Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

...Και άσπιλη

Παντρεύτηκα τον πατέρα μου! Ναι, καλά, όχι ακριβώς αυτόν, αλλά κάποιον που του μοιάζει. Τ’ όνομά μου είναι Αγνή και κάθε άλλο παρά άσπιλη είμαι.
Γεννήθηκα πριν σαράντα χρόνια σ’ ένα χωριό όχι πολύ μακριά από τη Λευκωσία και είμαι μοναχοκόρη. Η οικογένειά μας είναι σχετικά εύπορη. Ή μάλλον ήταν. Ήταν, αφού δεν ανήκω πια σ’ αυτή την οικογένεια, έχω φτιάξει τη δική μου.
Από μικρή, θυμάμαι, το όνειρό μου ήταν να μεγαλώσω όσο πιο γρήγορα μπορώ και να φύγω για την πόλη, αφού δεν άντεχα τη ζωή στο χωριό, την απομόνωση και την κλεισούρα του σπιτιού, αλλά και γιατί ζήλευα τις συγχωριανές μου που μετακόμισαν οικογενειακώς στη Λευκωσία, κι έρχονταν πίσω μονάχα στις διακοπές, για να μας πουν πόσο καλά περνάνε. Εκείνες τα είχαν όλα: εύκολες μετακινήσεις, φίλους, κάποιου είδους ελευθερία. Όχι πως η ζωή μου ήτανε και τόσο μαύρη στην τελική, αλλά να, δεν είχε και χρώματα.
Εκείνο όμως -τώρα πια μπορώ και το ομολογώ- που πιότερο με χαλούσε, ήταν η τυραννία στο σπίτι. Οι φωνές και οι καυγάδες ανάμεσα στους γονιούς μου, οι απειλές, η έλλειψη γαλήνης. Όταν ήμουνα εκεί δεν μπορούσα να χαμογελάσω, αφού ο φόβος ήταν εκείνος που όριζε την καθημερινότητά μου. Ο φόβος για το τι θα μου έφερνε η επόμενη μέρα. Φοβόμουνα την οργή της μάνας, που ξεσπούσε πάνω μου, αφού δεν μπορούσε να την εκτονώσει αλλού, και τα οργισμένα βλέμματα του πατέρα μου, τα οποία πού και πού άλλαζαν μορφή και γίνονταν τρυφερά – και τότε ακριβώς ήτανε που με τρόμαζαν πιο πολύ.
Προσπαθούσα να μένω όσο λιγότερο γινότανε στο σπίτι, κι έτσι άρπαζα κάθε ευκαιρία που μου δινόταν για να ξεφύγω για λίγο. Πήγαινα στο φτωχικό της γιαγιάς, που πιότερο θύμιζε καλύβα, και τη βοηθούσα με τις δουλειές της, παρακολουθούσα δυο φορές την εβδομάδα την κατήχηση και δεν έχανα λειτουργία για λειτουργία στη μικρή εκκλησία του χωριού, αφού εκεί ένιωθα ασφαλής.
Προτού κλείσω καν τα δέκα μου χρόνια ένιωθα σαν νεκρή. Μια νεκρή που περίμενε με αγωνία την ανάστασή της, που θα αργούσε πολύ ακόμη να φανεί.
Την πρώτη φορά που με άγγιξε άπρεπα ο πατέρας μου, ένιωσα ωραία, αφού δεν ήξερα τι έκανε. Ήτανε μαζί μου τρυφερός κι εγώ απολάμβανα όσο μπορούσα εκείνο το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Δεν έκανε και κάτι το τραγικό. Με αγκάλιασε απλά από πίσω, από τη μέση, ξαφνιάζοντάς με, καθώς συγύριζα το δωμάτιό μου, και με φίλησε στο σβέρκο. Η μάνα μου έλειπε εκείνη τη στιγμή απ’ το σπίτι, κι εκείνος έδειχνε παράδοξα ήρεμος, με μια φλόγα να του φωτίζει το βλέμμα, κάτι που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω. Δεν είπα τίποτα. Δεν αντέδρασα καθόλου. Χάρηκα απλά τη στιγμή.
Τη δεύτερη φορά ωστόσο τα γεγονότα πήραν μια τροπή που δεν περίμενα. Ήτανε μια κρύα μέρα του χειμώνα, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, και ήμασταν και πάλι μόνοι στο σπίτι. Η μάνα μου είχε πάει επίσκεψη στη γιαγιά ή σε κάποια συγχωριανή, δε θυμάμαι, κι εμείς καθόμασταν αμίλητοι στο σαλόνι, μπροστά από το τζάκι. Εγώ ήμουνα στο χαλί, κι εκείνος στον καναπέ. Καθώς κοιτούσα τις φλόγες κι ονειροπολούσα, τον ένιωσα ξάφνου δίπλα μου. Τρόμαξα στην αρχή, αλλά όταν τον είδα να χαμογελά ηρέμησα. Μα μετά, με άγγιξε. Άγγιξε πρώτα το μανίκι μου, ύστερα τα μαλλιά και τα μάγουλά μου. Τώρα, όπως κλείνω τα μάτια, κι αναπλάθω μέσα μου τη σκηνή, ανατριχιάζω. Με μετρούσε. Μετρούσε τις αντιδράσεις μου, τις αντιστάσεις μου. Το μόνο που δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και σε τι να αντισταθώ. Καημένο παιδί. Μού είπε να βγάλω τα ρούχα μου κι εγώ άρχισα να γελώ. Νόμιζα ότι αστειευόταν. Αλλά όχι. Ήταν σοβαρός και τα μάτια μου έκαιγαν. Έμοιαζα να μικραίνω κάτω από το βλέμμα του και να χάνομαι. Υπάκουσα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το έκανα. Ύστερα όμως… Ύστερα, σαν έμεινα γυμνή, τρόμαξα. Άρπαξα λοιπόν τα ρούχα απ’ το πάτωμα κι έτρεξα, ανεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλιά, στο δωμάτιό μου. Κι εκείνος, μ’ ακολούθησε. Κι εκείνος, με οδήγησε στο κρεβάτι. Κι εκείνος, όταν προσπάθησα ν’ αντισταθώ με χτύπησε άγρια, καταπνίγοντας με το ένα του χέρι τις κραυγές μου. Τον ένιωσα να μπαίνει μέσα μου με βία. Τον ένιωσα. Και ο φόβος που ένιωθα πριν μέσα μου γι’ αυτόν μετατράπηκε σε τρόμο. Είχα ένα τέρας για πατέρα. Σαν έκανε ό,τι είχε να κάνει, σαν άδειασε πάνω μου, γεμίζοντάς με με αηδία, σηκώθηκε, σκουπίστηκε μ’ ένα χαρτομάντιλο, και με διέταξε -με μια φωνή σαν ψίθυρο που ένιωσα να με διαπερνά πέρα ως πέρα- να μην πω τίποτα, σε κανένα. Παρέμεινα στο κρεβάτι γυμνή, για ώρα πολλή, να γελάω και να κλαίω. Γελούσα νευρικά, έκλαιγα σπαρακτικά και ασταμάτητα, για ώρα πολλή. Αλλά κάποτε τα δάκρυα στέρεψαν, ο πόνος πήρε στην ψυχή μου μορφή αφήνοντας απέξω τον κόσμο, και σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο για να λουστώ, μήπως και ξεπλύνω από πάνω μου το κρίμα. Η πληγή ωστόσο ήταν μέσα μου και τίποτα δε θα μπορούσε να την κάνει να σταματήσει να αιμορραγεί. Όταν επέστρεψα στο δωμάτιο η μάνα μου ήταν εκεί. Στεκόταν ακίνητη και κοιτούσε το ματωμένο λεκέ πάνω στο σκέπασμα. Άφωνη. Άβουλη. Παγωμένη. Δεν είπε τίποτα. Δεν έκανε τίποτα. Δεν προσπάθησε καν να μ’ αγκαλιάσει. Βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο, όπως ακριβώς είχε μπει, κι εγώ πήγα και ξάπλωσα. Σε λίγο άκουσα φωνές από κάτω, πολύ σαματά, κάτι να σπάει, κι ύστερα μια κραυγή πόνου. Έκλεισα τα μάτια, έκλεισα τ’ αυτιά, αλλά το έργο, η σκηνή, άρχισε να παίζεται ξανά και ξανά μέσα μου. Κι ύστερα ήρθαν άλλες σκηνές από το παρελθόν να μου χαράξουν τη μνήμη, άλλες εικόνες να μου χαρακώσουν την ψυχή. Ώστε γι’ αυτό, σκεφτόμουνα. Ώστε γι’ αυτό η μάνα μου τη μια έχει πληγές στα χέρια και στα πλευρά και την άλλη μώλωπες στο πρόσωπο. Ώστε γι’ αυτό δεν τον αφήνει να την αγγίξει όταν είμαι μπροστά! Τόσα χρόνια κοιτούσα μα δεν έβλεπα. Για άλλα τόσα χρόνια θα έβλεπα μα θα έκανα τα στραβά μάτια. Όχι, δε με βίασε ξανά ο πατέρας μου, αλλά άφησε να πέσει η μάσκα, άρχισε να με χτυπάει κι εμένα με κάθε αφορμή, να προσπαθεί να με σπάσει, να με μεταμορφώσει σε μια νέα εκδοχή της μάνας μου. Και τα κατάφερε. Ζούσαμε κι οι δυο στην κόλαση – εκείνη παρατημένη απ’ τη ζωή, κι εγώ ανυπομονώντας γι’ αυτή ν’ αρχίσει.
Τα χρόνια πέρασαν σιγά σιγά τυραννικά και, μόλις επιτέλους τέλειωσα το σχολείο, έσπευσα ν’ αρραβωνιαστώ τον πρώτο άντρα που ήρθε και με ζήτησε. Κι ας μη μου άρεσε καθόλου, κι ας διέκρινα απ’ την πρώτη στιγμή το σκοτάδι που κρυβόταν πίσω από τα μάτια του. Το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να φύγω από εκεί και να πάω στην πόλη, κι αυτό ακριβώς ήταν που μου υποσχόταν εκείνος. Δε χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για ν’ ανακαλύψω πως κι αυτός σαν τον πατέρα μου ήτανε. Ήθελε μια γυναίκα-δούλα, που θα τον σεβόταν και θα τον υπάκουε. Και, αν και είχα ακόμη την ευχέρεια να διαλύσω τον αρραβώνα, ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να το κάνω, εγώ πήγα και τον παντρεύτηκα. Και τώρα, είκοσι δύο χρόνια και τρία παιδιά μετά, είμαι μαζί του ακόμα. Όχι, δεν τον αγαπώ, ποτέ δεν τον αγάπησα, απλά τον φοβάμαι. Κι ο φόβος που μου προκαλεί είναι αυτός ακριβώς που με κρατάει κοντά του. Δεν θα μπορούσα να τον εγκαταλείψω ποτέ, είναι ο πατέρας των παιδιών μου, μου προσφέρει ασφάλεια. Τι κι αν με χτυπάει πού και πού; - είναι μαθημένο το βουνό απ’ τα χιόνια. Τι κι αν ο έρωτάς του έχει καταντήσει βίαιος; - άλλο τρόπο δε γνωρίζω. Φτάνει που με πήρε απ’ το σπίτι των γονιών μου, φτάνει που με έφερε στην πόλη, φτάνει που με έσωσε – από τους άλλους, όχι από τον εαυτό μου.
Το κορμί μου εξακολουθεί να είναι γεμάτο πληγές κι η ψυχή μου αιμορραγεί, αλλά έχω τουλάχιστον πια το δικό μου σπίτι και τα παιδιά μου -τις κόρες μου και την αγάπη τους- κι ας τώρα τελευταία η πρώτη μου, η Αρετή, γίνεται όλο και πιο απόμακρη και σιωπηλή, και μοιάζει να μ’ αποφεύγει. Είμαι η Αγνή και είμαι ακόμη ζωντανή, μα όχι άσπιλη.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου