Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Μετά το φονικό

Τον σκότωσε! Εν ψυχρώ. Ή ίσως και όχι, όχι εν ψυχρώ, αλλά τι σημασία έχει αυτό; Σημασία έχει το ότι τον σκότωσε. Και τώρα τι; Τι να κάνει τώρα; Πώς να συνεχίσει να ζει; Και οι τύψεις της; Θα συνεχίσουν να την κατατρέχουν; Πώς να τις σκοτώσει αυτές χωρίς να σκοτωθεί κι η ίδια; Πεθαίνουν οι τύψεις;
Κάθεται σταυροπόδι, κουλουριασμένη σχεδόν, θεόκλειστη και μόνη στο κρύο κελί ενός κρατητηρίου. Κρύβει το πρόσωπο με τα μακριά βαθυκόκκινά της μαλλιά και τις υγρές από το κλάμα παλάμες. Τη μια στιγμή ήρεμη, την άλλη αναστατωμένη. Τη μια σε υπερδιέγερση και την άλλη ακίνητη, σαν νεκρή. Τα έχει χαμένα. Φέρνει τη μορφή του στο μυαλό της ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Είναι θολά, σβησμένα, όπως την ψυχή που εγκατέλειψε το σώμα και περιφέρεται στις σκιές και στο κενό του χώρου. Ανοίγει τα μάτια. Το μαύρο των ματιών μοιάζει να αντανακλά το μέσα της. Σηκώνει το κεφάλι. Από το μικρό σιδερόφρακτο παράθυρο, που μοιάζει σαν στίγμα και σαν ζωγραφιά στον τρομακτικά λευκό τοίχο, μπορεί να διακρίνει αχνά ένα βαριά συννεφιασμένο ουρανό. Πού και πού ακούει τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν ορμητικά, άλλοτε ανάλαφρα, και μετά εντελώς στα ξαφνικά να σταματάνε. Να, σαν και τα δάκρυά της. Οι αστραπές είναι αραιές, όπως οι ανάσες της. Οι ριπές τους που διατρέχουν την πλάση, δεν την παρηγορούν.
Δεν την έκλεισαν στην κανονική φυλακή, όχι ακόμη, έτσι το κελί της είναι λουσμένο στο φως – ένα φως που την αναστατώνει. Αυτή τη μαύρη ώρα θα προτιμούσε το σκοτάδι. Ένα μικροσκοπικό κρεβάτι, μια παλιά καρέκλα, κι ένα ακόμη πιο παλιό μικρό ξύλινο τραπέζι, αυτή είναι όλη κι όλη η προσωρινή της περιουσία. Η κράτησή της εδώ δε θα κρατήσει και πολύ λογικά – όπως και η ζωή μου, σκέφτεται. Ο τοίχος γυμνός, άδειος. Μη έχοντας τι άλλο να κάνει, προσπαθεί για λίγο να ξεχαστεί στολίζοντάς τον με του περιγράμματός της τις σκιές. Φτιάχνει εικόνες με τα χέρια, σηκώνεται απ’ το κρεβάτι και δημιουργεί σχήματα με το κορμί, κάνει φιγούρες στον κανένα, μα δεν ξεχνιέται.
Μέχρι πριν λίγες ημέρες ήταν ελεύθερη, γεμάτη χαρά και ζωή, ξεχειλίζοντας από σχέδια και όνειρα για το αύριο. Είχα όλο το μέλλον μπροστά μου. Κι αυτό το μέλλον το σκότωσε. Αυτή έφταιγε για όλα. Κι αυτός. Αυτός που πάντα την παρέσερνε, απ’ την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, αυτός που γεννούσε μέσα της μια αίσθηση περιπέτειας, αλλά και τα πιο ζωώδη ένστικτα.
Όχι πώς τον αγαπούσε -δεν θα μπορούσε να τον αγαπήσει, ερωτικά τουλάχιστον, ποτέ- αλλά να, περνούσε καλά μαζί, καλύτερα παρά με κάθε άλλον. Ήταν ντόμπρος, την έκανε συνεχώς να γελά, της τόνωνε την αυτοπεποίθηση, κάθε που άρχιζε η ζωή να την παίρνει από κάτω. Αυτός ήταν που την έβγαλε με το έτσι θέλω απ’ τη μόνιμη σιωπή της, που την τράβηξε πεισματικά απ’ τη σπηλιά της μοναξιάς και τη δίδαξε πώς να διασκεδάζει – κυρίως σε βάρος των άλλων.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό της ήταν πάντα θύμα. Απ’ το νηπιαγωγείο ακόμη. Φορούσε γυαλιά, είχε φακίδες, τότε ήταν και λίγο χοντρή, και δυσκολευόταν πολύ να μιλήσει. Ήμουν άχαρο μωρό, σκέφτεται. Και σαν τέτοιο τα άλλα παιδιά δεν έχαναν ευκαιρία να την πειράξουν, να την κοροϊδέψουν, ήταν εύκολος στόχος. Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορεί να το πιστέψει πόσο σκληρά ήταν μαζί της, πόσο άκαρδα. Θα σας σκοτώσω, φώναζε από μέσα της, θα σας σκοτώσω, απειλούσε, μα δεν το έκανε. Αντί αυτού κλείστηκε στο καβούκι της σιωπής, που της πρόσφερε μια κάποια ασφάλεια. Στο δημοτικό σχολείο, μια από τα ίδια. Στο γυμνάσιο και το λύκειο, τι είχαμε, τι χάσαμε. Στο πανεπιστήμιο; Εκεί γνώρισε εκείνον, και όλα άλλαξαν. Δεν ήταν πια το ασχημόπαπο του χθες, αλλά ούτε και καμιά σταχτοπούτα. Μόνιμα οργισμένη, εμφανώς λυπημένη, απόμακρη όσο πότε, προκαλούσε στους άλλους το φόβο.
Λίγο προτού τον γνωρίσει σκεφτόταν ότι δεν ήθελε πια να ζει, δεν είχε λόγο για να το κάνει. Δεν την άντεχε πια τη ζωή, δεν της άρεσε, τίποτα δεν είχε να της χαρίσει. Η κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια επανάληψη, ένα αντίγραφο της προηγούμενης. Ώρες ώρες ένιωθε να την τυλίγει ο μανδύας της απόγνωσης. Βαριόταν αφόρητα. Η μουσική με κρατάει ζωντανή. Ναι, γι’ αυτή ζούσε. Άκουγε τραγούδια λυπημένα και οργισμένα, στίχους θλιβερούς και θανατολάγνους. Περπατούσε πάντοτε σκυφτή, με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, αποκομμένη από τον κόσμο. Ήταν μόνη.
Πού και πού κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη κι απορούσε: Γιατί είμαι έτσι; Γιατί εγώ; Γιατί δεν μπορώ να χαρώ; Έκανε γκριμάτσες στην αντανάκλασή της, μα δεν κατάφερνε να γελάσει. Ο εαυτός της, της φαίνονταν γελοίος και όχι αστείος. Κάπου θύμιζε φιγούρα από ένα ασπρόμαυρο γιαπωνέζικο μάνγκα. Πρόσωπο λευκό, χλωμό, ρούχα φυσικά μαύρα, κι ένα κορμί ακόμη κοντό, αλλά αδύνατο, μια σκοτεινή μπαλαρίνα.
Πρώτος της μίλησε εκείνος. Την είδε που καθόταν στην αυλή της σχολής, σε μια γωνιά μοναχή και την πλησίασε αθόρυβα – ή ίσως και όχι. Κάθισε δίπλα της απρόσκλητος και τη ρώτησε τι άκουγε. Μουσική, του απάντησε εκείνη χαμηλόφωνα και πολύ πολύ σοβαρά, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, κι εκείνος γέλασε. Μα πού το βρήκε αυτός το αστείο; αναρωτήθηκε, εξακολουθώντας να κοιτάει χαμηλά, ατάραχα, μα δεν τον ρώτησε. Ήθελε να του πει να της αδειάσει, στην κυριολεξία, τη γωνιά, μα ούτε κι αυτό το έκανε. Είτε ήταν εκεί, είτε όχι, στο τέλος της ημέρας το ίδιο της έκανε. Συνέχισε λοιπόν ν’ ακούει τη μουσική της, χωρίς να του δίνει καμιά απολύτως σημασία, κι εκείνος, μάλλον παραξενεμένος από τη συμπεριφορά της, συνέχισε να σιωπά δίπλα της. Ύστερα από πολλή ώρα, τον ένιωσε να σηκώνεται για να φύγει. Καθώς έπαιρνε το δρόμο για την τάξη του, ή για ποιος ξέρει που, έστρεψε επιτέλους το βλέμμα της πάνω του. Είδε λίγο το προφίλ και περισσότερο την πλάτη του. Τον αναγνώρισε. Δεν ήξερε το όνομά του, αλλά ήξερε ποιος ήταν: Ένας ξένος! Ένας ξένος για τη δική της ιδιοσυγκρασία, κάποιος από άλλο πλανήτη – τον πλανήτη γη. Τον είδε πολλές φορές να κάθεται στην καφετερία, να μιλά δυνατά, να γελά, να κάνει σαματά. Όχι άσχημος –ψηλός, γεροδεμένος, με κοντά μαύρα μαλλιά και καφέ εκφραστικά μάτια- κάθε άλλο, αλλά ήταν ό,τι ακριβώς δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτή: δημοφιλής.
Το σκηνικό εκείνης της ημέρας θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές στη συνέχεια, αναστατώνοντας της ζωής της τη νωχέλεια, μέχρι που κάποια φορά δεν άντεξε και τον ρώτησε επιτέλους τι ήθελε απ’ τη ζωή της. Τίποτα, της απάντησε μ’ εκείνο το πλατύ χαμόγελο που τόσο άρεσε στους άλλους. Τότε αυτό ακριβώς θα πάρεις, του είπε δεικτικά και έβαλε ξανά τ’ ακουστικά στ’ αυτιά, εκεί που ανήκαν. Αλλά εκείνος δεν το έβαλε κάτω. Μπορώ να ακούσω; τη ρώτησε. Άκου, του αποκρίθηκε σχεδόν αδιάφορα και του έδωσε το ένα ακουστικό. Ξόδεψαν πολλή ώρα έτσι, καθισμένοι δίπλα δίπλα σιωπηλοί, ακούγοντας μουσική.
Μ’ αυτόν τον παράδοξο ή μη τρόπο πλησίασαν ο ένας τον άλλο. Έτσι γνωρίστηκαν. Τελικά εκείνος δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως τον φανταζότανε, και τελικά κι εκείνη έκρυβε μέσα της κάποια πράγματα που αγνοούσε. Όσο πιο πολλά της έλεγε, όσο πιο πολύ την άκουγε, όσο πιο πολύ τον μάθαινε, τόσο περισσότερο δενότανε μαζί του. Μπορώ και του μιλώ, σκεφτότανε με απορία και θαυμασμό. Ο ήλιος του έριχνε φως στα σκοτάδια της – τα σκότη της έριχναν αλλόκοτες σκιές στην ακτινοβολία του. Κατά ένα παράδοξο τρόπο συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο. Κι έτσι, σιγά σιγά, έμαθε εκείνη να χαμογελά, ενώ άρχισε κι αυτός με τη σειρά του ν’ αναγνωρίζει την αξία της σιωπής.
Ωστόσο δεν ήταν ο κατακτητής έρωτας, αλλά ούτε καν κι αυτή η φιλία, που τους χάριζαν ζωή, αλλά η αχανή τους τρέλα. Όταν βρίσκονταν οι δυο τους μαζί, κάτι που συνέβαινε όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ, έκαναν το ένα κουφό πράγμα μετά από το άλλο. Γίνονταν ευδαίμονες καταστροφείς. Έκαναν σαμποτάζ στη σχολή, έκλεβαν πράγματα, άσχετο αν τα χρειάζονταν ή όχι, έβρισκαν ευφάνταστους τρόπους για να τιμωρήσουν τους καθηγητές που δεν γούσταραν, όπου πήγαιναν έπαιρναν μαζί τους την καταστροφή. Εκείνη, που μέχρι τότε ζούσε σαν ορφανή αλλά δεν ήταν, βρήκε τρόπο να εκτονώσει στους άλλους την οργή της. Εκείνος, που ήταν ορφανός από παιδί, και που μέχρι τη στιγμή που τη γνώρισε φορούσε τη μάσκα και το κουστούμι του κεφάτου πλην καθώς πρέπει νέου, θέλησε να πάρει την εκδίκησή του από την κοινωνία. Το μέλλον μιας ένωσης σαν κι αυτή ήταν προδιαγεγραμμένο.
Πού να είναι τώρα; αναρωτιέται, καθώς κάθεται σταυροπόδι και πάλι στο άγνωστό της κρεβάτι και θυμάται όλα αυτά που έγιναν, αυτά που την οδήγησαν μέχρι εκεί. Θέλει να τον δει, πολύ. Να τον βρίσει και να τον αγκαλιάσει. Να τον φιλήσει και να τον χτυπήσει. Να του πει ότι τα κάνανε σκατά και να του χαμογελάσει. Δεν της λείπει το κορμί του – ποτέ δεν κάνανε έρωτα. Αντάλλαξαν πολλά φιλιά όμως. Εκείνος ήθελε να προχωρήσουν, να κάνουν το επόμενο βήμα, αλλά αυτό αυτή δεν το μπορούσε. Δεν το τολμούσε ίσως. Ίσως και όχι. Είμαι ασεξουαλικό άτομο, του έλεγε. Δεν μπορούσε να νιώσει πόθο. Τα μόνα συναισθήματα που έμοιαζαν να κάνουν κατάληψη μέσα της ήταν ο ενθουσιασμός, αραιά και για λίγο, και η θλίψη, συχνά και για πολύ. Τον αγαπούσε όμως; Δεν είναι και τόσο σίγουρη. Αν μπορούσε να κάνει με κάποιον άλλο όλ’ αυτά που έκανε μαζί του, τότε…
Τι θα μου ξημερώσει άραγε το αύριο; Το πρωί, αυτό ξέρει τι θα της φέρει, αλλά μετά τι; Το κακό, το μεγάλο κακό είναι ότι θέλοντας και μη θα συναντήσει τους γονείς της, οι οποίοι σίγουρα θα την πρήξουν με τις ερωτήσεις τους, και δεν νιώθει και τόσο σίγουρη ότι θα το αντέξει αυτό. Δεν θέλει να τους δει και οπωσδήποτε δεν θέλει να τους μιλήσει. Να τους πει τι, άλλωστε, και πώς να το καταλάβουν αυτοί; Αν την καταλάβαιναν τόσα χρόνια θα τη βοηθούσαν, δε θα την άφηναν να φτάσει μέχρι εδώ. Αλλά ήτανε πάντα τους τυφλοί; Ή μάλλον όχι, δεν ήτανε τυφλοί, απλά βλέπανε μονάχα αυτά που ήθελαν να δούνε. Ας την αφήσουν ήσυχη λοιπόν, είναι πρόθυμη να πληρώσει από μόνη τους λογαριασμούς της, κι ας πάνε να χαρίσουν τις αγάπες και τις φροντίδες τους στη μικρή της αδελφή – είναι καλό παιδί αυτή.
Ξαφνικά αρχίζει να γελά, νευρικά. Και το ίδιο απότομα, μια στιγμή μετά, σταματά, παραξενεμένη. Ώστε έτσι ακούγεται το γέλιο της! Πρώτη φορά γελά μόνη, δίχως εκείνον δίπλα της, και νιώθει μια ανατριχίλα να της διαπερνάει το κορμί, να κεντάει ψιλοβελονιά στην ψυχή τη μοναξιά της.
Βουλιάζει και πάλι στη σιωπή. Θυμάται. Αυτό που είναι αδύνατον να ξεχάσει ποτέ. Πριν από λίγες μόλις ώρες έγιναν όλα. Μια αιωνιότητα μικρή. Είπαν να κάνουν μία ακόμη από τις φάρσες τους. Το μόνο που τούτη τη φορά κάπως το παρατράβηξαν. Κάπως πολύ. Ήταν δική του η ιδέα. Κι η αλήθεια είναι ότι αυτή, πες από διαίσθηση, πες από ένα τσίμπημα ευαισθησίας, δεν τον ήθελε να την πραγματοποιήσει. Αλλά δεν του είπε τίποτα. Δεν ήθελε να τον ξενερώσει, αλλά ούτε και να φανεί μπροστά του δειλή, αδύνατη. Τον ακολούθησε λοιπόν, απρόθυμα. Πήγανε στην εστία, μπήκανε χρησιμοποιώντας ένα αντικλείδι προφανώς σ’ ένα δωμάτιο δίπλα από το δικό του, κι εκείνος έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή ασύρματη κάμερα, την οποία και τοποθέτησε σε μια απόμακρη γωνιά. Καθώς το έκανε αυτό, εκείνη στεκότανε από πίσω του ατάραχη και παρατηρούσε το χώρο. Έμοιαζε να λάμπει από καθαριότητα. Τα βιβλία και τα μπλοκ των σημειώσεων στοιβαγμένα με τάξη, τα ρούχα άφαντα, προφανώς τοποθετημένα προσεκτικά στη μικρή ντουλάπα, ενώ και στον υπολογιστή, το γραφείο και το πάτωμα, δεν μπορούσε να διακρίνει ίχνος σκόνης, ούτε ένα λεκέ. Αν δεν ήταν τα στοιχεία που μαρτυρούσαν το αντίθετο -τα αθλητικά παπούτσια, ένα καπελάκι στον τοίχο, οι φωτογραφίες, αλλά και η γνώση του πού βρίσκονταν- θα νόμιζε ότι εκεί ζούσε κάποιο κορίτσι. Μετά από λίγο βγήκαν προσεκτικά, παραφυλώντας, έξω στο διάδρομο, για να μπουν αμέσως στο δικό του δωμάτιο. Μόνο τότε της μίλησε. Θα πέσει άγριο γέλιο, της είπε, κι εκείνη παρέμεινε να τον κοιτά απορημένη.
Τις επόμενες δυο-τρεις ώρες τις ξόδεψαν στο τίποτα. Άκουγαν σιγανά μουσική, έβλεπαν κάποια βίντεο και φωτογραφίες στον υπολογιστή, μιλούσαν σχεδόν αδιάφορα για το ένα και για το άλλο, και πού και πού εκείνος της έβαζε χέρι κι αυτή άνευρα το απωθούσε. Μέχρι που άκουσαν τη διπλανή πόρτα ν’ ανοίγει. Τότε εκείνος σοβάρεψε αμέσως και βιάστηκε να κλείσει όλα τα παράθυρα στην οθόνη του υπολογιστή, μόνο και μόνο για ν’ ανοίξει κάποιο νέο – ένα που έδειχνε το διπλανό δωμάτιο, αυτό στο οποίο είχαν εισβάλει. Είδαν ένα γεροδεμένο ξανθό νέο να μπαίνει μέσα, ν’ αφήνει μια τσάντα ώμου να πέσει απαλά στο πάτωμα, και να στέκεται για λίγη ώρα ακίνητος μπροστά απ’ το παράθυρο κοιτώντας κάπου έξω. Σύντομα ωστόσο άκουσαν κάποιον να του χτυπάει την πόρτα και τον είδαν να τρέχει σχεδόν για να την ανοίξει. Περίμενε ότι θα έβλεπε να μπαίνει κάποια φοιτήτρια, ίσως ένα κορίτσι που κι η ίδια γνώριζε. Αλλά, το σώου αρχίζει, της ψιθύρισε εκείνος, αποσπώντας για μια στιγμή την προσοχή της από την οθόνη. Τι εννοείς; πήγε να τον ρωτήσει, μα βλέποντας ποιος ήταν αυτός που προέβαλε απ’ την ανοικτή πόρτα, κατάλαβε, σιώπησε. Ώστε ήταν ομοφυλόφιλος; Χαμογέλασε. Και τι μ’ αυτό; Γούστο του και καπέλο του. Καθόλου δεν την ενοχλούσε αυτό. Καθώς όμως εκείνη έβλεπε τα γεγονότα να διαδραματίζονται μπροστά της, σαν ένα μη στημένο ριάλιτι σώου, εκείνος έκανε τα δικά του. Ποια δικά του; Μπήκε σε μια ιστοσελίδα στην οποία ήταν μέλος και άρχισε να αναμεταδίδει αυτά που κατέγραφε η κάμερα στο διαδίχτυο. Λίγη ώρα μετά δεκάδες ή και εκατοντάδες φοιτητές θα έβλεπαν δυο αγόρια, δυο νέους άντρες, να κάνουν έρωτα σε ζωντανή μετάδοση. Αναστατώθηκε πολύ όταν το αντιλήφθηκε αυτό, αλλά τώρα πια ήταν πολύ αργά για να κάνει πίσω. Ήταν ήδη συνένοχη. Ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται, οι ενοχές άρχισαν αμέσως σχεδόν να κόβουν βόλτες στο μυαλό και την ψυχή της. Ήθελε να του βάλει τις φωνές, σιώπησε. Ήθελε να τον βρίσει, δεν έβγαλε άχνα. Ήθελε να τον πλακώσει στο ξύλο, ούτε που τον άγγιξε. Απέστρεψε μοναχά το βλέμμα από την οθόνη κι εκείνον, τους γύρισε την πλάτη και με σκυμμένο το κεφάλι απομακρύνθηκε. Πήγε και στάθηκε, αγκαλιάζοντας τον εαυτό της, προσπαθώντας λες να τον προστατέψει από ένα αδιόρατο αλλά σίγουρα επερχόμενο κίνδυνο, μπροστά από το παραθύρι. Σήκωσε το βλέμμα, το οποίο άρχισαν ήδη να υγραίνουν κάποιες υποψίες δακρύων, και για ώρα πολλή κοιτούσε ακίνητη, με μάτια που δεν έβλεπαν, μιαν ερημωμένη σχεδόν αυλή και το σκοτάδι που έπεφτε. Αυτή τη φορά το παρατραβήξαμε, σκεφτόταν. Το παρατραβήξανε – δεν έβγαζε την ουρά της απέξω. Αυτή η φάρσα δεν της χάρισε καθόλου τον ενθουσιασμό, την έκανε μοναχά να νιώσει πολύ πολύ λυπημένη, περισσότερο ακόμη απ’ ό,τι συνήθως. Μακάρι να τελειώσουν όλα εδώ, παρακάλεσε άηχα, αλλά δεν τέλειωσαν.
Ο Μ. το αθώο τους θύμα, έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη ο περίγελος της σχολής και όχι μόνο, αφού το βίντεο ειδώθηκε από πολλούς, κι αναπαράχθηκε και προωθήθηκε από άλλους τόσους. Όπως σύντομα θα μάθαιναν έπεσε στην αντίληψη διάφορων γνωστών και φίλων του, των καθηγητών και των γονιών του. Είδε, ανήμπορος να αντιδράσει τη ζωή του να γκρεμίζεται, την πορσελάνη της ύπαρξής του να σπάει σε χίλια κομμάτια, τα οποία οι άλλοι τσαλαπατούσαν γελώντας χαιρέκακα. Κι αυτό δεν το άντεξε. Την επόμενη μέρα βούτηξε στο κενό απ’ την ταράτσα της σχολής. Αλλά ούτε κι αυτή τη φορά φάνηκε τυχερός, αφού ο θάνατός του δεν υπήρξε ακαριαίος. Για ώρες και ώρες παράπαιε ανάμεσα στους δυο κόσμους, αλλά τελικά, κατάρα κι ευλογία, η μάχη αποδείχτηκε άνιση, κέρδισε ο πιο δυνατός – εκείνος που αυτός ο ίδιος ήθελε να κερδίσει. Και τότε άρχισαν οι μπελάδες τους, ή μάλλον οι δικοί της μπελάδες, αφού έφυγε και την άφησε μόνη. Εν ριπή οφθαλμού εκείνος εξαφανίστηκε από προσώπου γης, αλλά αυτή έμεινε. Δε θα το έβαζε ποτέ στα πόδια. Δεν άργησαν και πολύ να έρθουν και να της χτυπήσουν την πόρτα. Δε δίστασε ούτε λεπτό να τα ομολογήσει όλα. Άκαρδη ίσως να είμαι, αλλά σκύλα όχι, σκεφτόταν. Μέχρι τότε οι πλάκες τους, οι φάρσες τους, ήταν σκληρές, αλλά λίγο πολύ αθώες. Ίσως να χάραζαν κάποιους, δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, αλλά δεν τους μαχαίρωναν, δεν τους σκότωναν. Τώρα είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα και έπρεπε να πληρώσουν τα σπασμένα, να δικαστούν και να καταδικαστούν. Αυτό επέβαλλε η προσωπική της ηθική. Όσο κι αν μισούσε η ίδια τη ζωή, το θεωρούσε ανεπίτρεπτο το να οδηγεί κάποιος τους άλλους, χωρίς τη θέλησή τους, στο θάνατο.
Τη συνέλαβαν λοιπόν. Και τώρα είναι εδώ. Και περιμένει. Να ξημερώσει η πρώτη μέρα της μελλοντικής της ζωής. Θα είναι κόκκινη η νέα της αυγή; Τον σκότωσα, σκέφτεται. Και χαμογελά. Και λυπάται βαθιά. Σκέφτεται κι εκείνον, οργισμένα και τρυφερά. Πού να είναι τώρα; Μα τι σημασία έχει; Σκέφτεται…

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου