Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Ακούω φωνές

Ακούω φωνές! Αλλά, τώρα πια, δεν τολμώ να το ομολογήσω πουθενά, η ιδέα και μόνο με τρομάζει, αφού αν το κάνω πολύ πιθανόν να με κλείσουν μέσα ξανά. Να με κλείσουν στον ίδρυμα. Εκεί που κλείνουν τους τρελούς ή και τους πολύ έξυπνους. Εκεί που προσπάθησαν με κάθε μέσο να πείσουν και μένα ότι είμαι τρελός, μα δεν τους πέρασε, αφού δεν είμαι. Τρελός. Ποτέ δεν ήμουν. Απλά από πάντα, θυμάμαι, άκουγα φωνές. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Και αυτές πάντα μου έλεγαν τα μελλούμενα. Κι αυτά συνέβαιναν. Κι αυτά με τρόμαζαν. Θα ήταν καλύτερα να μη γνώριζα τίποτα, σκεφτόμουνα, και κρυβόμουνα στις γωνιές του σπιτιού και στις ντουλάπες, κάτω από τα τραπέζια, έκλεινα τ’ αυτιά με τα μαξιλάρια όταν πήγαινα για ύπνο, αλλά αυτές ποτέ δε σταματούσαν αφού ήταν μέσα στο κεφάλι μου.
Ολόκληρή μου τη ζωή την ξόδεψα φοβισμένος, παρασιτικά σχεδόν. Μικρό παιδί συνήθιζε συχνά πυκνά να πηγαίνω και να χώνομαι κάτω από το κρεβάτι της μάνας μου, μετά που αυτή κοιμόταν -αργά, πολύ αργά- αφού φοβόμουνα να μείνω μόνος στο σκοτάδι, ενώ αργότερα, όταν μεγάλωσα λίγο, κοιμόμουνα πάντα με ένα φως αναμμένο στο δωμάτιό μου. Αλλά και πάλι τις άκουγα. Το μόνο που δε με τρόμαζαν όσο αυτές που άκουγα στο σκοτάδι. Οι πρώτες μου προκαλούσαν ταραχή, οι δεύτερες τον τρόμο. Πολλές φορές αγκάλιαζα τον εαυτό μου, λες και μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσα να προστατευτώ απ’ τον κίνδυνο. Πολλές φορές παρακαλούσα τη μάνα μου να μ’ αφήσει να κοιμηθώ στο διάδρομο, έξω από το δωμάτιό της, μα δεν το έκανε. Έπρεπε να γίνω άντρας, έλεγε. Ενώ εγώ σκεφτόμουνα ότι έπρεπε να γίνω παιδί πρώτα. Ένα κανονικό παιδί.
Λόγω όλου αυτού του φόβου ποτέ δεν είχα φίλους. Ή μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, με πιο καθαρό μυαλό, όχι λόγω του φόβου αλλά εξαιτίας της μάνας μου. Ντρεπόταν για μένα κι ας μην το έλεγε τότε. Και ανησυχούσε, πολύ. Ανησυχούσε ότι αν κάποτε αποκτούσα φίλους θα τους έλεγα ότι ακούω φωνές, κι αυτοί θα το διέδιδαν παντού και θα με κορόιδευαν, θα με αποκαλούσαν τρελό – λες και δε με έλεγε εκείνη έτσι.
Μα ευτυχώς τώρα πια οι φωνές άλλαξαν, ηρέμησαν κάπως, δε θυμίζουνε πια κραυγές, τις νιώθω λιγουλάκι κιόλας σα φίλες μου. Πολέμησα μαζί τους για χρόνια και χρόνια και στο τέλος πέρασε το δικό τους. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Αφού αυτές ήταν και είναι ανίκητες, πάνω από τις δυνάμεις μου. Αν με καταλάβαινε η μάνα μου, αν άκουγε αυτά που της έλεγα, τότε -είμαι σίγουρος- δε θα φτάναμε στα χειρότερα. Αλλά δεν, και να που φτάσαμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος που μ’ έφερε ως εδώ, ανηφορικός πολύ και δύσκολος. Και τον ταξίδεψα ουσιαστικά μόνος. Δίχως φίλους, χωρίς αδέλφια, δίχως πατέρα, αφού ποτέ μου δεν τον γνώρισα. Σκέφτομαι ξανά και ξανά, αλλά μου το λένε και οι άλλοι, ειδικά οι γιατροί, ότι αν είχα κάποιον δίπλα μου, κάποιον να με ακούσει, θα ήταν όλα πιο καλά.
Αχ, ρε μάνα, γιατί με γέννησες; Γιατί θέλησες να με φέρεις σ’ αυτό τον κόσμο ορφανό; Γιατί δε με σκότωσες προτού δω το φως της μέρας; Γιατί δε με έδωσες για υιοθεσία σε κάποια οικογένεια, που θα νοιαζόταν ίσως περισσότερο για μένα απ’ ό,τι εσύ; Γιατί τα έκανες όλα λάθος; Ίσως στο τέλος της ημέρας να μην ήμασταν και τόσο διαφορετικοί, κι ας επέμενες ότι σε τίποτα δε σου έμοιασα.
Μια ξένη, αυτό ήτανε για μένα η μάνα, από την αρχή. Τουλάχιστον εγώ έτσι την ένιωθα. Όσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ το πρώτο ή το τελευταίο έστω χάδι που μου έχει χαρίσει, κάποιο φιλί. Πάντα με αντιμετώπιζε σαν ζώο, σαν παράσιτο, σαν ένα σκουπίδι, που όσο κι αν το ήθελε δε θα μπορούσε να ξεφορτωθεί. Δε με ήθελε, ίσως με απεχθανόταν κιόλας, αλλά με κρατούσε, και δεν έχανε την ευκαιρία να μου λέει τι μεγάλο βάρος ήμουν για κείνην. Όταν τόλμησα κάποτε, ο βλάκας, να της μιλήσω για τις φωνές που με ξεκούφαιναν, βρήκε επιτέλους την ευκαιρία που πάντα ζητούσε και με ξεφορτώθηκε. Όχι ακριβώς και όχι για πολύ, αλλά με ξεφορτώθηκε, στο πι και φι, δίχως δεύτερη σκέψη. Με έβαλε στο ίδρυμα. Και τη μίσησα γι’ αυτό. Και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα την έκανα να πληρώσει. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν θα έπαιρνα την εκδίκησή μου, κι αυτή θα ήταν αμείλικτη. Αυτό μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Κι αυτό ακριβώς ήταν που έκανε τις φωνές να γίνουν πιο δυνατές, σαν μικρές εκρήξεις μέσα στο κεφάλι μου. Ευτυχώς όμως σύντομα κατάλαβα. Κατάλαβα ότι οι φωνές ήταν οι δεσμοφύλακές μου. Αν συνέχιζα να λέω την αλήθεια θα με κρατούσαν για πάντα εκεί μέσα που με παραπέταξε εκείνη, θα συνέχιζαν να με στουμπώνουν με χάπια, να με κοιτούν μ’ εκείνα τα βλέμματα της υποκριτικής συμπάθειας και να προσπαθούν με το έτσι θέλω να με γιατρέψουν. Αλλά εγώ δεν ήθελα πια τη γιατρειά τους, τίποτα δεν ήθελα, μόνο εκδίκηση ζητούσα. Κατάπια λοιπόν, με κάποια δυσκολία, τις αλήθειες μου και σιγά σιγά, για να μην αντιληφθούν την απάτη, άρχισα να μεταμορφώνομαι σε υπόδειγμα ασθενούς. Έτσι κάποτε, θέλοντας και μη, με άφησαν ελεύθερο. Και η μάνα μου, θέλοντας και μη, με δέχτηκε πίσω στο σπίτι της. Δεν είχα κλείσει καν τα δεκαπέντε μου χρόνια.
Στο σχολείο δεν επέστρεψα, αφού η μάνα έλεγε πώς δε θα άντεχα το στίγμα -μάλλον εκείνη δε θα το άντεχε, αλλά καλά τώρα- ενώ εγώ που τράβηξα τα πάνδεινα δεν είχα κανένα απολύτως πρόβλημα να το κάνω. Όχι πως περνούσα και ιδιαίτερα καλά εκεί αλλά να, όσο βρισκόμουν ανάμεσα σε τόσα παιδιά και τις φωνές τους, το μόνιμο εκτός τάξης πανζουρλισμό, ο μέσα μου κουρνιαχτός καταλάγιαζε, γίνονταν λίγο πολύ ανεκτός. Ωστόσο, σαν παιδί που ήμουνα, δεν μου έπεφτε λόγος, έτσι υπάκουσα απρόθυμα σ’ αυτό το πρόσταγμα της προσωπικής μου τυράννου.
Σου έχω πολλά ταμένα, μάνα, σκεφτόμουνα καθώς μεγάλωνα μέσα σ’ ένα άδειο σπίτι μοναχός, χωρίς αγάπη. Της είχα πολλά ταμένα. Και όλο κατέστρωνα σχέδια εκδίκησης που δε θα πραγματοποιούσα ποτέ. Τα συγκεκριμένα.
Η ζωή μου, όπως θα περίμενε κανείς, κυλούσα μέσα σε μια ατέλειωτη πλήξη. Καθόμουνα μπροστά από την τηλεόραση με τις ώρες και έβλεπα ταινίες, μπροστά από τον υπολογιστή και έπαιζα παιχνίδια ή σέρφαρα στο διαδίκτυο. Δεν έβγαινα έξω ποτέ, για κανένα λόγο. Μου το είχε απαγορεύσει. Αλλά και να μην το έκανε και πάλι μέσα θα έμενα, αφού δεν είχα που να πάω. Ίσως κάποιοι να ένιωθαν τυχεροί αν ζούσαν μια ζωή σαν τη δική μου, δεν ξέρω. Εκείνο που σίγουρα ξέρω είναι ότι εμένα προσωπικά καθόλου δε μου ταίριαζε, με λυπούσε αφάνταστα. Ήμουνα σαν ένας ζωντανός-νεκρός, κάποιος μόνιμα ναρκωμένος. Είχα τις αισθήσεις μου αλλά δεν μπορούσα να τις χειριστώ κατάλληλα. Όσο κρατούσα το μυαλό μου απασχολημένο με το ένα και με το άλλο ήμουνα καλά, αλλά όταν το άφηνα έστω και για μια στιγμή να ξαποστάσει, να ξεφύγει έστω και για λίγο απ’ τους ψεύτικους κόσμους που γέμιζαν τις νύχτες και τις μέρες μου, αμέσως ένιωθα λυπημένος, σα να κρατούσα αγκαλιά την κατάθλιψη και χόρευα μαζί της κάποια μελαγχολική μπαλάντα. Τότε ήθελα να χτυπήσω κάτι, να το σπάσω, να χτυπήσω κάποιον, να το ματώσω, για να εκτονωθώ. Καταριόμουν τη μοίρα μου. Και όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά, αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορούσα να ζήσω σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Γιατί με μισούν όλοι; ρωτούσα ξανά και ξανά τον εαυτό μου, μα απάντηση δεν έπαιρνα. Αλλά τώρα πια ξέρω: δε με μισούσαν, απλά με αγνοούσαν. Αγνοούσαν την ύπαρξή μου. Ακόμη κι εκείνοι οι λίγοι με τους οποίους μοιράστηκα κάποιες στιγμές στις σχολικές τάξεις, με είχαν ξεχάσει για τα καλά. Συνέχισαν να ζουν τις καθωσπρέπει ζωές τους και με άφησαν στο περιθώριο. Έπρεπε να αλλάξω κάτι, να κάνω κάτι, αλλά τι; Τι;
Τη λύση μου την έδωσε, μάλλον χωρίς να το θέλει, η μάνα μου. Κάποια φορά μου ζήτησε να πάω μαζί της στη δουλειά, αφού ένας υπάλληλος, στην μπυραρία της οποίας ήταν ιδιοκτήτρια, παραιτήθηκε την προηγούμενη νύχτα απροειδοποίητα. Αποδέχτηκα τη διαταγή της κατηφής, όπως πάντα, αλλά βαθιά μέσα μου πολύ χαιρόμουνα, αφού θα έβγαινα επιτέλους ξανά έξω στον κόσμο – κι ας ήταν αυτός ο κόσμος της νύχτας. Τα μεγάλα μου όνειρα φυσικά, οι ελπίδες μου, εν μέρει διαψεύσθηκαν, αλλά και πάλι, ήταν καλύτερα για μένα να βρίσκομαι στην κουζίνα ενός μαγαζιού, φτιάχνοντας φαγητά στη σχάρα και πλένοντας πιάτα, από το να κάθομαι νύχτα και μέρα μόνος στο σπίτι.
Ένιωθα τότε ευτυχισμένος; Όχι. Βελτιώθηκε η σχέση μου με τη μάνα; Φυσικά και όχι. Εξακολουθούσε να μου συμπεριφέρεται με την ίδια σκληρότητα και την ίδια ακριβώς αδιαφορία, όπως και πριν. Κι εκτός για να μου δώσει διαταγές δε μου μιλούσε. Αλλά ούτε και με πλήρωνε, κι ας φούσκωνε καθημερινά ο λογαριασμός μου στην τράπεζα από τις καταθέσεις, τις οποίες έκανε εκεί ώστε να μην την πιάνει ο φόρος. Παρόλ’ αυτά όμως, ένιωθα λίγο πιο καλά από πριν, το βήμα μου αλάφρυνε. Ήταν σα να είχαν ανοίξει για μένα κάποιες αόρατες πύλες – δε βρισκόμουνα πια στην απομόνωση, αλλά σε μια ανοιχτή φυλακή.
Για αρκετό καιρό τα πράγματα κυλούσαν σχετικά ήρεμα. Η δουλειά με κούραζε και με γαλήνευε. Η περιορισμένη έστω επαφή με τους ανθρώπους, έκλεβε κάτι απ’ τη μοναξιά μου. Πού και πού κιόλας χαμογελούσα – πρωτόγνωρη αίσθηση! Οι μικρές αυτές χαρές, ωστόσο, δεν ήταν γραφτό να κρατούσαν για πάντα – όχι πώς το περίμενα δηλαδή εδώ που τα λέμε. Μια νύχτα του χειμώνα, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, για κάποιο λόγο όλα πήγαν στραβά. Ένα γκαρσόνι δεν εμφανίστηκε καθόλου στη δουλειά, ήρθαν αιφνιδιαστικά κάποιοι μπάτσοι για να ελέγξουν αν υπήρχαν καπνιστές στο μαγαζί -υπήρχαν πολλοί- και θέλησαν, μ’ ένα τσουχτερό πρόστιμο φυσικά να επιβάλουν το νόμο και, για να δέσει το γλυκό, στραβοπάτησα κι εγώ μες την κουζίνα και έπεσα, με αποτέλεσμα να σπάσω ένα ποτήρια και πιάτα.
Η μάνα είχε γίνει πυρ και μανία. Και σε ποιον άλλον θα έβγαζε τα νεύρα της; Σ’ εμένα φυσικά. Εγώ έφταιγα για όλα. Για ώρα πολλή μου φώναζε, με έβριζε -εμένα τον άχρηστο, τον ανεπρόκοπο, το βλάκα- και στο τέλος έφτασε να μου ρίξει κι ένα πιάτο πετυχαίνοντας με στο κεφάλι. Το φρύδι μου σκίστηκε σαν τίποτα και το αίμα άρχισε να τρέχει ρυάκι, μέσα από τα δάχτυλά μου, στο πρόσωπο, στα ρούχα μου, στο πάτωμα της κουζίνας. Δεν αντέδρασα καθόλου. Δεν έκανα καμία προσπάθεια για να το σταματήσω. Δεν ένιωθα κανένα πόνο, ούτε στο έξω αλλά ούτε και στο μέσα μου. Κανένα απολύτως συναίσθημα. Ήμουνα σαν ένα άδειο κέλυφος, ένας νεκρός, που απλά συνέχιζε να αναπνέει. Η μάνα, βλέποντάς με σ’ αυτή την κατάσταση, έμοιαζε για μια στιγμή να τα έχει χάσει. Λες και είχε σπάσει κάτι μέσα της. Αλλά σύντομα υιοθέτησε και πάλι το γνώριμο αυταρχικό της ύφος και φώναξε έναν από τους δυο της υπαλλήλους να έρθει και βοηθήσει αυτό το μουρλό – εμένα. Και με βοήθησε. Πρόθυμα. Έτρεξε και πήρε στα χέρια το κουτί των πρώτων βοηθειών, με έβαλε να καθίσω σε μια καρέκλα, μου σήκωσε το κεφάλι ψηλά, και άρχισε να περιποιείται το τραύμα μου. Το αίμα, όμως, δεν έλεγε να σταματήσει ν’ αναβλύζει, αδειάζοντάς με από ουσία, έτσι, με μια χρεία τρόμου στη φωνή, εισηγήθηκε στη μάνα μου να με πάει στο νοσοκομείο. Να τον πας εσύ, διέταξε. Κι αν σε ρωτήσουν τι έπαθε, πες τους ότι έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στο τραπέζι της κουζίνας.
Φύγαμε. Ευτυχώς ήταν πια πολύ αργά τη νύχτα και οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, οπότε δε μας πήρε και πολύ να φτάσουμε στον προορισμό μας. Μόλις με αντίκρισαν οι νοσοκόμες σ’ αυτό το χάλι, έσπευσαν να φέρουν ένα γιατρό για να με δει αμέσως. Εκείνος, όπως είδα, παράτησε χωρίς να το σκεφτεί καθόλου εκείνους που φρόντιζε, αφού μάλλον δεν ήταν ασθενείς αλλά απλά αρρωστοφοβικοί, και βιάστηκε να έρθει κοντά μου. Χρειαζόμουνα κάποια ράμματα, κι ένα επίδεσμο, για προληπτικούς κυρίως λόγους, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα όσο φαίνονταν – απλά το αίμα πάντα προκαλεί τον τρόμο, είπε. Δεν αναρωτήθηκαν καν αν έπαθαν διάσειση, δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Μια ώρα αργότερα λοιπόν ήμασταν και πάλι στο δρόμο. Με ρώτησε ο καημένος ο άνθρωπος, που είχε αποκτήσει και πάλι το χρώμα του, πού θα ήθελα να πάω: πίσω στη μπυραρία ή στο σπίτι; Στην μπυραρία. Ήμουνα απόλυτα ήρεμος. Ήταν σα να μην τα ζούσα όλ’ αυτά, αλλά απλά τα παρακολουθούσα να διαδραματίζονται μπροστά μου, σα σε κάποιο όνειρο ή μια ταινία.
Όταν φτάσαμε πια εκεί ο χώρος ήταν σχεδόν απόλυτα άδειος. Οι τελευταίοι θαμώνες, εκείνης της επεισοδιακής νύχτας, ετοιμάζονταν να φύγουν κι αυτοί. Μπήκαμε στην κουζίνα από την πίσω πόρτα. Η μάνα μου ήταν εκεί και συγύριζε, αλλά μόλις με είδε διέταξε να συνεχίσω εγώ. Δεν έφερα αντίρρηση. Γιατί να το έκανα άλλωστε; Έφυγε.
Έπλυνε λοιπόν τα εναπομείναντα ποτήρια και πιάτα -τα συντρίμμια από τη μικρή καταστροφή μου είχαν ήδη περισυλλεχτεί- έκανα, ως συνήθως, μια μικρή καταγραφή των προμηθειών, ώστε να γνωρίζει η μάνα μου τι θα χρειαζόταν ν’ αγοράσει την επόμενη μέρα και κάθισα σε μια γωνιά και την περίμενα. Δεν άργησε να φανεί. Έριξε μια βιαστική ματιά στο χώρο, έκανε μια ανεξιχνίαστη γκριμάτσα, μου γύρισε απότομα την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται. Αυτό ήταν το σημάδι ότι ήρθε η ώρα να φύγουμε. Την ακολούθησα.
Στη σύντομη διαδρομή για το σπίτι δεν ανταλλάξαμε λέξη. Εκείνη έμοιαζε ακόμη να βράζει μες τα ζουμιά της, ενώ εγώ εξακολουθούσα να απολαμβάνω τη νιρβάνα μου. Όταν στάθμευσε το αυτοκίνητο στο υπόγειο της πολυκατοικίας όπου ζούσαμε, βιάστηκα να κατεβώ πρώτος. Έτρεξα προς τον ανελκυστήρα. Και στάθηκα εκεί και την περίμενα. Όταν κατέφθασε μου έριξε μια επικριτική, όπως πάντα, ματιά, αλλά δεν είπε τίποτα. Μόλις άνοιξε η πόρτα μπήκε μέσα και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν η αντανάκλασή μας στον καθρέφτη, και το τελευταίο πράγμα που πήρε μορφή στα μάτια της ήταν ο τρόμος. Είδε! Είδε το βαρύ κόκκινο πυροσβεστήρα, που βρισκόταν μόνιμα δίπλα στην είσοδο του ανελκυστήρα να σηκώνεται ψηλά και να κατεβαίνει με δύναμη στο κεφάλι της. Και δεν είδε. Δεν είδε το αίμα που ανάβλυσε από κει πιτσιλίζοντας τους τοίχους και το πάτωμα, εκείνη και μένα. Δεν είδε το πλατύ χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη μου. Και δεν ένιωσε. Σίγουρα δεν ένιωσε τη μεγάλη μου χαρά, την απερίγραπτη.
Πέθανε αμέσως; Δεν ξέρω -κάτι είπαν στη δίκη σχετικά με την ποσότητα του αίματος που χύθηκε, αλλά δεν το πολυκατάλαβα- δε μ’ ένοιαζε άλλωστε. Εκείνο που ξέρω είναι ότι εκείνη τη στιγμή, του φονικού, σκεφτόμουνα, πως αν πέθαινε αμέσως η εκδίκησή μου θα ήταν λειψή, οι μέσα μου φωνές, αυτές που για χρόνια και χρόνια προμήνυαν το κακό, αυτές που τώρα κατηύθυναν τις πράξεις μου, δε θα ησύχαζαν. Έπρεπε να τις υπακούσω. Έπρεπε, με κάποιο, μ’ οποιοδήποτε τρόπο, να τις κατευνάσω. Μπήκαν λοιπόν κι εγώ στον ανελκυστήρα και συντροφιά με το άψυχό της ή μη κορμί, ανεβήκαμε στο διαμέρισμα. Την έσυρα μέσα τραβώντας την απ’ τα πόδια, αδιάφορος για τ’ αχνάρια αίματος που άφηνα πίσω μου στο πάτωμα. Την ακούμπησα με την πλάτη σε μια πολυθρόνα και πήγα στην κουζίνα. Επέστρεψα κρατώντας στα χέρια μου, που γαλήνια σαν και μένα καθόλου δεν έτρεμαν, το μπαλτά που συνήθιζε να χρησιμοποιεί εκείνη για να κόβει τα κρέατα. Την έπιασα, σχεδόν απαλά, απ’ τα μαλλιά, κι άρχισα σιγά σιγά, όχι και με πολύ σκληρά χτυπήματα, να της κόβω το κεφάλι. Μου πήρε πολλή ώρα νομίζω, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Το μόνο πράγμα που έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη μου από εκείνες τις στιγμές είναι το βλέμμα της – το παγωμένο της βλέμμα. Τα μάτια της ήταν ακόμη ανοιχτά και με κοιτούσαν με τρόμο.
Σαν τέλειωσα, πήρα το αποκομμένο μέλος, πήγα στο μπάνιο και το έπλυνα. Της καθάρισα το πρόσωπο, της χτένισα τα μαλλιά, έκλεισα με κάποιο κόπο και τα μάτια της, για να μη με βλέπουν πια και να μην τα βλέπω. Μετά άλλαξα ρούχα -φόρεσα τα καλύτερά μου- και κουβαλώντας μαζί μου το κεφάλι της σαν τρόπαιο, τυλιγμένο μέσα σε μια μαύρη σακούλα, κρυμμένο σ’ ένα σακίδιο ώμου, κατέβηκα κάτω. Βγήκα στο δρόμο, τον οποίο μαστίγωνε το πρωινό αγιάζι. Το χάραμα κρυβότανε πίσω από σύννεφα βαριά, μάλλον θ’ αργούσε πολύ να ξημερώσει. Σταμάτησα ένα ταξί και ζήτησα από τον οδηγό να με πάει στο αστυνομικό τμήμα. Τα αμάξια ήταν και πάλι λιγοστά, η κίνηση ουσιαστικά ανύπαρκτη, έτσι δεν καθυστερήσαμε να φτάσουμε εκεί. Ευχαρίστησα τον εμφανώς νυσταγμένο οδηγό και τον πλήρωσα με τα λεφτά που ξάφρισα απ’ το πορτοφόλι της μάνας. Μπήκα μ’ ανάλαφρο βήμα στο τμήμα και τους είπα: Σας έφερα το κεφάλι της μάνας μου!
Στην αρχή το πήραν γι’ αστείο. Νόμιζαν ότι ήμουν απλά ένας μικρός μεθυσμένος που τους έκανε πλάκα, αλλά όταν άνοιξα το σακίδιο, έβγαλα από μέσα τη μαύρη σακούλα, την άφησα στον πάγκο και τους το έδειξα, κατάπιαν το γέλιο τους. Με συνέλαβαν επί τόπου. Και δεν άργησαν και πολύ να με δικάσουν. Τα στοιχεία εναντίον μου ήταν εξάλλου συντριπτικά. Ο δικηγόρος που προσέλαβε το κράτος για να με υπερασπίσει, δεν μπήκε στον κόπο να το κάνει, αφού είτε έτσι είτε αλλιώς το αποτέλεσμα θα ήταν το αναμενόμενο, από τη στιγμή που είχε να κάνει ένα ψυχολογικά διαταραγμένο άτομο, άποψη την οποία συμμερίζονταν κι ο εισαγγελέας. Τους είχα πει άλλωστε, όταν με ρώτησαν, για τις φωνές, αυτές που άκουγα από παιδί.
Έτσι, δε με έκλεισαν στη φυλακή, κάτι που πολύ φοβόμουνα, αλλά με έβαλαν και πάλι στο ίδρυμα, όπως ακριβώς υπολόγιζα. Αλλά σ’ ένα ίδρυμα που θύμιζε λίγο φυλακή. Εφτά ολόκληρα χρόνια ξόδεψα εκεί, χρόνια χρήσιμα. Κατάπια υπάκουα αμέτρητα χάπια και μίλησα για ατελείωτες ώρες με ψυχολόγους, ψυχιάτρους και κυρίως, ψυχοπαθείς. Σε όλους έλεγα αυτά που ήθελαν να ακούσουν και όλους τους άκουγα με προσοχή. Ήμουνα και πάλι, όπως την πρώτη φορά, υπόδειγμα ασθενή και ένας πολύ καλός φίλος. Σιγά σιγά, απέκτησα την εμπιστοσύνη των γιατρών, τους έπεισα ότι ήρθα στα συγκαλά μου και δεν αποτελούσα πια απειλή για την κοινωνία, κι έτσι συμφώνησαν να με αφήσουν ελεύθερο. Λεφτά είχα, πολλά, και όλα στα όνομά μου ευτυχώς, αφού σύμφωνα με το νόμο δε θα μπορούσα να κληρονομήσω τα λεφτά της μάνας μου από τη στιγμή που τη σκότωσα. Αλλά, εκτός από αυτά, είχα και ένα σταθερό εισόδημα από κάποιο ξάδελφο της τελευταίας, ένα τίμιο άνθρωπο, που ανέλαβε μετά από το θάνατό της τη διαχείριση της μπυραρίας.
Όλα καλά λοιπόν; Όλα καλά. Ή, εντάξει, το ομολογώ, ίσως όχι όλα. Ναι, τώρα είμαι καλά, χαμογελώ πιο συχνά, δεν έχω κανένα πια στη ζωή μου να με βασανίζει, αλλά να: πού και πού ακούω φωνές, που τώρα πια δε θυμίζουν κραυγές, οι οποίες ωστόσο και πάλι λίγο με τρομάζουν. Εσάς;

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου