύχη γυναίκα. Από κείνες δα που μόνο δυστυχία γνώρισαν στη ζωή τους. Η γιαγιά μου, πούταν σοφή γριά, μας έλεε πως μέσα κει κατοικούσε ο Χάρος.
Κι όμως, εμάς που ήμασταν παιδιά, δε μας φάνταζε τόσο τρομαχτικό. Μας προκαλούσε, θα έλεγα. Μας προκαλούσε να το εξερευνήσουμε, ν’ ανακαλύψουμε τα δήθεν του μυστήρια. Αλλά οι μεγάλοι δε μας άφηναν, και κάθε που το αναφέραμε σταυροκοπιούνταν κι έφτυναν στον κόρφο τους για να διώξουν το κακό. «Με το θεό και με το διάολο, δεν παίζει κανείς», μονολοούσε η γιαγιά.
Μα ποιο θεό; και ποιο διάολο; Δουλειά δεν έχουνε να κάνουν και θα κάτσουν να φυλάνε ένα σπίτι; Παράξενοι πολύ, ήτανε οι μεγάλοι και άλλο από σύγχυση δεν καταφέρναν να σκορπίσουν.
Μα, ο χρόνος περνούσε βιαστικά, κι η περιέργειά μας όλο και μεγάλωνε. Τι ήταν εκείνο που τόσο φόβιζε τους μεγάλους; Και τι μυστικά έκρυβε εκείνο το συνηθισμένο σαν όλα τ’ άλλα, στην όψη, σπίτι. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ήταν παρά ένα διώροφο πλινθόκτιστο γιαπί, που στο φως της μέρας δε φάνταζ’ αλλόκοτο. Αλλά «τη νύχτα είναι που βγαίνουν τα στοιχειά», υποστηρίζαν τα γερόντια.
«Αλήθεια, πως μοιάζουν τα στοιχειά;» απορούσαμε. Και μαθαίναμε πως έχουν μαύρα κέρατα, σαν του τράγου μαθές, και τα μάτια τους είναι κόκκινα, όπως και το δέρμα τους κάποτε, και περπατούν άλλοτε με τα δυο κι άλλοτε με τα τέσσερά τους πόδια, και πετούν κιόλας σα σίφουνες, όπως τα παλιά χρόνια οι δράκοι.
Μετά από τούτες τις καλές περιγραφές, όταν πηγαίναμε για ύπνο βλέπαμε όνειρα αλλόκοτα που σαν τα διηγιόμασταν στους μεγάλους σηκώνονταν κάγκελο οι τρίχες τους, κι άρχιζαν πάλι τα «πτου πτου πτου, κακό να μη μας έβρει». Θα τους έβρισκε κακό επειδή ονειρευόμασταν;
Χρόνο με το χρόνο ο θρύλος του στοιχειωμένου του σπιτιού γινόταν όλο και πιο σκοτεινός, κι άρχισε ν’ αποκτά και παραλλαγές. Οι γερόντοι που δεν είχαν τι άλλο να κάνουν κάθονταν στον καφενέ, και περιμέναν πως και πως την ώρα που θα ’ρχοταν κάποιος ξένος, για να του πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, σιγά σιγά στο σπίτι άρχισαν να κυκλοφορούν ακέφαλα σώματα ή και ανεξάρτητα κεφάλια, κάθε βράδυ η γριά που πριν το κατοικούσε - και πέθανε απ’ τον καημό της - σηκωνόταν προς νερού της, κάποιες ασέληνες σκοτεινές νυχτιές, ακούγονταν από κει μερικές τρομαχτικές κραυγές που αναστατώναν τους περαστικούς: «ωωωωωωωωω, αααααααααα, βαλλλλλλλλλλλλλλ, τιιιιιιιιιιιιιιιιι, ουυυυυυυυυυυ». Μα, την αλήθεια για να πω, τόσες νυχτιές που απ’ έξω στάθηκα, ποτέ δεν άκουσα κραυγές κι ούτε κάτι παράξενο είδα.
Ωστόσο, η φήμη του σπιτιού διέσχισε όλη την επαρχία και άνθρωποι έρχονταν από παντού για να το επισκεφτούνε. Στο φως της μέρας έμοιαζε ακίνδυνο, απλά ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ωστόσο, εκείνοι που μέσα μπαίνανε για να το εξερευνήσουν, βγαίνοντας ήταν σίγουροι ότι το σπίτι εκείνο έκρυβε πολλά μυστικά. Λέγαν πως το πάτωμα από κάτω ήταν κενό, πως οι τοίχοι είχαν κρυφά ανοίγματα, πως οι τρεις όλοι κι όλοι αραχνιασμένοι μικροί πίνακες, που βρήκαν κρεμασμένους στο δωμάτιο της γριάς, έκρυβαν κάτι το σατανικό. Κάποτε έκανε την εμφάνισή του και κάποιος που λογιόταν κυνηγός φαντασμάτων και ο οποίος, παρόλες τις προειδοποιήσεις των χωριανών, ήταν αποφασισμένος να περάσει μια νύχτα εκεί μόνος.
Όλοι τον λυπηθήκαμε. Ήμασταν σίγουροι ότι θα τον έβρισκε κάποιο κακό. Ο παπάς, πιστός και προληπτικός όσο έπαιρνε, έμεινε μαζί του ως την τελευταία στιγμή προσπαθώντας να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Αφού είδε κι απόειδε, τα παράτησε κι έφυγε. Του ’στειλε μόνο με την κόρη του τη Ρηνιώ, το καλύτερο κορίτσι του χωριού, λίγο φαγητό και τσάι. «Τουλάχιστον να μην πάει νηστικός», είπε.
Νύχτωσε για τα καλά. Όλοι είχανε την έγνοια του ξένου, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει κατά κει για να δει τι θα γινόταν. Σαν πήγε μεσάνυχτα και κάτι, όταν όλοι, ή σχεδόν όλοι βυθίστηκαν στον ύπνο, βγήκα κρυφά απ’ το παράθυρο της κάμαράς μου και πήγα να βρω το φίλο μου το Γιάννη. Ήμασταν κι οι δυο δεκάξι χρονών παλικάρια, δε φοβόμασταν, και δε θα χάναμε το θέαμα με τίποτα. Με περίμενε έξω απ’ την πόρτα του και κινήσαμε μαζί για το στοιχειωμένο σπίτι.
Σα φτάσαμε εκεί, σταθήκαμε λίγο απέξω κι αφουγκραστήκαμε. Άκρα του τάφου σιωπή. Έβγαλε ο Γιάννης απ’ την τσέπη του ένα μικρό μπουκάλι ρακή που ’κλεψε απ’ το σπίτι και καθίσαμε κατάχαμα για να πιούμε και να ζεσταθούμε.
Θα πέρασε πολύ ώρα, γιατί αποκοιμηθήκαμε, όταν ακούσαμε μια σπαρακτική κραυγή «μανούλα μου» να βγαίνει απ’ το σπίτι και κάτι να χτυπάει με ορμή την πόρτα από μέσα. Σε λίγα δευτερόλεπτα είδαμε, παγωμένοι απ’ το φόβο μας, τον κυνηγό να πηδάει απόνα παραθύρι και ν’ αρχίζει να τρέχει σαν τρελός. Σα μας πέρασε για λίγο το σάστισμα, πήραμε να τρέχουμε το κατόπι του. Τον φτάσαμε έξω απ’ την εκκλησιά της Παναγιάς, όπου τον βρήκαμε γονατιστό μπροστά απ’ την πόρτα. Ήταν κάτωχρος κι όλο «Παναγιά, βοήθα με, Παναγιά, βοήθα με», μονολοούσε. Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε, αλλά που! Το βλέμμα του ήταν απλανές, πετρωμένο, φαίνονταν να ψήνεται στον πυρετό. «Σα να είδε τον Χάρο», μου ψιθύρισε ο Γιάννης. Σε λίγο κατάφτασ’ ο παπάς που, έμενε κοντά στο σπίτι του διαόλου και, αφυπνίστηκε απ’ τις φωνές. Σιγά σιγά με τη βοήθειά μας τον έπεισε να σηκωθεί για να τον οδηγήσουμε στην ασφάλεια.
Το σπίτι του παπά ήταν ανάστατο. Κι η παπαδιά, κι ο γιος τους ο Γιώργης, και το Ρηνιώ, πανέμορφο μες στο νυχτικό, ήταν στο πόδι. Βάλαμε τον ταλαίπωρο τον κυνηγό να ξαπλώσει στο σοφά κι αμέσως το Ρηνιώ πήγε να του φτιάξει τσάι, μπας και ξεπαγώσει. «Δε θα κοιμηθεί εύκολα, μ’ έτσι τρομάρα που πήρε», αποφάνθηκε ο παπάς, μα έπεσε έξω. Δεν φτάσαμε καλά καλά να του ποτίσουμε το ζεστό κι αποκοιμήθηκε. Αλλά, κατά ένα παράξενο τρόπο νυστάξαμε κι εμείς μεμιάς, και κινήσαμε για τα σπίτια μας, να κοιμηθούμε.
Την επομένη ήμασταν τα πρόσωπα της ημέρας στο χωριό. Όλοι έρχονταν να μάθουν από πρώτο χέρι τα νέα. Ακόμη κι η Ρηνιώ, που για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που την ξέραμε, πρόσεξε την ύπαρξή μας. Μας χαμογελούσε, μας μιλούσε, ζητούσε λεπτομέρειες. Κι εμείς… νιώθαμε ήρωες!
Ο ξένος έμεινε στο σπίτι του παπά για ένα ακόμα βράδυ. Μετά έφυγε για την πόλη. Όπως μάθαμε απ’ τους επισκέπτες, που όλο και περισσότεροι φτάναν στο χωριό, εκείνος ο κακομοίρης πήγε σ’ ένα τρελογιατρό για να τον ανακουφίσει κι εκείνος τον έκλεισε στο ψυχιατρείο. «Αθεράπευτη περίπτωση», είπε μετά.
Εκείνη η νύχτα πάντως, στάθηκε η πιο σημαντική της ζωής μου. Ένα τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή να νιώσω για πρώτη φορά άντρας, αλλά και… πως να το πω;… να, ήμουνα κι εγώ, όπως κι οι περισσότεροι νέοι του χωριού, ερωτευμένος με τη Ρηνιώ, και, επιτέλους με… είδε! Αχ, ένας άγγελος ήταν η Ρηνιώ. Μα, ήταν κόρη του παπά. Και φρόνιμη πολύ. Πολύ φρόνιμη. «Μικρή αγία», τη λέγανε οι χωριανοί. Αμόλυντη σαν… αμαρτία! Πως να την κατακτήσω; Πως να της μιλήσω για τον έρωτά μου; Μήπως το να ’μαι γενναίος θα ’ταν αρκετό για να ’ρθει κοντά μου;
Τα ξομολοήθηκα όλα στο Γιάννη. «Κι εγώ θαυμάζω τη Ρηνιώ», παραδέχτηκε, «μα, μου φαίνεται αδύνατο κάποιος να την καταφέρει».
Σωστά μου φάνηκαν τα λόγια του. Μπήκε όμως πια στ’ αυλάκι το νερό και δεν ματαγυρίζει, εκτός κι αν αλλάξει δρόμο. «Γιάννη, αν ανακαλύψω το μυστήριο του σπιτιού, λες να μ’ αγαπήσει;» - «Όλα στα λόγια είν’ εύκολα, μα δύσκολα στην πράξη. Ακόμη κι αν τα καταφέρεις, που ξέρεις αν θα σ’ αγαπήσει;»
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και τ’ αποφάσισα: «Αυτός είναι ο δρόμος». Έπεισα και το Γιάννη να με βοηθήσει. Έτσι με το που μπήκε το καλοκαίρι και κλείσαν τα σχολειά, έβαλα μπρος το σχέδιό μου. Με κάθε ευκαιρία πηγαίναμε με το φίλο μου όξω απ’ το σπίτι του κακού και στήναμε καρτέρι. Κάποιες νυχτιές ακούγαμε υπόκωφες κραυγές που μας παγώνανε το αίμα, κι άλλοτε βήματα συρτά να πάνε πέρα δώθε. Πολλές φορές ακούσαμε πόρτες να τρίζουν, και άλλες τόσες είδαμε ένα αδύναμο κόκκινο φως να λούζει για μια στιγμή ένα παράθυρο που κοίταε το δρόμο.
Μυστήρια πολύ φαίνονταν όλ’ αυτά, αλλά με τον καιρό δε μας τρομάζαν τόσο. Όμως κανείς δεν έμαθε ποτέ τι κάναμε τα βράδια. Με λίγη δουλειά, λίγο παιγνίδι και κάποια τυχαία περάσματα από το σπίτι του παπά, πετούσανε οι μέρες. Η Ρηνιώ, όσο περνούσε ο καιρός, πιο όμορφη γινόταν. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος στο σκοτάδι, αλλά μάτια δεν είχε αυτή για μας. πιστή ήταν στο θεό και αφοσιωμένη.
Κάποια βραδιά, μετά από πολύ καιρό, με το Γιάννη είπαμε να κάνουμε το μέγα βήμα. Έτσι, δυο θα ’ταν η ώρα το πρωί, κινήσαμε για το σπίτι, αποφασισμένοι μέσα για να μπούμε. Η αλήθεια είναι πως λίγο φοβόμασταν, μα ύστερα από τόσο καιρό, πιστεύαμε πως έφτασε η ώρα. Ανοίγουμε, λοιπόν, σιγά σιγά την πόρτα του και νυχοπατώντας προχωρούμε. Ακούμε, ξαφνικά, μια συριχτή κραυγή «ωωωωωωωω», απ’ το πάτωμα να βγαίνει, και στη στιγμή γινόμαστε καπνός. Αν είχαμ’ αντοχή θα τρέχαμε ακόμη!
Την άλλη μέρα δεν τολμήσαμε ξανά εκεί να πάμε. Φανήκαμε τόσο δειλοί, οι άθλιοι, τόσο δειλοί. Βρίζαμε ο καθείς τον άλλο και τον εαυτό του. «Αύριο. Αύριο…», αποφασίσαμε ξανά. Θα πηγαίναμε στη διάρκεια της λειτουργίας, ήταν μαθές Κυριακή, να εξερευνήσουμε το σπίτι, και θα γυρίζαμε το βράδυ για μια νέα «επίθεση των γενναίων».
Όπως το λέω, έγινε! Ψάξαμε τους τοίχους, τις πόρτες, τα παραθύρια, τα πατώματα. Ψάξαμε παντού προσεκτικά κι ανακαλύψαμε πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, και συμφωνήσαμε να πάμε νωρίτερα για να κρατήσουμε τσίλιες, εκείνο το μοιραίο βράδυ. Νιώθαμε σίγουροι πως το μυστήριο, τουλάχιστον για μας, θα ’παιρνε τέλος.
Προμηθευτήκαμε λίγη ρακή, ψωμί, τυρί κι ελιές, κι ένα φανό και για του τρόμου το σπίτι κινήσαμε, πολύ προτού τα μεσάνυχτα φτάσουν. Κρυφτήκαμε σ’ ένα δωμάτιο. κι εκεί στα σκοτεινά, μες στη σιωπή, τρώγαμε, πίναμε και παραμονεύαμε. Αργούσε να περάσ’ η ώρα.
Κάποια στιγμή ακούσαμε την πίσω πόρτα του σπιτιού να τρίζει, και μετά ένα ψίθυρο, βήματα αργά κι ένα αμυδρό κόκκινο φως είδαμε προς την κουζίνα να κινείται. Ξεπρόβαλα το κεφάλι μου αργά και πρόλαβα να δω δυο σχεδόν διάφανα πλάσματα, από μια καταπακτή σ’ ένα άγνωστο υπόγειο να κατεβαίνουν. Παρέμεινα στη σκοτεινιά να παρακολουθάω. Σαν χάθηκαν απ’ το πρόσωπο της γης, ψιθύρισα στο Γιάννη να μείνει ακίνητος και σιωπηλός ακόμα.
Πέρασαν λίγα λεπτά και σιγά σιγά υπόκωφες φωνές στ’ αυτιά μας άρχισαν να φτάνουν: «ωωωωωωωω, ουμμμμμμμμμμμ, τιιιιιιιιιιιιιιιι, αχχχχχχχχχ, τιιιιιιιιι, μουυυυυυυυ, αααααααααααα, ειςςςςςςςςςςς». Μόλις ξεκινήσαν οι φωνές κινήσαμε κι εμείς προς την πηγή τους. Συρθήκαμε προς την καταπακτή και την ανοίξαμε μεμιάς ρίχνοντας μέσα άπλετο φως με το φανάρι. Τότε…

Μετά από τρεις μήνες, ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό, ταράζοντας σχεδόν τους πάντες. Η Ρηνιώ, το πιο καλό και φρόνιμο κορίτσι του χωριού, έμεινε έγκυος απ’ το… κρίνο. Μόνο εμείς γνωρίζαμε πως το επίθετο αυτού ήταν Χατζημιχάλης!


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Όχι άλλο Ρούσντι...

αποφάσισαν οι κριτές των Βραβείων Μπούκερ στη Βρετανία,
κι οι φίλοι της λογοτεχνίας που δεν προκαλεί ύπνο, σίγουρα θ' αναστέναξαν με ανακούφιση.
Επιτέλους, για μία και μοναδική φορά συμφωνώ με την απόφαση κάποιας κριτικής επιτροπής, κι ας είναι για τον αποκλεισμό ενός βιβλίου.
Όπως είχα γράψει και σε προηγούμενο σημείωμα ο περιβόητος κ. Ρούσντι κατέντησε αφόρητα πληκτικός. Το να γράφεις ένα βιβλίο 700 σελίδων δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο το να γράφεις 700 σελίδες που να διαβάζονται, κι ο συγγραφέας, όπως δείχνει τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Εντάξει, γράφει καλά, αλλά μέχρι εκεί, και σιγά-σιγά άρχισε να χάνει από την αίγλη του. Ίσως να έχει φτάσει πια ο καιρός να δοκιμάσει να γράψει κάτι "μικρότερο", αλλά πιο πλούσιο σε ουσία.
Η μικρή λίστα των βραβείων είναι η ακόλουθη:
Aravind Adiga The White Tiger
Sebastian Barry The Secret Scripture
Amitav Ghosh Sea of Poppies
Linda Grant The Clothes on Their Backs
Philip Hensher The Northern Clemency
Steve Toltz A Fraction of the Whole
Το πιο βιβλίο θα πάρει το βραβείο δεν μπορώ να το προβλέψω, αλλά μια και είμαι κατά βάθος ιρλανδός, κι αυτή η χώρα έχει παράδοση στο να βγάζει καλούς παραμυθάδες, "υποστηρίζω" το The Secret Scripture του Sebastian Barry...
Διαβάστε στον Γκάρντιαν ένα σχετικό άρθρο με τίτλο: "Ο Ρούσντι δεν είναι αρκετά καλός για τη μικρή λίστα των Μπούκερ"

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

Το Χωριό Φάντασμα

Ένα ακόμη (σαν) παραμύθι:

Είχε ακούσει, κάποτε, να μιλάνε για ένα παράξενο χωριό που βρισκόταν στην κορυφή ενός απόκρημνου βουνού, που θρύλοι το ’χαν ζώσει. Σύμφωνα μ’ αυτούς που ήξεραν, στο χωριό εκείνο ζούσαν κάποιοι αιωνόβιοι άνθρωποι, που γνώριζαν πλήθια μυστικά για το θάνατο και τη ζωή.
Το Γιάννη πάντα τον έλκυαν τα μυστήρια, αλλά πιότερο αγαπούσε να ταξιδεύει σε μέρη παράξενα, σε τόπους όπου οι θρύλοι ήταν ακόμη ζωντανοί, σε γωνιές της χώρας του και της γης, όπου οι πολλοί ακόμη δεν είχαν πάει. Έτσι, ξόδεψε χρόνια πολλά ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα, γνωρίζοντας φυλές και πολιτισμούς, γράφοντας για τις εμπειρίες του. Έφτασε στα σαράντα κάτι και η φλόγα που πάντα έκαιγε μέσα του, η ανάγκη του να φεύγει, δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Γι’ αυτό, μόλις βρέθηκε στην Ελλάδα και ξαπόστασε για λίγο, αποφάσισε να επισκεφθεί το παράξενο χωριό εκείνο, για το οποίο τόσα πολλά είχε ακούσει.
Οι γνωστοί του έλεγαν να μην το κάνει, καθώς όποιος πήγαινε, ζωντανός πίσω δε γυρνούσε. Σύμφωνα με τους θρύλους εκεί υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να διασχίσει, πως τα βουνά εκείνα ήταν το άντρο του χάροντα του ίδιου. Γελούσε όταν τ’ άκουγε αυτά ο Γιάννης. Αυτός είχε διασχίσει ποτάμια και ζούγκλες κι έρημους, είχε ανέβει στα ψηλότερα βουνά, είχε γνωρίσει άγριες φυλές και συνυπήρξε με άγρια ζώα, δεν τους φοβότανε τους θρύλους. Έτσι, έφυγε.
Δυο μέρες χρειάστηκε να φτάσει στους πρόποδες του μαγικού βουνού. Ταξίδεψε για ώρες πολλές με το τρένο, μετά μ’ ένα γέρικο λεωφορείο και στο τέλος με τα πόδια. Δεν ήταν κουρασμένος όταν έφτασε σ’ εκείνο το χωριουδάκι στα ριζά του όρους, που αποκαλούσαν Αποκούμπι. Οι λίγοι χωρικοί εκπλάγηκαν σαν είδανε τον ξένο, αν και κατάλαβαν αμέσως τι τον έφερε ως εκεί. Οι γέροντες τον κοιτούσαν σκεφτικά και οι γριές με λύπη. Τους χαιρέτισε. Αντιχαιρετίσανε και του ’πανε να κάτσει να ξαποστάσει. Κάθισε σε μια καρέκλα ψάθινη κάτω από ένα πλάτανο δίπλα στην εκκλησούλα, και τριγύρω του κάτσανε οι γέροντες. «Τι σε φέρνει στα μέρη μας, παιδί μου;» τον ερωτήσαν. Τους είπε. Τότε, εκείνοι τον παρακάλεσαν να πάει πίσω εκεί απ’ όπου ήρθε, αν θέλει το καλό του. Ο Γιάννης χαμογέλασε και τους είπε να μην ανησυχούνε, είχε περάσει πολλά αυτός, αλλά οι γέροντες δεν έδωσαν σημασία. «Πρέπει να φύγεις τώρα, γιε μου, αλλιώς δε θα φύγεις ποτέ». «Θα φύγω, αλλά μόνο για ν’ ανέβω στο βουνό», απάντησε εκείνος.
Είχε σχεδόν νυχτώσει. Θα ήταν αδύνατο να σκαρφαλώσει στο βουνό μες στο σκοτάδι, έτσι οι γέροντες, ελπίζοντας πως αν έμενε μαζί τους εκείνη τη νυχτιά, θα τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη του πρόσφεραν φαΐ και φιλοξενία. Αλλά ο ξένος, αν και δέχτηκε ευγενικά ό,τι είχαν να του δώσουν, φαγητό, πιοτό και φοβερές ιστορίες, δεν έλεγε τις παραινέσεις τους ν’ ακούσει. Κι ακόμη περισσότερο, όταν τελικά πήγε για ύπνο, ήταν περισσότερο αποφασισμένος παρά ποτέ να πραγματοποιήσει το νέο του άθλο.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε με την αυγή κι ετοιμάστηκε στο βουνό ν’ ανέβει. Αλλά, αυτό στάθηκε αδύνατο, καθώς ήταν ολόκληρο κρυμμένο στην ομίχλη. «Δε θα φανεί σήμερα το Φάντασμα», του είπαν οι γριές. «Φάντασμα», αποκαλούσαν το χωριό στην κορυφή του λόφου. Και είχαν δίκιο. Δε φάνηκε καθόλου. Έτσι, πέρασε ολόκληρη την ημέρα μαζί τους, βοηθώντας τους στις δουλειές όπως μπορούσε, κι ακούγοντας τρομακτικές ιστορίες για δαίμονες που το βουνό στοιχειώναν. Του είπαν ακόμη ότι στο Φάντασμα κάποιοι αιωνόβιοι ζούσαν, που με τον διάβολο τον ίδιο είχαν συμμαχήσει. «Δε θα καταφέρετε να με τρομάξετε», έλεγε ο Γιάννης, αλλά εκείνοι επέμεναν, έστω και μάταια, αφού είδαν το μάτι του ξένου να γυαλίζει. Δεν είχε δρόμο επιστροφής.
Ξημέρωσε η άλλη μέρα και το Φάντασμα έκανε την εμφάνισή του στου ουρανού το βάθος. Ευχαρίστησε τους χωρικούς για τη φιλοξενία και κίνησε για τη νέα του περιπέτεια.
Ώρες πολλές χρειάστηκε και κόπο για να φτάσει στην κορφή, κι εκεί αντίκρισε ένα παράξενο θέαμα. Το χωριό έζωναν αρχαϊκά τείχη, κτισμένα πριν από πολλούς αιώνες, τα σπίτια ήταν πετρόκτιστα με καλαμένιες σκέπες, κι οι κάτοικοι… οι κάτοικοι φορούσανε λευκούς μανδύες. Μόνο ένας γέροντας, ο άρχοντας θα ’ταν του χωριού, στα κόκκινα του αίματος ήταν ντυμένος.
Παρέμεινε για ώρα να τους κοιτά αποσβολωμένος. Αυτά που τώρα έβλεπε ξεπερνούσαν την κάθε του φαντασία. «Αδύνατον», σκεφτότανε. «Αδύνατον!» «Γιατί αδύνατον;» τον ρώτησε ο γέροντας, που προφανώς τις σκέψεις του μπορούσε να διαβάσει. Πέτρωσε ο Γιάννης. Λέξη απ’ τα χείλη του, δεν άκουσε για ώρα πολλή, κανείς να βγαίνει.
Κάθισε στο πεζούλι μιας κρήνης, φανερά στις σκέψεις του χαμένος. Οι ντόπιοι αφού κατάλαβαν ότι μέχρι να συνέλθει απ’ το σοκ, δε θα μιλούσε, συνέχισαν με τις δουλειές τους. Μόνο ο γέροντας κάθισε κάπου κοντά, κι άρχισε να παίζει στον αυλό κάτι σκοπούς ωραίους κι άγνωστους, στο χρόνο ξεχασμένους. Ο Γιάννης τον άκουγε, με κλειστά τα μάτια, σιωπηλός, και η ψυχή του πήρε να γαληνεύει. Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια, ο γέροντας δεν ήτανε εκεί, αλλά η μουσική μέσα στο κεφάλι του ακόμη αντηχούσε.
Σηκώθηκε και άρχισε να τριγυρνάει στο χωριό. Περπατούσε, κοιτούσε, τα ’χανε, συνέχιζε. Οι ντόπιοι τον έβλεπαν κι απλά χαμογελούσαν. Τα κορίτσια του έριχναν πονηρές ματιές, οι νιοι του επέστρεφαν λαμπερό ένα βλέμμα. Μεγαλύτερο απ’ ό,τι περίμενε αποδείχτηκε το Φάντασμα. Περπατούσε, περπατούσε, κι αυτό δεν είχε τελειωμό. Κι οι άνθρωποι, αμέτρητοι, μέλη ενεργά σε μια αλλοτινή μεγάλη πολιτεία.
Το βράδυ τον βρήκε νηστικό σε μια μικρή πλατεία. Δεν ήξερε που να πάει, δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να σκοτώσει την πείνα του, που να ξαπλώσει για να ξαποστάσει το κορμί του. Καθώς τα σκεφτόταν όλ’ αυτά εμφανίστηκε δίπλα του ο γέροντας με τον κόκκινο μανδύα, και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Έτσι και έκανε. Σε λίγο βρέθηκε σ’ ένα τεράστιο κτήριο, ένα λιτό παλάτι. Ο οικοδεσπότης τον οδήγησε σ’ ένα παράξενο δωμάτιο, όπου όλα έμοιαζαν με μια οφθαλμαπάτη. Με μεγάλα αρχαία αγάλματα ήτανε στολισμένο, και υφάσματα πολύχρωμα το ζώναν όλο. Κόρες πανέμορφες, ωσάν θεές και νέοι μ’ αγαλμάτινα κορμιά κάθονταν γύρω από ’να τεράστιο μαρμάρινο τραπέζι, στο οποίο υπήρχαν τα πιο παράξενα φαγιά που είχε ποτέ αντικρίσει ανθρώπου μάτι. Ο γέροντας κι ο ξένος ο άφωνος, κάθισαν ο κάθε ένας στη μια άκρη, με τα νιάτα να τους περιτριγυρίζουν.
«Μπορείς να φας», είπε ο σοφός στο μαρμαρωμένο Γιάννη και όλοι ξέσπασαν στα γέλια. Γέλασε και κείνος, δεν μπορούσε να κάνει άλλωστε αλλιώς, αφού η κατάστασή του ήταν όντως αστεία.
Λίγο λίγο, με το φαγητό, το άφθονο κρασί και τα πολλά τα γέλια, άρχισε να λύνεται κι η γλώσσα. Κυρίως μιλούσε με το γέροντα, ή μάλλον προς το γέροντα, λέγοντάς του για τις περιπέτειές του, για τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, για τους κίνδυνους που είχε διατρέξει, για την ιερή τρέλα που από μικρό τον είχε καταλάβει και δεν τον άφηνε να ησυχάσει ούτε στιγμή. Ο γέροντας τον άκουγε προσεκτικά, του έκανε ερωτήσεις και κάποια πνευματώδη σχόλια. Τον συμπάθησε ο Γιάννης. «Επιτέλους, γνώρισα ένα σοφό», σκεφτόταν. «Όλοι είναι σοφοί, απλά δεν το ξέρουν», του είπε εκείνος μες στη σκέψη του. «Με τρομάζεις!» είπε σιωπηλά ο Γιάννης. «Το ξέρω», ήρθε η απάντηση. Γέλασαν κι οι δύο.
Ο ξένος πήρε να κοιτάζει ένα ένα τους συνδαιτυμόνες. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κατάξανθη νέα, που είχε φωτεινό το πρόσωπο, τα μάτια γαλανά και εκτυφλωτικά λευκό το δέρμα. «Είναι η κόρη μου», άκουσε τη φωνή του γέροντα μέσα του να κουδουνίζει. Χαμογέλασε. Της χαμογέλασε.
Όταν τέλειωσε το δείπνο βγήκαν όλοι έξω στον κήπο και, κρατώντας από μια κούπα με δροσερό γλυκόπιοτο κρασί, άρχισαν στις ομορφιές που τους έζωναν να σεργιανάνε. Ο Γιάννης βρέθηκε να περπατά δίπλα στη θεσπέσια κόρη. «Είναι όνειρο. Αποκλείεται να συμβαίνουν όλ’ αυτά. Ζω μέσα σ’ ένα όνειρο», σκεφτόταν. Κι όμως, δεν ήταν όνειρο. Βρισκόταν σ’ ένα χωριό στην κορυφή του κόσμου, μόλις πριν λίγο απόλαυσε θεϊκό ένα δείπνο, και τώρα, και τώρα τριγυρνά σ’ ένα παραμυθένιο κήπο, έχοντας σα σιωπηλή συντροφιά μια όμορφη γυναίκα που μοιάζει σα νεράιδα, σαν οπτασία. «Πρέπει να της μιλήσω».
Της μίλησε. Το όνομά της είναι Κλειώ, αλλά κάποιοι τη φωνάζουν Μάγια. «Μια Μούσα», σκέφτηκε. Ναι, με Μούσα μοιάζει. Θα μπορούσε να γίνει η Μούσα κάθε ποιητή, κάθε ζωγράφου, κάθε γλύπτη, κάθε τραγουδιστή.
Καθώς ήταν μαζί της ο Γιάννης, ένιωθε το γύρω κόσμο του να σβήνει. Όλες οι φωνές χάθηκαν, οι ήχοι όλοι έσβησαν, ακόμη κι οι εικόνες ομορφιάς που έβλεπε δεν ήταν παρά μια αντανάκλαση του χρώματος των ματιών της, που τώρα έμοιαζαν πράσινα. Έχασε κάθε αίσθηση του χρόνου. Εγκατέλειψε το σώμα του η ψυχή και περιπλανήθηκε σε άλλους κόσμους, κόσμους πολύ όμορφους για να ’ναι αληθινοί. Κάποια στιγμή ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει το δικό του και, ξύπνησε. Είχε ξημερώσει, κι αυτός καθόταν στις όχθες μιας πανέμορφης λίμνης, δίπλα στην Κλειώ. Στην Κλειώ, που δεν ήταν όνειρο, αλλά απτή πραγματικότητα. Τον είχε αγγίξει. Και τώρα, τον άγγιζε ξανά καθώς σηκωνόταν. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι για να τον οδηγήσει πίσω στο παλάτι. Για να τον βάλει να κοιμηθεί κανονικά, να ξεκουραστεί. Αρκετές συγκινήσεις γνώρισε σε μία και μόνο μέρα.

Ο Γιάννης έζησε για πολύ καιρό σ’ εκείνο το παράξενο χωριό, μέσα σ’ εκείνο το παράξενο παλάτι, το βγαλμένο απ’ το χθες. Η ζωή του ολόκληρη είχε αλλάξει, το χθες του έμοιαζε να έχει ξεχαστεί για πάντα. Αλλά, που και που, κάποιες ξάστερες νυχτιές θυμόταν τα παλιά. Τα ατέλειωτα ταξίδια του, τις περιπέτειες που πάντα τον έφερναν πολύ κοντά στο θάνατο για να τον οδηγήσουν και πάλι στη ζωή. Σκεφτόταν αυτά που έχασε ή, που μάλλον εγκατέλειψε, αλλά την ίδια στιγμή ένιωθε πλούσιος, πλούσιος σε εμπειρίες και συγκινήσεις, και τυχερός γιατί πίστευε ότι εκείνα που ζούσε εκεί που βρισκόταν, δεν τα έζησε ξανά ποτέ κανείς θνητός, τουλάχιστον κανείς κοινός θνητός. Το βουνό, το χωριό, τους ανθρώπους, τους περιέβαλε μια μαγική αύρα, μια αύρα απ’ το χθες, μια αύρα από ένα άλλο κόσμο. Όσο πιο πολύ παρατηρούσε τους κατοίκους τόσο και μεγάλωνε το μυστήριό τους. «Κάτι κρύβουν. Κάτι μου κρύβουν» σκεφτόταν, αλλά δε ρωτούσε. Ήθελε να μάθει μοναχός τις απαντήσεις, ν’ ανακαλύψει ο ίδιος τα μυστικά. Και ο καιρός συνέχισε να περνά σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, μέχρι που ο Γιάννης βρέθηκε παντρεμένος με την Κλειώ. Πότε έγινε αυτό; Όταν το σκέφτεται η εικόνα που έρχεται στο μυαλό του είναι θολή. Βλέπει ένα μαρμάρινο ναό, το γέροντα του χωριού με τον κόκκινο μανδύα να στέκεται μπροστά από ένα θυσιαστήριο και να αποτίνει τιμές σε κάποιους άγνωστους θεούς, λευκοντυμένες κόρες και ημίγυμνους νέους να τραγουδάνε με μια φωνή ύμνους σε μια άγνωστη γλώσσα. Θυμάται, τη μεγάλη γιορτή που ακολούθησε, τα τραγούδια, τους χορούς και το φαγοπότι, που μοιάζαν να κρατήσαν για πολλές μέρες. Μετά θυμάται τη γέννηση των παιδιών του. Μιας κόρης και ενός γιου, που έχουν πια μεγαλώσει. Αλήθεια, πότε έγιναν όλ’ αυτά;
Τα είχε χαμένα ο Γιάννης, αλλά ρουφούσε άπληστα τους χυμούς της ζωής που του προσφέρονταν. Ποιος δε θα ήθελε να είναι στη θέση του; Ήταν παντρεμένος με μια πλούσια και όμορφη γυναίκα, που έμοιαζε να μην την αγγίζει ο χρόνος. Έγινε ο πατέρας δύο εξαιρετικών παιδιών. Ήταν ένας άρχοντας δημιούργημα της τύχης!

Κι όμως, κάτι του λείπει. Κάτι του λείπει και τον πληγώνει. Απλά δεν μπορεί να θυμηθεί τι είναι αυτό. Παρόλη την αγάπη και τη φροντίδα της γυναίκας του, το κενό μέσα του μεγαλώνει, βουλιάζει όλο και περισσότερο στη σιωπή και τη θλίψη. Μέχρι που μια βραδιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, τα πράγματα αλλάζουν. Θυμάται! Θυμάται γιατί πήγε εκεί. Θυμάται ποιος ήταν. Θυμάται πως έφτασε εκεί. Τι έψαχνε να βρει. Το πνεύμα της περιπέτειας ξυπνά και πάλι μέσα του.
Πηγαίνει να βρει γέροντα του χωριού. «Αλήθεια, γιατί μόνο αυτός είναι γέρος;» αναρωτιέται. Εκείνος του λέει ότι τον περίμενε. «Ξέρω γιατί ήρθες εδώ. Σου ξύπνησε η μνήμη! Αλλά, εκείνο που θες να μου ζητήσεις, δεν μπορεί να γίνει. Δεν είσαι έτοιμος ακόμη για να κατέβεις το μυστικό ποτάμι.» «Το μυστικό ποτάμι! Ναι, γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τώρα, τα θυμάμαι όλα. Κι όταν λες ότι δεν είμαι ακόμη έτοιμος να το κατέβω σε πιστεύω. Αλλά, δε μου λες άρχοντα, πότε θα είμαι έτοιμος; Κι αλήθεια ποιο είναι το όνομά σου; Και γιατί είσαι ο μόνος γέροντας σε όλο το χωριό;»
Ο γέροντας έμεινε για λίγη ώρα σιωπηλός, έμοιαζε να σκέφτεται, αλλά στα μάτια σπινθήριζε παιχνιδιάρικο το βλέμμα. «Κάποια πράγματα είναι καλύτερα να μην τα ξέρει κανείς απ’ τους απέξω, αλλά εσένα θα στα πω, αφού είμαι σίγουρος ότι θα κρατήσεις τα κρυφά κρυμμένα. Έχω πολλά ονόματα, έτσι μάλλον θάταν μάταιο να με αποκαλείς με κάποιο συγκεκριμένο. Άλλοι με λένε Άρχοντα, κάποιοι άλλοι Γέροντα ή Πατέρα, κι οι πιο μεγάλοι Παλαιό των Ημερών. Διάλεξε και πάρε. Για μένα το ίδιο κάνει. Όσο για το γιατί είμαι ο μόνος γέροντας εδώ, απλά κοίταξε γύρω σου, κανείς εδώ δε γερνάει. Όταν ήρθα να κατοικήσω σ’ αυτό το βουνό, ήμουνα όπως με βλέπεις τώρα. Ήρθα με τη γυναίκα μου, αλλά εκείνη, κάποια στιγμή αποφάσισε να πεθάνει. Όλοι οι κάτοικοι είναι τα παιδιά και τα δισέγγονά μου. Όσοι γεννιούνται εδώ, φτάνουν μέχρι κάποια ηλικία, αλλά ποτέ δε γερνάνε. Ωστόσο πεθαίνουν. Όταν το θελήσουν πεθαίνουν. Το πώς δε θα σου το πω και μη ρωτήσεις κανένα άλλο, γιατί δε θα σου απαντήσει. Όσο για το πότε θα είσαι έτοιμος να κατέβεις εκείνο το ποτάμι θα στο πω εγώ, αλλά θα το καταλάβεις και μόνος, αφού μόνο όταν φτάσει η ώρα θα μπορέσεις να το ανακαλύψεις. Φύγε τώρα, πήγαινε στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, που σε περιμένουν».
Υπάκουσε ο Γιάννης. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, άλλωστε. Το μόνο, που αντί να του γαληνέψει η ψυχή, πήρε πιότερο να γίνεται ανήσυχη. Χίλια γιατί τον βασανίζαν, κι ήταν σίγουρος ότι όσο κι αν ρωτούσε, όσο κι αν προσπαθούσε δε θα μπορούσε να βρει τις απαντήσεις.
Για πολύ καιρό αφέθηκε και πάλι στην ευδαιμονία. Τα παιδιά του παντρεύτηκαν κι απόκτησαν τα δικά τους παιδιά, η γυναίκα του ήταν πιο ωραία από ποτέ, το τραγούδι της γλυκό σαν της λησμονιάς. Κι όμως, που και που, εξακολουθούσε να σκέφτεται την παλιά του ζωή, αυτά που άφησε κι εκείνα που δε γνώρισε. «Ζω στον παράδεισο, κι όμως ούτε κι αυτός δεν είναι αρκετός για μένα. Δε θα σβήσει, λοιπόν, ποτέ η δίψα μου!»
Μιλούσε στην Κλειώ για τις έγνοιες του, κι εκείνη τον χάιδευε σα μικρό παιδί και τον παρηγορούσε. «Θα συνεχίσεις το ταξίδι, μην ανησυχείς. Θα το συνεχίσεις όταν έρθει η ώρα…».
Το να συνεχίσει το ταξίδι, το να διασχίσει το μυστικό ποτάμι. Αυτοί ήταν πια οι μοναδικοί στόχοι της ζωής του.
Κάποια νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Μια σκηνή απ’ την παλιά ζωή του. Καθόταν σ’ ένα κλειστό δωμάτιο και διάβαζε ένα βιβλίο μικρό, για το μέρος που βρισκόταν. Διάβαζε για τα θαύματα που καθημερινά ζούσε, αλλά και για τα μυστικά τα φοβερά του βουνού εκείνου. Σ’ ένα σημείο γινότανε αναφορά και στο κρυφό ποτάμι, το οποίο «μόνο οι νεκροί μπορούν να το διασχίσουν.» Ξύπνησε τρομαγμένος.
Λίγο πριν το μεσημέρι βρέθηκε στις πράσινες όχθες της λίμνης, να κάθεται μονάχος και σκεφτικός. Κοιτούσε τα ήσυχα νερά κι αναπολούσε το παράξενο όνειρο. «Τι ήθελε να μου πει;» αναρωτιόταν. Πίστευε ότι τα όνειρα πάντα κάποιο μήνυμα έχουνε να σου μεταφέρουν, αλλά, ποιο ήταν εκείνο που θα προέκυπτε απ’ το συγκεκριμένο, δεν μπόρεσε να καταλάβει. Μετά από καμπόση ώρα σηκώθηκε, έτοιμος να πάρει το δρόμο για το σπίτι, και τότε, είδε! Είδε την αντανάκλαση του πρόσωπού του στο νερό και τρόμαξε. Ήταν γέρος! Στην αρχή δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε, αλλά αφού το ψαχούλεψε για λίγο, και πείστηκε ότι η μορφή που έβλεπε ήταν όντως η δική του, το πήρε απόφαση, και λες και ξύπνησε απόνα όνειρο, στο οποίο ήταν για χρόνια παραδομένος. Όλα όσα έζησε εκεί, πέρασαν με μιας σαν αστραπή μέσα απ’ το μυαλό του. Όλα είχαν τη λογική τους: Η γυναίκα του που έμενε νέα, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, τα λόγια του γέροντα σοφού… «Όσοι γεννιούνται εδώ δε γερνάνε», του είπε. Ναι, εκείνοι δε γερνάνε, αλλά αυτός γέρασε μια και δε γεννήθηκε εκεί. Το καθετί ή σχεδόν το καθετί είχε την εξήγησή του. Κοίταξε γύρω του. Στην απέναντι όχθη της λίμνης αντίκρισε το στόμιο μιας σπηλιάς, που τόσα και τόσα χρόνια που βρίσκονταν εκεί, δεν είχε ποτέ προσέξει. Χαμογέλασε!
«Γέροντα, ήρθε η ώρα!» ξεφώνησε, με το που μπήκε στο παλάτι. Ο γέροντας του χαμογέλασε: «Έχεις δίκιο, παιδί μου! Άιντε, πήγαινε στην οικογένειά σου κι απόψε θα οργανώσουμε γιορτή μεγάλη. Τη γιορτή του αποχαιρετισμού σου!»
Το πιο θεσπέσιο κρασί έρεε άφθονο εκείνη τη νύχτα και τα πιο εκλεκτά φαγιά πλημμύριζαν τα μαρμάρινα τραπέζια. Τραγούδια γλυκά κι ονειρικά, ειπωμένα από θεϊκές φωνές ξεχύνονταν στην πλάση, που ολόκληρη κι αυτή έμοιαζε να γιορτάζει. Ο Γιάννης αγκαλιά με την όμορφή του την Κλειώ, κι έχοντας γύρω του παιδιά κι εγγόνια, ζούσε εκείνη που δίχως δισταγμό θα ονόμαζε σαν, «την πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου». Θεοί κι άνθρωποι σύμπραξαν για να τονε τιμήσουν.
Η γιορτή κράτησε ως την αυγή. Σαν πήρε να χαράζει, όλοι οι κάτοικοι του χωριού τον πλησίασαν, ο ένας μετά τον άλλο για να τον αποχαιρετήσουν, με γλυκά χαμόγελα κι ευχές για το μακρινό ταξίδι. Ο γέροντας και η Κλειώ, κι η οικογένειά του όλη, περπάτησαν μαζί του ως τις όχθες της λίμνης. Τους αποχαιρέτισε με αγκαλιές, φιλιά και γλυκό ένα δάκρυ. Η Κλειώ του έδωσε ένα χρυσό φλουρί. «Θα το χρειαστείς», του είπε. Ο Γιάννης βούτηξε στα ήσυχα νερά και άρχισε προς την σπηλιά να κολυμπάει.
Δεν του πήρε ώρα πολύ για να φτάσει στον προορισμό του. Ένα παράξενο ημίφως επικρατούσε στο εσωτερικό της, όσο όμως κι αν προχωρούσε προς τα βάθη της, αυτό δεν φαίνονταν να λιγοστεύει ούτε στιγμή. Άλλοτε περπατώντας άνετα και άλλοτε σκυφτός, κι ακόμη μερικές φορές έρποντας, όλο και πλησίαζε προς το μυστικό ποτάμι. Τώρα, μπορούσε ν’ ακούσει τα νερά. Κάποτε έφτασε εκεί για να αντικρίσει, με μεγάλη έκπληξη, ένα βαρκάρη να τον περιμένει. Τον χαιρέτισε, αλλά εκείνος δεν απάντησε, μονάχα του έκανε νόημα να μπει στη βάρκα. Μπήκε, λοιπόν, και άρχισε το ταξίδι. Ο βαρκάρης κωπηλατούσε σταθερά κι αβίαστα και δίχως κόπο, αν και έδειχνε πολύ γέρος. Ωστόσο δε μιλούσε. Μέχρι που ακούστηκαν νερά να πέφτουν από ψηλά, σα βίαιος καταρράκτης. Μονάχα τότε γύρισε προς το Γιάννη και του ζήτησε το φλουρί. Εκείνος του το έδωσε χαμογελώντας, λέγοντας την ίδια ώρα: «Κάποιος μου είπε, κάποτε, ότι κανείς δε βγήκε ζωντανός, μέσα από τούτο το ποτάμι…». «Σου είπε την αλήθεια», απάντησε ο βαρκάρης, και σε μια στιγμή η βάρκα βρέθηκε να κάνει βουτιά σ’ ένα υδάτινο χάος.


Με πονάει ρε μαμά...

Ένα συγκλονιστικό κείμενο:

Μαμά , θέλω να σου μιλήσω απόψε ... Θέλω , να σου πω ό,τι απλά δεν μπορώ γιατί φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις ... Όπως , τότε στην Δ΄ δημοτικού ... Θυμάσαι ; Είμαι , σίγουρη πως όχι . Όμως , εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , αυτή η νύχτα θα μείνει καρφωμένη στον τοίχο του μυαλού μου για πάντα με το πιο έντονο χρώμα να μου θυμίζει ό,τι δεν θέλω να θυμάμαι μαμά ... Γιατί , θυμάμαι . Θυμάμαι , τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου στο σαλόνι να παρακολουθούν τηλεόραση κι εσένα στο δωμάτιό σου , καθιστή στην παλιά , ξύλινη καρέκλα της ραπτομηχανής ... Θυμάμαι και ΄μένα ... Με θυμάμαι , καθιστή στο κρεββάτι να σε κοιτώ και να θέλω να σου μιλήσω για ό,τι τότε φοβόμουν ... Τον θάνατο .

Η συνέχεια εδώ...

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Το λευκό φως κι η σιωπή

Προσπαθούσα να κοιμηθώ
Μα δεν μπορούσα.
Σκέψεις με ταλάνιζαν
Αναμνήσεις κρατούσαν τα μάτια μ’ ορθάνοικτα.
«Πρέπει...
Πρέπει να τελειώνω με όλα
Όσο είναι ακόμη νωρίς,»
Σκεφτόμουνα.
Αλλά, δεν μπορούσα να κάνω κάτι,
Καθώς ήμουν,
Νυσταγμένος, αλλά άυπνος,
Αποφασισμένος μα αδύναμος.
Η ώρα περνούσε γρήγορα κι αργά,
Με πειθώ αλλά και με μετέωρο το βήμα,
Μέχρι που πήρε να ξημερώνει.
Τότε, σιγά-σιγά, μα ωστόσο αμετάκλητα,
Πήραν να εισβάλλουν στο δωμάτιό μου,
Απ’ το μισόκλειστο παράθυρο,
Το λευκό φως και η πρωινή σιωπή,
Να μπλέκουν τα δάχτυλά τους
Και να πλημμυρίζουν το μέσα μου όλο
Με λόγια ανήκουστα και εικόνες αλλόκοτες -
Όμορφες, μελλοντικές.
Ξύπνησα,
Απ’ την αγρύπνια μου, ξύπνησα,
Άνοιξα τα μάτια της ψυχής στη νέα μέρα και
«Ναι,» ξεφώνισα,
«Ναι, έφτασ’ η ώρα!»
Σηκώθηκα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο
Στα χείλη απ’ το κρεβάτι,
Κινώντας με όρεξη κι ανυπομονησία πολλή
Για το βασίλειο του μέλλοντός μου.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Σάριτα

Σας παραδίδω, δίχως πόνο ψυχής, ένα ακόμη από τα δήθεν παραμύθια μου:

Μερικές ιστορίες γίνονται θρύλοι. Μερικές δεισιδαιμονίες γίνονται πιστεύω. Κάποιοι θρύλοι και κάποια πιστεύω δεν πεθαίνουν ποτέ.
Ένα χωριό όπου η φτώχεια είναι τρόπος ζωής. Σπίτια κτισμένα από ξύλα και λάσπη και καπέλα καλαμοσκεπές. Για πάτωμα, κόκκινο χώμα.
Το πιο μεγαλοπρεπές κτήριο, μια χριστιανική εκκλησιά κτισμένη με τον ίδιο τρόπο, αλλά μεγάλη και πλούσια διακοσμημένη, απόδειξη ότι η λαίλαπα που αποκαλούν ιεραπόστολοι, έφτασε κι εδώ. Από τότε χάθηκε η αθωότητά μας!
Ήρθαν, λοιπόν, να μας διδάξουν. Να μας ανοίξουν τα μάτια. Να μας μιλήσουν για τη νέα θρησκεία που έχει σα βάση της την καρτερικότητα. Εμείς, πεθαίναμε απ’ την πείνα και τις αρρώστιες, κι αυτοί μας έλεγαν να κάνουμε υπομονή και να ευχαριστούμε το θεό, γιατί όσοι υποφέρουν σ’ αυτή τη γη θ’ ανταμειφθούν πλούσια στην άλλη ζωή.
Στην άλλη ζωή! Και πως ξέραμε τι θα συναντούσαμε στην άλλη ζωή; Ή μήπως θα έπρεπε να πιστέψουμε αυτούς τους νιοφερμένους, που το μόνο που γνώριζαν για τη ζήση ήταν ο φόβος;
Ωστόσο πολλοί ασπάστηκαν τη νέα θρησκεία. Ήταν και το φαγητό στη μέση. Συνήθως οι ξένοι έρχονταν με πλούσιες προμήθειες, και άλλα άφθονα αγαθά συνήθως τους ακολουθούσαν. Θυσίαζαν, λοιπόν, μια Κυριακή για τα καλά της κοιλιάς τους, κι αμέτρητες νυχτιές λατρεύοντας τη γύρω τους φύση και τους ορατούς θεούς, αυτούς που ποτέ δεν τους ζήτησαν κι ούτε τους υποσχέθηκαν κάτι.
Δύσκολη ζωή, αλλά κυλούσε. Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν μες στη φτώχεια και έμαθαν να επιβιώνουν. Το ίδιο και μεις. Ακόμη κι όσοι δεν ασπαστήκαμε τη θρησκεία που μας φέραν κάναμε παρέα με τους ξένους, ειδικά μ’ αυτούς που δεν ήταν φανατικοί. Κάποιους, μάλιστα, φτάσαμε να τους συμπαθήσουμε. Ήταν αυτοί που αποκαλούσανε εαυτούς, τυχοδιώκτες. Σκληροί, μα ανοικτόκαρδοι άντρες που ο καθένας έσερνε πίσω του κάποιο έγκλημα, γι’ αυτό και ξενιτεύτηκαν. «Θρησκεία και πρασινάλογα», μονολογούσανε.
Αυτοί μας μάθαιναν τον κόσμο τους κι εμείς τους δείχναμε το δικό μας. Και χαιρόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Οι ιεραπόστολοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτές τις συναναστροφές, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και κάτι. Δίχως εκείνα τα θεριά ξέραν πως ήταν χαμένοι.
Σύντομα το καταλάβαμε αυτό κι εμείς, κι έχοντας - παρά τα προβλήματα -, τη διασκέδαση στο αίμα μας, όλο και κάποια πλάκα σκαρώναμε στους παπάδες για να τους σκανταλίσουμε. Τη μια λέγαμε στα κορίτσια να πάνε να κολυμπήσουν γυμνά εκεί που λούζονταν οι παπάδες, την άλλη πείθαμε μια νέα μάνα να βυζάξει το παιδί της μέσα στο ναό, την παράλλη στέλναμε κάποια να αποπλανήσει κανένα νεαρό ιεραπόστολο… Καλά περνούσαμε, κι ας μην έπιαναν πάντα τα κόλπα μας.
Εκείνοι; Εκείνοι μας αποκαλούσαν αμαρτωλούς και άσωτους, και θα χάναμε λέει τη βασιλεία των ουρανών. Και τότε, εμείς κοιτούσαμε τον ουρανό για να δούμε που ήταν αυτή η βασιλεία και γιατί θα τη χάναμε!
Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, η νέα θρησκεία που εκπροσωπούσαν οι πάντα σκυθρωποί εκείνοι άνθρωποι, αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς. Όλα, βλέπετε, περνούν απ’ το στομάχι κι αυτό, τώρα πια, γέμιζε. Σιγά σιγά άρχισαν να υποχωρούν και οι παλιές δεισιδαιμονίες.
Μόνο κάποιοι νέοι μείναμε πιστοί στις ρίζες μας, και κάποιοι πολύ γέροι. Οι τελευταίοι μονολογούσαν πως με τα καμώματά τους οι νιοφερμένοι και οι πιστοί τους, θα θύμωναν τα πνεύματα του δάσους, κι εκείνα, σε κάποια ανύποπτη στιγμή θα ζητούσαν την εκδίκησή τους. «Να φοβάστε την μπόρα που έρχεται όταν είναι καθαρός ο ουρανός», λέγανε.
Πολλές φορές μαζευόμασταν οι λίγοι εμείς, και δυο-τρεις τυχοδιώκτες, σε μια απρόσιτη όχθη του ποταμού και μιλούσαμε για την κατάρα που βρήκε το χωριό μας. Μπορεί να γέμισαν τα στομάχια, αλλά, έσβησε το χαμόγελο, χάθηκε η αθωότητα. Ήμασταν ερωτικός λαός και ήρθαν και μας είπαν ότι ο έρωτας έξω από το γάμο είναι αμαρτία. Ήμασταν έξω καρδιά άνθρωποι και ήρθαν να μας πουν να κρατούμε τα κρυφά κρυμμένα και να τα λέμε μόνο σ’ ένα παπά. Ήμασταν αθώοι μες στη γύμνια μας και ήρθαν να μας ντύσουν γιατί το να είμαστε γυμνοί, δηλαδή ο προαιώνιος εαυτός μας, ήταν αμαρτία. Ένας γέροντας προέβλεψε ότι κάτι συνταρακτικό θα συνέβαινε σύντομα. «Το διάβασα στ’ άστρα. Αλάθητο σημάδι».
Οι αρχαίες τελετές έσβηναν, οι παλιές συνήθειες χάνονταν. Η ζωή φτώχαινε μέρα τη μέρα από χρώμα. Και τότε, το θαύμα έγινε. Αν και δεν ξέραμε ακόμη αν ήτανε εκείνο που προέβλεψε ο γέρος. Μια εβδομήντα χρονώ γριά έμεινε έγκυος. Κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει, κι όλοι μιλούσανε γι’ ανεμογκάστρι. Η γριά, όμως, επέμενε και δεν αργήσαμε να καταλάβουμε πως είχε δίκιο. Θα γεννούσε το πρώτο της παιδί λίγο πριν να πεθάνει, αφού ξόδεψε μια ολόκληρη ζωή πιστεύοντας πως είναι στείρα.
«Παράξενοι οι τρόποι του θεού», αποφάνθηκαν οι παπάδες μια και η γριά εκείνη ήταν από τις πιστές του δόγματός τους. Θα πιστεύαμε και μεις πως ο θεός τους έκανε το θαύμα, αν δε γνωρίζαμε πως η γριά απ’ τον καιρό που πέθανε ο γέρος της, την κατάβρισκε μ’ ένα βαρβάτο νέγρο και σύμφωνα με τους γειτόνους πολλές φορές σειόταν το καλύβι απ’ το γλέντι. Όσο για την πίστη της. εξασφάλιζε φαΐ και για τους δυο, καθώς και μικροπροσφορές για τις τελετές της αρχαίας θρησκείας!
Πέρασε γρήγορα ο καιρός. Και γεννήθηκε το μωρό. Ήταν κορίτσι. Οι ιεραπόστολοι θέλαν να το βαφτίσουν με το δικό τους τρόπο, αλλά η γριά τους το ξέκοψε: «Το παιδί είναι δικό μου και μην τολμήσει κανείς να βάλει χέρι πάνω του». Πήγαν να της αντιτείνουν πως είχε γίνει ήδη χριστιανή και λίγο έλειψε να πνιγεί από τα γέλια. «Για το φαγητό το έκανα», ομολόγησε.
Το κορίτσι, λοιπόν, βαφτίστηκε με τους αρχαίους τρόπους, έτσι δεν το ονοματίσαν Μαρία αλλά Σάριτα. Κι ήταν παράξενο κορίτσι, αλήθεια. Ακόμη κι οι παπάδες όταν το πρωταντίκρισαν φάνηκαν να τρομάζουν, κι αμέσως αντιλήφτηκαν - αυτοί δα, όλα αμέσως τα καταλαβαίνουν -, και το διακήρυξαν πως το παιδί ήταν έργο του σατανά. Και μεις οι αγράμματοι, που πιστεύαμε πως το μωρό ήταν απλά μωρό! ενώ ήταν και έργο. Ένα έργο με μεγάλα μάτια πράσινα, που ώρες-ώρες φαίνονταν ν’ αλλάζουν χρώμα. Με δέρμα απαλό στο χρώμα του καφέ και με μια μυρουδιά που θύμιζε λουλούδι. «Ήρθε αυτή που θα μας σώσει», δήλωσε κάποια νυχτιά ο γέροντας-προφήτης, και τα λόγια του αυτά χαράχτηκαν βαθιά μες στην ψυχή μας.
Όχι, δεν ήταν έκπληξη για μας που σωτήρας μας θα γίνονταν - αν γίνονταν - κάποια γυναίκα. Εξάλλου, περισσότερες θεές λατρεύαμε παρά θεούς. Η θεά Σελήνη, η θεά Γη, η θεά Μητέρα (φύση), ήταν οι πιο σημαντικές θεότητές μας. Θεότητες που βλέπαμε, και όχι πράγματ’ αόριστα και φανταστικά. Πιστεύαμε πως αυτές μας έδιναν ζωή και χαρά. Ξέραμε πως η πείνα, η δυστυχία, ο θάνατος προέρχονταν από τις περιστάσεις. Με τις παλιές θρησκείες, με τις δεισιδαιμονίες μας, νιώθαμε λεύτεροι. Το κορμί ήταν γιορτή κι όχι κατάρα. Θα μας λύτρωνε άραγε, στ’ αλήθεια, εκείνο το κορίτσι απ’ την εισαγόμενη σωτηρία;
Περνούσε ο καιρός, η Σάριτα μεγάλωνε, κι άρχισε να μιλάει προτού καλά καλά να περπατήσει. Ακουγόταν τόσο καθαρά η παιδική φωνή της, τόσο ανάρια, που χαιρόμασταν να την ακούμε. Αν ήταν όμορφη μικρούλα; όχι. Μόνο η φωνή κι εκείνα τα τεράστια μάτια της την έκαναν να ξεχωρίζει. Πάντως τους παπάδες τους τρόμαζε, κι όποιος βρίσκονταν κοντά της, γλίτωνε τη γλωσσοδιάρροιά τους για την κόλαση και την αιώνια καταδίκη.
Όλοι λάτρευαν τη Σάριτα, ακόμη και κείνοι πόδειχναν πως πιστοί χριστιανοί είχανε γίνει. Κι οι τυχοδιώκτες οι φίλοι μας, όλο της έκαναν δώρα. Της σκάλιζαν ξύλινες κούκλες και καραβάκια, και κάποιος που ένα φεγγάρι ράφτης έκανε, έκλεψε απ’ την ιεραποστολή υφάσματα και της έφτιαξε τα πιο όμορφα ρουχάκια. Θάπρεπε να βλέπατε από μια μεριά το ασχημοπαπάκι μας, σαν πριγκίπισσα ντυμένο.
Δυο-τρία χρόνια πέρασαν κι η Σάριτα ήταν σαν αντικείμενο λατρείας. Οι παπάδες λέγαν πως πάνω της έριξε όλες τις δυνάμεις του ο σατανάς, και πως μεγάλο κακό μας περιμένει. «Που μας περιμένει;» ρωτούσαμε, με πραγματική απορία. Όταν κατάλαβαν πως μέρα τη μέρα η δύναμή τους μειωνόταν, απεσταλμένο έστειλαν στη μεγάλη πόλη για να ζητήσει το μέγα εξορκιστή.
Μετά από πολλές μέρες εγύρισε, συνοδεύοντας τον εξορκιστή - και κάποιους βοηθούς -, μες στη μεγαλοπρέπειά του. Τι ρούχα, τι χρυσάφια ήταν αυτά! Τόσο πλούτο πάνω σ’ έναν άνθρωπο βλέπαμε πρώτη μας φορά, θαρρώ και τελευταία.
Κίνησε αυτός για την εκκλησιά, κι από πίσω του σαν τα αρνιά οι ιεραπόστολοι και κάποιοι πιστοί ακολουθήσαν. Ζήτησε να του φέρουν το κορίτσι, αλλά η μάνα του αρνήθηκε να το αφήσει να πάει εκεί και κανείς δεν μπορούσε να την αναγκάσει να το κάνει. Εξάλλου, στηθήκαμε νέοι πολλοί γύρω απ’ τη Σάριτα, ανθρώπινη ασπίδα.
Τι να κάνει η εξοχότητά του; Ήρθε να τη βρει. Μας είδε όλους εμάς γύρω απ’ αυτή να τη φυλάμε, και λύσσαξε απ’ το κακό του, μα τίποτα δεν τόλμησε να πει. Ζήτησε να του κάνουμε χώρο να περάσει κι υπακούσαμε. Είδε το κορίτσι να κάθεται στο χώμα και να παίζει με μια ξύλινη κούκλα. Της μίλησε κι αυτή δεν του απάντησε. Της μίλησε ξανά, τίποτα. Φανερά εκνευρισμένος, παίρνει την κούκλα απ’ τα χέρια της, την πετάει στο χώμα, την πατάει, την σπάει. Σηκώνει τότε το βλέμμα της η Σάριτα και τον κοιτά μ’ ένα ειρωνικό ύφος. Πάγωσε ο μέγας. Είδαμε το πρόσωπό του κι αρχίσαμε να γελάμε. Συνήλθε αμέσως αυτός, κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σταυρό, και βάζοντάς τον μπροστά απ’ το κορίτσι άρχισε να λέει λέξεις παράξενες. Μιλούσε, τον ακούγαμε, καταλαβαίναν οι παπάδες. Κι η Σάριτα; Πήρε τη σπασμένη κούκλα, την άλειψε με πηλό, την ξέπλυνε με νερό, και την πρότεινε στον εξορκιστή, που με φρίκη του αντίκρισε ολοκαίνουριο το παιγνίδι. Άφησε να του ξεφύγει μια τρομαγμένη κραυγή κι έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ κάποιοι ιεραπόστολοι τόβαλαν στα πόδια. Σε λίγο, όμως, ανασκουμπώθηκε. «Σατανά, δε θα σ’ αφήσω να νικήσεις.» Πλησίασε πάλι, λοιπόν, με προστασία το σταυρό κι άρχισε να μουρμουρίζει, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε, κι ήμασταν σίγουροι πως κάποιο άλλο κακό τον περιμένει. Λέει και ψέλνει και ξαναλέει και ξαναψέλνει και κάποια στιγμή ακουμπά το σταυρό στο μέτωπο της Σάριτα που ατάραχη τον κοιτάει. Κι αυτός τυλίγεται στις φλόγες. Τον αφήνει απ’ τα χέρια του τρομαγμένος κι αρχίζει να τρέχει προς το βουνό. Δεν τον ξανάδαμε ποτέ, αν και κάποιες φήμες φτάνουν στ’ αυτιά μας για κάποιο ερημίτη, που ζει σε μια σπηλιά κι όλο προσεύχεται στον ουρανό κορίτσι να μην ξαναντικρίσει.
Τέτοια τρομάρα που πήραν οι παπάδες αποφάσισαν για πολύ καιρό για θεούς και δαίμονες να μην ξαναμιλήσουν. Ήτανε, όμως, σκεφτικοί και ψάχναν να βρούνε τρόπο, το διάβολο να διώξουνε απ’ το χωριό. Μα, πάντα καταλήγανε στην άποψη πως αυτό ήταν αδύνατο να γίνει, μια και το κορίτσι όλοι το αγαπούσαν.
Έπαιζε, γλένταγε, γελούσε, τραγουδούσε η Σάριτα και μας έλεγε παράξενες ιστορίες, για κάποιο παρελθόν που ποτέ κανένας από μας δεν είχε ζήσει. Κι όλοι σκεφτόμασταν πως είχε πλούσια φαντασία, μέχρι που μάθαμε πως οι δυο στις τρεις ιστορίες της ήταν παρμένες απ’ της φυλής μας τη μυθολογία, εκείνην την οποία γνώριζαν οι διαλεχτοί και λίγοι. Πως, λοιπόν, και που τις έμαθε αυτή και μας τις διηγιόταν; Ρωτούσαμε, αλλά δεν περιμέναμε να πάρουμ’ απαντήσεις. Εξάλλου, το αλλόκοτο ήταν η δεύτερη φύση εκείνης της μικρής. Πέντε χρονώ θάταν δε θάτανε, και έμοιαζε να κατέχει όλου του κόσμου τη σοφία.
Αλλά, οι εκπλήξεις δεν τέλειωναν εκεί. Ένα πρωί μια νέα γυναίκα, έφτασε στο σπίτι της Σάριτα, κουβαλώντας τυλιγμένο σ’ ένα πανί το μωράκι της, δύο μηνών, που ψήνονταν στον κίτρινο πυρετό. Όλοι ξέραμε πως απ’ την αρρώστια αυτή, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να επιζήσει. Όμως, η νέα είπε στη γριά μάνα του κοριτσιού ότι είδε όνειρο μια λαμπερή μορφή, και την άκουσε να λέει πως αν θέλει το παιδί της να σωθεί, πρέπει να το αποθέσει στης Σάριτα την αγκάλη. Φωτίστηκε το πρόσωπο της γριάς και τη νέα οδήγησε στην πίσω αυλή όπου η μικρή έπαιζε μες στις λάσπες. Καθίσαν και οι δύο δίπλα της κι όταν σταμάτησε το παιγνίδι τής έδωσαν το μωρό για να το κρατήσει. Με το που το αγκάλιασε αυτή αναψοκοκκίνισε το πρόσωπό της και έφεξαν, λέγαν οι γυναίκες μετά, τα πράσινα μεγάλα μάτια της από θεία φλόγα. Κι η αναπνοή του μωρού που μέχρι τότε μόλις που ακούγονταν πήρε να δυναμώνει. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια του στη Σάριτα για να χαμογελάσει.
Το θαύμα διαδόθηκε αμέσως σ’ όλο το χωριό και όλοι τρέξαν με χαρά στο σπίτι του άγιου κοριτσιού για να το θαυμάσουν. Κάποιοι πήγαν και τους αρρώστους τους, αφού μετά απ’ ό,τι έγινε γεννήθηκε μέσα τους η ελπίδα. Και δεν απογοητεύτηκαν. Όποιον άγγιζε η Σάριτα αμέσως έπαιρνε ζωή: πυρετοί, πονόδοντοι, κοιλόπονοι, όλα γιατρεύονταν.
Κι οι ιεραπόστολοι; Ήταν έτοιμοι να σκάσουν απ’ το κακό τους, αφού η μικρή μάγισσα τους έπαιρνε την… πελατεία. Και δώστου σκέψεις και συσκέψεις. Λύση όμως δεν βρίσκαν, έτσι, έστειλαν επιστολή στο Βατικανό ζητώντας οδηγίες.
Μα, μέχρι να πάει κάπου μια επιστολή, εκείνη την εποχή, κι απάντηση να έρθει χρειάζοταν καιρός πολύς, και μέχρι να φτάσει κι η αποστολή που υποσχέθηκε ο Πάπας, άλλος τόσος.
Η Σάριτα συγκέντρωνε πια γύρω της όλο το χωριό, νέους και γέρους και παιδιά, κι όλους τους τυχοδιώκτες, που μέρα τη μέρα όλο και πιο κοντά τους νιώθαμε. Ήτανε, βλέπετε, αυτοί άνθρωποι που ξεχείλιζαν από ζωή και δεν άντεχαν στη φυλακή της νέας θρησκείας. Συζητούσαμε όλοι μαζί, τρόπο να βρούμε για να διώξουμε απ’ τον τόπο μας τους ιεραποστόλους. Δεν ήμασταν βίαιοι. Κι ούτε πολεμήσαμε ποτέ κανένα. Ξέραμε πως η γη ανήκει σε όλους και πρέπει να τη μοιραζόμαστε όλοι. Αλλά, εκείνοι που ήρθαν να μας διδάξουν την αγάπη, μόνο το κακό γνωρίζαν.
Όσες συζητήσεις κι αν κάναμε φτάναμε πάντα σε αδιέξοδο και δεν μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια δράση. Ακόμη κι οι τυχοδιώκτες που στο παρελθόν ήταν βίαιοι άνθρωποι, είχαν πια μπει στη δική μας ψυχική κατάσταση και δεν ήθελαν να λερώσουν ξανά τα χέρια τους με αίμα. Μόνο η Σάριτα είπε: «Όλα θα τελειώσουν όταν εγώ πεθάνω». Γελάσαμε. Γέλασε κι εκείνη, αλλά αινιγματικό πολύ μου φάνηκε το βλέμμα της.
Μετά από πολλά φεγγάρια έφτασε μια μεγάλη αποστολή στο χωριό μας κι έκανε κατάληψη. Επικεφαλής ήταν ο αρχιεξορκιστής του Βατικανού, ένας επίσκοπος τάδε, πολλοί στρατιώτες, παπάδες και παπαδοπαίδια. Ξεθάρρεψαν οι ιεραπόστολοι. Πίστεψαν πως τώρα θα χτυπούσαν το κακό στη ρίζα του και θάπαιρναν ξανά την κατάσταση στα χέρια τους. «Αρκετά κράτησε η βασιλεία του σατανά!»
Ζήτησε, λοιπόν, ο αρχιεξορκιστής να του πάνε το παιδί, κάτι που φυσικά δεν έγινε. Έτσι, αναγκάστηκε κι αυτός, ο μέγιστος, να πάει το βρει να παίζει μες στις λάσπες. Ήμασταν κι όλοι οι χωριανοί εκεί για να τον υποδεχτούμε. Του ρίχναμε πλατιά χαμόγελα και ψεύτικες υποκλίσεις. Κάποιος ανάγωγος τούριξε και μια μπανάνα πετυχαίνοντας τον άγιο σκούφο. Και δώστου γέλιο εμείς. Και δώστου νεύρα εκείνος κι οι παπάδες. Και δώστου σπρωξιές οι στρατιώτες για ν’ ανοίξουμε δρόμο να περάσουν.
Σιγά σιγά φτάσαν ως τη Σάριτα, που έπαιζε αμέριμνα σαν όλα τα παιδάκια. Ο μέγας στάθηκε μπροστά της επιβλητικός και τη διέταξε να σηκωθεί. Εκείνη, αρκέστηκε να σηκώσει το βλέμμα της και να χαμογελάσει. «Σήκω αμέσως, αλλιώς θα σε σηκώσουν με το ζόρι οι στρατιώτες» ούρλιαξε, νομίζοντας πως θα την τρομάξει. Το κορίτσι, πήρε να γελάει και μαζί του όλο το χωριό. Μες στα βροντερά τα γέλια που έφταναν από παντού, ο κατακόκκινος απ’ την προσβολή και τα νεύρα άρχοντας διέταξε δυο στρατιώτες να τη συλλάβουν. Μα, με το που την άγγιξαν έπεσαν κι οι δυο νεκροί. Βλέποντας το νέο θαύμα ο μέγας, οι στρατιώτες κι οι ιεραπόστολοι το έβαλαν στα πόδια, καθώς η πλάση όλη φαίνονταν να σείεται από άγριο γέλιο.
Το βράδυ τα σκουφιά συνεδρίασαν στην ιεραποστολή κι αποφάνθηκαν πως, τώρα πια τα πράγματα έφτασαν στο μη παρέκει. Έτσι, αποφάσισαν πως το καλύτερο ήταν το κορίτσι να σκοτώσουν. Οι χωρικοί σαν έβλεπαν πόσο εύκολο ήταν να πεθάνει, σίγουρα και πάλι θα στρέφονταν στη νέα πίστη, που μόνο αυτή πια θα μπόραε να τους προσφέρει την ελπίδα.
Μα πως να τη σκοτώσουν, αφού οι δυο στρατιώτες που την άγγιξαν έχασαν τη ζωή τους. «Όσα δε φτάνουν τα χέρια, τα φτάνει το σπαθί», αποφάνθηκε ο εξορκιστής κι οι άλλοι άγιοι συμφωνήσαν.
Απ’ την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν να παρακολουθούν το κορίτσι, θέλοντας να βρουν το καλύτερο και πιο ήσυχο τρόπο για να τη δολοφονήσουν. Πέρασαν μέρες πολλές, ευκαιρία δε βρίσκανε, και τα θαύματα της Σάριτα δεν είχαν τελειωμό. Όμως, η τύχη δεν το θέλησε στο πλάι της να παραμείνει, έτσι κάποια νυχτιά μ’ ολόγιομο φεγγάρι, οι στρατιώτες τη βρήκανε στου ποταμού την όχθη, και προτού προλάβει εκείνη να τους αντιληφτεί, με μια σπαθιά της κόψαν το κεφάλι.
Το πήραν και το πήγανε στον εξορκιστή, κι αυτός έστειλε να φωνάξουνε όλους τους χωρικούς να μαζευτούνε στην πλατεία. Μετά από ώρα πολλή πήγε εκεί και μας βρήκε όλους να τον περιμένουμε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη, το οποίο πάγωσε μόλις τον είδαμε να κρατάει στο χέρι απ’ τα μαλλιά, το κοριτσίστικο κεφάλι. Σηκώθηκε μεγάλη βουή, αλλά κανείς δεν κινήθηκε εναντίον των εχτρών. Ολονών είχε ματώσει η καρδιά, εκτός των άγιων κηρύκων της αγάπης.
Στάθηκε ο βέβηλος στο κέντρο της πλατείας και φώναξε: «Αυτά παθαίνει κανείς όταν τα βάζει με τον αληθινό θεό.» Μετά ζήτησε ένα μαχαίρι απόνα φρουρό για… ω, μέχρι που φτάνει η απανθρωπιά… για να της βγάλει τα μάτια. Τα μάτια που είχαν μείνει ορθάνοικτα όταν ο θάνατος τα είχε αγγίξει.
Καθώς τελειώνει το έγκλημα αυτός, σηκώνεται απ’ τη γη μεγάλη βουή κι όλη η πλάση τρέμει. Κόκκινο σαν αίμα γίνεται το νερό στο ποτάμι που διασχίζει το χωριό, και πολύ πριν τα μεσάνυχτα ο ήλιος σιγά σιγά στον ουρανό αρχίζει ν’ ανεβαίνει. Όλοι τρέμουν απ’ το φόβο τους αλλά σε λίγων τις καρδιές γεννιέται και πάλι η ελπίδα.
Σαν έφεξε για τα καλά είδαμε στο αντικρινό βουνό δυο τεράστια μάτια πράσινα να μας χαμογελάνε, και κραυγές τρόμου κι ανακούφισης ακούσαμε να βγαίνουν απ’ των ανθρώπων τα στήθη. Στρατιώτες, ιεραπόστολοι, εξορκιστής και λοιπά κακά, το βάλανε στα πόδια και δεν ξαναπάτησαν στα μέρη μας. Όπως μαθαίνουμε, από ταξιδιώτες, πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν στον ύπνο τους απ’ τον τρόμο, καθώς τα όνειρά τους πάντα στοίχειωναν δυο μεγάλα πράσινα μάτια.
Η ιεραποστολή έχει μετατραπεί σε ναό λατρείας της θεάς Μητέρας, κι όλα τα παλιά έθιμα έχουν ξαναζωντανέψει. Ζούμε γυμνοί, εν αρμονία με τη θεία φύση.


Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

"Διαβάζω" Σεπτεμβρίου

Το τεύχος Σεπτεμβρίου 2008 του Διαβάζω μόλις κυκλοφόρησε, με ποικίλη ύλη, όπως πάντα, εκφράζοντας στο editorial έντονο προβληματισμό για το άλυτο πρόβλημα της ίδρυσης σχολικών βιβλιοθηκών, αφού άλλη μια σχολική χρονιά ξεκινά χωρίς να λειτουργούν και το αρμόδιο υπουργείο παραμένει θεατής.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ: Ο κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Κατσουλάρης, με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη Βίλα Κομπρέ, θέτει στη στήλη «κόντρα διάβασμα» το ερώτημα αν υπάρχουν όρια στη χρήση ξένων κειμένων στο όνομα της διακειμενικότητας. Ο κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Ξενάριος απαντάει από τη «στήλη άλατος» στην συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου για το αν «πρέπει να υπερασπιζόμαστε τη life style λογοτεχνία». Ο Αλέξης Ζήρας, στη στήλη «θερμιδωριανά οξύτονα», σχολιάζει τον εξ Αμερικής ελληνιστή Β. Λαμπρόπουλο και τα «σκιάχτρα» που κατασκευάζει για να πολεμήσει. Ο Λάκης Προγκίδης απαντάει σε όσους θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να διαβάζουμε πια Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Πολ Όστερ (Όσο ονειρεύεσαι, υπάρχει πάντα μια έξοδος)
Ο Πολ Μπέντζαμιν Όστερ είναι ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή αμερικανούς συγγραφείς, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτός από το μυθιστόρημα, με την ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο, το σενάριο, ακόμα και με στίχους τραγουδιών. Η νέα γενιά λογοτεχνών «ορκίζεται» στο όνομά του. Κάθε νέο του κείμενο γίνεται αντικείμενο πολλαπλών σχολιασμών σε όλο τον κόσμο. Τα βιβλία του απεικονίζουν με ενάργεια τον παραλογισμό του σύγχρονου κόσμου. Το αφιέρωμα επιμελείται η Μαρία Ξυλούρη και εκτός από την ίδια γράφουν οι Πολ Όστερ και Αλέξης Σταμάτης. Τα βιβλία του Πολ Όστερ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος.

ΦΑΚΕΛΟΣ: Γιατί δεν διδάσκεται η λογοτεχνία στο δημοτικό
Η θέση της λογοτεχνίας παρουσιάζεται διαχρονικά παραμελημένη τόσο από τα επίσημα Αναλυτικά Προγράμματα όσο και από τις διδακτικές πρακτικές της ελληνικής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Το ζήτημα αυτό απασχολεί την εκπαιδευτική και πανεπιστημιακή κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς να επιλύεται ουσιαστικά. Η επίσημη ηγεσία, ενώ παραδέχεται αυτή την ουσιώδη έλλειψη διδασκαλίας της λογοτεχνίας, εφευρίσκει αιτιολογίες για να μην πάρει μέτρα. Οι συνεργάτες του περιοδικού, Γιάννης Σ. Παπαδάτος, σχολικός σύμβουλος Π.Ε. και κριτικός λογοτεχνίας, και Δημήτρης Πολίτης, Λέκτορας του ΤΕΕΑΠΗ του Πανεπιστημίου Πατρών, παρουσιάζουν το θέμα, που χρήζει προσοχής από όλους τους αρμόδιους φορείς, σε συνδυασμό με το άλυτο θέμα της ίδρυσης σχολικών βιβλιοθηκών. Γράφει, επίσης, η συνεργάτιδα του περιοδικού και πανεπιστημιακός Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ: Ο Ylljet Alicka, συγγραφέας τεσσάρων λογοτεχνικών βιβλίων στα αλβανικά μιλάει στον Σωκράτη Καμπουρόπουλο για τα διακείμενα της κομουνιστικής περιόδου, καλώντας σε μια αυτοκάθαρση της αλβανικής κοινωνίας μέσω του μέτρου και της ειλικρίνειας. Η Ιρανή Μαρίνα Νεμάτ μιλάει στον Άρη Σφακιανάκη για τη ζωή των γυναικών στο Ιράν, με αφορμή το βιωματικό βιβλίο της Η φυλακισμένη της Τεχεράνης (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός), στο οποίο περιγράφει τη διετή φυλάκισή της, όταν κατηγορήθηκε ότι υπονόμευε το καθεστώς του Χομεϊνί, επειδή αρνήθηκε να παρακολουθήσει ένα συγκεκριμένο μάθημα στο σχολείο της.

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ: Ο Νάσος Χριστογιαννόπουλος μας παρουσιάζει τον εκδοτικό οίκο και βιβλιοπωλείο «Η Θόλος» που εδρεύει στο Λυγουριό της Αργολίδας. Ο ιδιοκτήτης και εκδότης Γιάννης Καλούδης τονίζει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του κόσμου για την ανάγνωση και το δύσκολο εγχείρημα της έκδοσης βιβλίων.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ: Για το βιβλίο Τι ζητούν οι βάρβαροι του Δημοσθένη Κούρτοβικ, για το βιβλίο Ρέκβιεμ της Άννας Αχμάτοβα, κ.ά.

ΝΕΕΣ ΣΤΗΛΕΣ: «Οικονομολογίες» τιτλοφορείται η νέα στήλη του περιοδικού που θα παρουσιάζει βιβλία της οικονομίας και της αγοράς. Συνεχίζεται η πρόσφατη στήλη «Διαβάζω comics» με μια επιλογή από τα 10 καλύτερα του καλοκαιριού, όπως και η στήλη «Διαβάζω θέατρο» με βιβλία που αναφέρονται σε πρόσφατες θεατρικές παραστάσεις.Τέλος, στο τεύχος θα βρείτε όλες τις υπόλοιπες μόνιμες στήλες: σχόλια, courier, από μήνα σε μήνα, εκτός γραμμής, ως αναγνώστης, χωρίς προϋπηρεσία, περιοδεύων, a piacere, του δρόμου, κριτικογραφία, νέα από το χώρο και την αγορά του βιβλίου, βιβλία στο διαδίκτυο, κριτικές βιβλίων και παρουσιάσεις, ανταποκρίσεις από το εξωτερικό, τα ευπώλητα, κ.ά.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Μάρω Βαμβουνάκη – Η κραταιά αγάπη

Είναι κάποια βιβλία-μπαλάντες -ξέρετε, απ’ αυτά που μπορεί να διαβάσει κανείς με μια πνοή- στα οποία ξανά και ξανά επιστρέφω. Και είναι και κάποιοι συγγραφείς που μοιάζουνε να γράφουν κατ’ επανάληψη την ίδια ιστορία, οι οποίοι όμως καταφέρνουν πάντοτε να της δίνουν πνοή και νέο ενδιαφέρον. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι «Η κραταιά αγάπη». Μια τέτοια συγγραφέας είναι η Μάρω Βαμβουνάκη.
Ανοίγω την πρώτη σελίδα: Η ημερομηνία που το πρωτοδιάβασα και μια αφιέρωση, Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Θυμήθηκα. Και το γιατί θυμήθηκα και τους λόγους που μου άρεσε αυτό το βιβλίο. Σα μια κιβωτό από αναμνήσεις μοιάζει. Σα μια εξ’ αποστάσεως αυτοβιογραφία. Αγορασμένο από κάποια φίλη στο Ηράκλειο, η ιστορία μιλά για ένα έρωτα που γεννιέται και πεθαίνει στα Χανιά. Στα Χανιά, την πόλη μου, την πηγή κάθε έμπνευσης και τη γεννήτορα πλήθους αναμνήσεων.
Όχι, δε θα παρουσιάσω ετούτο το βιβλίο, δεν μπορώ. Απλά θα κλέψω στιγμές απ’ αυτό και θα σας τις μεταφέρω αυτούσιες, όπως ακριβώς πήραν ζωή απ’ τη γραφίδα της συγγραφέως. Πολλές φορές τα σχόλια είναι περιττά.

«...ορκίστηκε πως, ζωή αληθινή από δω και μπρος θα είναι ζωή χωρίς θεατρικές παραστάσεις μέσα της. Με όσο γίνεται λιγότερες έστω.»

«Στον έρωτα όπως και στην τέχνη, η φιλανθρωπία σημαίνει καταστροφή. Φοβάται όσους την κάνουν να τους λυπάται.»

«Δεν καταλάβαινε τίποτα, όμως αλλοίμονο κι αν η ζωή παιζότανε μόνο μ’ αυτά που συνειδητοποιούμε.»

«Κανένα όργανο αντρικό δεν είναι πιο ερωτικό από τη σκέψη του, απ’ την ειλικρίνεια που τη φλογίζει.»

«Οι απελπισμένοι άντρες είναι οι δυνατότεροι εραστές. Προσφέρονται χωρίς να διεκδικούν.»

«Για να αγαπήσεις αληθινά χρειάζεσαι είτε πίστη, είτε απόγνωση. Και τα δύο σπάνια, δυσκολότερο το πρώτο.»

«Το κάτεργο της ελευθερίας είναι το πιο δύσκολο να μάθω.»

«Ο ανικανοποίητος εγωισμός λιμοκτονεί για κάθε τι που του αρνούνται, ακόμα και για την καταστροφή.»

«Σπουδαίος, λέει, δεν είναι εκείνος που φαίνεται στα μάτια των άλλων σπουδαίος, αλλά αυτός που κάνει τους άλλους να νιώθουν κοντά του σπουδαίοι. Το γαλανό του βλέμμα τη βάφτιζε: μοναδική.»

Κάποιοι θα διαφωνήσουν με τα πιο πάνω, άλλοι θα έχουν αντιρρήσεις και μερικοί θα διαφωνήσουν. Τέτοιες σκέψεις, ωστόσο, είναι όμορφο να διατυπώνονται ανοικτά.

Ηλιοβασίλεμα στο χωριό



Συνήθως τις φωτογραφίες τις ανεβάζω στο άλλο σπίτι
αλλά σήμερα είπα να κάνω μία εξαίρεση.
Μέρα καλή

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Γαλανή και Λεύκιος

Ναι, ναι, και τούτο το παλιό μου "παραμύθι" πρέπει κάποια μέρα να ξαναγράψω...

«Άγγελος γιά ξωτικό, βλοημένο απ’ το Θεό ή το διάολο είν’ τούτο το κορίτσι;». Τούτο ρωτούσαν φωναχτά, μα απάντηση δεν παίρναν, γυναίκες κι άντρες, χωριανοί κι αλλομερήτες.
Τέτοιο μωρό, σα ζωγραφιά, δεν είχαν ξαναδεί ποτές τους. «Διαόλου έργο είν’ το παιδί», έλεε ο παπάς και προσεύχονταν σε Χριστοπαναγίες για να γλιτώσει το χωριό απ’ το κακό που παραμονεύει. Αλλά, κανείς δεν άκουε τον παπά κι όλοι τρέχαν μια και δυο να δούνε το παιδάκι. Ένα ξανθό μωρό και γελαστό, που δεν το άκουσαν ποτές να κλαίει.
Πέρφανη μάνα η Ειρηνιώ υποδέχονταν τους ξένους μ’ ένα χαμόγελο ζεστό και με αγάπη. «Ω, τι παιδάκι είν’ αυτό;», «Τύχη μεγάλη Ειρηνιώ», «Αγαπημένη των θεών», τέτοια της λέγαν όλοι. Κι η μάνα έχοντας με το παιδί κι εκείνη ξαναγεννηθεί, γλυκά ευχαριστούσε. Αλλά, ο κύρης του, ο Μιχαλιός, άντρας γερός, βαρύς κι ασήκωτος, καθότανε πίσω απ’ το σπίτι σκεφτικός και μονολοούσε: «Ευλογία γιά κατάρα είν’ το μωρό; Πως βγήκε έτσι τρυφερό; Σαν αμαρτία!»
Σαν κλείσαν οι μήνες οι εννιά πήγαν να το βαφτίσουν. Ο παπάς με το στανιό ήθελε να το βαφτίσει Βαγγελιώ ή Μαριγώ, να τιμηθεί η Παναγία. Άλλη σκέψη είχ’ όμως η Ειρηνιώ και είπε πως το μωρό θα το ’νομάσουν Γαλανή, σαν και το χρώμα των ματιών της. Ταράχτηκαν οι χωριανοί και κοίταξαν το Μιχαλιό να δούνε τι θα ειπεί. «Δουλειά με τ’ όνομα δεν έχω εγώ. Ό,τι η γυναίκα πει, αυτό θα γίνει».
Έτσι, το βαφτίσαν Γαλανή, μα άλλοι το φωνάζαν Γαλανιώ κι άλλοι Γαληνιώ, καταπώς στο χωριό το συνηθίζαν. Όλοι αγαπούσαν το μωρό, που μεγαλώνοντας όλο και πιότερη ομορφάδα αποχτούσε. Έφτασε ως και δυο χρονών και δεν είχε δακρύσει. Τα πρώτα λογάκια σαν νερό γλυκό έρεαν απ’ τα χείλη.

Δεν είναι αυτή η ζωή μου. Δεν ανήκω εδώ. Σαν παραπεταμένος νιώθω. Σαν ένα της τύχης κλοτσοσκούφι. Είναι η μοναξιά που με σκοτώνει, είναι αυτή που μου παίρνει τις πνοές, αλλά ξέρω ότι αυτή είναι που θα μου τις φέρει κιόλας πίσω. Γεννήθηκα σε λάθος τόπο ή σε λάθος εποχή; Γιατί πιστεύω ότι όλα είναι μάταια; Τι είναι εκείνο μέσα μου που με σπρώχνει όλο και πιο συχνά, όλο και πιο μακριά απ’ τον κόσμο; «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ, μονάχα ψάρι είσαι» μου είπε τις προάλλες ο γέρο Φώτης. Τι να ξέρει αυτός; Η αλήθεια είναι ότι μόνο στη θάλασσα και στις σπηλιές που εξερευνώ νιώθω ζωντανός. Εκεί βρίσκεται η ουσία μου. Αλλά, ποια ουσία είν’ αυτή; Και θα μπορέσει τάχα να με βγάλει απ’ το λαβύρινθο της μοναξιάς όπου χρόνια τώρα τριγυρίζω;
Πολλά τα ρωτήματα, λίγες οι απαντήσεις. Δε νομίζω να τις μάθω απ’ τους ανθρώπους. Πιο πιθανόν είναι να τις βρω ψάχνοντας στ’ αστέρια, ή ίσως να μου τις ψιθυρίσει μια βραδιά στα ανοικτά κάποια σειρήνα, ή - ποιος ξέρει; - ίσως και να τις δω στις ζωγραφιές κάποιας σπηλιάς προτού χαράξει.
Μα, ας αφήσω πια τις σκέψεις. Ας πάω να βρω το Φώτη να πιούμε κάνα τσίπουρο, να μου διηγηθεί καμιά ιστορία.

Ο καιρός περνούσε σα νερό, απαλά αφήνοντας πίσω του σημάδια. Η Γαλανή μεγάλωνε σαν η πριγκηπέσα του χωριού, κι ολονών δεχότανε τα χάδια. Και των ματιών της το χρώμα γίνονταν όλο και πιο γαλανό, «σαν του διαόλου» επέμενε ο παπάς, μα όλοι τον αγνοούσαν. Σαν πήγε πια και στο σκολειό ο κόσμος όλος φαίνονταν γύρω της να γυρίζει. Αγόρια, κορίτσια, δάσκαλοι, όλοι την αγαπούσαν. Πρώτη στα μαθήματα, πρώτη στη χαρά, με ένα βλέμμα, μια καρδιά, που στάζαν καλοσύνη.
Η μάνα της δόξαζε το θεό για το όμορφο εκείνο δώρο, αλλά ο Μιχαλιός κάπου φοβότανε για το τι μ’ αυτή τη μορφονιά τους περιμένει. Χαιρόταν για το βλαστάρι του και το αγαπούσε, μα ήξερε πως την εμορφιά πολλές φορές ακλουθεί η ασκήμια.
Κάποια μέρα μια φήμη διέτρεξε όλο το χωριό πως κάποιος είδε τη Γαλανή στην ακροθαλασσιά να μιλάει με τα ψάρια, και κάποιος άλλος πως μαζί με ένα δελφίνι την έκοψε το μάτι του να κολυμπά ως τα βαθιά. Οι πιότεροι γελάσανε μ’ αυτές τις ιστορίες, ο παπάς είπε πάλι τα δικά του, κι ο κύρης με το που ο ήλιος κρύφτηκε κίνησε για τα βράχια ν’ αφουγκραστεί τους βρουχηθμούς της θάλασσας, και να προσευχηθεί μην και τους έρτει το κακό που μέσα του καρτερούσε.

Παραμύθια αλλόκοτα ακούω απ’ το Φώτη. Τη μια μου λέει για μάγισσες και ξωτικά, την άλλη για ψάρια που μιλάνε. Και επιμένει: «Δεν είναι παραμύθια αυτά, είν’ θρύλοι, είν’ αλήθεια»! Χθες το βράδυ μου διηγήθηκε την ιστορία κάποιας Γαλανής, που έζησε, λέει, κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Ήτανε όμορφη σα ζωγραφιά, γλυκιά σαν Παναγία. Κάποια μέρα εξαφανίστηκε δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Μονάχα ο κύρης της έλεγε πως γνώριζε που ήταν, αλλά όλοι πιστεύαν πως απ’ τον πόνο είχε τρελαθεί και κανείς καμιά δεν του ’δινε σημασία.
Μόλις τέλειωσε την αφήγηση άρχισα να γελώ, αλλά μετά καθώς κίνησα για το σπίτι, κι αυτά που λίγο πριν άκουσα σκεφτόμουνα, ένιωσα να με λούζει ολόκληρο κρύος ιδρώτας. Θυμήθηκα ένα όνειρο που είδα κάποτε, που μ’ είχε συνταράξει. Βρισκόμουνα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι και στεκόμουνα ακίνητος θαυμάζοντας τη γύρω φύση, όταν είδα ένα κορίτσι ψηλό, ξανθό και στα λευκά ντυμένο να προβάλλει ξαφνικά απ’ το πουθενά και να με πλησιάζει. Έμοιαζε σχεδόν διάφανο το πανέμορφο εκείνο πλάσμα, και σαν κοντά μου έφτασε είδα τα μάτια της δυο φλόγες γαλανές να με τυλίγουν. Μες στο γαλάζιο των ματιών της χάθηκα σα μέσα σε μια δίνη, και όταν ξύπνησα άκουσα μια φωνή, μες στο μυαλό σα φύσημα του αέρα απαλό να ψιθυρίζει: «Έλα μαζί να κολυμπήσουμε».

Στα δεκάξι της η Γαλανή ήταν στ’ αλήθεια μία καλλονή, που κι ας ήταν αγνή σαν κρίνο ολάνθιστο, άναβε τα πάθη. Όλοι οι νιοι του χωριού, μα κι όλης της περιοχής τη θέλανε δικιά τους. Στο σκολειό όλοι οι συμμαθητές τηνε κυνηγούσαν, αλλά κι οι δάσκαλοι σαν την αντίκριζαν δεν μπόρααν να κρύψουν την ταραχή τους.
Ήτανε ξύπνια, ξύπνια πολύ, κι όσο κι αν όλους τους έδιωχνε, όλοι την αγαπούσαν. Ποτέ δεν άκουσε κανείς άσκημο απ’ τα χείλη της λόγο να βγει για κάποιον. Σε όλους την αγάπη της τη μοίραζε, σε όποιον τη χρειαζότανε ένα χέρι έδινε βοήθειας. Ακόμη κι ο παπάς που μέσα της έβλεπε το διάολο κρυφά τη συμπαθούσε. Μονάχα μια γριά καρακάξα η Φραγκώ κάποια φορά ανακοίνωσε πως, φως φανάρι, η μικρή μαζί της κάποια κουβάλαε κατάρα.
Ίσως να ήταν όντως καταραμένη. Καταδικασμένη να μη γνωρίσει ποτέ τον έρωτα κι ας οι νιοι όλοι τηνε ποθούσαν.

Τι μου συμβαίνει; Μήπως στ’ αλήθεια τρελαίνομαι, ή με πείραξε η αϋπνία; Πώς να το εξηγήσω αλλιώς; Ν’ ακούω φωνές στον ύπνο μου, εντάξει. αλλά και στον ξύπνιο μου πια; και μάλιστα μέρα μεσημέρι! Και να βλέπω και… Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ούτε λεπτό ψες. Μάλλον με τάραξε υπερβολικά η ιστορία του Φώτη. Σκεφτόμουνα συνέχεια τη Γαλανή, και μόλις ένιωθα τον ύπνο να με παίρνει, τότε με τα μάτια κλειστά την έβλεπα, την ένιωθα κοντά μου. Κάποια στιγμή κιόλας ένιωσα το χέρι της να χαϊδεύει το δικό μου, και τινάχτηκα τρομαγμένος. Άγγιξα την παλάμη μου και μου φάνηκε απαλή, τη μύρισα κι ήταν αρωματισμένη. Μύριζε αλμύρα και αγριολούλουδα και το δικό μου φόβο.
Μόλις ξημέρωσε πήγα να εξερευνήσω μια θαλάσσια σπηλιά, λίγο έξω απ’ το μικρό λιμάνι. Μπήκα μέσα με το φανό κι έψαχνα στα τοιχώματα να βρω κάποια σχέδια και σχηματισμούς. Όλο και πιο βαθιά σιγά σιγά σκυφτός επροχωρούσα. Το νερό δεν ήτανε βαθύ. Σε λίγο, όμως, βρέθηκα σε αδιέξοδο κι έτσι αναγκαστικά, κίνησα πίσω για να γυρίσω. Με το που φτάνω όμως λίγο πριν την έξοδο μου κόπηκαν τα πόδια κι η ανάσα. Ένα φως λευκό, εκτυφλωτικό, κάλυπτε το στόμιο της σπηλιάς και στο κέντρο του μου φάνηκε πως διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα. Τότε άκουσα μια απαλή φωνή να με καλεί: «Λεύκιε, Λεύκιε…». Έκλεισα τα μάτια για μια στιγμή, και όταν τα ξανάνοιξα, είχαν όλα πια τελειώσει. Το φως είχε χαθεί, μα η φωνή συνέχισε να διατρέχει το είναι μου όλο. Όπως και τώρα.

Η φήμη για την ομορφιά της Γαλανής είχε εξαπλωθεί παντού, έως τη μακρινή πολιτεία, και κάποια μέρα ήρτε στο χωριό κάποιος πλούσιος έμπορος για να τηνε δει κι αν του άρεσε σε γάμο να τη ζητήσει. Το κορίτσι είχε πια μπει στα δεκαοκτώ δίχως τον έρωτα να γνωρίσει. Μόλις την είδε ο έμπορας, απ’ την ομορφάδα την πολλή εθαμπώθη, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό το χέρι της ζήτησε απ’ το Μιχαλιό, τάζοντας πλούτη μεγάλα. «Ας τη ρωτήσουμε», είπε εκείνος, «κι ό,τι ποθεί θα γίνει».
Μα, η Γαλανή αρνήθηκε. Δεν ήτανε εμπόρευμα για να την αγοράσουν, αλλά ούτε και πίστευε πως θα μπορούσε ποτέ τον έρωτα να βρει στον άντρα αυτό που η αύρα του ανάβλυζε κακία. Ο έμπορος, μαθημένος καθώς ήτανε ό,τι ζητούσε να το παίρνει, άσκημα πήρε την απόρριψη, κι είπε βρίζοντας δαιμόνους και θεούς, πως θα την έκανε δική του. Μπροστά σε τούτη την εξέλιξη ο Μιχαλιός τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον πέταξε όξω. Δε βρέθηκε ακόμη εκείνος που θα μπόραε μες στο δικό του σπιτικό τον μέγα νταή να κάνει. Μα, κι αν τον ξεφορτώθηκε μέσα του ένιωθε πως: «Άσκημα ξεμπερδέματα θα έχουμε μ’ αυτόνε». Θα ήτανε, όμως, αυτός εκεί, ασπίδα για τη Γαλανή, για όσο κρατάν οι πνοές του.

Είπα στο Φώτη για τη φωνή εκείνη που με συντάραξε, αλλά αντί να με κοροϊδέψει όπως περίμενα, έσκυψε το κεφάλι σκεφτικός δίχως να πει μια λέξη. Μετά από ώρα πολλή όταν το σήκωσε, αλλάζοντας κουβέντα, μου είπε ότι κάποιοι ψαράδες είδανε, να τριγυρνά στα ανοικτά ένα παράξενο δελφίνι. Λέγαν πως όπου βρισκότανε αυτό η θάλασσα ήταν ημερεμένη, και τα ψάρια μαζεύονταν σωρό για να το συντροφέψουν.
Το επόμενο πρωί πήγα και πάλι στη σπηλιά θέλοντας να διώξω τους μέσα μου δαιμόνους. Μα, πάλι συνέβηκε το ίδιο: λευκό φως, απαλή φωνή, να με καλεί. Τ’ όνομά μου απ’ τα χείλη της έβγαινε σαν ζεστή πνοή και έφτανε σε με σα χάδι. Σε λίγο χάθηκε και πάλι. Αλλά, αυτή τη φορά αντί να τρομάξω γι’ αυτό που μου συνέβαινε, ένιωσα παράξενα, κάτι πρωτόγνωρο, για λίγο ένιωσα πλήρης. Δεν ξέρω πως αλλιώς να περιγράψω εκείνο το συναίσθημα.

Κάποια νυχτιά αφέγγαρη ενώ όλο το χωριό είχε βυθιστεί στον ύπνο, κάποιες σκιές γλιστρήσανε αθόρυβα προς του Μιχαλιού το σπίτι, που σε λίγο τραντάχτηκε από δυο τουφεκιές και μια σπαρακτική κραυγή: «Όχιιιιι». Ξυπνήσανε οι χωριανοί και τρέξανε να δούνε τι συμβαίνει. Σαν έφτασαν εκεί αντίκρισαν τη φρίκη. Η μάνα, η Ειρηνιώ, κείτονταν νεκρή από μια σφαίρα φονική που δέχτηκε στο στήθος, ενώ ο Μιχαλιός, πνιμένος μες στα αίματα, ψυχορραούσε. Ψάξαν να βρουν τη Γαλανή, μα ήταν εξαφανισμένη.
Τρόμαξε όλο το χωριό απ’ το κακό, κι όλοι αναρωτιόνταν «Γιατί; Γιατί ετούτο το κακό;», καθώς ο θρήνος απλωνόταν. Ο Μιχαλιός επέζησε τελικά για να πιει το φαρμάκι όλο του πόνου. Σε μια μονάχα νύχτα έχασε αυτές που πιότερο αγαπούσε. αν και η Γαλανή, μέσα του βαθιά, πίστευε πως ζούσε.

Τα έχω παρατήσει όλα: τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τη ζωή μου. δηλαδή αυτό που αποκαλώ ζωή μου. Το μόνο που με νοιάζει πια είναι να πηγαίνω στη σπηλιά και ν’ ακούω τη φωνή της άγνωστης αγαπημένης. Ω, πόσο με γεμίζει! Πόσο με κάνει ζωντανό. Κάθε πρωί είναι εκεί. Κάθε πρωί με φωνάζει. «Λεύκιε, Λεύκιε… έλα», μου ψιθύρισε σήμερα. Ναι, μου ζήτησε να πάω κοντά της, αλλά μέχρι να την πλησιάσω χάθηκε. Μονάχα απ’ έξω άκουσα μια φωνή: «Είναι κανείς εκεί;» Ήταν ο Φώτης, που χαμογέλασε σαν με είδε να βγαίνω απ’ τη σπηλιά. «Ήμουνα σίγουρος πως θα σε βρω εδώ. Ήρθα να σου πω το τέλος εκείνης της ιστορίας. Της ιστορίας της Γαλανής»!

Λίγο καιρό μετά ξεβράστηκε στην παραλία του νησιού η σκισμένη νυχτικιά της Γαλανής, κι όλοι είχαν πια πειστεί πως σαν τη μάνα της κι αυτή, είχε πεθάνει. Μονάχα ο Μιχαλιός επέμενε πως είναι ακόμα ζωντανή. «Έγινε δελφίνι» έλεε, «και όλο ταξιδεύει». «Τρελάθηκε απ’ τον καημό» σκέφτονταν οι χωριανοί, και τον αντίκριζαν με οίκτο. «Ίσως να μην είναι τρελός», είπε μια μέρα φωναχτά, η καρακάξα η Φραγκώ, αλλά κανείς δε θέλησε να τηνε ακούσει. Κι όμως, πολλοί ψαράδες και κολυμπητές λέγαν πως τον τελευταίο καιρό, βλέπαν συχνά ένα δελφίνι παράξενο να σκίζει τα νερά της θάλασσάς τους.

Πολύ με τάραξε το τέλος αυτής της ιστορίας, αλλά μέσα μου πιστεύω πως κάτι ακόμη της λείπει. Είτε για μύθο πρόκειται, είτε για μια αλλόκοτη αλήθεια, δεν μπορεί να τελειώνει έτσι. Δεν ακούγεται σωστό στο μέσα αυτί μου. Αλλά, ας κινήσω τώρα, γλυκιά μου νύχτα πάλι, κάτω απ’ την εξαίσια τούτη της ψυχής μου φεγγαράδα, για τη σπηλιά όπου κρύβεται το μισό καλύτερό μου, που και σκιά να είναι εγώ το αγαπώ.

Κάποιοι λεν πως σ’ ετούτη τη σπηλιά ένας νιος, ο Λεύκιος, γνώρισε μια γοργόνα, που στην ψυχή του γέννησε τον έρωτα και γι’ αυτό στην αγκαλιά της επαραδόθη. Μα κάποιοι άλλοι υποστηρίζουνε πως δεν ήτανε γοργόνα, παρά μια άστεγη ψυχή που έψαχνε να βρει κορμί για να φωλιάσει, και διάλεξε το δικό του. Είναι και ένας εκατοχρονίτης γέροντας, ο Μιχαλιός, που ζει σε μια καλύβα φτωχική κι όλο μονολοάει: «Βρήκες την αγάπη Γαλανή, τον έρωτα τον ήβρες!» και καθώς με τη γέρικη ματιά τη θάλασσα γρικάει, δυο δελφίνια έρχονται απ’ τα βαθιά για να τον χαιρετίσουν. Τόνα έχει φωτεινά βαθιά γαλάζια μάτια, ενώ το άλλο λάμπει παράξενα, σκορπίζοντας τριγύρω του απόκοσμη γαλήνη.

υ.γ. Τα λέμε την Παρασκευή εκτός κι αν καταφέρω να βάλω ίντερνετ στο χωριό σε χρόνο μηδέν ή κι αν τύχει να...

Η Νέα Κριτική Επιτροπή του Διαβάζω

Η θητεία της προηγούμενης κριτικής επιτροπής για τα βραβεία πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμίου και πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που κάλυψε τη διετία 2006-2008 έληξε. Η νέα επιτροπή, που θα εργαστεί τη διετία 2009-2010, αποτελείται από τα ακόλουθα μέλη: Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας, Κώστας Κατσουλάρης, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, Ντέιβιντ Κόνολι, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, Χριστίνα Ντουνιά, Επίκουρος Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Δημήτρης Πολυχρονάκης, Λέκτορας στο τμήμα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Λίζυ Τσιριμώκου, Καθηγήτρια Θεωρίας της Λογοτεχνίας και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ΑΠΘ.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ο γέρος που σκέφτεται

Ήθελα να ξαναγράψω αυτό το παραμύθι-ιστορία προτού το ανεβάσω εδώ, αλλά τις τελευταίες μέρες το μυαλό δε λειτουργεί, έτσι σας το παραδίδω όπως ακριβώς το αποτύπωσα την πρώτη φορά:

Και ξαφνικά η πλατεία του χωριού απόκτησε ζωή. Ένας παράξενος γέρος έφτασε κει μια μέρα κι έκανε κατάληψη στην κρήνη. Τα νέα διαδόθηκαν σ’ όλο το μεγαλοχώρι μας σε μια στιγμή. Βγήκαν τελάληδες τα παιδιά εις τα στενά και το διαλαλήσαν: «Ήρθε στο χωριό ένας γέρος με φουστάνι».
Τρέξαμε όλοι από περιέργεια να τον υποδεχτούμε, να τον περιεργαστούμε. Σαν αξιοθέατο μάς φάνταζε και ναι, τα παιδιά είχαν δίκιο φορούσε φουστάνι ή μάλλον κελεμπία. Σκεφτήκαμε πως ήταν άραβας, μα γυάλιζε απ’ ασπράδα το πρόσωπό του. Ένα γαλήνιο πρόσωπο.
«Καλώς μας βρήκες γέροντα», τον καλωσορίσαμε.
«Καλώς σας βρήκα άρχοντες», ανταπάντησ’ εκείνος.
«Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στα μέρη μας;»
«Ο νοτιάς. Είμαι ταξιδευτής!»
Πολύ παράξενος μας φάνηκε τούτος ο γέροντας μα δε μιλήσαμε, κι εκείνος δε φαίνονταν να θέλει κάτι άλλο να μας πει. Οι μεγαλύτεροι κινήσαμε και πάλι για τις δουλειές π’ αναβολή δεν παίρναν, μα τα παιδιά μείναν εκεί και πήραν γύρω του να τραγουδούν και να χορεύουν. Εκείνος τα ’βλεπε χαμογελαστός μα ρούπι από κει που κάθισε δεν το κουνούσε.
Το απόγιομα καθώς γυρίζαμε απ’ τις δουλειές εκεί ακόμα ήταν καθισμένος. Εμείς, νομίζαμε πως θα κάθονταν για λίγο να ξαποστάσει, και μετά πάλι θα κίναγε για τον προορισμό του. Αλλά, εκείνος δε φαίνονταν να έχει τέτοιες σκέψεις. Ακόμα κι όταν φύγαν τα παιδιά κι απόμεινε μονάχος, δεν έλεγε να σηκωθεί για αλλού πια να κινήσει.
Πήγα και τον ρώτησα αν θα έφευγε εκείνη τη βραδιά κι εκείνος μ’ απάντησε με σιγαλή φωνή: «Δεν έχω να πάω πουθενά, αφού δω μ’ έφερε ο δρόμος». Τι να του πω δεν ήξερα έτσι κίνησα για το σπιτικό μου. Μόνο του έστειλα λίγο φαΐ με το μικρό μου γιο και την παραγγελιά αν θέλει απόψε στο δικό μου φτωχικό να ξαποστάσει. Μου μήνυσε με το μικρό πως για χρόνια πολλά κρεβάτι του έχει τη γη, κουβέρτα του τον ουρανό, κι όσο για φαΐ, χάρη στην καλοσύνη μου θε να χορτάσει.
Νωρίς νωρίς τ’ άλλο πρωί, σχεδόν προτού χαράξει, κίνησα να πάω στα χωράφια για να ποτίσω. Μα, δεν άντεξα στον πειρασμό και πέρασα απ’ την κρήνη. Ο γέροντας εκεί ήταν καθιστός, και φαίνονταν να σκέφτεται και να φεγγοβολάει. «Άγγελος για δαίμονας είναι, θεέ μου, αυτός;» Τον πλησίασα και του χάρισα μια καλημέρα. Με καλημέρισε κι αυτός.
«Τι κάνεις παππού;»
«Σκέφτομαι παιδί μου!»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Την ευτυχία!»
Δεν απόσωσε να πει μια απόκοσμη γαλήνη πλημμύρισε και πάλι το πρόσωπό του. Κίνησα για τα χωράφια. Δεν ένιωθα πως μπόραα του γέροντα εκείνου την ψυχή να τηνε διαβάσω.
Περνάει μέρα, περνούν δυο κι ο γέροντας εκεί στην κρήνη. Του έστελναν φαΐ οι χωριανοί με τα παιδιά κι αυτός τους ευχαριστούσε. Κι αν τον ρωτούσανε τι έκανε, πως σκέφτεται την ευτυχία απαντούσε.
Με τα παιδιά φίλεψε μεμιάς κι οι μεγαλύτεροι δεν τον κακοκοιτούσαν. Παράξενος πολύ ο γέροντας αλλά γιομάτος καλοσύνη, και με τον καιρό νιώθαμε πως έγινε δικός μας. Τ’ όνομά του δεν το μάθαμε ποτές κι έτσι δεν ξέραμε πως να τον αποκαλούμε. Στο τέλος τέλος έγινε «Ο γέρος που σκέφτεται», για όλο το χωριό.
Μια φορά που είχα πρόβλημα και λύση δεν μπόραα να βρω, είπα το γέροντα να ρωτήσω, κι αυτός χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί μου είπε τι να κάνω. Στην κυρά μου πάω να το πω αλλ’ αυτή με προλαβαίνει: «Σκέφτηκ’ ο γέροντας για σε, έτσι δεν είναι;» Τ’ ομολόγησα.
Καθώς περνάει ο καιρός η φήμη του πάει και στ’ άλλα τα χωριά και συχνά πυκνά άνθρωποι περαχωρήτες έρχονται για να τον επισκεφτούνε. Όλοι τους φτάνουν σκεφτικοί αλλά με χαμόγελο γλυκό αναχωρούν στα χείλη.
Τα παιδιά που πιότερο τα αγαπά τον περιτριγυρίζουν. Που και που ξεφεύγει απ’ τις σκέψεις του, σηκώνεται μαζί τους για να παίξει και τους λέει ιστορίες. Κι αυτά π’ αυτί δεν έχουνε ν’ ακούσουν τον παπά που στο σκολειό γράμματα τους μαθαίνει, κοντά του κάθονται σιωπηλά κι υπάκουα, κι απ’ ό,τι έχει να τους πει δε χάνουν λέξη. Όταν παίρνει να πέφτει η νυχτιά τα κλείνει όλα μες στη μεγάλη του αγκαλιά και τα καληνυχτίζει. Εκείνα για τα σπίτια τους τραβούν, στους δικούς τους για να πουν μια νέα ιστορία.
Μάη μήνα ήταν που έφτασε κει ο γέροντας και πήγε Αύγουστος κι αυτός κρεβάτι ποτέ δεν είδε. Μονάχα εκεί στην κρήνη εκαθότανε, κι εσκέφτονταν την ευτυχία. Την ευτυχία που σιγά σιγά άρχισε να πλημμυρίζει το χωριό χωρίς καλά καλά κανείς μας να το καταλάβει. «Δαίμονας είναι», έλεε ο παπάς, «Άγιος» οι κυράδες, και τα παιδιά, στα πόδια του εκάθονταν κι εκειός τα εβλοούσε.
Απ’ την ήμερα που έφτασε εις το χωριό ολονών τα σπιτικά εμερέψαν. Δεν άκουγες κανένα τσακωμό, μονάχ’ όλοι με αγάπη και ομόνοια εζούσαν. Κι αν είχαν κάποιο πρόβλημα στο γέρο μεμιάς ετρέχανε για να το ελύσει. Μονάχα στο δικό του ρώτημα δε φαίνονταν να βρίσκει κάποια άκρη.
«Βρήκες την ευτυχία, γέροντα;»
«Τη σκέφτομαι, τη σκέφτομαι πολύ παιδί μου», έλεε, «δε θα μου ξεφύγει».
Όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο μακριά η φήμη του απλωνόταν. Πολύς ο κόσμος που έφτανε τις Κυριακές για να ιδεί «το γέροντα που σκεφτόταν», ακόμη κι απ’ τη χώρα. Αυτός ένα καλό λόγο είχε για τον καθένα τους να πει, αγάπη να χαρίσει, κι όλος ο κόσμος εμίλαε για το χωριό που ’χε ένα άγιο άνθρωπο να κάθεται στην κρήνη. Και σαν τους ρωτούσαν εκείνοι που δε γνώριζαν τι κάνει εκεί, «σκέφτεται την ευτυχία» απαντούσανε, και τα πρόσωπά τους φέγγανε σα λαμπάδα.
Κάποια Παρασκευή απόγιομα, λίγο προτού ο ήλιος δύσει, είδαμε ξάφνου το γέροντα απ’ τη θέση του ν’ αναπηδάει και χοροπηδώντας δω και κει να φωνάζει, να γελά και σαν παλικάρι νιο να τραγουδάει.
«Τι έγινε, γέροντα;», τρέξαμε όλοι να μάθουμε, απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Αυτός δε μας απάντησε μα πήρε να χορεύει. Ώρα δεν πέρασε πολύ και παιδιά και νιοι και γέροντες μπήκαμε στον τρελό χορό του. Ένα λαγούτο κάπου ακούστηκε να μας ακομπανιάρει, κι οι γυναίκες έφεραν βαρέλια το κρασί, πιατέλες τους μεζέδες, και σμίξανε κι αυτές με μας σ’ ένα ουράνιο γλέντι. Ακόμη κι ο παπάς ξεχάστηκε και μπήκε στο χορό, ρουφώντας μαζί μας τη χαρά και την ελευθερία.
Ώρες και ώρες κράτησε το γλέντι αυτό κι απλόχερα χάρισε σ’ όλους που ’τανε εκεί την ευτυχία. Σαν κόπασε ο χαλασμός το γέροντα πλησίασα για να τονε ρωτήσω πάλι: «Τι έγινε παππού;». «Βρήκα την ευτυχία παιδί μου!». «Που τη βρήκες;». «Στη μη σκέψη!», μου απάντησε χαμογελαστός και κίνησε για τα χωράφια. Χαμογέλασα κι εγώ και πήγα να βρω τη φαμελιά μου.
Το άλλο πρωί ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό πως ο καλός ο γέροντας είχε πια φύγει. Αλλά, πράγμα παράξενο, κανείς δε φαίνονταν στ’ αλήθεια να λυπάται. Λες κι ένα χέρι μαγικό με μια αλλόκοτη χαρά μας είχε ντύσει.
Πέρασε, πέρασ’ ο καιρός και κάποια μέρα ήρθε στο χωριό ένας πραματευτής απ’ τη χώρα. Μας είπε πως σ’ ένα μακρινό χωριό ένας γέροντας καθόταν στην πλατεία, κάτω από ’να πλάτανο κι εσκέφτονταν την ευτυχία…

Για την Τζάκι